Γιώργος Σεφέρης

SEFERIS

Γιώργος Σεφέρης (1900-1971)

 

Η μνήμη όπου και να την αγγίξεις πονεί.

“ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΩΜΑΤΟΣ Γ΄”

 

Τον ξένο και τον εχθρό τον είδαμε στον καθρέφτη.

“ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ Δ΄  ΑΡΓΟΝΑΥΤΕΣ”

 

Στο περιγιάλι το κρυφό
κι άσπρο σαν περιστέρι
διψάσαμε το μεσημέρι·
μα το νερό γλυφό.

Πάνω στην άμμο την ξανθή
γράψαμε τ’ όνομά της·
ωραία που φύσηξεν ο μπάτης
και σβήστηκε η γραφή.

Με τι καρδιά, με τι πνοή,
τι πόθους και τι πάθος
πήραμε τη ζωή μας· λάθος!
κι αλλάξαμε ζωή.

“ΑΡΝΗΣΗ” από τα “ΠΟΙΗΜΑΤΑ” Εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ

 

Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει.

Στο Πήλιο μέσα στις καστανιές το πουκάμισο του Κενταύρου
γλιστρούσε μέσα στα φύλλα για να τυλιχτεί στο κορμί μου
καθώς ανέβαινα την ανηφόρα κι η θάλασσα μ’ ακολουθούσε
ανεβαίνοντας κι αυτή σαν τον υδράργυρο θερμομέτρου
ώσπου να βρούμε τα νερά του βουνού.
Στη Σαντορίνη αγγίζοντας νησιά που βουλιάζαν
ακούγοντας να παίζει ένα σουραύλι κάπου στις αλαφρόπετρες
μου κάρφωσε το χέρι στην κουπαστή
μια σαΐτα τιναγμένη ξαφνικά
από τα πέρατα μιας νιότης βασιλεμένης.
Στις Μυκήνες σήκωσα τις μεγάλες πέτρες και τους θησαυρούς των Ατρειδών
και πλάγιασα μαζί τους στο ξενοδοχείο της “Ωραίας Ελένης του Μενελάου”·
χάθηκαν μόνο την αυγή που λάλησε η Κασσάντρα
μ’ έναν κόκορα κρεμασμένο στο μαύρο λαιμό της.
Στις Σπέτσες στον Πόρο και στη Μύκονο
με χτίκιασαν οι βαρκαρόλες.

(…)

απόσπασμα από το ποίημα “ΜΕ ΤΟΝ ΤΡΟΠΟ ΤΟΥ Γ. Σ.” από το “ΤΕΤΡΑΔΙΟ ΓΥΜΝΑΣΜΑΤΩΝ”

 
“Ρε, τι σου ‘κανε η Ελλάδα και σε πληγώνει;”

Ο Γ. Σεφέρης διηγείται ένα περιστατικό που έτυχε στο Νίκο Γκάτσο:

Γύριζε το χειμώνα του ‘36, σπίτι του από μια ταβέρνα. Ήμουνα στην Κορυτσά και είχα στείλει στην Αθήνα, σε χειρόγραφο, το “Με τον τρόπο του Γ. Σ.”. Κατά κακή του τύχη -μολονότι πολύ αθώος, είχε κάποτε ύφος φοβερά βλοσυρό- τον έπιασαν και τον πήγαν στο τμήμα. Τον έψαξαν. Στην τσέπη του το χειρόγραφο.
-Ρε, τι σου ‘κανε η Ελλάδα και σε πληγώνει; Κομμουνιστής, ε;
-Μα, κύριε αστυνόμε, δεν το ‘γραψα εγώ αυτό, το ‘γραψε ο κ. Σ. που είναι πρόξενος.
-Πρόξενος, ε; Τέτοιους προξένους έχουμε. Γι’ αυτό πάμε κατά διαβόλου.
Ευτυχώς βρέθηκαν στις τσέπες του και κάτι άλλα της ίδιας τεχνοτροπίας που αφόπλισαν τους φρουρούς της ησυχίας μας:
-Σ’ αφήνουμε, μωρέ, γιατί είσαι βλάκας, του είπαν όταν τα διάβασαν.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ “ΜΕΡΕΣ Δ΄” από το βιβλίο “Ο ΣΕΦΕΡΗΣ ΓΙΑ ΝΕΟΥΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ” Εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ

 

Δε θέλω τίποτε άλλο παρά να μιλήσω απλά, να μου δοθεί ετούτη η χάρη.
Γιατί και το τραγούδι το φορτώσαμε με τόσες μουσικές που σιγά – σιγά βουλιάζει
και την τέχνη μας τη στολίσαμε τόσο πολύ που φαγώθηκε από τα μαλάματα το πρόσωπό της
κι είναι καιρός να πούμε τα λιγοστά μας λόγια γιατί η ψυχή μας αύριο κάνει πανιά.

απόσπασμα από το ποίημα “ΕΝΑΣ ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΣΤΗΝ ΑΚΡΟΠΟΤΑΜΙΑ” από το “ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΩΜΑΤΟΣ Β΄”

 

“Ο πατέρας του Γ. Σεφέρη”

Η Ιωάννα Τσάτσου, αδελφή του Γ. Σεφέρη, θυμάται τον πατέρα της και τις ιστορίες που έλεγε:

Όταν γύριζε στο σπίτι τρέχαμε απάνω του.
-Σήμερα τι ιστορία θα μας πεις;
Ο Άγγελος κι εγώ φέρναμε τις παντόφλες του. Εκείνος καθόντανε στην πολυθρόνα του, μ’ ένα μυστηριώδες χαμόγελο. Σαν να συνωμοτούσε με τον εαυτό του πώς θα μας σαγηνέψει.
-Λοιπόν, ο Μεγαλέξαντρος απάνω στο άγριο άλογό του κάλπαζε στην Ασία με το στρατό του και νικούσε, όλο νικούσε. Οι περισσότεροι άνθρωποι τότε μάθαιναν ελληνικά, και μπορούσαν να διαβάσουν τα παραμύθια του Αισώπου που σας διάβαζα προχτές…
Και πάλι άλλη φορά:
-Λοιπόν χιλιάδες μαστόροι και τεχνίτες χτίζανε την Άγια Σοφιά. Κι ο πρωτομάστορας ήταν σοφός. Άγιοι ζωγράφοι ιστορούσαν τις εικόνες. Αμέτρητα τα καντήλια. Τέτοια εκκλησιά πώς να ξαναγίνει; Κι η Παναγιά θρονιάστηκε για πάντα εκεί.
Μα όταν φτάναμε στην άλωση της Πόλης, έξι παιδικά μάτια δακρυσμένα ήταν προσηλωμένα απάνω του:
-Μπορούσε να φύγει ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος;
-Μα βέβαια μπορούσε, όμως δεν έφυγε. Ήθελε να σκοτωθεί.
-Μα γιατί να σκοτωθεί; ρωτούσαμε με απελπισία.
-Γιατί αν έφευγε δε θα είχε μαρμαρώσει. Και δε θα περιμέναμε τώρα ν’ αναστηθεί. (…)
Με τα χρόνια η αυταρχικότητα του πατέρα μας καταπίεζε. Προπάντων το Γιώργο. Γιατί από κείνον είχε μεγάλες αξιώσεις. Τον ήθελε τέλειο στο κάθε τι. (…)
Τη μελέτη του Γιώργου την παρακολουθούσε ο ίδιος. Ξενυχτούσε ο ίδιος μαζί του. Τότε ένιωθα τ’ αδέρφι μου να βασανίζεται και λυπόμουνα. Όμως τώρα, με την απόσταση των χρόνων, βλέπω μ’ ευγνωμοσύνη τη προσπάθεια εκείνη.

ΙΩΑΝΝΑ ΤΣΑΤΣΟΥ “Ο ΑΔΕΡΦΟΣ ΜΟΥ ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ” Εκδόσεις ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΣΤΙΑΣ

 

Ζωή σου είναι ό,τι έδωσες.

“ΘΕΡΙΝΟ ΗΛΙΟΣΤΑΣΙ” από τα “ΤΡΙΑ ΚΡΥΦΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ”

 

Το πρώτο πράγμα που έκανε ο Θεός είναι η αγάπη
έπειτα έρχεται το αίμα
κι η δίψα για το αίμα.

“ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΩΜΑΤΟΣ Β΄”

 

Είτε βραδιάζει είτε φέγγει, μένει λευκό το γιασεμί.

“ΤΟ ΓΙΑΣΕΜΙ” από το “ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΩΜΑΤΟΣ Β΄”

 

…το σπουδαίο δεν είναι ν’ αλλάξουμε τη ζωή μας, ονειροπολώντας μιαν άλλη πιο ενδιαφέρουσα, αλλά να κάνουμε να λαλήσει τούτη η ζωή, όπως μας δόθηκε, την καθημερινή, την ταπεινή, την ανθρώπινη, όπου το καθετί που μπορούσε να γυρέψουμε πρέπει να υπάρχει.

“ΜΕΡΕΣ Α΄” Εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ

 

Βουλιάζει όποιος σηκώνει τις μεγάλες πέτρες·
τούτες τις πέτρες τις εσήκωσα όσο βάσταξα
τούτες τις πέτρες τις αγάπησα όσο βάσταξα
τούτες τις πέτρες, τη μοίρα μου.
“ΜΥΚΗΝΕΣ” από τη “ΓΥΜΝΟΠΑΙΔΙΑ Β΄”

  

Αυτός ο τρυφερός μέσος άνθρωπος πάει να γίνει ο πιο συγκινητικός ανάμεσα στα πρόσωπά μου, ίσως γιατί συμβολίζει αυτούς που δηλώνουμε στην καθημερινή μας ομιλία με το επιφώνημα “ο κακομοίρης”. Ωστόσο, ας μην ξεχνούμε πως οι άκακοι αυτοί άνθρωποι, επειδή ακριβώς είναι εύκολοι, είναι συχνά οι καλύτεροι φορείς του κακού που έχει αλλού την πηγή του.

“ΔΟΚΙΜΕΣ Β΄”

  

Εύκολα τρίβεται ο άνθρωπος μες στους πολέμους·
ο άνθρωπος είναι μαλακός, ένα δεμάτι χόρτο·
χείλια και δάχτυλα που λαχταρούν ένα άσπρο στήθος
μάτια που μισοκλείνουν στο λαμπύρισμα της μέρας
και πόδια που θα τρέχανε, κι ας είναι τόσο κουρασμένα,
στο παραμικρό σφύριγμα του κέρδους.

απόσπασμα από το ποίημα “ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΣΤΑΘΜΟΣ” από το “ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΩΜΑΤΟΣ Β΄”

 

Να μιλήσω για ήρωες να μιλήσω για ήρωες: ο Μιχάλης
που έφυγε μ’ ανοιχτές πληγές απ’ το νοσοκομείο
ίσως μιλούσε για ήρωες όταν, τη νύχτα εκείνη
που έσερνε το ποδάρι του μες στη συσκοτισμένη πολιτεία,
ούρλιαζε ψηλαφώντας τον πόνο μας· “Στα σκοτεινά
πηγαίνουμε, στα σκοτεινά προχωρούμε…”
Οι ήρωες προχωρούν στα σκοτεινά.

απόσπασμα από το ποίημα “ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΣΤΑΘΜΟΣ” από το “ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΩΜΑΤΟΣ Β΄”

              

Χώρες του ανθρώπου και δεν μπορείτε ν’ αντικρίσετε τον άνθρωπο.

“ΚΙΧΛΗ”

 

Η φύση είναι ό,τι υπάρχει το πιο αντίθετο με την ψυχή του ανθρώπου. Είναι κτηνώδης. Το αίσθημα του ωραίου δεν είναι φυσικό. Το αίσθημα του ηθικού δεν είναι φυσικό. Η ανάγκη της προσευχής δεν είναι φυσική, μήτε η ανάγκη της μοναξιάς, μήτε και το κίνητρο που μας σπρώχνει προς τη φύση. Ο άνθρωπος γυρεύει το Θεό, η φύση αδιαφορεί για το Θεό.

“ΜΕΡΕΣ Α΄” Εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ

 

Υπάρχουν, φαντάζομαι, άνθρωποι που δεν τολμήσανε να ζήσουν, από υπερβολική ευαισθησία. Η ευαισθησία, για να είναι χρήσιμη, πρέπει να συντροφεύεται από ανάλογη δύναμη.

“ΜΕΡΕΣ Α΄” Εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ

 

1neb42a

Στοκχόλμη, 10 Δεκεμβρίου 1963. Ο Γιώργος Σεφέρης παραλαμβάνει το βραβείο Νομπέλ Λογοτεχνίας

 

“Μουγκαμάρα και φθόνος”

Το πραγματικό κλίμα που δημιούργησε στην Ελλάδα η βράβευση του Γιώργου Σεφέρη το περιγράφει ο Γ. Π. Σαββίδης σε κείμενό του το 1993 με τον εύγλωττο τίτλο: “Μουγκαμάρα και φθόνος”. 

Όπως θυμάται ο Σαββίδης (1993), επειδή υποψιαζόταν ότι η επιστροφή του Γιώργου Σεφέρη από τη Στοκχόλμη θα συνοδευόταν από την ίδια “μουγκαμάρα”, τηλεγραφεί “υποδεικνύοντας την οργάνωση κάποιας υποδοχής”. Στο αεροδρόμιο τους υποδέχονται δυο γυναίκες, “η μάνα μου και η Ιωάννα Τσάτσου. Κανείς άλλος”. Η θριαμβευτική υποδοχή του Σεφέρη γίνεται οκτώ χρόνια μετά την επιστροφή του από τη Σουηδία. Το απόγευμα της κηδείας του (22 Σεπτεμβρίου 1971) αυτόκλητος, σύσσωμος ο αθηναϊκός λαός υποδέχεται τον ποιητή του, ενώ ο ίδιος είχε αναχωρήσει μία ημέρα πριν.

αποσπάσματα από άρθρο του ΓΙΩΡΓΗ ΓΙΑΤΡΟΜΑΝΩΛΑΚΗ στην εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ (26/10/2003)

“Ο Σεφέρης, το Νόμπελ και μια συνωμοσία” εφ. ΤΟ ΒΗΜΑ (26/10/2003)

 

“Με μια αγκαλιά κουμαριές”

Ο Νίκος Καρύδης γράφει στο προσωπικό του ημερολόγιο:

Το 1963 ο Σεφέρης παίρνει το Νόμπελ. Τη μέρα εκείνη έτρεξα στο σπίτι της οδού Άγρας με μια αγκαλιά κουμαριές. Όταν μπήκα μέσα με πιάσανε τα κλάματα από χαρά και συγκίνηση. Ο Σεφέρης ήτανε ήρεμος και η Μαρώ έλαμπε ολόκληρη. Ήμαστε λίγοι φίλοι κι ένα-δυο φωτογράφοι εφημερίδων. Την άλλη μέρα όλες οι εφημερίδες δημοσίευσαν άρθρα και φωτογραφίες με την είδηση. Κάναμε βιτρίνα στον Ίκαρο με τα βιβλία του και φωτογραφίες του και ο κόσμος στεκόταν και αναρωτιόταν ποιος είναι αυτός ο Σεφέρης και κάμποσοι έλεγαν ότι είναι αυτός που γράφει τα λόγια στα τραγούδια του Θεοδωράκη. Η κυβέρνηση που υπήρχε ήταν υπηρεσιακή και τηλεόραση δεν υπήρχε. Ο κόσμος πολύ λίγο ενδιαφέρθηκε και η πώληση των βιβλίων των ποιημάτων του ήταν μέτρια.
Πήγε στη Σουηδία με την Μαρώ και τον Γιώργο και την Λένα Σαββίδη και πήρε το βραβείο. Όταν γύρισε, στο αεροδρόμιο δεν ήρθε κανείς επίσημος να τον υποδεχθεί. Αυτόν τον άνθρωπο που έφερνε στην Ελλάδα για πρώτη φορά το Νόμπελ. Τον περιμέναμε, οι δυο κόρες της Μαρώς και εγώ. Κανένας άλλος. Ο Σεφέρης είπε της Μαρώς: “Να μη με αφήσεις να το πάρω επάνω μου”. Και έμεινε πράγματι απλός σαν να μην είχε συμβεί τίποτα. Είχε φύγει και από το Υπουργείο Εξωτερικών και αφοσιώθηκε στα γραψίματά του.

από το προσωπικό ημερολόγιο του ΝΙΚΟΥ ΚΑΡΥΔΗ (περιοδικό Η ΛΕΞΗ, τ.  53, Μάρτης – Απρίλης 1986)

 

Αφιέρωμα στο Γιώργο Σεφέρη από το περιοδικό Η ΛΕΞΗ, τ. 53, Μάρτης – Απρίλης 1986

 

Οι άλλοι δεν είναι πάντα υπεύθυνοι για τα αισθήματα που μας προκαλούν. Τους τ’ αποδίδουμε πολύ συχνά χωρίς διάκριση.

“ΜΕΡΕΣ Α΄” Εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ 

 

Αποφθέγματα του Γ. Σεφέρη:

Τη γλώσσα μας λ.χ. είναι αδύνατο να την αντικρίσει κανείς αλλιώς παρά σαν ανάσα ζωντανών ανθρώπων. Όχι σαν το ναυαγοσωστικό ζήλο γραμματικών.
ΔΟΚΙΜΕΣ, 2

Είναι πιο εύκολο να περάσει καμήλα από την τρύπα βελόνας, παρά Έλληνας πολιτικός να καταλάβει την Ελλάδα.
ΜΕΡΕΣ, Γ΄

Η σωτηρία του ανθρώπου βρίσκεται μέσα του και ο χαμός του.
ΜΕΡΕΣ, Β΄

Η θύμηση μου έφαγε τη μνήμη.
ΜΕΡΕΣ, Α΄

Η επιστήμη είναι καθ’ ορισμόν αληθινή: πάντα αποδείχνει με το Α  + Β πως ό,τι υποστηρίζει είναι αληθινό. Ακόμη και τα πιο υπέρογκα λάθη.
ΜΕΡΕΣ, Α΄

Ο μόνος τρόπος για να βεβαιωθείς ότι αυθεντικοί ήρωες μπορούν να υπάρξουν, είναι να δοκιμάσεις να γίνεις συ ο ίδιος.
ΜΕΡΕΣ, Α΄

Κανείς δεν μπορεί να κάνει ολόκληρο το χρέος του μέσα σ’ έναν κόσμο που αρνιέται.
ΜΕΡΕΣ, Δ΄

από το άρθρο του Θ. Νάκα “ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ ΕΝΟΣ ΠΟΙΗΤΗ Ή Η ΠΡΑΚΤΙΚΗ ΣΟΦΙΑ ΤΟΥ Γ. ΣΕΦΕΡΗ” περιοδικό Η ΛΕΞΗ, τ. 53

 

“150 αντίτυπα”

Ο Γ. Σεφέρης διηγείται στον E. Keely:

Όταν έβγαλα την πρώτη μου συλλογή, τη Στροφή, τύπωσα 150 αντίτυπα. Αυτό έγινε το 1931. Και θυμάμαι ότι το 1939 υπήρχαν ακόμα αντίτυπα διαθέσιμα στο βιβλιοπωλείο – αντίτυπα που τα απέσυρα από την κυκλοφορία για να μπορέσω να βγάλω καινούρια έκδοση το 1940. Αλλά πρέπει να πω ότι αμέσως μετά τα πράγματα άρχισαν κάπως ν’ αλλάζουν. Όταν έφυγα για την Αίγυπτο, μετά την κατάρρευση της Ελλάδας στον πόλεμο εναντίον της Γερμανίας, άφησα πίσω μου τρεις εκδόσεις έργων μου -Ημερολόγιο Καταστρώματος Α΄, Μυθιστόρημα και Τετράδιο Γυμνασμάτων, εκτός από τις παλαιότερες συλλογές Η Στέρνα και Στροφή- τ’ άφησα όλα εκεί, ολοκαίνουρια, χωρίς να έχω πουλήσει ούτε ένα αντίτυπο προτού φύγω για την Κρήτη και το Κάιρο, με την εξόριστη ελληνική κυβέρνηση, όπως ξέρεις. Τον καιρό που έλειπα, πουλήθηκαν όλα. Όταν γύρισα, δεν είχε απομείνει ούτε ένα αντίτυπο. Η ξένη Κατοχή -εχθρική Κατοχή- είχε δώσει στο ελληνικό κοινό την ευκαιρία να συγκεντρωθεί και να διαβάσει. Και συμπέρανα ότι, όταν γύρισα στο τέλος της Κατοχής, ήμουν πολύ πιο γνωστός στην Ελλάδα από πριν.

Edmund Keely “ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΜΕ ΤΟΝ Γ. ΣΕΦΕΡΗ” μετ. Λ. Κάσδαγλη, Εκδόσεις ΑΓΡΑ (από το βιβλίο “Ο ΣΕΦΕΡΗΣ ΓΙΑ ΝΕΟΥΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ” Εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ) 

 

ΠΑΝΩ Σ’ ΕΝΑΝ ΞΕΝΟ ΣΤΙΧΟ

Στην Έλλη, Χριστούγεννα 1931

Ευτυχισμένος που έκανε το ταξίδι του Οδυσσέα¹
Ευτυχισμένος αν στο ξεκίνημα, ένιωθε γερή την αρματωσιά μιας αγάπης, απλωμένη μέσα στο κορμί του, σαν τις φλέβες όπου βουίζει το αίμα.

Μια αγάπης με ακατέλυτο ρυθμό, ακατανίκητης σαν τη μουσική και παντοτινής
γιατί γεννήθηκε όταν γεννηθήκαμε και σαν πεθαίνουμε, αν πεθαίνει, δεν το ξέρουμε ούτε εμείς ούτε άλλος κανείς.

Παρακαλώ το θεό να με συντρέξει να πω, σε μια στιγμή μεγάλης ευδαιμονίας, ποια είναι αυτή η αγάπη·
κάθομαι κάποτε τριγυρισμένος από την ξενιτιά, κι ακούω το μακρινό βούισμά της, σαν τον αχό της θάλασσας που έσμιξε με το ανεξήγητο δρολάπι.

Και παρουσιάζεται μπροστά μου, πάλι και πάλι, το φάντασμα του Οδυσσέα, με μάτια κοκκινισμένα από του κυμάτου την αρμύρα
κι από το μεστωμένο πόθο να ξαναδεί τον καπνό που βγαίνει από τη ζεστασιά του σπιτιού του και το σκυλί του που γέρασε προσμένοντας στη θύρα.

Στέκεται μεγάλος, ψιθυρίζοντας ανάμεσα στ’ ασπρισμένα του γένεια, λόγια της γλώσσας μας, όπως τη μιλούσαν πριν τρεις χιλιάδες χρόνια.
Απλώνει μια παλάμη ροζιασμένη από τα σκοινιά και το δοιάκι, με δέρμα δουλεμένο από το ξεροβόρι από την κάψα κι από τα χιόνια.

Θα ‘λεγες πως θέλει να διώξει τον υπεράνθρωπο Κύκλωπα που βλέπει μ’ ένα μάτι, τις Σειρήνες που σαν τις ακούσεις ξεχνάς, τη Σκύλλα και τη Χάρυβδη απ’ ανάμεσό μας·
τόσα περίπλοκα τέρατα, που δε μας αφήνουν να στοχαστούμε πως ήταν κι αυτός ένας άνθρωπος που πάλεψε μέσα στον κόσμο, με την ψυχή και με το σώμα.

Είναι ο μεγάλος Οδυσσέας· εκείνος που είπε να γίνει το ξύλινο άλογο και οι Αχαιοί κερδίσανε την Τροία.
Φαντάζομαι πως έρχεται να μ’ ορμηνέψει πώς να φτιάξω κι εγώ ένα ξύλινο άλογο για να κερδίσω τη δική μου Τροία.

Γιατί μιλά ταπεινά και με γαλήνη, χωρίς προσπάθεια, λες και με γνωρίζει σαν πατέρας
είτε σαν κάτι γέρους θαλασσινούς, που ακουμπισμένοι στα δίχτυα τους, την ώρα που χειμώνιαζε και θύμωνε ο αγέρας,

μου λέγανε στα παιδικά μου χρόνια, το τραγούδι του Ερωτόκριτου, με τα δάκρυα στα μάτια·
τότες που τρόμαζα μέσα στον ύπνο μου ακούγοντας την αντίδικη μοίρα της Αρετής² να κατεβαίνει τα μαρμαρένια σκαλοπάτια.

Μου λέει το δύσκολο πόνο να νιώθεις τα πανιά του καραβιού σου φουσκωμένα από τη θύμηση και την ψυχή σου να γίνεται τιμόνι.
Και να ‘σαι μόνος, σκοτεινός μέσα στη νύχτα και ακυβέρνητος σαν τ’ άχερο στ’ αλώνι.

Την πίκρα να βλέπεις τους συντρόφους σου καταποντισμένους μέσα στα στοιχεία, σκορπισμένους έναν-έναν.
Και πόσο παράξενα αντρειεύεσαι μιλώντας με τους πεθαμένους, όταν δε φτάνουν πια οι ζωντανοί που σου απομέναν.

Μιλά… βλέπω ακόμη τα χέρια του που ξέραν να δοκιμάσουν αν ήταν καλά σκαλισμένη στην πλώρη η γοργόνα
να μου χαρίζουν την ακύμαντη γαλάζια θάλασσα μέσα στην καρδιά του χειμώνα.

¹ “Heureux qui, comme Ulysse, a fait un beau voyage” Joachim du Bellay (Le Regrets, 1558)
² της Αρετούσας

από το βιβλίο “Ο ΣΕΦΕΡΗΣ ΓΙΑ ΝΕΟΥΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ” Φιλ. Επιμ. Ε. ΓΑΡΑΝΤΟΥΔΗΣ – Τ. ΚΑΓΙΑΛΗΣ Εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ

  

Όμως τη σκέψη του πρόσφυγα τη σκέψη του αιχμαλώτου τη σκέψη
του ανθρώπου σαν κατάντησε κι αυτός πραμάτεια
δοκίμασε να την αλλάξεις, δεν μπορείς.

“ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΣΤΑΘΜΟΣ” από το “ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΩΜΑΤΟΣ Β΄”

 

Η προφητική δήλωση του Γ. Σεφέρη για τη χούντα των συνταγματαρχών:

Πάει καιρός που πήρα την απόφαση να κρατηθώ έξω από τα πολιτικά του τόπου. Προσπάθησα άλλοτε να το εξηγήσω, αυτό δε σημαίνει διόλου πως μου είναι αδιάφορη η πολιτική ζωή μας.
Έτσι, από τα χρόνια εκείνα ως τώρα τελευταία, έπαψα κατά κανόνα ν’ αγγίζω τέτοια θέματα. Εξ’άλλου τα όσα δημοσίεψα ως τις αρχές του 1967, και η κατοπινή στάση μου (δεν έχω δημοσιέψει τίποτε στην Ελλάδα από τότε που φιμώθηκε η ελευθερία) έδειχναν, μου φαίνεται αρκετά καθαρά τη σκέψη μου.
Μολαταύτα, μήνες τώρα, αισθάνομαι μέσα μου και γύρω μου, ολοένα πιο επιτακτικό το χρέος να πω ένα λόγο για τη σημερινή κατάστασή μας. Με όλη τη δυνατή συντομία, να τι θα έλεγα:
Κλείνουν δυο χρόνια που μας έχει επιβληθεί ένα καθεστώς ολωσδιόλου αντίθετο με τα ιδεώδη για τα οποία πολέμησε ο κόσμος μας και τόσο περίλαμπρα ο λαός μας στον τελευταίο παγκόσμιο πόλεμο. Είναι μια κατάσταση υποχρεωτικής νάρκης, όπου όσες πνευματικές αξίες κατορθώσαμε να κρατήσουμε ζωντανές, με πόνους και με κόπους, πάνε κι αυτές να καταποντιστούν μέσα στα ελώδη στεκούμενα νερά. Δεν θα μου ήταν δύσκολο να καταλάβω πως τέτοιες ζημιές δεν λογαριάζουν πάρα πολύ για ορισμένους ανθρώπους. Δυστυχώς δεν πρόκειται μόνον γι’ αυτό τον κίνδυνο. Όλοι πια το διδάχτηκαν και το ξέρουν πως στις δικτατορικές καταστάσεις η αρχή μπορεί να μοιάζει εύκολη, όμως η τραγωδία παραμένει αναπότρεπτη στο τέλος. Το δράμα αυτού του τέλους μας βασανίζει, συνειδητά, όπως στους παμπάλαιους χορούς του Αισχύλου. Όσο μένει η ανωμαλία, τόσο προχωράει το κακό.
Είμαι ένας άνθρωπος χωρίς κανένα απολύτως πολιτικό δεσμό και, μπορώ να το πω, μιλώ χωρίς φόβο και χωρίς πάθος. Βλέπω μπροστά μου τον γκρεμό όπου μας οδηγεί η καταπίεση που κάλυψε τον τόπο. Αυτή η ανωμαλία πρέπει να σταματήσει. Είναι εθνική επιταγή.
Τώρα ξαναγυρίζω στη σιωπή μου. Παρακαλώ το Θεό να μη με φέρει άλλη φορά σε παρόμοια ανάγκη να ξαναμιλήσω.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ (28/3/1969)

 

“Δε μπορώ να μείνω βουβός”

Η Ιωάννα Τσάτσου διηγείται:

Το τελευταίο εθνικό κτύπημα που δέχτηκε ο Γιώργος ήταν η δικτατορία του 1967. Στην αρχή πίστεψε πως θα ήταν προσωρινή. Μια κατάσταση ανάγκης. Μα όσο περνούσαν οι μήνες, έπειτα ο χρόνος και γύριζε ο άλλος χρόνος, δε μπορούσε να ησυχάσει. Μου φαίνεται πως τον βλέπω στην πολυθρόνα του σπιτιού. Θα ήταν στις πρώτες μέρες του Μάρτη του 69. (…)
Βαρύθυμος. Μ’ εκείνη την έκφραση του θαλασσινού που μυρίζεται την καταιγίδα:
-Δεν έχω ύπνο. Πώς θα βγούμε από τούτη τη σκλαβιά; Σίγουρα η συμφορά παραμονεύει τον τόπο. Μα μόνο τον παραμονεύει; Καθημερινά ό,τι έχει αλήθεια, ό,τι έχει ζωή στραγγαλίζεται. (…)
-Δε μπορώ να μείνω βουβός.
Δεν απάντησα αμέσως. Ήταν ανάπηρος, κουρασμένος. Έτρεμε η αγάπη μου. Μια κακομεταχείριση θα τον σκότωνε. Όμως στην κορυφή που στέκονταν, πόση ευθύνη για όλους μας! Αυτό τον πανάρχαιο τόπο τον σήκωνε στους ώμους του. Κάτω από το βάρος του είχε ριζώσει στο χώμα του σαν κέδρος.
-Θα μιλήσεις, δε γίνεται αλλιώς, ψιθύρισα.

ΙΩΑΝΝΑ ΤΣΑΤΣΟΥ “Ο ΑΔΕΡΦΟΣ ΜΟΥ ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ” Εκδόσεις ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΣΤΙΑΣ

 

“Αν θέλετε πιάστε με”

Η Μαρώ Σεφέρη διηγείται:

Τη δήλωση κατά της δικατορίας τη σκεφτότανε από πολύ καιρό. Όταν μάλιστα ήμασταν στο Πρίνστον είχε αποφασίσει να την κάνει από εκεί, αλλά μετά μετάνιωσε. “Όχι”, λέει, “δεν θα την κάνω στο εξωτερικό, θα πάω πίσω και θα την κάνω στην πατρίδα μου”. Όταν γυρίσαμε εδώ, είχε ήδη αρχίσει κάποια κίνηση κατά της χούντας με πρωτοβουλία του Γιάγκου Πεσμαζόγλου. Να συγκεντρωθούν κάποιοι λογοτέχνες και να κάνουν μια κοινή δήλωση. Ήρθε ο Πεσμαζόγλου με έναν φίλο Αμερικάνο και του ζήτησαν να κάνει τη δήλωση που θα την υπέγραφαν και οι άλλοι. Ο Γιώργος αντέδρασε. “Δεν δέχομαι”, είπε, “αν κάνω δήλωση, θα την κάνω μόνος μου”. Έτσι έγραψε το γνωστό κείμενο αναλαμβάνοντας μόνος του όλη την ευθύνη. Ο Πεσμαζόγλου βοήθησε πολύ στο να το στείλει έξω και να γίνει γνωστό. Εγώ πήρα πολλά αντίγραφα, τα έβαλα σε φακέλους και πήγα και τα μοίρασα σε όλες τις εφημερίδες εκτός από την “Εστία”. Ο Σεφέρης είχε καθήσει στου “Ζώναρς” και με περίμενε. Όταν τέλειωσα το μοίρασμα, πήγα τον βρήκα και φύγαμε αμέσως για τους Δελφούς μαζί με τον Ιταλό εκδότη Έντζο Κρέα. Όταν γυρίσαμε στην Αθήνα πολλοί φοβόνταν να μας πλησιάσουν. (…) Λίγες μέρες μετά, ήρθε στο σπίτι ένας απ’ αυτούς τους μυστικούς της χούντας με τα καπέλα και τα μαύρα γυαλιά και ρώτησε τον Σεφέρη γιατί έκανε τη δήλωση. “Άκουσε να δεις”, του λέει, “εγώ ήμουνα έξω κι όμως γύρισα στον τόπο μου κι έκανα τη δήλωση στην Ελλάδα. Δεν κρύφτηκα από κανέναν, την έστειλα σ’ όλες τις εφημερίδες, και τις ξένες και τις ελληνικές. Αν θέλετε, πιάστε με”. Εκείνος του έκανε και μερικές άλλες ερωτήσεις και σηκώθηκε κι έφυγε. Λίγο αργότερα όμως, ο Πιπινέλης μας πήρε τα διαβατήρια για να μη μπορούμε να ταξιδέψουμε κι αυτό μας έφερε πολλές δυσκολίες. 

ΜΑΡΩ ΣΕΦΕΡΗ “ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΗ ΖΩΗ ΜΟΥ ΜΕ ΤΟΝ ΣΕΦΕΡΗ” (συνομιλία με τον Α. Φωστιέρη και τον Θ. Νιάρχο, περιοδικό Η ΛΕΞΗ τ. 53, Μάρτης – Απρίλης 1986) 

 

Ελλάς· πυρ! Ελλήνων· πυρ! Χριστιανών· πυρ!
Τρεις λέξεις νεκρές. Γιατί τις σκοτώσατε;

“ΑΠΟ ΒΛΑΚΕΙΑ” από το “ΤΕΤΡΑΔΙΟ ΓΥΜΝΑΣΜΑΤΩΝ Β΄” Εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ (αντιγραφή από το ΣΠΟΥΔΑΣΤΗΡΙΟ ΝΕΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ”

 

Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού:
14 ποιήματα του Γ. Σεφέρη

 

Διάβασα σήμερα το Όσοι ζωντανοί του Ι. Δραγούμη. Τυπικό παράδειγμα Ρωμιού, αυτός ο αντιφατικός άνθρωπος. Σε παίρνει λύπη να σκέπτεσαι αυτά που έγραφε και αυτά που έκανε. Η αντίφαση μπορεί να ήταν ασήμαντο πράγμα, αν ήταν μόνο άνθρωπος του πνεύματος ή του αισθήματος, κάτι σαν τον Σικελιανό, ας πούμε. Αλλά το δράμα είναι πως θέλησε να γίνει και άνθρωπος της δράσης. Παραπλανήθηκε με καταπληκτικές αδυναμίες στο λαβύρινθο της δράσης.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ “ΜΕΡΕΣ Α΄” Εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ

 

Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού:
223 παραθέματα από το έργο του Γ. Σεφέρη

 

Ο Γιώργος Σεφέρης θυμάται μια επίσκεψή του στη Σκιάθο, το 1930:

Σπίτι του Παπαδιαμάντη. Η γριά αδερφή του έκλαιγε καθώς μας μιλούσε γι’ αυτόν. Λιγνή, ψηλή, μελαχρινή, βυζαντινή ράτσα. Το σπιτάκι καθαρό και ασπρισμένο, μια μεγαλωμένη φωτογραφία του Παπαδιαμάντη κρεμασμένη στον τοίχο στην κάμαρα όπου πέθανε. Από το παράθυρο ως το μικρό σκιαθίτικο τζάμι, ένα στρώμα κατάχαμα σκεπασμένο μ’ ένα κιλίμι. Εκεί πάνω ξεψύχησε (2 Ιανουαρίου), αφού ζήτησε να τον σηκώσουν και να τον καθίσουν κοντά στη φωτιά. Το μόνο βιβλίο του που είδα πάνω στο μικρό τραπέζι, μια φτηνή αγγλική έκδοση (Omnibus) του Σαίξπηρ.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ “ΜΕΡΕΣ Α΄” Εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ

 

“Το κακό που κυκλοφορεί μέσα στο αίμα μας”

Κυριακή, 8 Μάρτη 1942

Αν πρόκειται να κερδίσουμε ένα δίδαγμα από όλα αυτά που υποφέρουμε και θα υποφέρουμε, θα πρέπει φαντάζομαι να είναι τούτο: Όλος ο κόσμος, ως τους αντίποδες, η γης ολόκληρη ως τα βάθη της Κίνας είναι υπεύθυνη για την αδικία που γίνεται και σ’ έναν άνθρωπο ακόμη και στον πιο μικρό, τον πιο ασήμαντο άνθρωπο. Την αδικία την πληρώνουμε όλοι. Δεν υπάρχει τρόπος διαφυγής. Αυτά μας λέει η μοίρα μας, και γι’ αυτό, φοβούμαι, η μοίρα μας θα μας χτυπά ως τη συντέλεια των αιώνων – ξεχνούμε, πάντα ξεχνούμε, και το κακό που κυκλοφορεί μέσα στο αίμα μας δε γνωρίζει εμπόδια.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ “ΜΕΡΕΣ Δ΄” από το βιβλίο “Ο ΣΕΦΕΡΗΣ ΓΙΑ ΝΕΟΥΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ” Εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ

  

Ο Γιώργος Σεφέρης θυμάται τα χρόνια του Διχασμού:
Έφτασα στην Αθήνα τον καιρό που άρχιζε ο μεγάλος Διχασμός. Δεν πρόφτασα να νιώσω μήτε αγάπη μήτε υπόληψη για τον Κωνσταντίνο. Έπειτα ήρθαν τα “Νοεμβριανά” που μου θύμισαν καταπληκτικά τα καμώματα των Τούρκων. Για τους ανθρώπους του Κωνσταντίνου, εμείς που ερχόμασταν από το σκλαβωμένο έθνος, που είχαμε ανατραφεί μόνο με μια λαχτάρα, την Ελλάδα, ήμασταν οι Τουρκόσποροι. Και αυτοί που μας χλεύαζαν και μας ταπείνωναν δε σκοτίζουνταν που ο Γερμανός ήταν ο σύμμαχος των Τούρκων και των Βουλγάρων, τον ευχόντουσαν νικητή και του παράδιναν τα κάστρα μας απολέμιστα. Για τη φαντασία μου, τότε, αυτή η ωμή στενοκεφαλιά ήτανε πράγμα υπέρογκο και τερατώδες. Θυμάμαι τ’ απομεσήμερο που είδα, από ένα παράθυρο της οδού Μπουμπουλίνας, το ελεεινό θέαμα του όχλου με δεσποτάδες και παπάδες που κουβαλούσαν πέτρες για το ανάθεμα του Βενιζέλου. Την αηδία που μ’ έπνιγε στο Πολύγωνο, μπροστά στο φριχτό μνημείο με τα κερατοφόρα καύκαλα από τραγιά στην κορυφή του. Θυμάμαι την ηθική εξουθένωση που ένιωσα όταν έγινε η πρώτη απόπειρα να δολοφονήσουν το Βενιζέλο στο Σταθμό της Λυών, λίγες μέρες μετά την υπογραφή της Συνθήκης που πραγματοποιούσε όνειρα χιλιάδων χρόνων.

“ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΟ ΣΕΠ. ’41” Εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ 

 

Απόσπασμα από συνέντευξη του Νάνου Βαλαωρίτη:

– Με τον Σεφέρη είχατε στενή σχέση, έτσι δεν είναι;

– Πολύ, ναι. Ημουν και ο πρώτος μεταφραστής του. Και η τότε επιτυχία του ήταν έκπληξη για τους Αγγλους. Δεν ξέρανε ότι είχαμε ποίηση. Νόμιζαν ότι είμαστε ψαράδες, βοσκοί και χαρτοκλέφτες. Μέχρι που εμφανίζεται ένας ποιητής αντάξιος του Ελιοτ και ο Ελιοτ τον επαινεί με πολλή φινέτσα. Ο Σεφέρης κέρδισε τους κριτικούς, κέρδισε το Νομπέλ και μετά χάθηκε, γιατί οι ξένες λογοτεχνίες είναι αδίστακτες. Θέλουν διαρκώς κάτι νέο. Το ίδιο συνέβη και με τον Ελύτη. Αν δεν αποκτήσει κάποιος τη φήμη του Κάφκα ή του Καβάφη, θα μείνει ένα θολό πρόσωπο, μισοβυθισμένο στην ιδιαιτερότητα της μικρής περιφερειακής λογοτεχνίας. Οι μικρές λογοτεχνίες εξαρτώνται από τους μεταφραστές. Οι μεταφραστές και οι νεοελληνιστές έχουν τις δικές τους αντιλήψεις για την ελληνική λογοτεχνία και οι περισσότερες είναι ξώφαλτσες. Γράφουν ιστορίες της λογοτεχνίας και δεν ξέρουν τη λογοτεχνία.

Απόσπασμα από συνέντευξη του ΝΑΝΟΥ ΒΑΛΑΩΡΙΤΗ στην ΟΛΓΑ ΣΕΛΛΑ
ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 17/1/2010

  

   
 

Α. Τάσσος “Ερωτικό” για το Άσμα Ασμάτων του Γ. Σεφέρη

Για το Άσμα Ασμάτων, σε μετάφραση Σεφέρη και εικονογράφηση Τάσσου:

Πότε γράφτηκε το «Ασμα Ασμάτων»; Σημειώνει στον πρόλογό του ο Σεφέρης: «… η εποχή της συναρμολόγησης του ποιήματος πρέπει να είναι ο Δ’ π.Χ. αιώνας. Τότε ένας Ιεροσολυμίτης συντάκτης με εμμονή την ανάμνηση του Σολομών ενσωμάτωσε διάφορα ιουδαϊκά κομμάτια με στοιχεία από το Μοάβ ή και από τη Συρία σ’ αυτό το σύνολο, όπου είναι αισθητές και οι ελληνικές επιρροές».
Γράφτηκε σε εβραϊκή -αραμαΐζουσα (σημιτική) γλώσσα και μεταφράστηκε στην ελληνιστική από τους «Εβδομήκοντα», μια επιτροπή από Ιουδαίους ελληνιστές.
Προσθέτει ο Σεφέρης:
«Δεν νομίζω πως χρειάζεται, ούτε είναι δουλειά μου, να επιβαρύνω αυτό το σημείωμα με περισσότερες φιλολογικές λεπτομέρειες. Μόνο θα έπρεπε να προσθέσω πως το Ασμα, μολονότι ξεκίνησε από την ποιμενική Αφροδίτη και υμνεί με πάθος εξαιρετικά έντονο τον ερωτικό πόθο και τη λαχτάρα του αποχωρισμένου από τον αγαπημένο του, μολονότι δεν μνημονεύει διόλου τη σχέση του ανθρώπου με το Θεό, βρήκε ωστόσο -όχι χωρίς συζητήσεις είναι αλήθεια- μια θέση στον Κανόνα της Παλαιάς Διαθήκης».
Το «Ασμα» είναι ένα γαμήλιο τραγούδι, που βλάστησε σ’ έναν ποιμενικό λαό, τον λαό της Παλαιστίνης. Τα δε πρόσωπα που πρωταγωνιστούν είναι η Νύφη, ο Αντρας και ο Χορός από γυναίκες ή και άντρες. Μερικοί στίχοι:
«Να με φιλήσει»…
«Η Νύφη: Να με φιλήσει με τα φιλιά του στόματός του! / Η αγκάλη σου είναι πιο καλή από το κρασί / κι η ευωδιά των μύρων σου απ’ όλα τα αρώματα / μύρο χυμένο τ’ όνομά σου / γι’ αυτό σ’ αγαπούν οι κοπέλες. / Πάρε με, τρέχουμε πίσω σου! (…) Ο Αντρας: Ομορφη που είσαι αγαπημένη, / όμορφη που είσαι. / Τα μάτια σου είναι περιστέρια». «Η Νύφη: Ομορφος που είσαι αγαπημένε, / πόσο μεστός. Η κοίτη μας είναι φυλλωσιά».
Ως βουκολικό ποίημα το «Ασμα Ασμάτων» περιέχει εικόνες που θα ξένιζαν μια κοπέλα των ημερών μας, αν άκουγε τον αγαπημένο της να παρομοιάζει τα μαλλιά της με «…κοπάδι γίδια / που ροβολούν απ’ το Γαλαάδ», τα δόντια της «… προβατίνες κουρεμένες / που ανέβηκαν απ’ το λουτρό», ενώ τα βυζιά της «δυο νεβροί/ δίδυμοι της ζαρκάδας/ που βόσκουν μες στα κρίνα».
Ακολουθούν ωστόσο στίχοι που αντέχουν σε όλους τους καιρούς: «Η αγκάλη σου είναι πιο καλή από το κρασί/ κι η ευωδία των μύρων σου απ’ όλα τα αρώματα./ Μέλι στάζει απ’ τα χείλη σου νύφη/ μέλι και γάλα κάτω από τη γλώσσα σου/ κι η ευωδιά της φορεσιάς σου σαν την ευωδιά του Λιβάνου».

απόσπασμα από το άρθρο του ΔΗΜΗΤΡΗ ΓΚΙΩΝΗ “ΑΣΜΑ ΑΣΜΑΤΩΝ, ΤΟ ΥΠΕΡΟΧΟ”
εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 2/1/2010

 

 

 

Ξυλογραφία του Α. Τάσσου για το “Άσμα Ασμάτων”

“Διάκειται εχθρικώς”

Γνωρίζαμε ότι ο Γ. Σεφέρης είχε κάνει τη γνωστή του δήλωση, γνωρίζαμε τη σχέση του με προοδευτικούς διανοούμενους, γνωρίζαμε τη συμμετοχή του στον τόμο «Δεκαοκτώ κείμενα». Αλλά δεν γνωρίζαμε ότι το χουντικό υπουργείο Εξωτερικών είχε αποφασίσει να μην ανανεώσει τα διπλωματικά διαβατήρια του ζεύγους Σεφέρη και να αφαιρέσει από τον ποιητή τον τίτλο του «πρέσβεως επί τιμή». Κατάφερε να πάρει κανονικό διαβατήριο, λίγο αργότερα, και να ταξιδέψει στο Παρίσι για λόγους υγείας. Πάντως, στο υπουργείο Εξωτερικών είχε ήδη σχηματιστεί φάκελος με τα εξής στοιχεία: «Προ της 1.4.67 ενεφορείτο υπό υγιών κοινωνικών φρονημάτων. (…) Είναι μεταξύ των συγγραφέων του ενταύθα και υπό τον τίτλον “Δεκαοχτώ Κείμενα”, κυκλοφορήσαντος Λογοτεχνικού Βιβλίου. Διάκειται εχθρικώς προς την Επανάστασιν». Στο μεταξύ, οι εφημερίδες που υποστήριζαν τη χούντα κατηγορούσαν τον Σεφέρη ότι «για χάρη του Νομπέλ είχε ξεπουλήσει το Κυπριακό και ότι ήταν συνοδοιπόρος του Μακαρίου που είχε εγκαταλείψει τον αγώνα για την Ενωση».

απόσπασμα από το άρθρο της ΟΛΓΑΣ ΣΕΛΛΑ “ΔΙΑΚΕΙΤΑΙ ΕΧΘΡΙΚΩΣ”
εφημερίδα “ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ” 11/4/2009

 

 

Ο Μ. Θεοδωράκης μιλάει στον Γ. Λιάνη:

- Ο Ρίτσος μού είχε εξομολογηθεί ότι το θεωρούσε ιεροσυλία να έμπαιναν σε λαϊκά κέντρα ο «Επιτάφιος», τα «άγια των αγίων» του λαού μας.

«Ετσι είναι. Και νομίζω ότι το στοιχείο που απώθησε, τόσο τον Ρίτσο όσο και τον Σεφέρη, ήταν η φωνή του Μπιθικώτση και το μπουζούκι του Μανώλη Χιώτη. Τους ήταν αδιανόητο να βλέπουν την ποίησή τους ντυμένη με τα λαϊκά μουσικά ρούχα των τραγουδιών του Τσιτσάνη, που τα άκουγες τότε σε περιθωριακά μουσικά κέντρα προορισμένα για τους φτωχούς εργαζομένους των συνοικιών. Τότε το αφτί των αστών (ακόμη και των αριστερών διανοουμένων) είχε συνηθίσει να ακούει βιολιά, σαξόφωνα και άλλα “ευγενή” μουσικά όργανα. Τις δε φωνές τις ήθελε βελούδινες, απαλές, γλυκερές. Ευρωπαϊκές! Να όμως που το αφτί τελικά συνηθίζει, φθάνει να ξέρεις εσύ με ποιους τρόπους θα το οδηγήσεις να δεχθεί μελωδίες, φωνές και όργανα στην ουσία καθαρά ελληνικά. Το κύμα της αποδοχής του “Επιτάφιου” (και των υπόλοιπων έργων) υπήρξε τόσο πλατύ, βαθύ και ισχυρό, που παρέσυρε ακόμη και τους πιο επιφυλακτικούς, όπως ήταν λ.χ. ο Σεφέρης, που με παρακάλεσε να περάσουμε μια ολόκληρη νύχτα πηγαίνοντας από το ένα λαϊκό κέντρο στο άλλο, για να απολαμβάνει σαν μικρό παιδί το “Περιγιάλι”».

Απόσπασμα από συνέντευξη του ΜΙΚΗ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ στον ΓΙΩΡΓΟ ΛΙΑΝΗ
εφημερίδα “ΤΟ ΒΗΜΑ” 10/6/2009

 

«Κύριε, βοήθα να θυμόμαστε/ πώς έγινε τούτο το φονικό/ την αρπαγή, το δόλο, την ιδιοτέλεια,/ το στέγνωμα της αγάπης./ Κύριε, βοήθα να τα ξεριζώσουμε…», γράφει ο Γιώργος Σεφέρης στο ποίημά του «Σαλαμίς της Κύπρου».
Και δεν αναφέρεται στα δεινά που βρήκαν τη μεγαλόνησο, με τις μυκηναϊκές ρίζες, το 1974, αλλά σε προηγούμενα, καθώς δεν υπήρξε βάρβαρος ή μη που, στην τρισχιλιόχρονη Ιστορία της, να μην την ορέχτηκε: Ασσύριοι, Αιγύπτιοι, Πέρσες, Ρωμαίοι, Βυζαντινοί, Φράγκοι, Βενετσιάνοι, σταυροφόροι, Τούρκοι, Αγγλοι…

απόσπασμα από το άρθρο του ΔΗΜΗΤΡΗ ΓΚΙΩΝΗ “ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ Ο ΚΑΗΜΟΣ”
εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 13/6/2009

 

Ο Γιώργος Σεφέρης μού έμαθε ότι η ποίηση είναι το σπίτι της αλήθειας. Εγώ από τον Σεφέρη έμαθα γράμματα. Όχι στο σχολείο. Μετά, στην μεταπολεμική ποίηση είχα δασκάλους τον Σαχτούρη και τον Σινόπουλο. Αυτούς τους δύο κυρίως. Με την ευρύτερη έννοια, δασκάλους.

απόσπασμα από συνέντευξη του ΓΙΑΝΝΗ ΚΟΝΤΟΥ
εφημερίδα “ΤΑ ΝΕΑ” 11/7/2009

 

 

Ο Σεφέρης ήταν αυτός που αναρωτιόταν στην Ελένη του «Τι είναι Θεός; Τι μη Θεός και τι τ’ ανάμεσό τους;».

απόσπασμα από το άρθρο του Γ. ΑΡΙΣΤΗΝΟΥ “ΠΕΡΙ ΘΡΗΣΚΕΙΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΔΕΙΝΩΝ”
εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 12/6/2009

 

Ο Γ. Σεφέρης γράφει για τον Ερωτόκριτο:

Μια φυλλάδα ελεεινά τυπωμένη σε χαρτί εφημερίδας, όπου, χωρίς να λογαριάσει κανείς τα τυπογραφικά λάθη, ο εκδότης παίρνει την άδεια να αλλάζει κάθε λέξη όπως του αρέσει· μ’ ένα εξώφυλλο χρώμα κουφέτου, είτε τριανταφυλλί, είτε φυστικί – μ’ αυτή την όψη κυκλοφορούσε, από τις τελευταίες δεκαετίες του περασμένου αιώνα, ο Ερωτόκριτος, “ποίημα ερωτικών (το ον με με ωμέγα στο αντίτυπό μου), συνταχθέν παρά Βικεντίου Κορνάρου, του εκ της Σιτίας χώρας, εν τη νήσω της Κρήτης”. Κυκλοφορούσε ανάμεσα στις ταπεινές τάξεις, στα νησιά, στις επαρχίες του ελλαδικού κράτους, στις μεγάλες μητροπόλεις του Έθνους. Τις περισσότερες φορές το πουλούσαν γυρολόγοι. Θυμάμαι, παιδί στη Σμύρνη, κάθε απόγεμα, την ίδια ώρα, την ίδια φωνή στο δρόμο: “Έχω βιβλία διάφορα! Τον Ερωτόκριτο και την Αρετούσα! Την Ιστορία της Γενοβέφας! Την Ιστορία της Χαλιμάς!…” Την εποχή εκείνη οι άθλιες αυτές εκδόσεις με γοητεύανε. Στο ξώφυλλο ο Ερωτόκριτος, ένας λεβέντης κοιτάζοντας αγριωπά και κάπως λοξά, με περικεφαλαία θυσανωτή, μ’ αναδιπλωμένο μανδύα πάνω απ’ το θώρακα, έχοντας πίσω του ένα αχαμνό βυζαντινό περιστύλιο, το σκουτάρι και το κοντάρι αεροκρέμαστα ανάμεσα στις κολόνες. Ήταν για μένα η ίδια ψυχή με τον Διγενή και τον Μεγαλέξαντρο, ένας τρίδυμος αδερφός. Αν με ρωτούσαν, δε θα μπορούσα να ξεχωρίσω τον ένα από τον άλλον, όπως, το ίδιο, δε θα μπορούσα να βρω τίποτα που να ξεχωρίζει την Αρετούσα από τη γοργόνα του Μεγαλέξαντρου. Κι οι δυο γυναίκες βασανίζονταν από μια μεγάλη στέρηση. Τι είδους στέρηση ήταν αυτή, δεν μπορούσα τότε να το καταλάβω. Καταλάβαινα όμως πως ήταν αρκετή για να τις πολιτογραφήσει στον κόσμο που με τριγυρνούσε. Κι αυτός ο κόσμος -άνθρωποι του αμπελιού και της θάλασσας- βασανιζότανε, καθώς έβλεπα, από μια μεγάλη στέρηση· αργότερα έμαθα πως ήταν η στέρηση της ελευθερίας.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ “ΔΟΚΙΜΕΣ Α΄”
Εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ

 

     
Μονομαχία Ερωτόκριτου – Αρίστου, από το ρουμάνικο εικονογραφημένο χειρόγραφο του Λογοθέτη Πετράτζε, (1878)
(από το http://www.krassanakis.gr/erotocritos.htm)

 

η γοητεία της επανάληψης

Ο Ερωτόκριτος είναι ένα πολύ μακρύ ποίημα. Έχει δέκα χιλιάδες πενήντα δύο στίχους. Και όμως είναι ποίημα χωρίς ρητορεία. Κάποτε, πραγματικά τραβάει του μάκρους. Αλλά το μάκρος δεν οφείλεται στην επισώρευση λέξεων ή φράσεων χωρίς περιεχόμενο, που είναι μονάχα θόρυβος, μήτε σε ρηματικές υπερβασίες του αντικειμένου που έχει να εκφράσει ο ποιητής. Οφείλεται στις επαναλήψεις που, καθώς νομίζω, αισθάνεται τον εαυτό του υποχρεωμένο να κάνει. Λέω, αισθάνεται τον εαυτό του υποχρεωμένο να κάνει, γιατί έχω την εντύπωση ότι αυτές οι επαναλήψεις γίνουνται “κατ’ απαίτησιν του κοινού”. Είναι με κάποιο τρόπο “μπιζαρίσματα”. (…) Για τους πρώτους αναγνώστες, το διάβασμα ή το άκουσμα ενός ποιήματος σαν τον Ερωτόκριτο ήτανε μια γοητεία· και η γοητεία αρέσκεται στην επανάληψη· είναι η ίδια φύση με την μαγική επωδό. Μια γοητεία που έπρεπε να κρατήσει πολλές βραδιές, ίσως τις βραδιές ενός ολόκληρου χειμώνα. Όταν τέλειωνε το ποίημα, το ξαναπαίρναν από την αρχή· στο τέλος το μάθαιναν απ’ έξω. Η επανάληψη, κοιταγμένη από αυτή την πλευρά, μοιάζει να είναι μέσα στη φύση των πραγμάτων. Ήτανε μέσα στην ψυχή του ακροατή ή του αναγνώστη, που την περίμεναν, προτού μιλήσει ο ποιητής. Και ο ποιητής την εποχή εκείνη δεν ήταν, όπως οι σημερινοί, χωρισμένος από το κοινό του, ήτανε σύμφωνος με τους άλλους ανθρώπους.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ “ΔΟΚΙΜΕΣ Α’ ” Εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ

 

Ο Γιώργος Σεφέρης γράφει για τον Θεόφιλο:
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας φτωχός φουστανελάς που είχε τη μανία να ζωγραφίζει. Τον έλεγαν Θεόφιλο. Τα πινέλα του τα κουβαλούσε στο σελάχι του, εκεί που οι πρόγονοί του βάζαν τις πιστόλες και τα μαχαίρια τους. Τριγύριζε στα χωριά της Μυτιλήνης, τριγύριζε στα χωριά του Πηλίου και ζωγράφιζε. Ζωγράφιζε ό,τι του παράγγελναν, για να βγάλει το ψωμί του. Υπάρχουν στον Άνω Βόλο κάμαρες ολόκληρες ζωγραφισμένες από το χέρι του Θεόφιλου, καφενέδες στη Λέσβο, μπακάλικα και μαγαζιά σε διάφορα μέρη που δείχνουν το πέρασμά του -αν σώζουνται ακόμη. Ο κόσμος τον περιγελούσε. Του έκαναν μάλιστα και αστεία τόσο χοντρά, που κάποτε τον έριξαν κάτω από μιαν ανεμόσκαλα και του ‘σπασαν ένα δυο κόκαλα. Ο Θεόφιλος, ωστόσο, δεν έπαυε να ζωγραφίζει σε ό,τι έβρισκε. Είδα πίνακές του φτιαγμένους πάνω σε κάμποτο, πάνω σε πρόστυχο χαρτόνι. Τους θαύμαζαν κάτι νέοι που τους έλεγαν ανισόρροπους οι ακαδημαϊκοί. Έτσι κυλούσε η ζωή του και πέθανε ο Θεόφιλος, δεν είναι πολλά χρόνια, και μια μέρα ήρθε ένας ταξιδιώτης από τα Παρίσια. Είδε αυτή τη ζωγραφική, μάζεψε καμιά πενηνταριά κομμάτια, τα τύλιξε και πήγε να τα δείξει στους φωτισμένους κριτικούς που κάθονται κοντά στο Σηκουάνα. Και οι φωτισμένοι κριτικοί βγήκαν κι έγραψαν πως ο Θεόφιλος ήταν σπουδαίος ζωγράφος. Και μείναμε μ’ ανοιχτό το στόμα στην Αθήνα. Το επιμύθιο αυτής της ιστορίας είναι ότι λαϊκή παιδεία δε σημαίνει μόνο να διδάξουμε το λαό αλλά και να διδαχτούμε από το λαό.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ “ΕΝΑΣ ΕΛΛΗΝΑΣ – Ο ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ”

  

Για να πιάσουμε το νήμα από την αρχή του, πρέπει να επιστρέψουμε στο 1964. Τότε, ο σπουδαίος Σουηδός σκηνοθέτης Ινγκμαρ Μπέργκμαν, με αφορμή την παράσταση της τραγωδίας του Ευριπίδη «Ιππόλυτος» που, με δική του σκηνοθεσία, θα ανέβαζε το Δραματικό Θέατρο της Στοκχόλμης τον Ιανουάριο του 1965, υπέβαλε στον Γιώργο Σεφέρη το ερώτημα που μας απασχολεί, με τη συνοδεία του εξής κειμένου:
«Η σημερινή Ελλάδα δεν κατέχει ηγετική θέση στα πολιτισμικά πράγματα. Η παρακμή ενός πολιτισμού αυτή καθεαυτή δεν είναι κάτι το αξιοσημείωτο. Είναι όμως αξιοσημείωτο το γεγονός ότι ο ελληνικός πολιτισμός εξακολουθεί να επιβιώνει σε κάθε προοδευτική κοινωνία. Τα ιδανικά που χαρακτήριζαν την αρχαία Αθήνα εξακολουθούν να είναι η βάση για ό,τι αποκαλούμε σήμερα δημοκρατία, επιστήμη και τέχνη. Που οφείλεται, κατά τη γνώμη σας, το γεγονός ότι είναι τόσο ασήμαντη η συμβολή της σημερινής Ελλάδας στα πολιτισμικά θέματα;»

«Το ερώτημά σας δεν είναι εύκολο», απαντά ο Σεφέρης, που μόλις ένα χρόνο νωρίτερα είχε τιμηθεί με το Νομπέλ, «γιατί δεν αφορά μόνο την Ελλάδα. Είναι όμοιο με άλλα προβλήματα που κάθε στοχαστικός άνθρωπος πρέπει να έχει θέσει στον εαυτό του: λ.χ. γιατί η Αγγλία γέννησε έναν μονάχα Σαίξπηρ ή γιατί η Ιταλία γέννησε έναν μονάχα Ντάντε;» Η κατ’ ανάγκην «πρόχειρη και βιαστική απάντηση» του Ελληνα ποιητή (που υπάρχει στον τρίτο τόμο των «Δοκιμών» του, εκδ. Ικαρος) «περιορίστηκε σε τρία σημεία»:
«α) Μπορεί ο σύγχρονος κόσμος, εννοώ στο σύνολό του, να έχει ανοίξει στον αστροναύτη τους αστρικούς δρόμους, μπορεί να έχει συσσωρεύσει, σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, ένα υπέρογκο -και πιθανότατα επικίνδυνο- όγκο επιστημονικών γνώσεων, αλλά από πολλές πλευρές δεν έφτασε τη στάθμη των αρχαίων. Δεν μπόρεσε να παρουσιάσει έναν Ομηρο ή έναν Αισχύλο, έναν Ηράκλειτο ή έναν Πλάτωνα.
β) Τη σύγχρονη Ελλάδα πρέπει να την κρίνουμε μέσα στις αναλογίες του σύγχρονου κόσμου (ιστορικές, πλουτοπαραγωγικές, πληθυσμικές κ.λπ.) και, για να είμαι πολύ σύντομος, πρέπει να μην ξεχνούμε πως είναι ένας τόπος που δοκιμάστηκε επί τέσσερις αιώνες από τη χειρότερη ξένη σκλαβιά που γνώρισε λαός της γης, και με τις πιο καταστρεπτικές συνέπειες.
γ) Από τον καιρό που ελευθερώθηκε ένα μικρό μέρος της (μόλις το τρίτο του σημερινού εδάφους) με πληθυσμό, στα 1828, 750 χιλιάδες ψυχές, η Ελλάδα είχε να υπομείνει ατέλειωτους πολέμους, χωρίς να λησμονήσω τον τελευταίο».
Στην τελευταία παράγραφο της σύντομης, πάντως περιεκτικής απάντησης του Σεφέρη δεν θα μπορούσε να λείπει ένας τόνος ευγενικής ειρωνείας:
«Και τώρα συλλογίζομαι τη Σουηδία που από τα 1813 χαίρεται χωρίς διακοπή τα αγαθά της ειρήνης. Και συλλογίζομαι ακόμη τον Αγγλο ιστορικό που παρατήρησε ότι οι ιστορικοί που έζησαν σε καιρούς ευημερίας και ειρήνης δεν είναι συνήθως επιτυχείς όταν κρίνουν περιόδους πολέμων και δυστυχίας». Σε λιγότερο διπλωματική γλώσσα, θα μπορούσε να θυμίσει κανείς εδώ το παροιμιώδες «απ’ έξω απ’ το χορό, πολλά τραγούδια ξέρεις», με την έννοια ότι, αν ζεις σε χώρα ομαλής διαδρομής, δυσκολεύεσαι να αξιολογήσεις την πορεία τόπων που η ιστορία δεν τους αφήνει να ειρηνεύσουν. Στα χρόνια, λ.χ., που ακολούθησαν τον διάλογο Μπέργκμαν – Σεφέρη, για μεν τη Σουηδία είχαν γραφτεί οι ίδιοι χοροί «ειρήνης και ευημερίας», για δε την Ελλάδα, μια επτάχρονη δικτατορία που την πήγε δεκαετίες πίσω.

απόσπασμα από τη στήλη του ΠΑΝΤΕΛΗ ΜΠΟΥΚΑΛΑ
στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 16/1/2011 

 

Σεφέρης και Μακρυγιάννης

είχα έναν τενεκέ και τα ‘βανα μέσα

Ο Γιώργος Σεφέρης γράφει για τα απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη:

Το χειρόγραφο αυτό, τυπωμένο, πιάνει πάνω από 460 πυκνές σελίδες μεγάλου σχήματος. Ο Μακρυγιάννης το αρχίζει στις 26 Φεβρουαρίου 1829, τρίαντα δύο περίπου χρονώ, στο Άργος, όπου τον βρίσκουμε “Αρχηγό της Εκτελεστικής δύναμης της Πελοπόννησος και Σπάρτης”, είτε καταγράφοντας παλαιότερα γεγονότα, είτε σημειώνοντας γεγονότα παρόντα σαν ένα ημερολόγιο. Περισσότερο από το μισό είναι γραμμένο, ως φαίνεται, στο Άργος, ως τα 1832. Το συνεχίζει στο Ναύπλιο και στην Αθήνα, ως τα 1840, οπότε και το κλείνει βιαστικά για να το κρύψει. Η εξουσία έχει υποψίες εναντίον του. “Είχαν μεγάλην υποψίαν από μένα” σημειώνει “και γύρευαν να μου ψάξουν το σπίτι μου να μου βρούνε γράμματα”. Το εμπιστεύεται λοιπόν σ’ ένα κουμπάρο, που το παίρνει στην Τήνο. Στα 1844, ύστερα δηλαδή από τη συνωμοσία για το Σύνταγμα, όπου παίζει μεγάλο ρόλο, και τα Σεπτεμβριανά, πηγαίνει και τα παίρνει· αντιγράφει τις σημειώσεις που κρατούσε στο αναμεταξύ με πολλές προφυλάξεις· “σημείωνα” μας λέει “και είχα έναν τενεκέ και τα ‘βανα μέσα και τα ‘χωνα” – γράφει ως τον Απρίλη του 1850, και μετά ένα χρόνο περίπου το συμπληρώνει μ’ έναν πρόλογο και μ’ έναν αρκετά μακρύ επίλογο. Η έξοχα μελετημένη έκδοση του Γιάννη Βλαχογιάννη, η μοναδική που έχουμε ως τα σήμερα, δημοσιεύτηκε στα 1907, αφού πέρασε δηλαδή μισός αιώνας που το πολύτιμο αυτό κείμενο έμεινε χαμένο μέσα στ’ απόλυτο σκοτάδι.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ “ΕΝΑΣ ΕΛΛΗΝΑΣ – Ο ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ”
από τις “ΔΟΚΙΜΕΣ” Α’
Εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ

γράψιμο απελέκητο

Ο Γιώργος Σεφέρης σχολιάζει το γράψιμο του Μακρυγιάννη:

Το γράψιμό του είναι, σχεδόν ολότελα, μια δική του εφεύρεση. ”Γράψιμο απελέκητο” το ονομάζει. Δεκαεφτά μήνες έβαλε ο Βλαχογιάννης για να το ξεδιαλύνει, να το αποκρυπτογραφήσει θα έπρεπε να πούμε, και να το αντιγράψει. Όταν αντικρίσει κανείς μια σελίδα του πυκνού χειρογράφου καταλαβαίνει αμέσως το γιατί. Φωνητική αποτύπωση της ρουμελιώτικης προφοράς με ιδιότροπα συμπλέγματα γραμμάτων, που μοιάζουν ένα ατέλειωτο αραβούργημα. Πουθενά διακοπή, παράγραφος ή στίξη. Κάποτε μόνο μια κάθετη γραμμή δείχνει ένα σταμάτημα. Το κατεβατό μοιάζει σαν κάτι παλιούς τοίχους, που, κοιτάζοντάς τους, θαρρείς πως συλλαβίζεις την κάθε κίνηση του χτίστη που συναρμολόγησε την αμέσως επόμενη πέτρα με την προηγούμενη, την αμέσως επόμενη προσπάθεια με την προηγούμενη, αποτυπώνοντας πάνω στην τελειωμένη οικοδομή τις περιπέτειες μιας αδιάσπαστης ανθρώπινης ενέργειας -αυτό το πράγμα που μας συγκινεί και λέγεται ύφος ή ρυθμός. Στο γράψιμο του Μακρυγιάννη, που είναι αδιάβαστο για τον απροειδοποίητο αναγνώστη, συλλαβίζεις, πολύ περισσότερο από τις λέξεις, την επίμονη βούληση του συγγραφέα να ζωγραφίσει στο χαρτί τον εαυτό του.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ “ΕΝΑΣ ΕΛΛΗΝΑΣ – Ο ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ”
από τις “ΔΟΚΙΜΕΣ” Α
Εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ

αν ο Μακρυγιάννης μάθαινε γράμματα…

Ο Γιώργος Σεφέρης γράφει για τη μόρφωση του Μακρυγιάννη:

Αν ο Μακρυγιάννης μάθαινε γράμματα την εποχή εκείνη, πολύ φοβούμαι πως θα έπρεπε να απαρνηθεί τον εαυτό του, γιατί την παιδεία την κρατούσαν στα χέρια τους οι «τροπαιούχοι του άδειου λόγου», καθώς είπε ο ποιητής, που δεν έλειψαν ακόμη. Δεν επαινώ τον Μακρυγιάννη γιατί δεν έμαθε γράμματα, αλλά δοξάζω τον πανάγαθο Θεό που δεν του έδωσε τα μέσα να τα μάθει. Γιατί αν είχε πάει σε δάσκαλο, θα είχαμε ίσως πολλές φορές τον όγκο των Απομνημονευμάτων σε μια γλώσσα, όλο κουδουνίσματα και κορδακισμούς· θα είχαμε ίσως περισσότερες πληροφορίες για τα ιστορικά των χρόνων εκείνων, θα είχαμε ίσως ένα Σούτσο της πεζογραφίας, αλλά αυτή την αστέρευτη πηγή ζωής, που είναι το βιβλίο του Μακρυγιάννη, δε θα την είχαμε. Και θα ήταν μεγάλο κρίμα. Γιατί έτσι όπως μας φανερώνεται ο Μακρυγιάννης, βλέπουμε ολοκάθαρα πως αν και αγράμματος, δεν ήταν διόλου ένας ορεσίβιος ακαλλιέργητος βάρβαρος. Ήταν ακριβώς το εναντίον: ήταν μια από τις πιο μορφωμένες ψυχές του ελληνισμού. Και η μόρφωση, η παιδεία που δηλώνει ο Μακρυγιάννης, δεν είναι κάτι ξέχωρο ή αποσπασματικά δικό του· είναι το κοινό χτήμα, η ψυχική περιουσία μιας φυλής, παραδομένη για αιώνες και χιλιετίες, από γενιά σε γενιά, από ευαισθησία σε ευαισθησία· κατατρεγμένη και πάντα ζωντανή, αγνοημένη και πάντα παρούσα -είναι το κοινό χτήμα της μεγάλης λαϊκής παράδοσης του Γένους. Είναι η υπόσταση, ακριβώς, αυτού του πολιτισμού, αυτής της διαμορφωμένης ενέργειας, που έπλασε τους ανθρώπους και το λαό που αποφάσισε να ζήσει ελεύθερος ή να πεθάνει στα ’21.
Γι’αυτό η λαϊκή μας παράδοση είναι τόσο σπουδαία.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ “ΕΝΑΣ ΕΛΛΗΝΑΣ – Ο ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ”
“ΔΟΚΙΜΕΣ Α΄”
από τη Μυριόβιβλο

Θα χαθούμε γιατί αδικήσαμε!

Στο ξέσπασμα της επανάστασης, στην Άρτα, ο Μακρυγιάννης ακούει έναν μπέη να μιλά στους φίλους τους αυτά τα λόγια, που σημειώνει:
«Πασάδες και μπέηδες, θα χαθούμε! Θα χαθούμε! [...] Ότι ετούτος ο πόλεμος δεν είναι μήτε με το Μόσκοβο, μήτε με τον Εγγλέζο, μήτε με τον Φραντσέζο. Αδικήσαμε το ραγιά και από πλούτη και από τιμή και τον αφανίσαμε. Και μαύρισαν τα μάτια του και μας σήκωσε το ντονφέκι. Κι ο Σουλτάνος το γομάρι δεν ξέρει τι του γίνεται· τον γελάνε εκείνοι που τον τριγυρίζουν…». (Β’ 24).
Την αιτία της ελληνικής επανάστασης και του ολέθρου των τυράννων τη διατυπώνει ο Μακρυγιάννης με μιά λέξη στο στόμα ενός αντιπάλου, όπως ο Αισχύλος βάζει τους εχθρούς να μιλούν για την καταστροφή της Σαλαμίνας. «Θα χαθούμε γιατί αδικήσαμε». Τους αρχαίους, αν θέλουμε πραγματικά να τους καταλάβουμε, θα πρέπει πάντα να ερευνούμε την ψυχή του λαού μας.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ “ΕΝΑΣ ΕΛΛΗΝΑΣ – Ο ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ”
“ΔΟΚΙΜΕΣ Α΄”
από τη Μυριόβιβλο

.

οι διώξεις του Μακρυγιάννη

Ο Σεφέρης γράφει για τις διώξεις του Μακρυγιάννη από το βαυαρικό καθεστώς:

Ο Όθων ποτέ δεν του συγχώρεσε τη συνωμοσία του ’43. Ο Μακρυγιάννης είναι πάντα γι’αυτούς ένα άγριο θηρίο που πρέπει να κλειστεί στο κλουβί. Έτσι κατά το Σεπτέμβριο του ’51 αρχίζουν και κυκλοφορούν οι κατηγορίες -ανυπόστατες, αστήριχτες, που δεν αποδείχτηκαν ποτέ: Ο Μακρυγιάννης θέλει να σκοτώσει το βασιλιά, θέλει να κάνει δημοκρατία. Ο Μακρυγιάννης συνεννοείται με κάτι πρόσφυγες Πολωνούς που κυκλοφορούν ανατρεπτικές προκηρύξεις. Ο Μακρυγιάννης είπε ύποπτες κουβέντες σ’έναν Ν. Στεφανίδη, διαβόητο βωμολόχο, που είναι και ο μοναδικός μάρτυρας στη δίκη του. Έτσι τον περιορίζουν στο σπίτι του. Ο Μακρυγιάννης είναι σάπιος από τις εφτά πληγές που μάζεψε στον αγώνα. «Αι πληγαί συχνά ηνοίγοντο αιμορροούσαι» γράφει ο γιατρός Γούδας που μίλησε στη κηδεία του· «ο εξ αυτών πυρετός κατεβίβρωσκεν αυτόν. Βαρείαι νόσοι επήρχοντο, η δε ανάρρωσις εγένετο βραδυτάτη. Ταύτα ήσαν τα αγαθά ων έλαχεν ο Μακρυγιάννης ως αμοιβήν των υπέρ πατρίδος εξόχων υπηρεσιών αυτού. Πληγαί και ασθένειαι πολυώδυνοι και μετ’αυτών πενία δυσθεράπευτος ως εκείναι (Α΄ μη’). Οι πληγές του κεφαλιού, που πήρε στη μάχη του Σερπετζέ, τον κάνουν κάποτε έξαλλο. Τρεις μέρες προτού τον πάνε στις φυλακές του Μεντρεσέ, μη έχοντας άλλον κριτή να τον δικαιώσει, όπως στα νιάτα του στην εκκλησιά του Αϊγιάννη, κάθεται και γράφει στον ίδιο το Θεό:

«Και δε μας ακούς και δε μας βλέπεις [...]. Και να σκούζω νύχτα και μέρα από τις πληγές μου. Και να βλέπω τη δυστυχιμένη μου φαμίλια και τα παιδιά μου πνιγμένα στα κλάματα και ξυπόλυτα. Και έξι μήνες φυλακωμένος σε δυο αδρασκελιές κάμαρη. Και γιατρό να μη βλέπομε, ούτε ν’αφήνουν κανένα να πλησιάσει νά μας ιδεί. [...]. Όλοι θέλουν να χαθούμε. Μας κάνονν ανάκρισες ολωνών, κατ’ οίκον έρευνα σπίτια, κατώγια, ταβάνια, κασέλες, εικόνες δικές σου [...]. Και στις 13 τουτουνού του μήνα [...] ήρθε ο μοίραρχος με τη στολή του, όπου μας φύλαγε, και μου λέγει να πάγω στη φυλακή του Μεντρεσέ, όπου φυλακώνουν τους κακούργους…» (Α΄ πα’ ).

Αλλά τούτη τη φορά δεν μπόρεσε να κλείσει τις συμφωνίες με το Θεό. Είχαν αλλάξει τα χρόνια. Και τον πήγαν στο Μεντρεσέ, και τον ραπίσανε, και τον προπηλακίσανε, και τον κρίνανε σε μια δίκη που ήτανε μια μεγάλη αδιαντροπιά, και τον καταδικάσανε σε θάνατο, που έγινε ύστερα δεσμά και του χαρίστηκαν στις 2 Σεπτεμβρίον 1854. Ο Μακρυγιάννης είναι ένα λεβέντικο κουρέλι. Δε μιλά παρά με το Θεό και τα μικρότερα παιδιά του. Το σπίτι του και το περιβόλι του είναι ρημάδια. Ο τελευταίος ήχος της φωνής τους -ο τελευταίος που ξέρουμε και που θ’άκούσετε τώρα- έρχεται από μακριά, πολύ μακριά. Θαρρείς πως μια ολόκληρη φυλή πάει να ξεψυχήσει:

«Αφού με λευτέρωσαν και πήγα στο χαλασμένο μου σπίτι και στην ταλαίπωρή μου οικογένεια, μ’ανάδωσαν οι πληγές, τη μια Λαμπρή επέρσι και τη Λαμπρή που πέρασε πάγει δυο χρόνια τώρα. Πήγα στη σπηλιά πού ‘ναι στο περιβόλι μου να ξανασάνω. Και με το στανιό και ακουμπώντας με το ξύλο έσωσα εκεί. Μου ρίχνουν πέτρες και με χτυπούν και μαγαρισιές ανθρώπινες απάνω μου: ‘Φάγε απ’ αυτές, στρατηγέ Μακρυγιάννη, να χορτάσεις πού ‘θελες να κάμεις σύνταμα!’ Και μ’ ανοίγουν τόσες νέες πληγές από τα χτυπήματα κι από τ’αγκυλώματα [...]· εσάπισα, εσκουλήκιασα. Αυτά έστειλα στη δημαρχία κι ακρόαση δε μού ‘δωκε. Και εξακολούθαγε αυτό ως την παραμονή της Σωτήρος. Και ανήμερα με χτύπησαν πολύ· έμεινα νεκρός· δε στανόμουν, ζωντανός είμαι ή πεθαμένος…»(Α΄ πς’) 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ “ΕΝΑΣ ΕΛΛΗΝΑΣ – Ο ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ”
“ΔΟΚΙΜΕΣ Α΄”
από τη Μυριόβιβλο

.

Ο Σέφερης του υπαστυνόμου

Ο Θανάσης Βαλτινός διηγείται:

Το 1969 ο Γιώργος Σεφέρης έκανε τη γνωστή του δήλωση κατά της χούντας. Την προσυπογράψαµε µερικοί ακόµα συγγραφείς – αυτοί κυρίως που συγκρότησαν την οµάδα των «18». Με αυτήν τη δήλωση άρχισαν και οι δοσοληψίες µου µε την Ασφάλεια. Λίγες µέρες µετά τη δηµοσίευσή της, ο υπαστυνόµος Μ. µε κάλεσε στο γραφείο του στη Μεσογείων. Με άφησενα περιµένω κάµποσο όρθιος, ενώ εκείνος διεκπεραίωνε αδιάφορα τηλεφωνήµατα. Στο τέλος, εξίσου αδιάφορα, και σε έναν ενικό ρουτίνας, µου επισήµανε:«Εσύ υπόγραψες κάτι µε έναν Σέφερη». «Κανένα Σέφερη», είπα. Είχα αποφασίσει κιόλας να τον βάλω στη θέση του. «Πρόκειται για τον ποιητή Γιώργο Σεφέρη, πρώτο και µοναδικό µέχρι τώρα ελληνικό βραβείο Νοµπέλ». Η απάντηση, χωρίς καµία έκπληξη και στο ίδιο βαριεστηµένο ύφος, ήταν πάντως αποστοµωτική. «Στα “απαυτά” µου». Τα εισαγωγικά στα απαυτά του, τα έβαλα εγώ. Ο υπαστυνόµος Μ. κυριολεκτούσε.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΒΑΛΤΙΝΟΣ “Ο Σέφερης του υπαστυνόμου”
εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, 16-17/4/2011
από το http://www.tanea.gr/default.asp?pid=2&ct=4&artid=4627072

.

Ο Γιώργος Σεφέρης, ο Μίκης Θεοδωράκης και μια άνω τελεία: 

 Με τον Γιώργο Σεφέρη ο Μίκης Θεοδωράκης συναντήθηκε το 1960 στο Covent Garden, σε μια πρόβα της ορχήστρας για την «Αντιγόνη» (μπαλέτο). Ο πρώτος υπηρετούσε ως πρέσβης στο Λονδίνο. Εκεί στο μέγαρο της πρεσβείας, όπου ήπιαν το τσάι τους, ζήτησε από τον συνθέτη «να φτιάξουν ένα μπαλέτο σε ιδέες δικές του».
Εκείνος δεν το απέκλεισε, του ζήτησε όμως και κάποια ποιήματα. Επιστρέφοντας στο Παρίσι, στο μικρό διαμέρισμα όπου είχαν προστεθεί πια και δύο μωρά, η Μυρτώ άκουγε επί μέρες το «Περιγιάλι», την «Αρνηση», το «Κράτησα τη ζωή μου» κ. ά. Είχε συνηθίσει. Οταν ο Μίκης τελείωνε ένα τραγούδι που του άρεσε πολύ, το έπαιζε επί δύο βδομάδες συνεχώς, αφού: «Hξερα ότι μετά την κυκλοφορία του δίσκου δεν θα ήταν πια δικό μου».
Λίγο καιρό μετά, ο ποιητής και η σύζυγός του Μαρώ τον περίμεναν για δείπνο και για να δουν τα αποτελέσματα. Μαζί του πήρε καλού κακού την έκδοση του «Επιταφίου» που είχε κάνει ο Χατζιδάκις με τη Μούσχουρη: «Γιατί φοβόμουν ότι η λαϊκή εκτέλεση με τον Μπιθικώτση ίσως να τρύπαγε τα αυτιά του…».
Στο τραπέζι, η κυρία Σεφέρη είχε ανάψει καντηλέρια. Μόνο η σκιά του πιάνου φαινόταν ανησυχητική «γιατί το μυαλό μου δεν μπορούσε να ξεκολλήσει από το ερώτημα: άραγες θα του αρέσουν;».
Ο Σεφέρης: «Πάντα μετρημένος και βαρύς. Ομως, στα μάτια του είδα τη λάμψη του δημιουργού που χαιρόταν για τη νέα μορφή που έπαιρνε ξαφνικά η ποίησή του».
Ενα έμενε μόνο να προσέξει ο συνθέτης. «Την άνω τελεία! Την άνω τελεία! Αλλιώτικα, μου αντιστρέφεις το νόημα», ήταν η προτροπή – παράκληση του ποιητή για τον στίχο «Πήραμε τη ζωή μας». «Βάλε παύση πριν πεις “λάθος”». Στην πράξη, βέβαια, αποδείχθηκε ανέφικτο.

από το άρθρο της Γιώτας Σύκκα “Ο ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΜΑΣ” 
εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 30/1/2011

 

Στο περιγιάλι το κρυφό
κι άσπρο σαν περιστέρι
διψάσαμε το μεσημέρι·
μα το νερό γλυφό.

Πάνω στην άμμο την ξανθή
γράψαμε τ’ όνομά της·
ωραία που φύσηξεν ο μπάτης
και σβύστηκε η γραφή.

Mε τι καρδιά, με τι πνοή,
τι πόθους και τι πάθος,
πήραμε τη ζωή μας· λάθος!
κι αλλάξαμε ζωή.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ “ΑΡΝΗΣΗ”

 

Ο Μίκης Θεοδωράκης διηγείται για την ηχογράφηση του τραγουδιού:

Ηθελα τα «Επιφάνια» -ακριβώς γιατί ο στίχος ήταν τόσο διανοουμενίστικος- να τα περάσω σε όσο το δυνατόν πιο πλατύ κοινό με λαϊκό μουσικό ένδυμα. Άλλωστε αυτή ήταν η πρώτη φορά που ελεύθερος στίχος φιλοδοξούσε να γίνει απλό λαϊκό τραγούδι. Να συντροφεύει δηλαδή τον κοσμάκη παντού. Στο γιαπί, στην ταβέρνα, στην εκδρομή, στην παρέα. Όταν ηχογραφούσαμε, λέω στον Μπιθικώτση «πρόσεξε την άνω τελεία. Εκεί που λες πήραμε τη ζωή μας, βάλε παύση πριν πεις λάθος». Στα αυτιά μου είχα την προτροπή – παράκληση του ποιητή: «Την άνω τελεία! Την άνω τελεία! Αλλιώτικα μου αντιστρέφεις το νόημα». Τελικά όμως αυτό αποδείχθηκε ανεφάρμοστο στην πράξη, με αποτέλεσμα να ακουστεί η λέξη «λάθος» κολλητά στο «πήραμε τη ζωή μας», δίνοντας αντίθετο νόημα στο ποίημα. Όμως πόσο κατανοητό ήταν για το λαό, που ποιος λίγο, ποιος πολύ, είχε πάρει τη ζωή του λάθος…

ΜΙΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ
από το http://afmarx.wordpress.com/2007/05/18/seferis-mikis/

 

Γιώργος Σεφέρης (1900-1971)

Ενδιαφέρουσες ιστοσελίδες:

Ποίηματα του Γ. Σεφέρη

Αναγνώσεις ποιημάτων του Γ. Σεφέρη

Η προφητική δήλωση του Γ. Σεφέρη εναντίον της δικτατορίας

Η ομιλία του Γ. Σεφέρη για τον Μακρυγιάννη

Σκέψεις του Γ. Σεφέρη

 

Αρχική σελίδα 


Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 356 other followers

%d bloggers like this: