ιστορίες από τον πόλεμο του 1940-41

Alexandrakis-Proelasis

Αλέξανδρος Αλεξανδράκης (1913-1968) “Προέλασις”

 
“Αξίζει να είναι κανείς Έλληνας τις μέρες αυτές”

2 Νοεμβρίου 1940

Θαυμάσιοι καιροί (δυστυχώς, γιατί βοηθούν τους αεροπόρους του εχθρού). Η Αθήνα διατηρεί μια όψη εορτάσιμη. Κόσμος πολύς χυμένος στους δρόμους, κίνηση εξαιρετική. Περνούν μονάδες του στρατού που πηγαίνουν στο μέτωπο. Οι φαντάροι τραγουδούν, το πλήθος χειροκροτεί και ζητωκραυγάζει.
Αξίζει να είναι κανείς Έλληνας τις μέρες αυτές.

 

 7 Φεβρουαρίου 1941

Συνάντηση με τον Κώστα Λυκιαρδόπουλο, που έμεινε στη γραμμή ενάμιση μήνα και έπαθε κρυοπαγήματα. Μου διηγείται διά μακρών τις περιπέτειές του, τη μεγάλη επίθεση στην οποία έλαβε μέρος και το πώς δε βάσταξε η καρδιά του να τραβήξει απάνω στους Ιταλούς που έφευγαν σαν λαγοί.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΘΕΟΤΟΚΑΣ “ΤΕΤΡΑΔΙΑ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΥ” Εκδόσεις ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΣΤΙΑΣ

 

Θαμμένοι στο Μνήμα της γριάς

Άμα φτάσαμε στο Μνήμα της Γριάς λύσσαγε η χιονοθύελλα. Έπαιρνε το χιόνι, το σκούπιζε, τ’ ανεμοστροβίλιζε, το σκόρπαγε ξανά κάτω, για να το ξαναπάρει και να το πετάξει σαν χτύπημα απάνω μας. (…)

Κι άξαφνα ακούμε ντουφεκιές. Ντουφεκιές που δεν έρχονται από πουθενά, από καμιά μεριά. Τι νάναι; Ιταλοί; Μέσα σ’ αυτό το χαλασμό σκάσανε μύτη οι άτιμοι; Δεν γίνεται. Αμ τότε; Τότε είναι δικοί μας που ρίχνουνε να τους ακούσουμε. Μα πού νάναι; Είναι θαμμένοι. Θαμμένοι βαθιά στο χιόνι που ολονυχτίς έπεσε και τους έθαψε. Η κωνική σκηνή του λοχαγού σκεπάστηκε ολότελα. Και σκάβομε, σκάβομε, αδιάκοπα και γρήγορα. Σε λίγο φαίνεται ο κώνος της σκηνής, ύστερα φαρδαίνει η τρύπα και μετά ώρα πολλή φτάσαμε στην πόρτα. Πετιέται ένας λοχαγός -ένας Σταματίου. Μοιάζει τρελός.
-Προφτάσετε μωρέ παιδιά! Κοντέψαμε να σκάσομε!
Ο δοιμιρίτης μας ρώταει αν έχει τίποτε να διατάξει.
-Τους ξεθάψατε όλους; ρωτάει ο λοχαγός.
-Δεν ξέρουμε. Ξεθάψαμε τη σκηνή σας κι άλλα πέντε μεγάλα αντίσκηνα.
-Πέντε μόνο; Τρεχάτε σ’ εκείνο το έλατο από κάτω. Κάνετε γρήγορα! Κι άμα ξεσκεπάζετε το αντίσκηνο σκίζετέ το να μπαίνει ο αέρας.
Φωνάζει μέσα στην καταιγίδα για να τον ακούσουμε. Ο αέρας παίρνει τα λόγια του, τα σκορπίζει μέσα στο χιόνι, τα παγώνει μόλις βγουν από το στόμα.
Κι εμείς τρέξαμε όπως μπορούσαμε μέσα στο χιόνι, τρέξαμε στο δέντρο, και σκάψαμε σαν δαιμονισμένοι, σκάψαμε σαν τρελοί, και σκίσαμε τ’ αντίσκηνο να μπει αέρας. Και μπήκε ο αέρας, και βρήκε πεθαμένα κορμιά, δρόσισε χείλια πρησμένα και χάιδεψε δάχτυλα γαντζωμένα στ’ αντίσκηνο που δεν είχαν προφτάσει να τ’ ανοίξουν. Έξι κορμιά παγωμένα, κουλουριασμένα, πέτρινα. Σ’ ένα άλλο αντίσκηνο, πιο τυχεροί και πιο γνωστικοί, αν μπορείς να πεις γνώση αυτό που κάνανε, τρύπησαν το αντίσκηνο και πέρασαν ένα μάνλιχερ μέσ’ από το χιόνι. Τράβηξαν μια σφαίρα κι ύστερα βγάλανε το κινητό ουραίο. Κι απ’ αυτή την τρυπίτσα της κάννης, την τρυπίτσα των εξίμισι χιλιοστών, όλη νύχτα μπήκε η ζωή σ’ αυτό το παγωμένο σκοτάδι τους. Ο λίγος αυτός αέρας, ο ελάχιστος, τούς έζησε ώρες κι ώρες κι άμα μπούκωνε η κάννη απ’ το χιόνι τραβούσαν μια σφαίρα και καθάριζε.
Ξέρω πως αυτό εδώ που είπα δεν θα το πιστέψετε. Όμως έτσι είναι. Κι αν ρωτήσεις άλλους που έτυχαν να είναι σ’ αυτό το Μνήμα της Γριάς, τα ίδια θα σου πούνε. Ναι! Ζήσαν άνθρωποι νύχτες ολόκληρες έτσι δα. Με το στόμα κολλημένο στο παγωμένο σίδερο του ντουφεκιού παίρνοντας την ανάσα τους απ’ τα εξίμισι αυτά χιλιοστά. Κι άμα μπούκωνε η κάννη από το χιόνι τραβούσαν μια σφαίρα και καθάριζε.

ΑΓΓΕΛΟΣ Σ. ΒΛΑΧΟΣ “ΤΟ ΜΝΗΜΑ ΤΗΣ ΓΡΙΑΣ” Εκδόσεις ΕΣΤΙΑ 

 

mar9

Χρήστος Καπράλος (1909-1993) “Ο ΠΟΛΕΜΟΣ” (μέρος της ζωφόρου)

 

“Η ανοιξιάτικη επίθεση”

Η μεγάλη ανοιξιάτικη επίθεση των Ιταλών, η επίθεση της 10ης Μαρτίου, όπως τη λέγαμε εμείς, που τόσο διθυραμβικά την προαναγγέλνανε τόσον καιρό και που σ’ αυτή στήριζαν τις ύστατες ελπίδες τους, είχε αρχίσει – πραγματικά φοβερή. Το πολεμικό τους υλικό ήταν άφθονο και το ρίχνανε αφειδώς. Το δικό μας, γλίσχρο, αγωνιώδες, προβληματικό, μα σε κάθε ελληνικό στήθος είχε ριζώσει μια βουβή αμετάκλητη απόφαση: “Δε θα περάσουν”. (…)
…με τα μηχανήματά μας υποκλοπής, μ’ αυτά τα συνεχή ραδιοτηλεφωνήματα και τηλεγραφήματά τους, παρακολουθούσαμε και βλέπαμε καλά την κατάστασή τους. Τις απεγνωσμένες εκκλήσεις τους για βοήθεια, την άμεσή τους ανάγκη από τραυματιοφορείς, από υγειονομική υπηρεσία, και από πολεμικό υλικό, τις δικαιολογίες τους “εν αμαρτία” για την ομίχλη που εμποδίζει κάθε ορατότητα, τη σχεδόν αδιάκοπη αλλαγή κι αντικατάσταση των Διοικητών τους, τους νεκρούς, τους τραυματίες, και τις εσπευσμένες, αγωνιώδεις τους αιτήσεις για όλμους! για όλμους! για όλμους! και για εντονότερη, συνεχή, ακατάπαυτη και ιδίως πιο αποτελεσματική δράση του Πυροβολικού τους. Και, προσοχή! Προς Θεού, προσοχή! – τους χτυπάει πολλές φορές αυτούς τους ίδιους!
Μα και τα δικά μας τηλεφωνήματα που λάβαινα τη νύχτα, είχαν κι αυτά μέσα τους όλη τη δραματικότητα της στερνής απόφασης με σφιγμένα δόντια. Υ λ ι κ ό ! Υ λ ι κ ό ! γυρεύανε από παντού. Όλα τελειώνουν, οι εφοδιοπομπές είναι ανεπαρκείς, υπάρχουν τμήματα που σε λίγο θα εξαντλήσουν το τελευταίο τους φυσίγγιο. Και τότε ήταν οι κατεπείγουσες διαταγές να παρθούν όλα, ανεξαιρέτως όλα τ’ αυτοκίνητα, από κάθε μονάδα, όπου και να βρίσκεται, όποια και να ‘ναι – Πυροβολικό, Μηχανικό, Αεροπορία, Όρχος – και να μη μείνει ούτε ένα, ό,τι και να ‘ναι, όποιο σαράβαλο και να ‘ναι, που να μην κατέβει να φορτώσει στα Γιάννενα και να τραβήξει ολοταχώς μες στα όλα για πάνω.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΠΕΡΑΤΗΣ “ΤΟ ΠΛΑΤΥ ΠΟΤΑΜΙ” Εκδόσεις ΕΡΜΗΣ

 

 

 “Γράμματα στο μέτωπο”

Ήταν ένα μεγάλο δέμα που όταν κάπως ανοίχτηκε άφησε να παρουσιαστεί ένα μεγάλο στενόψηλο ντενεκεδένιο κουτί. Γράμματα έλεγε ο Γιατρός που τώρα παιδευότανε με το καπάκι του, γράμματα, δόξα το Θεό, λαβαίνει τόσα και κάθε μέρα, που δεν προφταίνει ν’ απαντάει, που δεν επαρκεί. Η Μιμή, η Λέλα, η Μαρία, η Καίτη – μα πού να θυμηθεί όλη αυτή την ταξιαρχία του! Και το πιο αστείο είναι που δεν τις ξέρει, που δεν τις έχει δει ποτέ στη ζωή του. Μια ξαδέρφη του του τα σκάρωσε όλα αυτά όταν κάποτε της έγραψε πως θα ‘θελε, έτσι για να περνάει λίγο η ώρα, ν’ αλληλογραφήσει με καμιά άγνωστη δεσποινίδα. Και το γράμμα του, από χέρι σε χέρι, του ‘φερε όλο τούτο το τσούρμο, που, όπως μας είπε , δεν επαρκεί για να το ικανοποιήσει. Και στην πρώτη απάντησή του τις έβαλε όλες να αυτοπεριγραφούν – κι εκεί να δεις γλέντι όταν έφτανε μια μια η περιγραφή! Μάτια, χείλια, κορμοστασιά, ξανθές και μελαχρινές και μια κοκκινομάλλα – κι άλλη που είναι αισθηματική, κι άλλη πάντα υπέρ της χειραφετήσεως και της προόδου και του ελεύθερου έρωτα ακόμη, κι άλλη που θα ‘θελε να ‘ναι εδώ πάνω μαζί μας για να πολεμάει στα βουνά, σαν την Μπουμπουλίνα!

Δεν ξέρετε, κύριε Μπεράτη, εσείς που είσαστε νεοφερμένος εδώ, τι γλέντι γίνεται μ’ αυτά τα γράμματα! Αν έχετε καμιά καλή ιδέα, αύριο, στην απάντηση, να μας την πείτε. Δεν ξέρετε τι δούλεμα τους κάνω, με τι χιούμορ τους τα γράφουμε όλα. Και προχτές τους έγραφα για το χαρέμι από φαλαγγίτριες που έχει ο καθένας μας και πόσο τις περιποιούμαστε όλοι μας αφού τις δίνουμε και το αίμα μας ακόμη – κι έτσι δεν έχουμε καμιά ανάγκη του ελευθέρου τους έρωτος που ας κάθεται ν’ αλωνίζει και να μαραίνεται στην Αθήνα, αφού όλα τα ομορφόπαιδα είναι εδώ. Φαλαγγίτριες; Δεν ξέρω; Μα βέβαια έτσι τις έχουμε βαφτίσει προ καιρού εδώ τις ψείρες μας, τ’ αγαπημένα μας αυτά κι απαραίτητα διακριτικά μας ζωύφια, που στοματάκι έχουν και μιλιά δεν έχουν.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΠΕΡΑΤΗΣ “ΤΟ ΠΛΑΤΥ ΠΟΤΑΜΙ” Εκδόσεις ΕΡΜΗΣ

 

Alexandrakis-KsafnikaMesTiNyhta

Αλέξανδρος Αλεξανδράκης (1913-1968) “Ξαφνικά μέσα στη νύχτα”

 

“Ο Μακαρονάς να είναι Μίσκο”

Το παρακάτω απόσπασμα είναι από χρονογράφημα που δημοσιεύτηκε στη “Βραδυνή” της 29ης Οκτωβρίου 1940:

Αλλ’ ο Κλεόβουλος δεν έφυγε αμέσως για τα σύνορα. Οι περισσότεροι όμως φίλοι του έφυγαν: Ο “θηριώδης” Θεοδωρής, ο γιγαντόσωμος Πέτρος, ο οποίος έχει βαπτισθή υπό του Κλεοβούλου “Μέγας Πέτρος”, ο Ακάκιος, ένας άλλος φίλος και συνάδελφος του Κλεοβούλου, ο Λευτέρης ο Χορευταράς και άλλοι πολλοί. Ο Κλεόβουλος τους αποχαιρέτησε ηρωικώς:
-Εις το καλόν, παμφίλτατοι, τους είπε. Και ο καθείς εξ υμών να προσκομίση έναν μακαρονά αιχμάλωτον.
Αίφνης εθυμήθη μια παλιά πασίγνωστη ρεκλάμα και στρεφόμενος στον συνάδερφό του, τον Ακάκιο, του εφώναξε:
-Ακάκιε: Μη ξεχάσεις ο Μακαρονάς να είναι Μίσκο…

Η ΠΕΝΝΑ Χ “ΤΟ 24ΩΡΟ ΤΟΥ ΚΛΕΟΒΟΥΛΟΥ” Εφημερίδα Η ΒΡΑΔΥΝΗ, Τρίτη 29/10/1940

 

Σ’ ένα τέτοιο στένεμα, πίσω απ’ τη γωνιά του βράχου, χωρίς ακόμη να τους βλέπουμε, ακούσαμε ποδοβολητά και φωνές. Σε λίγο ξεμπουκάρανε τα πρώτα τους μουλάρια. Ήμαστε ακριβώς στα από κάτω μέρη της Γκάυτσας κι ο βομβαρδισμός εξακολουθούσε ακατάπαυτα. Οι φάλαγγές μας σταματήσανε η μια απέναντι στην άλλη. Ήταν αδύνατο να περάσουνε ούτ’ αυτοί, ούτ’ εμείς, και το χειρότερο: ήταν αδύνατο να στρίψουμε τα μουλάρια. Αρχίσανε φωνές, καυγάδες. Σχεδόν περνώντας κάτω απ’ τις κοιλιές των μουλαριών μας, εγώ κι ο Νώντας φτάσαμε στο κεφάλι της δικής μας φάλαγγας. Το ‘να μουλάρι μας είχε κολλήσει πάνω στ’ άλλο κι ήτανε αδύνατον εδώ να κρατήσεις καμιά απόσταση, όπως ο Ταγματάρχης κι η Λογική είχανε συμβουλέψει.
Έφτασα ως τον αξιωματικό της άλλης φάλαγγας. Καλά, τι θα γίνει τώρα που μπερδευτήκαμε έτσι;
Πάντως αυτός μεταφέρει βαρέως τραυματισμένους και το καταλαβαίνω καλά κι εγώ πως έπρεπε να περάσει.
Βεβαίως, να περάσει. Θα κάνουμε ό,τι είναι δυνατόν.
Αχ! Θεέ μου, πώς γίνηκαν όλ’ αυτά! Πώς καταφέραμε, βοηθώντας όλοι μαζί, ν’ ανεβάσουμε όλα τα μουλάρια μας στα δίπλα μας βράχια για ν’ αφήσουμε ελεύθερο αυτό το μονοπάτι! Από πάνω μας εκεί στην άκρη άκρη της κορφής που ελάχιστα απείχε, οι εκρήξεις των οβίδων ήταν όλο και πιο συνεχείς, έτσι σα να σε πλησιάζει όλο και πιο πολύ μέσα σ’ ένα εφιάλτη κάτι το αναπόδραστο. Κι η άλλη φάλαγγα, γυρίζοντας τη βράχινη γωνιά, άρχισε να ξεδιπλώνεται μπροστά μας.
Ξεδιπλωνότανε με βόγγους, με βλαστήμιες, με φωνές. Με κομμένα χέρια, με σπασμένα πόδια, με τυλιγμένα αιμόφυρτα κεφάλια, τους είχανε επάνω στα μουλάρια γιατί δεν μπορούσε να γίνει αλλιώς. Όπως μπορούσαν τους κρατούσαν από δω κι από κει δυο στρατιώτες, κι εκείνοι γέρναν ακατάπαυτα πότε μπρος, πότε πίσω, δεξιά, αριστερά, κι όλο βογγούσαν, όλο δάγκαναν τα χείλια τους. Τα πρόσωπά τους ήτανε μαύρα και πελιδνά. Τα μάτια τους μας κοιτούσαν σα να μη μας βλέπανε. Ήταν χαμένα, πυρετώδη, στιγματισμένα με αίμα.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΠΕΡΑΤΗΣ “ΤΟ ΠΛΑΤΥ ΠΟΤΑΜΙ” Εκδόσεις ΕΡΜΗΣ

 

Alexandrakis-Aera!

Αλέξανδρος Αλεξανδράκης (1913-1968) “Αέρα!”

 

 Στις 8 Μαρτίου 1941 ο Γεώργιος Βλάχος δημοσίευσε στην Καθημερινή την “Ανοικτή επιστολή” προς τον Χίτλερ. Η Ελένη Βλάχου περιγράφει τις αντιδράσεις που προκάλεσε εκείνη η επιστολή:

Το να πει κανείς ότι αυτό το άρθρο έκανε πάταγο είναι λίγο. Μέσα σε λίγες ώρες έφθασε στις πιο μακρινές γραμμές του Μετώπου, και γίνεται ανάρπαστο, νέο πολεμικό ηρωικό ευαγγέλιο που ζωντανεύει τη φλόγα στην κουρασμένη καρδιά των παιδιών. Κυκλοφορεί και ανατυπώνεται όλες τις επόμενες μέρες σε εκατοντάδες χιλιάδες αντίτυπα, αναδημοσιεύεται στον ξένο τύπο (το “Τάιμς” το μεταφράζει) και τα πρακτορεία ειδήσεων αναφέρουν με θαυμασμό τη γενναία φωνή ενός γενναίου λαού και τη φωνή της “Καθημερινής” που κερδίζει μιαν αξεπέραστη θέση στην Ιστορία της ελληνικής δημοσιογραφίας.

ΕΛΕΝΗ  ΒΛΑΧΟΥ “ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΚΑ ΧΡΟΝΙΑ ΠΕΝΗΝΤΑ ΚΑΙ ΚΑΤΙ” Εκδόσεις ΖΗΔΡΟΣ

Ανοικτή Επιστολή προς την Α. Ε. τον κ. Α. Χίτλερ (απόσπασμα):

…Και Σεις; Σεις, -λέγουν πάντοτε- θα επιχειρήσετε να εισβάλετε εις την Ελλάδα. Και ημείς, λαός αφελής ακόμη, δεν το πιστεύομεν. Δεν πιστεύομεν ότι στρατός με ιστορίαν και με παράδοσιν -αυτό και οι εχθροί του δεν το αρνούνται- θα θελήση να κηλιδωθή διά μιας πράξεως παναθλίας. (…) Διότι τι θα κάμη ο στρατός αυτός, εξοχώτατε, αν αντί πεζικού, πυροβολικού και μεραρχιών, στείλη η Ελλάς φύλακας εις τα σύνορά της είκοσι χιλιάδας τραυματιών, χωρίς πόδια, χωρίς χέρια, με τα αίματα και τους επιδέσμους διά να τον υποδεχθούν;… Αυτούς τους στρατιώτας φύλακας θα υπάρξει Στρατός διά να τους κτυπήση; Αλλ’ όχι, δεν πρόκειται να γίνη αυτό. Ο ολίγος ή πολύς στρατός των Ελλήνων που είναι ελεύθερος, όπως εστάθη εις την Ήπειρον, θα σταθή, αν κληθή, εις την Θράκην. Και τι να κάμη;… Θα πολεμήση. Και εκεί. Και θα αγωνισθή. Και εκεί. Και θ’ αποθάνη. Και εκεί. Και θ’ αναμείνη την εκ Βερολίνου επιστροφή του δρομέως, ο οποίος ήλθε προ πέντε ετών και έλαβε από την Ολυμπίαν το φως, διά να μεταβάλη εις δαυλόν την λαμπάδαν και φέρη την πυρκαϊάν εις το μικρόν την έκτασιν αλλά μέγιστον αυτόν τόπον, ο οποίος, αφού έμαθε τον κόσμον όλον να ζη, πρέπει τώρα να τον μάθη και ν’ αποθνήσκη.  Μετ’ εξόχου τιμής Γ. Α. ΒΛΑΧΟΣ  εφημερίδα “Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ” Σάββατο 8 Μαρτίου 1941

 

“Σιωπή”

Η Πηνελόπη Δέλτα πήρε το δηλητήριο στις 10 το πρωί της 27ης Απριλίου 1941, τη στιγμή που υψωνόταν στην Ακρόπολη η γερμανική σημαία με τον αγκυλωτό σταυρό. Αναζήτησαν τις κόρες της. Βρήκαν την κ. Ζάννα. Όταν την είδε, η μητέρα της της είπε: -Γιατί άφησες τη δουλειά σου; Σε χρειάζονται οι πληγωμένοι… Και με σβησμένη φωνή, προσέθεσε: -Να με θάψετε στον κήπο. Στην ταφόπετρα να γράψετε μόνο τη λέξη: ΣΙΩΠΗ

Γ. ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ εφημερίδα ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ 27/4/1969 από το βιβλίο “ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ ΄40-΄41″ των Κ. ΧΑΤΖΗΠΑΤΕΡΑ – Μ. ΦΑΦΑΛΙΟΥ

 

getImage

Χρήστος Καπράλος (1909-1993) “Μνημείο της Πίνδου” (λεπτομέρεια)

About these ads

Υποβολή απάντησης

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

WordPress.com Logo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Log Out / Αλλαγή )

Twitter picture

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Log Out / Αλλαγή )

Facebook photo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Log Out / Αλλαγή )

Google+ photo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Log Out / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 346 other followers

%d bloggers like this: