ατάκτως ερριμμένα VIII

Μόνο οι εμπαθείς μπορούν να μείνουν απαθείς.

ΒΑΣΙΛΗΣ ΒΑΣΙΛΙΚΟΣ “Ζ” Εκδόσεις ΘΕΜΕΛΙΟ

 

Πιάσε το ΠΡΕΠΕΙ από το ιώτα και γδάρε το ίσαμε το πι.

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ ”Ο ΜΙΚΡΟΣ ΝΑΥΤΙΛΟΣ” Εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ

  

Από το ελάχιστο φτάνεις πιο σύντομα οπουδήποτε. Μόνο που ‘ναι πιο δύσκολο.

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ ”Ο ΜΙΚΡΟΣ ΝΑΥΤΙΛΟΣ” Εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ

  

ΟΤΙ ΜΠΟΡΕΣΑ Ν’ ΑΠΟΧΤΗΣΩ μια ζωή από πράξεις ορατές για όλους, επομένως να κερδίσω την ίδια μου διαφάνεια, το χρωστώ σ’ ένα είδος ειδικού θάρρους που μου ‘δωκεν η Ποίηση: να γίνομαι άνεμος για τον χαρταετό και χαρταετός για τον άνεμο, ακόμη και όταν ουρανός δεν υπάρχει.

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ «Ο ΜΙΚΡΟΣ ΝΑΥΤΙΛΟΣ» Εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ

 

ΟΙ ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΕΣ ΑΛΗΘΕΙΕΣ φθείρονται πολύ πιο δύσκολα. Ο Ρεμπώ επέζησε της Κομμούνας όπως θα επιζήσει το φεγγάρι της Σαπφώς από το φεγγάρι του Άρμστρογκ. Χρειάζονται άλλης λογής υπολογισμοί.

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ «Ο ΜΙΚΡΟΣ ΝΑΥΤΙΛΟΣ» Εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ

 

Εάν αποσυνδέσεις την Ελλάδα, στο τέλος θα δεις να σου απομένουν μια ελιά, ένα αμπέλι κι ένα καράβι. Που σημαίνει: με άλλα τόσα την ξαναφτιάχνεις.

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ «Ο ΜΙΚΡΟΣ ΝΑΥΤΙΛΟΣ» Εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ

 

Η ευτυχία είναι η ορθή σχέση ανάμεσα στις πράξεις (σχήματα) και στα αισθήματα (χρώματα).

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ «Ο ΜΙΚΡΟΣ ΝΑΥΤΙΛΟΣ» Εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ

 

Κάθε πρόοδος στο ηθικό επίπεδο δεν μπορεί παρά να είναι αντιστρόφως ανάλογη προς την ικανότητα που έχουν η δύναμη κι ο αριθμός να καθορίζουν τα πεπρωμένα μας.

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ «Ο ΜΙΚΡΟΣ ΝΑΥΤΙΛΟΣ» Εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ

 

ΑΡΓΗΣΑ ΠΟΛΥ ΝΑ ΚΑΤΑΛΑΒΩ τι σημαίνει ταπεινοσύνη και φταίνε αυτοί που μου μάθανε να την τοποθετώ στον άλλο πόλο της υπερηφάνειας. Πρέπει να εξημερώσεις την ιδέα της ύπαρξης μέσα σου για να την καταλάβεις.

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ «Ο ΜΙΚΡΟΣ ΝΑΥΤΙΛΟΣ» Εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ

  

Μια μέρα που ένιωθα να μ’ έχουν εγκαταλείψει όλα και μια μεγάλη θλίψη να πέφτει αργά στην ψυχή μου, τράβηξα, κει που περπατούσα, μες στα χωράφια χωρίς σωτηρία, ένα κλωνάρι άγνωστου θάμνου. Το ‘κοψα και το ‘φερα στο απάνω χείλι μου. Ευθύς αμέσως κατάλαβα ότι ο άνθρωπος είναι αθώος. Το διάβασα σ’ αυτή τη στυφή από αλήθεια ευωδιά τόσο έντονα που πήρα να προχωρώ το δρόμο της μ’ ελαφρύ βήμα και καρδιά ιεραπόστολου. Ώσπου, σε μεγάλο βάθος, μου έγινε συνείδηση πια ότι όλες οι θρησκείες λέγανε ψέματα.

Ναι, ο Παράδεισος δεν ήταν μια νοσταλγία. Ούτε, πολύ περισσότερο, μια ανταμοιβή. Ήταν ένα δικαίωμα.

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ «Ο ΜΙΚΡΟΣ ΝΑΥΤΙΛΟΣ» Εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ

 

Αποφθέγματα που ο Καζαντζάκης βάζει στο στόμα του Παπα-Φώτη (από το βιβλίο: «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται»):

Αυτό θα πει άνθρωπος: να πονάς, ν’ αδικιέσαι, να παλεύεις και να μην το βάνεις κάτω!

Αν ήταν να με ρωτούσαν ποιος δρόμος πάει στον ουρανό, θ’ απαντούσα: ο πιο δύσκολος. 

Μεγάλη κολυμπήθρα τα δάκρυα, παιδί μου… 

Θα βρούμε, εκεί που πάμε, το Θεό. Και θα τον βρούμε, όχι όπως τον παριστάνουν όσοι δεν τον είδαν ποτέ τους, ένα ροδομάγουλο γέρο, που κάθεται μακάρια σε πουπουλένια σύννεφα και προστάζει. Μα σα μικρή φωνή που τινάζεται από τα σωθικά μας και σηκώνει πόλεμο.

Χαίρουμαι, άνθρωπος είμαι, όταν μου τύχει ένα καλό, μα πιο πολύ χαίρουμαι όταν πλακώσει η δύσκολη ώρα! Γιατί λέω: τώρα θα δείξεις, παπα-Φώτη, αν είσαι άντρας αληθινός ή κουνέλι.

Όταν πολυσυχάσει το νερό, βουρκιάζει, όταν πολυσυχάσει η ψυχή, βουρκιάζει.

Και στο πιο μικρό πετραδάκι, και στο πιο ταπεινό λουλούδι, και στην πιο σκοτεινή ψυχή, βρίσκεται ολάκερος ο Θεός

ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ «Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΞΑΝΑΣΤΑΥΡΩΝΕΤΑΙ»

 

Αποφθέγματα του Θ. Καστανάκη:

Όλα τιμωρούνται σε τούτον εδώ τον κόσμο. Ακόμη κι αυτή η κακία τιμωρείται κάποτε τόσο αυστηρά όσο κι η αρετή.   

Πολιτισμένοι λαοί είναι εκείνοι που σκούριασαν τόσο, ώστε δε θυμίζουν πια τίποτε από τα πρώτα μέταλλα που τους έφτιασαν.    

Πρόοδος είναι η εξοικείωσή μας με το προπατορικό αμάρτημα. Και με τα τόσα άλλα που ακολούθησαν. Κι η συνεχής ανακάλυψη καινούριων.    

Μικροί άνθρωποι είναι εκείνοι που λένε βλακείες.
Μεγάλοι άνθρωποι είναι εκείνοι που κάνουν βλακείες. Και πάντα στα φανερά.    

Ξέρω πως τα γράμματα δε δίνουνε ψωμί. Για καλή μου τύχη ποτέ το ψωμί δε μου άρεζε.    

Κάθε φορά που θα πω κάποια ταπεινή ιδέα, που θα κάνω κάποια ταπεινή σκέψη κοινή, αμέσως το νιώθω πως είμαι λογοκλόπος.    

ΘΡΑΣΟΣ ΚΑΣΤΑΝΑΚΗΣ «ΑΠΟ ΤΑ ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑ ΤΟΥ ΜΑΖΕΠΗ¹»
περιοδικό ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, τ. 102, 15/3/1931 

¹Ο Μαζέπης είναι ήρωας του Καστανάκη που τον συναντούμε σε διηγήματα και μυθιστορήματά του. 

  

Το ψέμα είναι η αλήθεια που μας επιτρέπεται να τη λέμε κι εμπρός στους άλλους.    

Η πείνα δεν είναι ποτέ στων πεινασμένων τα στόματα.
Του χορτάτου ανθρώπου το στόμα… Α! αυτό να το φοβάστε! Μπορεί να τη φάει και να τη χωνέψει ολόκληρη την ανθρωπότητα.    

Ο άνθρωπος είναι το ζώο εκείνο που κανένα πάθημά του, σε καμιά ηλικία, δεν του γίνεται μάθημα.    

Λίγο πολύ, οι καλλιτέχνες όλοι καταγίνονται με την τέχνη τους. Ελάχιστοι με την Τέχνη.    

ΘΡΑΣΟΣ ΚΑΣΤΑΝΑΚΗΣ «ΑΠΟ ΤΑ ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑ ΤΟΥ ΜΑΖΕΠΗ»
περιοδικό ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, τ. 102, 15/3/1931

 

Από το βιβλίο του Θ. Καστανάκη «Η παγίδα»:

Να τη μετράς σαν ασυχώρετη αμαρτία σου την ώρα όπου έτυχε και πίκρανες ένα σου φίλο.    

Δεν είμαι από κείνους που λένε “ξέρω”, αλλά από κείνους που λένε “μαθαίνω”.    

Κάποτε καλό να φοβάσαι τον ανόητο περισσότερο από τον ξυπνό.    

Έτσι είναι πάντα η νίκη ή ο χαμός σου, μισή πιθαμή απόσταση.    

Ο πιο ζημιωμένος είναι πάντα εκείνος που μιλάει πολύ.    

ΘΡΑΣΟΣ ΚΑΣΤΑΝΑΚΗΣ “Η ΠΑΓΙΔΑ”    

      

“Ο Καστανάκης, ο Καζαντζάκης και ο θάνατος του Σικελιανού”

Όταν τέλειωσε ο τελευταίος πόλεμος, με κάλεσαν να με φιλοξενήσουν στην ιδιόκτητη βίλα τους στην Αντίμπ. Εκεί για τελευταία φορά είδα και το Νίκο Καζαντζάκη. Κατοικούσε τότε με τη γυναίκα του στη βίλα Μανολίτα (ένα παλιό διώροφο σπίτι). Έκανε πολύ μεγάλη χαρά που με είδε. «Η Ελένη, μου λέει, έφυγε λίγο πριν με το ποδήλατο. Πάει στο βουνό να μαζέψει χόρτα. Μα δε θ’ αργήσει να ‘ρθει». Η Ελπίδα στο μεταξύ γυρίζει και μου λέει σιγαλόφωνα: «Αυτά τα χόρτα που μαζεύει η Ελένη είναι η βασική τροφή τους, και κανένα αυγό, τυρί ή ελιές που τους στέλνουν απ’ την Ελλάδα. Τα οικονομικά των Καζαντζάκηδων ήτανε τότε πολύ σφιγμένα. Ο Καζαντζάκης μου έδειξε μεγάλη λύπη γιατί το πρωί ήτανε υποχρεωμένος να αφήσει τη βίλα Μανολίτα και να τραβήξει με τη γυναίκα του για κάποιο μικρό ισπανικό χωριό που η ζωή εκεί ήτανε πολύ φτηνότερη. Το σπίτι τους στην Αντίμπ το είχανε νοικιάσει για τους καλοκαιρινούς μήνες στον καθηγητή Αγγελόπουλο, που την επόμενη μέρα θα ‘ρχονταν με την οικογένειά του να εγκατασταθεί.
Ο Καζαντζάκης άρχισε με πολύ ενδιαφέρον να με ρωτάει για πρόσωπα και για καταστάσεις του τόπου μας. Μα σαν έφτασε στο «θέμα» Σικελιανού, πήρε την καρέκλα του, κάθισε πολύ κοντά μου και, μέσα από τα δάκρυα που κυλούσαν στο πρόσωπό του, μου λέει:
-Μα πώς; Πες μου, σε παρακαλώ. Εσύ και ο Σκαζίκης ήσαστε σχεδόν κάθε μέρα κοντά του. Πώς βρέθηκε ένας Άγγελος Σικελιανός μόνος; Πώς μέσα σε μια ολόκληρη πρωτεύουσα πέθανε αβοήθητος; Πώς; Ποιοι βρέθηκαν πλάι του κείνη την καταραμένη ώρα που πήρε το δηλητήριο αντίς το φάρμακο; Ποιοι; Πες μου. Κανένας δεν τον βοήθησε; Θέλω να μου τα πεις όλα.
Ο Καστανάκης μου έκανε νόημα να σταματήσω. Ήρθε ο ίδιος κοντά μας και άλλαξε την κουβέντα γιατί ο Καζαντζάκης δεν είχε ακόμα καλοσυνέλθει από την πάρεση του προσώπου του και ήτανε φόβος με τη συγκίνηση την έντονη να είχαμε πάλι καμιά νέα ιστορία. Έτσι τα εναγώνια ερωτήματα του Καζαντζάκη για το θάνατο του μεγάλου ποιητή έμειναν αναπάντητα.    

ΛΙΛΗ ΙΑΚΩΒΙΔΗ απόσπασμα από το άρθρο της «ΘΡΑΣΟΣ ΚΑΣΤΑΝΑΚΗΣ – Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ»
περιοδικό ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, τ. 1.106, 1/8/1973 

 

Από το βιβλίο του Θ. Καστανάκη «Ο ΧΑΤΖΗ ΜΑΝΟΥΗΛ»:

Καμιά πραγματική αγάπη δε μένει χωρίς ανταπόκριση. Και κανένα αληθινό μίσος.    

Άνθρωπος που κάνει κακό στον εχτρό του από συφέρο, το ίδιο εύκολα μπορεί να το κάμει κι ενάντια στο φίλο του.    

Έτσι μιλάω με το Θεό μου αυτήν την ώρα… Κι εκείνος, θα μου πεις, τι λέει; Εκείνος αποκρίνεται, με τα πάντα, με την καθεμιά ομορφάδα του κόσμου μ’ απαντάει, με το φεγγάρι, με τη θάλασσα, ακόμα και με τη μακρινή σιωπή…    

Δεν είναι τα γεγονότα που σε αλλάζουνε, μα οι λεπτομέρειες.     

Τον άνθρωπο που γονατίζει τον σκιάζομαι πιότερο κι από τον εχτρό.    

ΘΡΑΣΟΣ ΚΑΣΤΑΝΑΚΗΣ “Ο ΧΑΤΖΗ ΜΑΝΟΥΗΛ” 

  

“Μ’ ενδιαφέρουν περισσότερο τα ελαττώματα των ανθρώπων”

 Η Λιλή Ιακωβίδη θυμάται μια βόλτα με τον Καστανάκη στην ψαραγορά της Αντίμπ:    

Είχε κρεμάσει στον ώμο του ένα μεγάλο ντορβά για τα ψώνια και με οδηγούσε προς την Κεντρική Αγορά. Εκεί του άρεσε να παίρνει το πρώτο πρωινό του ρόφημα, το γαλλικό κοκκινέλι.
Η χαρά, που ήτανε ζωγραφισμένη σ’ όλο του το πρόσωπο (όταν τον περικύκλωναν οι φίλοι του της Κεντρικής Αγοράς: χασάπηδες, μανάβηδες, μπακάληδες και όλων των λογιών οι μικροπωλητάδες) κορυφώνονταν όταν τους άκουγε να τον προσφωνούν: Κύριε Καθηγητά. Τους αγκάλιαζε τότε μ’ εκείνη τη ματιά που πλάταινε, που ξεχειλούσε από στοργή και αγάπη. Και ο καθένας χώρια και όλοι μαζί κάτι είχαν να τον ρωτήσουν και για κάτι να τον συμβουλευτούνε. Ο ένας του σιγοκουβέντιαζε για τις απιστίες της γυναίκας του, που είχε φτάσει πια στην απόφαση να την χωρίσει. Ο άλλος για το συνέταιρό του, που τον είχε πιάσει σκαστό να τόνε κλέβει. Ένας τρίτος (χαρούμενος αυτός) του ‘λεγε πως ήρθε πια η ώρα να βάλει στεφάνι στην ερωμένη του. Κι όχι τόσο γι’ αυτήν όσο για το αγοράκι του, το εξώγαμο, που μαύριζε η καρδιά του σαν άκουγε να το φωνάζουνε μπάσταρδο. Κι όλη η δυσκολία του στην περίπτωσή του ήταν που αυτή (η ερωμένη του) αρνιότανε το στεφάνι. Και ζητούσε, τώρα απ’ τον κ. Καθηγητή να τόνε συμβουλέψει πώς και καλά θα τήνε πείσει…
Και ο κ. Καθηγητής άκουγε. Άκουγε (με το ποτήρι του που το φρόντιζαν να ‘ναι πάντα γεμάτο) μ’ ανυπόκριτο ενδιαφέρον  ολονών τις εκμυστηρεύσεις και προσπαθούσε να βρει τις πιο κατάλληλες λύσεις και να δώσει τις πιο αποτελεσματικές συμβουλές για τα προβλήματα που τους καίγανε.
-Σ’ αυτή την εικόνα που βλέπεις, γύρισε και μου είπε, υπάρχει «αλήθεια ζωής» που πολύ μ’ ενδιαφέρει. Αυτοί οι απλοί άνθρωποι είναι πολύ πιο ανθρώπινοι. Με τα προτερήματά τους και πιο πολύ με τα ελαττώματά τους, που δεν προσπαθούν να τα καλύψουν. Και όπως καταλαβαίνεις, εμένα μ’ ενδιαφέρουν περισσότερο τα ελαττώματα των ανθρώπων.    

ΛΙΛΗ ΙΑΚΩΒΙΔΗ απόσπασμα από το άρθρο της «ΘΡΑΣΟΣ ΚΑΣΤΑΝΑΚΗΣ – Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ»
περιοδικό ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, τ. 1.106, 1/8/1973 

 

Ο Μυριβήλης για τον άνθρωπο: 

Όσοι είναι οι ανθρώποι τόσω λογιών είναι και τα μεράκια που τους παιδεύουν.

“Η ΠΑΝΑΓΙΑ Η ΓΟΡΓΟΝΑ” 

 

Δεν είναι κακοί οι άνθρωποι, φτάνει να καταλάβει ο ένας τον άλλο.

“Η ΠΑΝΑΓΙΑ Η ΓΟΡΓΟΝΑ” 

 

Κανένας άνθρωπος δε γίνεται να ξεδιαλύνει ποτές ατός του το μυστήριο του εαυτού του.

“Η ΠΑΝΑΓΙΑ Η ΓΟΡΓΟΝΑ” 

 

Έτσι πλάστηκε από θεού ο άνθρωπος, να συνταιριάζεται με το κάθε τι, μα καλό είναι μα κακό. Αν δεν ήταν έτσι θα τρελαινόταν όλος ο κόσμος με τ’ ανεπάντεχα που τόνε βρίσκουν κάθε τόσο.

“Η ΠΑΝΑΓΙΑ Η ΓΟΡΓΟΝΑ” 

 

Φαίνεται πως είναι φυσικό στον άνθρωπο η λύπηση νάναι θεμελιωμένη πάνω στην υποταγή. Σαν αρχίσει και σηκώνει κεφάλι ο ευεργετημένος, γίνεται αντιπαθητικός.

“Η ΠΑΝΑΓΙΑ Η ΓΟΡΓΟΝΑ” 

 

Ο Μυριβήλης για την προσευχή: 

Ω! Ας ήτανε Θεός στον ουρανό, μονάχα για ν’ ακούσει τούτη την προσευκή μου κ’ εγώ θα του συχωρνούσα όλες τις δυστυχίες που αφήνει να δέρνουν έτσι αλύπητα τους ανθρώπους.

“Η ΖΩΗ ΕΝ ΤΑΦΩ”

 

Κύριε, ικετεύω σε, λυπήσου τις αμαρτίες μου. Μη μου τις συγχωρέσεις, γιατί μέσα στη συγχώρεση είναι η λήθη.

“ΠΤΕΡΟΕΝΤΑ”

 

Δεν προσευχήθηκα ποτέ στις κρίσιμες ώρες της ζωής μου. Δεν αιστάνθηκα ποτέ την ανάγκη. Δεν μ’ αρέσουν οι μονόλογοι, προπάντων στις τραγωδίες.

“Η ΖΩΗ ΕΝ ΤΑΦΩ”

  

Η λογική είναι το πιο αδύνατο μετερίζι μπροστά στις έξαλλες και ακατανίκητες ενέργειες της ψυχής και της φαντασίας.

“Η ΖΩΗ ΕΝ ΤΑΦΩ”   

 

Δεν είναι τίποτα που να μας φαίνεται πιο πιθανό απ’ αυτό που μας αρέσει να πιστεύουμε.  

“Η ΠΑΝΑΓΙΑ Η ΓΟΡΓΟΝΑ”  

 

Είναι θαυμάσιο πράμα, λοιπόν, η υγεία. Τόσο θαυμάσιο, ώστε δε σε ειδοποιεί καν όταν είναι κοντά σου. Σαν μας αφήσει μονάχα πληροφορούμαστε για την ύπαρξή της… αναδρομικώς. Δεν είναι παράξενο;  

“Η ΔΑΣΚΑΛΑ ΜΕ ΤΑ ΧΡΥΣΑ ΜΑΤΙΑ”   

 

Ο Μυριβήλης για τον πόλεμο:

Η ρόδα του Πολέμου. (…) Γυρίζει χωρίς να βιάζεται, απελπιστικά αργά. Έχει τη σίγουρη κι αδυσώπητη κίνηση των φυσικών νόμων. Είναι ένα τεράστιο ζο με δόντια σιδερένια, μασά με απάθεια τη σπαρταριστή ανθρώπινη σάρκα. Όλο φρέσκια, ανθισμένη σάρκα.

“Η ΖΩΗ ΕΝ ΤΑΦΩ”  

 

Αυτό είναι το μόνο καλό που αφήνει ο πόλεμος σε κείνους που του ξέφυγαν ζωντανοί κι ασακάτευτοι. Τους δίνει την καταξίωση της ζωής…  

“Η ΔΑΣΚΑΛΑ ΜΕ ΤΑ ΧΡΥΣΑ ΜΑΤΙΑ”  

 

Θάρθει, λέω, μια νύχτα που θάναι πια πολύ γριά η γης. Όλοι τούτοι οι άνθρωποι, πούναι να σαστίσεις με τη μεγαλοφυϊα τους, όλοι τούτοι που κάθουνται και σκαρφίζουνται τις τορπίλες και τ’ αεροπλάνα και το μελινίτη, θάναι ψιλοκοσκινισμένο χώμα. Κ’ η ανθρωπότητα θάναι πια ένας θρύλος, ένα κακό όνειρο που διάβηκε και πάει. Θα το αναθυμιούνται μόνο πάππου προς πάππου και θα τ’ ανιστορούν στους απογόνους των τ’ αρχαία δέντρα, σαν θα παίρνει να φυσά τ’ αγέρι και θ’ αρχίζουν οι φυλλωσιές να ψιθυρίζουν θυμητικά. Ωστόσο και κείνη τη νύχτα τα μικρά τριζόνια θα βγούνε να τραγουδήσουν όλα μαζί κάτω από τ’ αμέτρητα αστέρια τούτον τον ίδιο σκοπό. Κι ο ουρανός θ’ ανθίσει πάλι όλες τις ασημένιες μαργαρίτες του και θα σκύψει ν’ αφουγκραστεί τα κρουσταλλένια μαντολινάκια. Και παντού θ’ απλώνεται το ίδιο παγωμένο μυστήριο. Τα νέα δάση θα βουίζουν δίχως να πάρουν είδηση πως δεν υπάρχουν πια ποιητές για να ριμάρουν τη βουή τους και στρατιώτες να τα κόψουν παλούκια για συρματοπλέγματα. Κι οι θάλασσες θα δέρνουν τις αδάμαστες αχτές και θα πηδάν ολοένα πάνω στις αντάρτισσες ξέρες, δίχως να πολυσκοτίζουνται για κείνο το ξιπασμένο ζωντόβολο, που μια φορά κι έναν καιρό πίστεψε στ’ αλήθεια πως όλα τα εξαίσια έργα και κινήματα του Θεού γίνονταν για τη ζαχαρένια του.  

«Η ΖΩΗ ΕΝ ΤΑΦΩ»  

 

Η ζωή δεν μιμείται την τέχνη, μιμείται την κακή τηλεόραση.

ΓΟΥΝΤΙ ΑΛΛΕΝ από την ταινία «Παντρεμένα ζευγάρια, Husbands and Wives», 1992

 

Η φύσις πάντα τιμωρεί την φύσιν των εκτρόπων.

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΟΥΡΗΣ “Η ΧΕΙΡΑΦΕΤΗΣΙΣ”

 

Όταν πεθάνω, Θε μου, τι θα κάνεις;
Εγώ ’μαι  το κανάτι σου (κι αν σπάσω;)
Εγώ ’μαι το πιοτό σου (κι αν χαλάσω;)
Κι είμαι το φόρεμά σου κι η δουλειά σου,
κι όταν χαθώ, χάνεις κι εσύ την έννοιά σου.

απόσπασμα από ποίημα του ΡΑΪΝΕΡ ΜΑΡΙΑ ΡΙΛΚΕ
«ΒΙΒΛΙΟ ΤΩΝ ΩΡΩΝ» μετάφραση Δ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ
περιοδικό ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, τ. 807, 15/2/1961

 

Από την «σοφία του Ρίλκε»:

Είναι ένα από τα πλέον απόλυτα καθήκοντα της φιλίας: να είναι κανείς καθαρός στο Όχι του, όταν δεν τον κατακλύζει το απόλυτο Ναι.

Τις επιγνώσεις μας τις αποκτούμε πάντα εκ των υστέρων.

Πρέπει να κάνει κανείς μέτρο της ζωής του τη μέγιστη δυνατότητα που φέρει εντός του. Διότι η ζωή μας είναι μεγάλη, και χωρά μέσα της τόσο μέλλον, όσο εμείς μπορούμε να κουβαλήσουμε.

Δεν υπάρχει χειρότερη φυλακή απ’ το φόβο να μην πληγώσουμε κάποιον που μας αγαπά.

ΡΑΪΝΕΡ ΜΑΡΙΑ ΡΙΛΚΕ «Η ΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΡΙΛΚΕ»
μετάφραση Α. ΝΙΚΟΛΑΚΟΠΟΥΛΟΥ Εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ

 

Νομίζω τελικά ότι όλα πηγάζουν από το γεγονός ότι μισώ την πραγματικότητα. Και το κακό είναι ότι μόνο εκεί μπορεί κανείς να απολαύσει μια ωραία μπριζόλα.

από το βιβλίο «Ο ΓΟΥΝΤΙ ΑΛΛΕΝ ΓΙΑ ΤΟΝ ΓΟΥΝΤΙ ΑΛΛΕΝ»
επιμέλεια ΣΤΙΓΚ ΜΠΙΕΡΚΜΑΝ  μετάφραση ΠΟΛΥ ΛΥΚΟΥΡΓΟΥ 
Εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ

 

Η συμβουλή του γιατρού Άμπερνεθι!

Μια φορά κι έναν καιρό, κάποιος πλούσιος φιλάργυρος θέλησε να ξεγελάσει τον Άμπερνεθι και να του αποσπάσει δωρεάν μια ιατρική συμβουλή. Του έπιασε λοιπόν την κουβέντα σε μια συντροφιά και του ανέφερε την περίπτωσή του, σαν περίπτωση κάποιου φανταστικού προσώπου.
«Ας υποθέσουμε» είπε ο φιλάργυρος, «ότι τα συμπτώματά του είναι αυτά κι αυτά. Και τώρα, γιατρέ, τι θα του συμβούλευες εσύ να πάρει;»
«Τι να πάρει;» είπε ο Άμπερνεθι. «Μα απλούστατα, μια συμβουλή απ’ το γιατρό του. Τι άλλο;»

ΕΝΤΓΚΑΡ ΑΛΑΝ ΠΟΕ «ΤΟ ΚΛΕΜΜΕΝΟ ΓΡΑΜΜΑ»
από το βιβλίο του ΠΟΕ «Ο ΧΡΥΣΟΣ ΣΚΑΡΑΒΑΙΟΣ»
μετ. Π. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ, εκδόσεις ΓΡΑΜΜΑΤΑ

     

Αχ, να μου ‘δινε ο Θεός ένα καθαρό σημάδι! Να ‘κανε, παράδειγμα λέω, μια μεγάλη κατάθεση επ’ ονόματί μου σε μια ελβετική τράπεζα.

ΓΟΥΝΤΙ ΑΛΛΕΝ «ΧΩΡΙΣ ΦΤΕΡΑ»
μετάφραση ΣΩΤΗΡΗΣ ΚΑΚΙΣΗ Εκδόσεις ΟΔΥΣΣΕΑΣ

 

Τα λεφτά δεν είναι το παν, αλλά είναι προτιμότερα απ’ την υγεία. Τι να κάνουμε, δε μπορείς να μπεις στο χασάπικο και να δηλώσεις στο χασάπη: Κοίτα το χρώμα μου, τι ωραίο μαύρισμα πού ‘κανα κι επιπλέον δε συναχώνομαι ποτέ, και να ‘χεις την απαίτηση να σου δώσει έτσι κρέας.

ΓΟΥΝΤΙ ΑΛΛΕΝ «ΧΩΡΙΣ ΦΤΕΡΑ»
μετάφραση ΣΩΤΗΡΗΣ ΚΑΚΙΣΗ Εκδόσεις ΟΔΥΣΣΕΑΣ

 

ατάκες του Γούντι Άλλεν για το σεξ:

“Είναι το σεξ βρώμικο; Μόνο αν γίνεται σωστά.”

“Το σεξ αυξάνει την ένταση. Η αγάπη τη δημιουργεί.”

“Ο εγκέφαλός μου; Είναι το δεύτερο πιο αγαπημένο όργανό μου.”

 “Δεν ξέρω την ερώτηση, αλλά το σεξ είναι σίγουρα η απάντηση.”

“Αν υπάρχει μετεμψύχωση, θα ήθελα να γυρίσω σαν τα ακροδάκτυλα του Warren Beatty.”

“Μην υποτιμάτε την αυτοικανοποίηση – είναι σεξ με κάποιον που αγαπώ.”

“Η αμφισεξουαλικότητα αυτόματα διπλασιάζει τις πιθανότητες για ραντεβού το Σάββατο βράδυ.”

“Το σεξ χωρίς την αγάπη είναι μια άδεια εμπειρία, αλλά σε σχέση με τις άδειες εμπειρίες, είναι μια από τις καλύτερες.”

“Είμαι τόσο καλός εραστής γιατί προπονούμαι πολύ μόνος μου.”

αντιγραφή από το http://thebelbo.wordpress.com/

  

  

Αυτό που μας βασανίζει στην πραγματικότητα είναι ο θάνατος. Τα γηρατειά και ο θάνατος. Είναι τόσο τρομαχτικό, τόσο φριχτό για τους ανθρώπους να τον αποδεχτούν, που επιλέγουν να μην το σκέφτονται. Σκαρφίζονται θρησκείες ή ένα σωρό άλλα πράγματα για να μην σκέφτονται το θάνατο. Προσπαθούν να το μπλοκάρουν, να το βγάλουν από το μυαλό τους.

από το βιβλίο «Ο ΓΟΥΝΤΙ ΑΛΛΕΝ ΓΙΑ ΤΟΝ ΓΟΥΝΤΙ ΑΛΛΕΝ»
επιμέλεια ΣΤΙΓΚ ΜΠΙΕΡΚΜΑΝ  μετάφραση ΠΟΛΥ ΛΥΚΟΥΡΓΟΥ 
Εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ

 

Η διαστροφή είναι ένα από τα αρχέγονα ορμέμφυτα  της ανθρώπινης καρδιάς – μια από τις πιο αδιαίρετες πρωταρχικές δυνάμεις, ή συναισθήσεις, που δίνουν μια κατεύθυνση στο χαρακτήρα του ανθρώπου. Ποιος δεν έπιασε τον εαυτό του, εκατό φορές, να ‘χει κάνει μια ποταπή ή ανόητη πράξη, για το μόνο λόγο πως ήξερε πως δεν έπρεπε να την κάνει; Μήπως δεν έχομε μια αιώνια τάση, όσο κι αν είμαστε άνθρωποι με κρίση, να παραβαίνομε το Νόμο, μόνο και μόνο γιατί είναι ο νόμος; 

ΕΝΤΓΚΑΡ ΑΛΑΝ ΠΟΕ «Ο ΜΑΥΡΟΣ ΓΑΤΟΣ» μετάφραση ΚΟΣΜΑΣ ΠΟΛΙΤΗΣ
από το βιβλίο «ΑΛΛΟΚΟΤΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ» Εκδόσεις ΓΡΑΜΜΑΤΑ 

 

Από την «σοφία του Ρίλκε»:

… Ποτέ να μη φτάνεις ως την έβδομη μέρα. Ποτέ να μη θεωρείς πως όλα είναι εντάξει. Η νιότη είναι το ανικανοποίητο. Ο Θεός πρέπει να ήταν ήδη πολύ γέρος όταν ξεκίνησε να δημιουργεί. Ειδάλλως δεν θα είχε σταματήσει το βράδυ της έκτης μέρας. Ούτε καν το βράδυ της χιλιοστής ημέρας. Ούτε καν σήμερα. Αυτό είναι που του καταλογίζω. Που κατάφερε να ξοδέψει όλες του τις δυνάμεις. Που θεώρησε πως το βιβλίο έφτασε στο τέλος του με τη δημιουργία του ανθρώπου και γι’ αυτό κατέθεσε την πένα του και περιμένει πια να δει πόσες επανεκδόσεις θα κάνει. Είναι τόσο λυπηρό που ο Θεός δεν ήταν καλλιτέχνης. Σε κάνει να θέλεις να κλάψεις και να χάνεις το κουράγιο σου για οτιδήποτε.

…Τίποτε δεν μειώνει πιο πολύ την ικανότητά μας να βιώσουμε πραγματικά το Θεό απ’ ό,τι η επιμονή μας να θέλουμε να βλέπουμε δικές του παρεμβάσεις εκεί όπου εκείνος ανέκαθεν απόφευγε ν’ αναμιχθεί. Για να μην πούμε ότι, έτσι καθώς τον φανταζόμαστε να συμμετέχει σε τόσα πράγματα που μας αφορούν, παραβλέπουμε πιθανότατα τα σημάδια των πραγματικών παρεμβάσεών του κάπου αλλού και τις πλέον κραυγαλέες αποδείξεις του.

ΡΑΪΝΕΡ ΜΑΡΙΑ ΡΙΛΚΕ «Η ΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΡΙΛΚΕ»
μετάφραση Α. ΝΙΚΟΛΑΚΟΠΟΥΛΟΥ Εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ

 

“Οι σχέσεις Ρωμιών και Τούρκων στην Πόλη”

Με την άνω τάξη -των Τούρκων- κανένα πάρε δώσε. Ποτέ Ρωμιός δεν πατούσε το πόδι του σε τούρκικο σπίτι, ποτέ Τούρκος δεν έμπαινε στο δικό μας. Ούτε αυτοί οι πλανόδιοι… Δεν έμπαιναν μές στο σπίτι, ποτέ. Στο κατώφλι ήταν οι αγάπες όλες. Η γιαγιά μου έψηνε το πρωί καφεδάκι, κάθονταν στο κατώφλι της. Και κάθονταν κι ο μπεχτσής, ο νυχτοφύλακας.
-Έλα δω, μπρε Αχμέτ, τα ‘μαθες τα νέα; (ο μπεχτσής καταλάβαινε ελληνικά κι η γιαγιά μου καταλάβαινε τούρκικα) Σφαή πάλι… Σφαή πάλι στα Άδανα, κακό χρόνο να ‘χουνε τα βρωμόσκυλα…
-Βαχ, βαχ, έλεγε αυτός.
Τώρα ποιοι είναι τα βρωμόσκυλα δεν ήξερε.
-Πάλι σφάξαν, σηκώθηκαν και σφάξαν.
Ποιοι ήταν αυτοί;
Για τους Ρωμιούς της Πόλης οι Τούρκοι ήτανε ένα πράγμα ακαθόριστο… ένα πράγμα σα να λέμε… χολέρα, πλημμύρα, σεισμός… ένα τέτοιο πράγμα, οι Τούρκοι γενικά. Αλλά ειδικά ο Μεχμέτ, ο Αλής, ο Χασάν που ήταν δίπλα τους, τι σχέση είχαν με αυτά τα πράματα, αυτοί ήταν αγαπημένοι μεταξύ τους. Κατάλαβες πώς ήταν οι σχέσεις;

από αφήγηση της Μαρίας Ιορδανίδου στην εκπομπή της ΕΡΤ «ΜΟΝΟΓΡΑΜΜΑ»

 

“Δεν έπαιρνε κόλλυβο μαζί της”

Η Λωξάντρα όταν πήγαινε στο νεκροταφείο και ήθελε να επικοινωνήσει, να μνημονεύσει τους νεκρούς της δεν έπαιρνε κόλλυβο μαζί της. Έπαιρνε το καλαθάκι της με το κολατσό της. Και το κολατσό συνήθως ήταν πράματα που αγαπούσαν οι νεκροί της. Η γιαγιά της έφτιαχνε ωραίους γιαλαντζί ντολμάδες. Έπαιρνε λίγους γιαλαντζί ντολμάδες. Η μάνα της αγαπούσε τις τσακιστές ελιές. Ο αδελφός της τον παστουρμά. Τα ‘παιρνε αυτά, πήγαινε, κάθονταν στον τάφο τους, έτρωγε σιγά σιγά και τους μνημόνευε. «Θεός σχωρέσ’ την ψυχή σου, μανούλα μου», έλεγε «που αγαπούσες  τις τσακιστές ελιές».
Ένα είδος περίεργο, ένα μνημόσυνο που θα έκανε μια γυναίκα στην εποχή του Περικλή, αρχαϊκού, παγανιστικού, ένα τέτοιο περίεργο πράγμα

από αφήγηση της Μαρίας Ιορδανίδου στην εκπομπή της ΕΡΤ «ΜΟΝΟΓΡΑΜΜΑ»

 

“Η Λωξάντρα στο νεκροταφείο”

Ανοίγει η Λωξάντρα το καλαθάκι της και βγάζει ένα γιαλαντζί – ντολμά. Κοιτάζει ένα γύρο… Μια γυναίκα είναι γονατισμένη στο παραπέρα μνήμα και ανάβει κερί. Δυο άλλες παραπέρα κλαίνε, δεν την κοιτάζουνε. Χώνει μάνι – μάνι στο στόμα της το ντολμά. Σε λίγο σκύβει και μπουκώνει στο στόμα της άλλους δυο ντολμάδες, και ένα κομμάτι ψωμί, και ένα ραπανάκι.
-Μμ… ωραίοι γίνανε οι ντολμάδες!
Θεός σχωρέσ’ τηνα τη γιαγιά, που έβαζε δυόσμο στους γιαλαντζί – ντολμάδες! Χώνει στο στόμα της μια τσακιστή ελιά και αναστενάζει κοιτάζοντας τον ουρανό. Και άξαφνα βλέπει τη μητέρα της. Και δίπλα στη μητέρα στέκεται ο Νικολός που αγαπούσε τις τσακιστές ελιές. Θεός σχωρέσ’ τονα το Νικολό!
Τελειώσαν οι ντολμάδες. Τελειώσαν οι τσακιστές ελιές. Από το βάθος του νεκροταφείου ακούστηκε ψαλμωδία.
«Μνημόσυνο θα έχουνε» συλλογίζεται η Λωξάντρα δαγκάνοντας ένα κομμάτι παστουρμά. «Κακόν καιρό νάχεις, Ταρνανά, χοντρό τον έκοψες τον παστουρμά!»

ΜΑΡΙΑ ΙΟΡΔΑΝΙΔΟΥ “ΛΩΞΑΝΤΡΑ” Εκδόσεις ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΣΤΙΑΣ

 

“Δεν έχει καιρό να πεθάνει”

Η Μ. Μερκούρη θυμάται μια επίσκεψή της, μαζί με τον Ζ. Ντασέν, στο σπίτι του Καζαντζάκη στην Αντίμπ:

Το ταξί σταμάτησε στο ταπεινό σπιτάκι του Νίκου Καζαντζάκη. Καθώς βγαίναμε έξω, ένας γιατρός έφευγε απ’ το σπίτι. Ο Τζούλυ έτυχε να τον γνωρίζει. Ήταν ένας γιατρός απ’ το Παρίσι.
«Τι κάνετε στην Αντίμπ, γιατρέ»
«Το ίδιο αναρωτιέμαι κι εγώ. Επισκέπτεσθε ένα νεκρό. Ποτέ δεν έχω δει κανέναν σε τόσο προχωρημένη κατάσταση λευχαιμίας να μένει όρθιος. Μου λέει πως δεν έχει καιρό να πεθάνει. Έχει πολλή δουλειά να τελειώσει και ορκίζεται πως δεν θα φύγει απ’ αυτόν τον κόσμο πριν δει την Κίνα».
Σχεδόν κοκέτικα, ο Καζαντζάκης κρατούσε ένα μαντίλι στα χείλια του, διαφορετικά δεν έδειχνε καθόλου πως ήταν άρρωστος. Ήταν αδύνατος, άγριος, σαν γεράκι. Απέπνεε ενεργητικότητα. Περίμενα τη συνάντηση αυτών των δύο αντρών. Ήμουν σίγουρη πως θα οδηγούσε  σε μια ενδιαφέρουσα συζήτηση – αλλά τα πέντε πρώτα λεπτά επικράτησε μια αμήχανη σιωπή που τονιζόταν από μερικές κοινοτοπίες. Η γυναίκα του σέρβιρε τσάι. Απόρησα βλέποντας τους δύο άντρες να φέρονται με τόση δειλία. Ύστερα ο Καζαντζάκης είπε: «Δεν κάνουμε τίποτα έτσι». Είπε ένα ανέκδοτο που έσπασε τον πάγο. Από εκείνη τη στιγμή δεν σταμάτησαν να μιλάνε. Βιβλία, ποιήματα, θρησκεία, πολιτική. Σε λίγο αποφάσισε να κάνει τον Τζούλυ Κρητικό. Τα περισσότερα κρητικά ονόματα τελειώνουν σε «άκης». Από τότε, σ’ όλη τη διάρκεια μιας σχέσης που κράτησε δυο χρόνια, τον έλεγε «Ντασενάκη». «Εσύ, Ντασενάκη, ήθελες να γυρίσεις μια ταινία απ’ το μυθιστόρημά μου «Αλέξης Ζορμπάς». Δεν το ήξερα. Κοίταξα απορημένη τον Τζούλυ. Ναι, ήθελε πάρα πολύ να γυρίσει την ταινία αλλά ήθελε να παίξει τον Ζορμπά ο Ρώσος ηθοποιός Τσερκασώφ. Οι χρηματοδότες είπαν όχι.
«Μελίνα, Ντασενάκη, πάμε περίπατο;»
Ο άνθρωπος που υποτίθεται ότι ήταν τόσο άρρωστος ήταν ισάξιος πεζοπόρος του Ντασέν. Αγωνιζόμουν για να τους προλαβαίνω. Έκαναν όλο το γύρο των οχυρών της Αντίμπ. Ο Καζαντζάκης μιλούσε για την Ελλάδα μ’ αγάπη και πάθος. Κατάλαβα πόσο δύσκολη έπρεπε να είναι η εξορία του, αλλά δεν μπορούσε ν’ ανεχθεί τους Έλληνες που παρέδωσαν τη χώρα τους στον ξένο έλεγχο, στο ξένο χρήμα και που αποκτούσαν ξενικούς τρόπους. Η ομιλία του ήταν γεμάτη εικόνες. Πολύ ποιητικές και πολύ κρητικές. Οι Κρητικοί είναι λίγο υπεράνθρωποι. Προκαλούν τους Θεούς κι ανεβαίνουν σε βουνοκορφές. Ο Καζαντζάκης το ήξερε και προειδοποίησε τον Ντασέν πως αυτό θα ‘ταν ένα πρόβλημα στην κινηματογραφική διασκευή του «Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται». Ύστερα μίλησαν πολλή ώρα για την προσέγγιση του Ντασέν στο σενάριο.
Τελικά γυρίσαμε στο σπίτι. Όλα τα μέλη μου πονούσαν. Η Ελένη Καζαντζάκη είχε ετοιμάσει ένα θαυμάσιο γεύμα. Ο Νίκος έφαγε ελάχιστα. Πριν φύγουμε ο Τζούλυ είπε πως σκόπευε να γυρίσει την ταινία του στην Ελλάδα. Ο Καζαντζάκης κούνησε το κεφάλι του. Οι αρχές δεν θα επέτρεπαν το γύρισμα ενός έργου του στην Ελλάδα. Ο Τζούλυ επέμεινε πως θ’ αγωνιζόταν για να το πετύχει. «Τότε, Ντασενάκη, πρέπει να δοκιμάσεις την Κρήτη. Ίσως να μην σ’ ενοχλήσουν εκεί». Αυτό ήταν ένα αριστούργημα μετριοφροσύνης. Η Κρήτη λάτρευε τον Καζαντζάκη. Και μόνο η μνεία του ονόματός του ήταν διαβατήριο για τα σπίτια και τις καρδιές των ανθρώπων.
«Θα ‘ρθεις στην Κρήτη όταν θα γυρίζουμε;»
«Όχι, Ντασενάκη. Δεν θα ξαναπάω ποτέ στην Ελλάδα».
«Πρέπει να ξαναδείς την Κρήτη».
Έβλεπα πως ο Τζούλυ σκεφτόταν τα λόγια του γιατρού.
«Θα δούμε, Ντασενάκη, θα δούμε».
Ο Νίκος Καζαντζάκης πέθανε σε λίγα χρόνια. Αλλά όχι πριν γράψει μερικά μεγάλα έργα και όχι πριν πάει στην Κίνα. Αλλά δεν ξαναείδε ποτέ την Ελλάδα.

ΜΕΛΙΝΑ ΜΕΡΚΟΥΡΗ «ΓΕΝΝΗΘΗΚΑ ΕΛΛΗΝΙΔΑ» Εκδόσεις ΔΑΙΔΑΛΟΣ

  

Ο Έντγκαρ είχε “φύγει”

Στις 7 Νοεμβρίου ο Έντγκαρ Πόε επρόκειτο να φυλακιστεί για χρέη του αδελφού του. Ξεπέφτει και γράφει πάλι στον Τζον Άλαν (πατριός του), να του δανείσει μερικά δολάρια. Του γράφει και η ίδια η Μαρία Κλεμ, εξηγώντας του γιατί ο Έντουαρτ χρειαζόταν τα λεφτά. Η ίδια με τις οικονομίες της είχε κατορθώσει να μαζέψει εξήντα δολάρια. Ο κύριος Άλαν γράφει τότε σε κάποιον γνωστό του στη Βαλτιμόρη να πληρώσει το χρέος του Πόε, ώστε ν’ αποφυλακιστεί. Αλλά ο κύριος Άλαν ξέχασε το γράμμα στο συρτάρι του μέσα, και όταν το κατάλαβε, είχε περάσει κάμποσος καιρός. Όπως και νάναι όμως, το χρέος πληρώθηκε και ο Έντγκαρ ξαλαφρώθηκε. Αλλά τα χάλια πλέον όλης της οικογένειας Κλεμ – Πόε είναι μεγάλα. Όσο και να εργάζεται η «αγία» Μαρία Κλεμ, δεν φτάνουν τα λεφτά για να ζήσουν. Τότε ο Έντγκαρ Πόε, μη βρίσκοντας άλλη δουλειά, αποφασίζει να γράψει ιστορίες. Αφήνει κατά μέρος τα ποιήματα, που μ’ αυτά δεν κέρδιζε κανείς δεκάρα.
Κλεισμένος τώρα στη σοφίτα του σπιτιού, στην ίδια όπου πέθανε ο αδελφός του, αρχίζει να γράφει τα διηγήματά του τα παράξενα. Και είναι μια μεγάλη, μια ιστορική ημερομηνία για την παγκόσμια φιλολογία η ημέρα αυτή, που κλεισμένος στο φτωχικό δωματιάκι του, ο Έντγκαρ Πόε γράφει τα πρώτα του διηγήματα. Σ’ αυτή τη μικρή σοφίτα γράφτηκαν τ’ αριστουργήματα «Μορέλα», «Λιτζέγια», «Βερενίκη», «Ο μαύρος γάτος» και άλλα. Σπάνια έβγαινε έξω. Πολλοί νόμιζαν στη γειτονιά πως ο ανεψιός της κυρίας Κλεμ είχε φύγει μετά το θάνατο του Ερρίκου. Και πράγματι, ο Έντγκαρ είχε «φύγει». Ζούσε  πια στον πραγματικό κόσμο, το δικό του. Στον κόσμο του τρόμου, της αγωνίας, του θανάτου που έφερνε ασυνείδητα μέσα του από μικρό παιδί. 

ΛΙΛΙΚΑ ΝΑΚΟΥ «ΠΟΤΕ ΠΙΑ» Εκδόσεις ΠΑΠΥΡΟΣ

 

Υπάρχει ένα παλιό ανέκδοτο. Δύο ηλικιωμένες γυναίκες βρίσκονται σ’ ένα θέρετρο στα βουνά Κάτσκαλ και η μία απ’ αυτές λέει: «Βρε παιδί μου, το φαγητό σ’ αυτό το μέρος είναι πραγματικά απαίσιο». Και η άλλη λέει: «Ναι, και οι μερίδες είναι τόσο μικρές». Λοιπόν, έτσι στην ουσία αισθάνομαι κι εγώ για τη ζωή. Είναι γεμάτη από μοναξιά και μιζέρια και βάσανα και δυστυχία και τελειώνει πάρα πολύ γρήγορα.

«ΝΕΥΡΙΚΟΣ ΕΡΑΣΤΗΣ, ANNIE XALL», 1977
από το βιβλίο «Ο ΓΟΥΝΤΙ ΑΛΛΕΝ ΓΙΑ ΤΟΝ ΓΟΥΝΤΙ ΑΛΛΕΝ»
επιμέλεια ΣΤΙΓΚ ΜΠΙΕΡΚΜΑΝ μετάφραση ΠΟΛΥ ΛΥΚΟΥΡΓΟΥ
εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ

 

Η θεωρία μου είναι ότι, στην καλύτερη περίπτωση, κανείς στο σύμπαν δεν ενδιαφέρεται για εμάς. Στην καλύτερη περίπτωση!

Όταν περπατάς στους δρόμους, βλέπεις τους άστεγους και τους προσπερνάς αδιάφορα. Αυτή η απραξία είναι δείγμα κακίας. Για μένα η αδιαφορία είναι συνώνυμη με το κακό.

από το βιβλίο «Ο ΓΟΥΝΤΙ ΑΛΛΕΝ ΓΙΑ ΤΟΝ ΓΟΥΝΤΙ ΑΛΛΕΝ»
επιμέλεια ΣΤΙΓΚ ΜΠΙΕΡΚΜΑΝ μετάφραση ΠΟΛΥ ΛΥΚΟΥΡΓΟΥ
εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ

 

Από την «σοφία του Ρίλκε»:

Η εμπειρία με δίδαξε ότι δεν υπάρχει τίποτε πιο δύσκολο απ’ το ν’ αγαπάς κάποιον. Μιλάμε για δουλειά, για μεροκάματο, αληθινό μεροκάματο, κι ένας θεός μόνο ξέρει ότι δεν υπάρχει άλλη λέξη να το περιγράψει.

Δεν υπάρχει ωστόσο τίποτε πιο επιπόλαιο απ’ τις προθέσεις. Εξαντλούμαστε εκφράζοντας και ξαναεκφράζοντάς τες και δεν απομένει τίποτε για την εφαρμογή τους.

Άνθρωποι, όταν σας φέρνουν το Θεό τα υπάκουα και καλά εκπαιδευμένα σκυλιά, που τον κουβάλησαν με κίνδυνο της ζωής τους, πάρτε τον και ξαναπετάξτε τον μες στο απροσμέτρητο. Διότι το Θεό δεν κάνει να τον φέρουν στην όχθη τα υπάκουα και καλά εκπαιδευμένα σκυλιά. Δεν διατρέχει κανέναν κίνδυνο μες στα αφρισμένα νερά του, κι ένα μεγάλο μελλοντικό κύμα θα τον σηκώσει ως τη γη εκείνη, που θα ‘ναι αντάξιά του.

ΡΑΪΝΕΡ ΜΑΡΙΑ ΡΙΛΚΕ «Η ΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΡΙΛΚΕ»
μετάφραση Α. ΝΙΚΟΛΑΚΟΠΟΥΛΟΥ Εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ

 

Μεγαλώνοντας, παρατηρούσα ότι οι γονείς των άλλων παιδιών στη γειτονιά δεν τα άφηναν να βλέπουν ταινίες. Τα καλοκαίρια συνήθως τους έλεγαν: «Πηγαίνετε να παίξετε έξω στον ήλιο, στον φρέσκο αέρα, κινηθείτε, κολυμπήστε». Υπήρχε και όλη αυτή η παραφιλολογία εκείνη την εποχή ότι οι ταινίες σού καταστρέφουν τα μάτια και τέτοιες ανοησίες. Οι γονείς μου δεν έδιναν σημασία σ’ αυτά, ούτε με απέτρεψαν ποτέ από το να πηγαίνω σινεμά. Από την άλλη, κι εγώ σιχαινόμουν το καλοκαίρι – σιχαινόμουν τη ζέστη, τον ήλιο που έκαιγε. Η καλύτερή μου ήταν να βρίσκομαι σ’ έναν κινηματογράφο με κλιματισμό. Και υπήρχαν φορές που πήγαινα τέσσερις, πέντε, έξι φορές την εβδομάδα, ή και κάθε μέρα ακόμα, ανάλογα με το χαρτζιλίκι μου. Επίσης οι κινηματογράφοι τότε έπαιζαν δύο ταινίες μ’ ένα εισιτήριο. Η καλύτερή μου!  Το χειμώνα βέβαια, με το σχολείο, τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Μπορούσα να πηγαίνω μόνο τα Σαββατοκύριακα. Συνήθως πήγαινα Σάββατο και Κυριακή, και πολλές φορές κατευθείαν μετά το σχολείο.

από το βιβλίο «Ο ΓΟΥΝΤΙ ΑΛΛΕΝ ΓΙΑ ΤΟΝ ΓΟΥΝΤΙ ΑΛΛΕΝ»
επιμέλεια ΣΤΙΓΚ ΜΠΙΕΡΚΜΑΝ  μετάφραση ΠΟΛΥ ΛΥΚΟΥΡΓΟΥ 
Εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ

 

Είναι θλιβερό, νομίζω, ότι στον κόσμο υπάρχουν τόσοι άνθρωποι που έχουν αισθήματα, ευαισθησίες, ποιητικές εξάρσεις και θέλουν να τα εκφράσουν αλλά δεν μπορούν. Δεν έχουν μουσικό ταλέντο, ταλέντο ζωγραφικής ή λογοτεχνικό. Κι όμως έχουν τα αισθήματα και πρέπει να είναι τρομερό να βρίσκεσαι σε τέτοια κατάσταση. Μερικές φορές μου συμβαίνει και μένα, να θέλω να εκφράσω κάτι και να μην μπορώ, να βρίσκομαι σε αδιέξοδο.  Αυτό μου συμβαίνει πιο τακτικά στη μουσική. Γιατί είμαι κακός μουσικός – και δεν το λέω αυτό στα αστεία: παίζω σε συναυλίες σχεδόν σ’ όλο τον κόσμο, κι αυτό μόνο και μόνο επειδή είμαι διάσημος στον κινηματογράφο.

από συνέντευξη του Γούντι Άλλεν στο Ν. Φ. Μικελίδη
ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 28/9/2008

 

Παναγιώτης Κανελλόπουλος: αγνοούσα…

Από τότε που ένιωσα τον εαυτό μου, είχα συνδέσει το όνομά του με τη Δεξιά. Υπήρξε και εποχή που τον τοποθετούσα στην ακραία Δεξιά. Την αντικομουνιστική και μόνο. Και βέβαια, ρόλο σ’ αυτό είχε παίξει η δήλωση που του αποδίδεται για τη Μακρόνησο – το νέο Παρθενώνα.

Το 1949, εξομολογείται, που ανέλαβα το Υπουργείο Στρατιωτικών, αγνοούσα την ύπαρξη της Μακρονήσου. Και σίγουρα αγνοούσα τα βασανιστήρια που είχαν γίνει εκεί. Φαίνεται πως μια νύχτα συνέβησαν φοβερά πράγματα. Εξ ου και το ποίημα του Ρίτσου για τους κουλούς, τους κουτσούς και τους νεκρούς… Το σίγουρο είναι πως έπρεπε, τότε, να λειτουργήσει ένα στρατόπεδο, ειδικά για αριστερούς που δεν ήθελαν να πολεμήσουν εναντίον των συντρόφων τους. Στρατιώτες ήσαν και όφειλαν να υπηρετήσουν. Άλλο όμως στρατόπεδο και άλλο τόπος βασανιστηρίων. Φαίνεται πως μερικοί θα προκαλούσαν. Και φαίνεται, επίσης, πως μερικοί από την άλλη μεριά, σαν τον Ιωαννίδη, θα βασάνιζαν χωρίς λόγο. Όλα αυτά τα έμαθα πολύ αργότερα. Ύστερα από δεκαπέντε χρόνια… Πάντως, τώρα που με ξαναρωτάτε, δεν θυμάμαι να είπα ποτέ τη φράση που μου αποδίδουν. Θυμάμαι, αντίθετα, ότι, όταν ένας στρατηγός έκανε εκτεταμένες προληπτικές  συλλήψεις στην  Πελοπόννησο κι έστειλε τους συλληφθέντες στη Μακρόνησο, πήγα ο ίδιος στο νησί, τους μίλησα, διέταξα να απολυθούν και έβαλα και την μπάντα της Μεραρχίας να παιανίζει στον Ισθμό καθώς περνούσαν.
(…)

Βασιλόφρονας ως το 1923 και έκτοτε αντιβασιλικός, ακαδημαϊκός από το 1959, δύο φορές πρωθυπουργός και αναρίθμητες υπουργός, ιδρυτής του Εθνικού Ενωτικού Κόμματος και της ΠΕΑΝ στην Κατοχή, έχει τόσα να πει και δεν ξέρεις τι να πρωτοκρατήσεις στο σημειωματάριό σου – τα πάντα είναι εξόχως ενδιαφέροντα.

Η πρώτη αντιβασιλική μου εκδήλωση έγινε το 1935 με δύο άρθρα που έγραψα στην Ακρόπολη. Έβλεπα τότε ότι επίκειται να επιστρέψει ο βασιλιάς με πραξικόπημα, μετά το κίνημα, και αντέδρασα. Όπως και το 1943, που ήρθαν και με βρήκαν στο Κάιρο ο Καρτάλης, ο Ρούσσος, ο Τζήμας και ο Τσιριμώκος για την υπογραφή πρωτοκόλλου περί μη επιστροφής του βασιλιά στην Ελλάδα, χωρίς δημοψήφισμα. Και το υπέγραψα. Αλλά παρενέβησαν οι Άγγλοι, ο Τσώρτσιλ, και το πρωτόκολλο δεν τηρήθηκε. Αν είχε τηρηθεί, ίσως να μην είχε συμβεί η τραγωδία του Εμφυλίου πολέμου…

απόσπασμα από συνέντευξη που έδωσε ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος στον Λευτέρη Παπαδόπουλο, εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, 18/4/1981
ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ “ΖΩ ΑΠΟ ΠΕΡΙΕΡΓΕΙΑ” Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ

 

Μάνος Χατζιδάκις: είμαι γέννημα μιας εποχής

Μάνο Χατζιδάκι, ποιος είσαι; Μέσα από ποιες συνθήκες, μέσα από ποιο κλίμα βγήκες και ξεχώρισες κι έδωσες ένα έργο που λογαριάζεται σαν προικιό του τόπου μας;

Είναι λιγάκι δύσκολο, βέβαια, να μιλάω για μένα όταν με ξεχωρίζουν. Εν πάση περιπτώσει, εγώ είμαι γέννημα μιας εποχής, μάλλον είμαι ένας καθυστερημένος εκπρόσωπος της μουσικής, σε μια ομάδα ανθρώπων που ήδη είχαν δώσει ένα σημαντικό έργο και σφραγίσανε τον τόπο μας για μια μεγάλη περίοδο. Αυτοί οι άνθρωποι είναι ο Ελύτης, ο Σεφέρης, ο Γκάτσος, ο Χατζηκυριάκος – Γκίκας, ο Τσαρούχης, ο Πικιώνης, ο Μόραλης, ο Εμπειρίκος, ο Εγγονόπουλος. Σ’ αυτή την ομάδα ανήκω. Και αν μπορούσα να το πω, είμαι ο βενιαμίν και συγχρόνως ο μαθητής. Και εκπροσωπώ, βέβαια, τη μουσική. Που την εποχή εκείνη είχε μια τεράστια απόσταση από την ελληνική ποίηση, την ελληνική ζωγραφική, την αρχιτεκτονική.
Η μουσική ήταν εντελώς άσχετη με την ποίηση και με την ελληνική παιδεία. Τον καιρό εκείνο το όνομα του Σεφέρη δεν το ήξερε ουδείς μουσικός εν Ελλάδι! Οι αληθινά πρωτογενείς φυσιογνωμίες, όπως ο Σκαλκώτας, ζούσαν κάτω από μια τέτοια καταδίωξη, μέσα σε μια τέτοια απομόνωση, που δεν μπορούσαν να ενεργήσουν σαν προσωπικότητες του τόπου. Ο Σκαλκώτας… Γι’ αυτό πέθανε ο άνθρωπος. Δεν είναι τυχαίο. Ο δε Μητρόπουλος, που θα μπορούσε να είναι ακόμα και αρχηγός αυτών που προανέφερα, έλειπε στο εξωτερικό και πέθανε εξόριστος. Λοιπόν, οι ντόπιοι κάθε άλλο παρά ήταν του αναστήματος του Σεφέρη, του Μόραλη ή του Πικιώνη. Οι μουσικοί εννοώ.
Όσο για το Σεφέρη και τους άλλους, εκπροσωπούσαν τον ελληνικό χώρο μια πολύ κρίσιμη εποχή. Η Ελλάς είχε χάσει τον πόλεμο. Ο τόπος μας είχε ανάγκη να σκύψει στον εαυτό του. Όταν λέω είχε χάσει τον πόλεμο, θέλω να τονίσω ότι η Ελλάς είχε νικήσει κατ’ επιφάνειαν, αλλά είχε χάσει κατ’ ουσίαν. Δηλαδή, ονειρεύτηκε μια διαφορετική μετέπειτα τοποθέτηση των πραγμάτων και η πραγματικότητα την απογοήτευσε. Την απογοήτευσε ακόμα και στα πρόσωπα που την κυβερνούσαν. Ηχούσε το γκονγκ στο ραδιόφωνο και ακουγόταν μια φωνή που μιλούσε για τους από 3.000 ετών Έλληνες!
Ήρθαν, λοιπόν, όλοι αυτοί οι άνθρωποι, οι οποίοι ήσαν πάρα πολύ σημαντικοί, και σκύψανε στον κορμό του τόπου και ανακαλύψανε το στοιχείο εκείνο το χαρακτηριστικό που έδινε ταυτότητα στον τόπο, έξω απ’ αυτές τις αυθαίρετες συνδέσεις με το παρελθόν. Η ταυτότητα του τόπου, δηλαδή, δεν ήταν το ότι ήμασταν οι απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων, που είναι μια εντελώς αφελής και ηλίθια άποψη. Ήταν κάτι άλλο. Και το ‘φεραν στην επιφάνεια αυτοί οι άνθρωποι.
Έτσι ανακαλύψαμε το Αιγαίο, τον Θεόφιλο, τον Μακρυγιάννη, τον Καραγκιόζη – ό,τι θα μας έδινε μια ταυτότητα αληθινή. Αγνοώντας τα μεγαλεία, αυτά τα αυθαίρετα και αφελή μεγαλεία του επισήμου κράτους. Και αυτά τα στοιχεία, τα αληθινά, δημιουργούσαν τη νεότερη Ελλάδα. Μέσα σ’ αυτή την υπόθεση της ανευρέσεως της ταυτότητάς μας, ένας βενιαμίν, ένας μαθητής υπήρξα και του λόγου μου. Το αποτέλεσμα της δουλειάς μου είναι ακριβώς αυτό.

απόσπασμα από συνέντευξη που έδωσε ο Μάνος Χατζιδάκις στον Λευτέρη Παπαδόπουλο, εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, 27/3/1978
ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ “ΖΩ ΑΠΟ ΠΕΡΙΕΡΓΕΙΑ” Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ

 

Αντώνης Σαμαράκης: αισθάνομαι ένοχος

…Δεν θα ‘πρεπε να υπάρχει ένας δορυφόρος, τηλεοπτικός δορυφόρος, που να μεταδίδει κάθε μέρα σ’ όλες τις τηλεοράσεις του κόσμου τι συμβαίνει, πώς εξελίσσονται τα πράγματα στην Αιθιοπία; Δεν υπάρχει. Υπάρχει όμως δορυφόρος που μας πληροφορεί καθημερινώς για τον πόλεμο Ιράν και Ιράκ, μια και εκεί υπάρχουν πετρέλαια και συμφέροντα.
Ξέρεις τι είπε φέτος τον Ιούνιο στο Λονδίνο, στη Διεθνή Διάσκεψη Τροφίμων, ο πρόεδρός της; Ζήτησε από τους Αμερικανούς και τους Σοβιετικούς να φτιάξουν το 1984 από έναν πύραυλο λιγότερο και τα λεφτά αυτά να τα διαθέσουν για την Αιθιοπία, να της λύσουν όλα τα προβλήματα! Μπαίνουμε στο 1985 κι ούτε φωνή ούτε ακρόαση.
Εδώ, Λευτέρη, στην Αιθιοπία δεν έχουμε να κάνουμε με την πυρηνική βόμβα. Έχουμε να κάνουμε με τη βόμβα της πείνας, την έκρηξη της πείνας. Κι αυτή είναι η αρχή του Γ’ Παγκοσμίου πολέμου.
Η απάθειά μας γι’ αυτή την τραγωδία είναι ύβρις, με την αρχαία έννοια του όρου. Κι αυτή η ύβρις, που την ανέχεται η χριστιανική ανθρωπότητα, δεν μπορεί να περάσει έτσι, χωρίς τιμωρία. Η πείνα της Αιθιοπίας δεν είναι η αρρώστια. Άλλη και αλλού είναι η αρρώστια.

Ο Αντώνης Σαμαράκης είναι κάθιδρος. Σαν από πυρετό, κάτι τέτοιο. Κάθιδρος και κάτωχρος. Ωστόσο συνεχίζει.

Ντρέπομαι που με λόγια προσπαθώ να μιλήσω για τον θάνατο. Αισθάνομαι ένοχος. Και αισθάνομαι επίσης ότι δεν έχω φύγει από την Αιθιοπία. Ένα κομμάτι ζωτικό του εαυτού μου έχει μείνει εκεί παντοτινά. Και θα με δικάζει. Και θα με καταδικάζει.

Το ίδιο ισχύει για τον καθένα μας, Αντώνη…

Για μένα ένα περισσότερο. Γιατί εγώ έζησα, είδα! Και ένιωσα την ντροπή τού να ζητάς από έναν άνθρωπο να ζήσει για λίγο ακόμα, να μην πεθάνει, για να προφτάσεις να τον φωτογραφίσεις ζωντανό! Να εύχεσαι να μην πεθάνει ένας άνθρωπος όχι για να ζήσει, μα για να τον πάρεις σε ταινία! Καταλαβαίνεις τι ντροπή είναι αυτή, Λευτέρη.
Στη χούφτα έχω τις χουφτίτσες δεκάδων παιδιών που μου ‘δωσαν το χέρι. Αυτά τα χεράκια τα παιδικά, που χώραγαν, σκελετωμένα καθώς ήταν, τρία και τέσσερα στην κάθε χούφτα μου με καίνε! Δεν μ’ αφήνουν να ησυχάσω! Και σκέφτομαι και την τραγωδία εκείνων που βρίσκονται στην εμπόλεμη περιοχή κι είναι καταδικασμένοι εκατό τοις εκατό σε θάνατο, γιατί εκεί η βοήθεια δεν μπορεί να φτάσει, και μου σαλεύει ο  νους.
Παλιά σ’ αυτή τη χώρα θερίζανε τρεις φορές τον χρόνο. Τώρα το μόνο που θερίζει είναι ο θάνατος. Καθημερινές σοδειές θανάτου.

απόσπασμα από συνέντευξη που έδωσε ο Αντώνης Σαμαράκης στον Λευτέρη Παπαδόπουλο, εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, 30/12/1984
ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ “ΖΩ ΑΠΟ ΠΕΡΙΕΡΓΕΙΑ” Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ

 

Ο Ηλίας Βενέζης στην καλύβα του Πόε (IΙ):

-Βρήκα το σπίτι του Πόε χαμηλά στην πόλη, στο Greenwich Village, είπα. Θα ήταν τόσο ωραία εκεί. Γιατί ήρθαν να ζήσουν εδώ που, τότε, πριν από ένα αιώνα, θα ήταν ερημιά;
Η κυρούλα με τα άσπρα μαλλιά αρχίζει να μιλάει σιγανά για τη ζωή του Πόε.

-Η Virginia ήταν άρρωστη πολύ, είπε. Ήταν φθισική. Κι ο Έντγκαρ ήταν τότε θεόφτωχος. Την περισσότερη φτώχεια του την πέρασε εδώ, σ’ αυτή την καλύβα. Επειδή ήταν φθισική, την έφερε εδώ που ήταν εξοχή. Δέστε, στο πορτραίτο της, αυτό εδώ τι όμορφη που ήταν!
Τραβά απ’ το συρτάρι του μικρού γραφείου που είναι μπροστά της ένα παλιό πορτραίτο της Βιργινίας Πόε. Η ευγενική ύπαρξη, η αθώα ματιά, τα τσιτωμένα μαλλιά, το μεγάλο μέτωπο. Λίγο γερμένο το κεφάλι. Και βαθιά κούραση στα κλειστά μάτια. Απ’ τη ζωή. Απ’ τη μοίρα.

ΗΛΙΑΣ ΒΕΝΕΖΗΣ «Η ΚΑΛΥΒΑ ΤΟΥ ΠΟΕ»
απόσπασμα από άρθρο του στη
ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ τ. 546, 1/4/1950

 

Χαρτί και μελάνη, σας παρακαλώ!

…Σαν πέθανε η Virginia, συνέχισε σε λίγο η κυρούλα της καλύβας του Fordham, ο Έντγκαρ άρχισε να πίνει πολύ. Ξαναγύρισε στη Βαλτιμόρη. Τότε έγραψε τους περίφημους στίχους των «The Bells». Γράφτηκαν οι στίχοι εδώ, στο Fordham; Γράφτηκαν στη Βαλτιμόρη; Μια νύχτα, λέει η παράδοση, ο Έντγκαρ είχε πάει στη δημόσια βιβλιοθήκη, στη Βαλτιμόρη. Γύριζε αργά στο σπίτι του της οδού Αγίου Παύλου. Χιόνιζε. Άκουσε τα κουδούνια μιας καρότσας. Ήταν μια χαρωπή, χαρωπή, μελωδία! Χύθηκε η μελωδία στην καρδιά του. Έψαξε στην τσέπη του γυρεύοντας μολύβι και χαρτί. Δεν είχε. Τα μαγαζιά είχαν κλείσει. Οι στίχοι έρχονταν ο ένας πίσω απ’ τον άλλον – εξαίσιες φράσεις θα χάνονταν. Ο Πόε όρμησε προς το πρώτο σπίτι που ήταν εκεί κοντά, χτύπησε το κουδούνι της πόρτας. Ήταν το σπίτι του δικαστή Gile. Άνοιξε ο ίδιος ο δικαστής. «Χαρτί και μελάνη, σας παρακαλώ!» είπε έξαλλος ο νυχτερινός ξένος. Ο δικαστής βλέποντας πως έχει να κάνει μ’ έναν κύριο τον κάλεσε μέσα, τον οδήγησε στη βιβλιοθήκη του, και αποσύρθηκε ευγενικά αφήνοντας μόνον τον ξένο. Όταν αργότερα μπήκε στη βιβλιοθήκη για να δει τι κάνει ο άγνωστος, αυτός δεν ήταν πια εκεί. Όμως πάνω στο τραπέζι, γραμμένοι σ’ ένα χαρτί, ήταν οι πρώτες τρεις στροφές των «The Bells» που αργότερα ο δικαστής τις κορνίζωσε και τις κρέμασε στο γραφείο του:

Hear the sledges with the bells –
Silver bells!
What a world of merriment their melody foretells!
How they tinkle, tinkle, tinkle,
In the icy air of night!
While the stars that oversprinkle
All the heavens, seem to twinkle
With a crystalline delight;
Keeping time, time, time,
In a sort of Runic rhyme,
To the tintinnabulation that so musically wells
From the bells, bells, bells, bells,
Bells, bells, bells –
From the jingling and the tinkling of the bells.

ΗΛΙΑΣ ΒΕΝΕΖΗΣ «Η ΚΑΛΥΒΑ ΤΟΥ ΠΟΕ»
απόσπασμα από άρθρο του στη
ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ τ. 547, 15/4/1950

 

Ο Γούντι Άλλεν διηγείται ένα περιστατικό από τα γυμνασιακά του χρόνια, όταν ακόμα λεγόταν Άλαν Στιούαρτ Κόνιγκσμπεργκ:

Ήμουν πολύ καλός στην έκθεση και έγραψα μια αστεία έκθεση, που περιείχε όμως πολλά σεξουαλικά στοιχεία. Μολονότι ήταν καλόγουστα σεξουαλικά αστεία, χωρίς καθόλου προστυχόλογα. Ήταν το είδος των σύντομων σεξουαλικών αστείων που μπορούσες άνετα να πεις στην τηλεόραση πριν από τριάντα χρόνια. Αλλά ο καθηγητής και ο διευθυντής είχαν φρίξει κι έτσι κάλεσαν τη μητέρα μου.
Τι εννοείς μ’ αυτό; Τι εννοείς με το «Έχει ένα σώμα σαν κλεψύδρα κι εγώ θα ‘θελα να παίζω μέσα στην άμμο;» ρώτησε ο διευθυντής τον Άλαν που αποκρίθηκε: «Είναι ένα αστείο».
Όχι όμως για το διευθυντή, ο οποίος είπε στη Νέτι: «Ο γιος σας θα πρέπει να επισκεφθεί ψυχίατρο».

από το βιβλίο του ERIC LAX «ΓΟΥΝΤΙ ΑΛΛΕΝ – Η ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ ΜΙΑΣ ΙΔΙΟΦΥΙΑΣ»
μετάφραση ΓΙΑΝΝΗΣ ΓΑΛΑΤΗΣ – Εκδόσεις ΛΙΒΑΝΗΣ

 

“Σαν να παίρνεις χάρη από την ηλεκτρική καρέκλα”

Λίγα πράγματα υπάρχουν στη ζωή που είναι τόσο ευχάριστα όσο το σκασιαρχείο. Το να σηκώνεσαι νωρίς το πρωί, με το φρικτό φορτίο του σχολείου να κρέμεται πάνω από το κεφάλι σου και να ξεκινάς γι’ αυτό, γνωρίζοντας ότι θα φας στη μάπα πέντε ώρες βλακώδους κι οδυνηρού κενού που σου νεκρώνει την ψυχή, κι έπειτα ν’ αποφασίζεις ξαφνικά μαζί μ’ ένα φίλο ότι δεν πρόκειται να πάτε κι ότι αντίθετα θα πάτε ν’ αγοράσετε εισιτήρια για τον αγώνα των Ντότζερς ή ότι θα πάτε στη Νέα Υόρκη για πρωινό στο Ότοματ και μετά θα πάτε στο Πάραμαουντ για ν’ ακούσετε την ορχήστρα του Τσάρλι Μπάρνετ και να δείτε την καινούρια ταινία του Τζον Γουέιν. Θέλω να πω ότι είναι σαν να παίρνεις χάρη από την ηλεκτρική καρέκλα.

από το βιβλίο του ERIC LAX «ΓΟΥΝΤΙ ΑΛΛΕΝ – Η ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ ΜΙΑΣ ΙΔΙΟΦΥΙΑΣ»
μετάφραση ΓΙΑΝΝΗΣ ΓΑΛΑΤΗΣ – Εκδόσεις ΛΙΒΑΝΗΣ

 

“Η αναγνώριση του έργου του” 

Ένας φίλος του, που γνώριζε τη μεγαλοφυΐα του Πόε, άρχισε να εκδίδει ένα εβδομαδιαίο μεγάλο περιοδικό, το «Μπρόντγουεϊ Τζόρναλ». Αμέσως, φυσικά, φώναξε τον Έντγκαρ κοντά του.
Ήταν μόλις είχε τελειώσει το «Κοράκι».
Ο Μπριγκ, ο διευθυντής, δεν άργησε να καταλάβει πως πρόκειται για ένα αθάνατο αριστούργημα. Άρχισε λοιπόν τη ρεκλάμα και τους πανηγυρικούς, για να κινήσει την περιέργεια των αναγνωστών του. Τέλος, το 1845, τυπώνει για πρώτη φορά το αριστούργημα εκείνο.
Και από τη μια μέρα ως την άλλη, ο Έντγκαρ Πόε δοξάζεται. Τέτοια είναι η επιτυχία του έργου αυτού, που η φήμη του Πόε ξεπερνά αμέσως τον Ατλαντικό και κινεί το ενδιαφέρον του πνευματικού κόσμου του Λονδίνου.
Στις 28 Φεβρουαρίου, ο Πόε κάνει μια διάλεξη όπου πήγε τόσος κόσμος, ώστε οι γυναίκες λιποθυμούν. Όλοι ζητούν τώρα την υπογραφή του Πόε, κι όλοι οι αναγνώστες του ποιητή κάνουν ουρά, για να τον δουν, καθώς θα βγει από την αίθουσα στο δρόμο.
Το περιοδικό του Μπριγκ ανεβαίνει κατά χιλιάδες.
Από παντού του ζητάνε συνεντεύξεις, και οι κυρίες των σαλονιών ξετρελαίνονται μαζί του. Λαβαίνει γράμματα ερωτικά από τις ωραιότερες γυναίκες της Νέας Υόρκης.
Και επειδή γράφει και τη θεατρική κριτική, ο κόσμος του θεάτρου τον κολακεύει.
Αλλά ο σύζυγος της Βιργινίας δεν φαίνεται να είναι και πολύ ερωτιάρης. Ο Έντγκαρ  Πόε ξέρει μόνο ν’ αγαπά με πάθος. Κι έπειτα να πίνει με πάθος. Οι ελαφροί και περαστικοί έρωτες δεν τον πολυτραβάνε, ούτε ταιριάζουν στην παράφορη ιδιοσυγκρασία του. Αντί να το ρίξει στο γλέντι, πάλι ξαναρχίζει να πίνει… Να πίνει μάλιστα όσο ποτέ άλλοτε. 

Κι όμως εκείνη τη χρονιά (1845), ο Έντγκαρ Πόε εργάστηκε όσο ποτέ άλλοτε. Αλλά ο χαρακτήρας του είχε γίνει ανυπόφορος. Η κούραση της υπερβολικής εργασίας, και μαζί το ξενύχτι και το πιοτό, είχαν τελείως ξεχαρβαλώσει το νευρικό σύστημά του!… Θύμωνε στα καλά καθούμενα. Παντού έβλεπε εχθρούς, τάχα πως ήθελαν να κλέψουν τα χειρόγραφά του ή τις ιδέες του. Ακόμα και με τον Μπριγκ, τον αγαπημένο φίλο του, τα χάλασε. 

ΛΙΛΙΚΑ ΝΑΚΟΥ «ΠΟΤΕ ΠΙΑ» Εκδόσεις ΠΑΠΥΡΟΣ

  

Ο Μυριβήλης για την αγάπη και τον έρωτα: 

Η αγάπη είναι μια ορμητική διάθεση να κάνεις ευτυχισμένο κείνον που αγαπάς, με έξοδά σου. Στην ανάγκη, με θυσία και με ταπείνωση.

“Η ΔΑΣΚΑΛΑ ΜΕ ΤΑ ΧΡΥΣΑ ΜΑΤΙΑ” Εκδόσεις ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΣΤΙΑΣ

 

Η αγάπη είναι προσφορά, δεν είναι κατοχή.

“Η ΔΑΣΚΑΛΑ ΜΕ ΤΑ ΧΡΥΣΑ ΜΑΤΙΑ”

 

Είναι αγάπη που αρπά σα θεριό και ξεσκίζει, κι είναι πάλι αγάπη που δίνεται.

“Η ΔΑΣΚΑΛΑ ΜΕ ΤΑ ΧΡΥΣΑ ΜΑΤΙΑ”

 

Η Όχτρα είναι οργανωμένη, πειθαρχημένη, πάνοπλη. Η Αγάπη είναι ανοργάνωτη, ξεθυμαίνει σε αισθηματισμούς, σε θρησκευτικούς εξορκισμούς. Τώρα ποιος θα οργανώσει, ποιος θ’ αρματώσει, θα κάμει σεβαστή την Αγάπη; Ο Χριστός το καταπιάστηκε με το καλό και δεν κατάφερε σπουδαία πράματα. Όμως πάλι αν γίνει με το στανιό, τότε παύει νάναι Αγάπη. Δεν καταλαβαίνω.

“Η ΖΩΗ ΕΝ ΤΑΦΩ”

 

Έρωτας θα πει μονομαχία δύο κυττάρων. Ποιο να φάει, ν’ αφομοιώσει το άλλο. Καμιά συνεννόηση δε χωρεί ανάμεσα στο νικητή και στο νικημένον άλλη, απ’ την υποταγή. Αυτό που λέμε συνεννόηση είναι μια σχετική έννοια, που είναι συνθεμένη από εκκεχειρίες, δειλίες και υποχωρήσεις.

“Η ΔΑΣΚΑΛΑ ΜΕ ΤΑ ΧΡΥΣΑ ΜΑΤΙΑ”

   

 

Χαραλάμπης Σταματόπουλος: ο πατέρας του Μυριβήλη (Ι) 

Το πρώτο λογοτεχνικό, να πούμε, κείμενο, που διάβασε μικρός, στα δέκα του χρόνια, ο Μυριβήλης, με αληθινό χτυποκάρδι, ήταν τα προς τη μητέρα του ερωτικά γράμματα του πατέρα του, που τα ξετρύπωσε απ’ την καρυδένια κασέλα, «όλα όπως γράφει σε γαλάζιο ακριβό χαρτί δεμένα με μια βυσινιά ξεθωριασμένη κορδέλα. Κρατούσα και διάβαζα το πρώτο, όλο σε ρίμες γραμμένο και πάνω κάτω δυο άσπρα περιστεράκια να φιλιούνται». Τότε του γεννήθηκε και η διάθεση να συνθέσει και να διηγηθεί στον πατέρα του μια καταπληχτική ιστορία, μια φαντασία μεγάλη και κάμποσο τρομαχτική.(…)
Ο πρώτος λοιπόν που μύησε το μεγάλο κατοπινό συγγραφέα στη λογοτεχνία ήταν αυτός ο απλός και αισθηματικότατος πατέρας.
Στα χρόνια της ακμής του ο Χαραλάμπης Σταματόπουλος πρωτοστάτησε σαν πατριώτης με τον Σπ. Αναγνώστου και άλλους Σκαμνιώτες. Τους τραβήξανε οι Τούρκοι σ’ ένα φοβερό βάραθρο έξω απ’ το χωριό για να τους σκοτώσουν. Σωθήκανε από τύχη. Οι αγώνες, ο πατριωτισμός του πατέρα του και του δασκάλου του αναφτέρωσε τα εφηβικά χρόνια του Μυριβήλη και τον έφερε εθελοντή στους απελευθερωτικούς πολέμους του 1912-13. Είναι χαρακτηριστικό αλλά και απόλυτα σωστό, όπως εξακρίβωσα απ’ τη στοματική επιτόπια παράδοση, αυτά που γράφει ο Μυριβήλης στη «Ζωή εν τάφω» για τον πατέρα του ότι «κέρασε όλο τον κόσμο στου Σαράντου τον καφενέ, στα ’12, σαν έφυγα απ’ το σκολειό και πήγα εθελοντής στους Βαλκανικούς. Τούγραφα απ’ το νοσοκομείο της Σαλονίκης, πως έχω μια λαβωματιά βουργάρικη στο πόδι. Τον έπιασαν τα κλάματα και φώναξε στον καφετζή, σκουπίζοντας τα μάτια του, με το μεγάλο μαβί μαντήλι: Πούσι! Τσέρασι ούλου τουν καφινέ για του πιδίμ που λαβώθ’ τσι…».

ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΑΛΕΤΑΣ «Ο ΜΥΡΙΒΗΛΗΣ ΤΗΣ ΜΥΤΙΛΗΝΗΣ»
ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ τ. 1033, 1/7/1970

 

Χαραλάμπης Σταματόπουλος: ο πατέρας του Μυριβήλη (ΙΙ) 

Με τις μικρές του δυνάμεις ο Χαραλάμπης Σταματόπουλος και με τις τρεις κόρες, δεν μπόρεσε να βοηθήσει πιο πέρα απ’ το γυμνάσιο, στις σπουδές του τον πρωτότοκο γιο του. Όταν τον είδε να θριαμβεύει σαν δημοσιογράφος και λογοτέχνης, σήκωσε ψηλά τα μάτια του και προσκύνησε, γιατί ως τότε τον θεωρούσε χαμένο. Κυνηγούσε, κυριολεκτικά ρουφούσε στο καφενείο του χωριού τα χρονογραφήματά του μόλις ερχόταν το ταχυδρομείο. Κι όταν του μιλούσαν γι’ αυτά με θαυμασμό οι συγχωριανοί του, γελούσε με ικανοποίηση και πρόσθετε: «Είδες! είδες! πού πάει και τα βρίσκει το παλιόπαιδο!… και όλα τα καταστρώνει τόσο όμορφα!…» Ένα ήταν στην αρχή το παράπονό του. Ότι άλλαξε το όνομά του. Είδε όμως γρήγορα πως το ψευδώνυμο αντιπροσώπευε καλύτερα το πραγματικό του όνομα κι όταν, καθώς περνούσε καβάλα στο γαϊδουράκι, σε μια παρέα περαστικών απ’ τα πλησιόχωρα σφύριξε ένας τους: «Παιδιά, ο πατέρας του Μυριβήλη…» ο γέρος ντράπηκε για τη δόξα του κι έδωσε μια βιτσιά στο γαϊδουράκι του και χάθηκε μέσα στις ροδοδάφνες και τις αλυγαριές της ρεματιάς, ενώ τον παρακολουθούσαν με θαυμασμό τα βλέμματα των περαστικών. Κι όταν στα 1915 παρουσιάστηκε με επιτροπή συγχωριανών του στο Βενιζέλο, ο Χαραλάμπης Σταματόπουλος συστήθηκε ως πατέρας του Μυριβήλη, και ο Βενιζέλος χάρηκε: «Α! του είπε, πολύ τον εκτιμώ τον Μυριβήλη, είναι δύναμις, είναι νέος με μέλλον. Να σας ζήσει…»

ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΑΛΕΤΑΣ «Ο ΜΥΡΙΒΗΛΗΣ ΤΗΣ ΜΥΤΙΛΗΝΗΣ»
ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ τ. 1033, 1/7/1970

 

Ο Μυριβήλης εθελοντής 

Η κήρυξη του πολέμου του 1912 βρήκε το Μυριβήλη να μάχεται για το ψωμί του και για τη μόρφωσή του στην Αθήνα. Στο αδιέξοδο εκείνο κηρύχνεται ο πόλεμος. Ο Βενιζέλος πρωτοστατεί. Η Αθήνα δονείται. Ο Μυριβήλης είναι ασυγκράτητος. Γυρίζει στα γραφεία των εφημερίδων, παίρνει τις νυκτερινές ειδήσεις, τις μεταδίδει μ’ ενθουσιασμό στους Μυτιληνιούς συμφοιτητές του, αγορεύει σαν Τυρταίος, και όλοι μαζί αποφασίζουν να καταταγούν ως εθελοντές, πολεμώντας για την πατρίδα και την ελευθερία. Η Στρατολογία όμως δεν του δέχεται γιατί είναι Τούρκοι υπήκοοι! «Να πολεμήσουμε, φώναξε ο Μυριβήλης με αγανάκτηση, για να γίνουμε κι εμείς Έλληνες υπήκοοι και να μπορούμε να υπηρετούμε την πατρίδα». Το ζήτημα μόνο ο πρωθυπουργός μπορούσε να το λύσει. «Συνεπαρμένοι, γράφει στο ίδιο βιβλίο του για τον Παλαμά, από ενθουσιασμό, εμείς της Φοιτητικής Συντροφιάς, πήγαμε στο Βενιζέλο και τον παρακαλέσαμε να μας δεχτεί το κράτος εθελοντές. Ήμασταν Τούρκοι υπήκοοι ακόμα, και δεν επιτρεπόταν η στρατολόγηση ξένων υπηκόων. Ο Βενιζέλος μας άκουσε και έκανε το γνωστό διάταγμα, που έφερε απ’ όλα τα υπόδουλα μέρη και από το εξωτερικό, χιλιάδες εθελοντές. 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΑΛΕΤΑΣ «Ο ΜΥΡΙΒΗΛΗΣ ΤΗΣ ΜΥΤΙΛΗΝΗΣ»
άρθρο στη ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, τ. 1033

 

“Η Μυτιλήνη δεν είναι χωριό στην Ήπειρο”

Σ’ ένα θαυμάσιο κομμάτι της σειράς «Παλιά τεφτέρια» (8/11/1914) ο Μυριβήλης διηγείται, πως όταν έμαθε στην Κοζάνη την απελευθέρωση του νησιού του, πούλησε το ρολόγι του για να κάνει εορταστικό τραπέζι στους συμπολεμιστές του. Ώρες, λέγει, χρειάστηκαν, για να πιστέψει την απίστευτη είδηση. «Ο κατάλογος που κρατούσα έπεσε απ’ τα χέρια μου και τα γόνατά μου έτρεμαν. Ήταν ένα πράγμα που δεν είχα τολμήσει να το σκεφτώ έως τώρα…». Οι απλοϊκοί φαντάροι με τους οποίους μοιράστηκε τη μεγαλύτερη χαρά της ζωής του, δεν ήξεραν τι είναι και πού βρίσκεται η Μυτιλήνη. Υποθέτανε πως θα είναι κανένα χωριό της Ήπειρος. «Τότε διηγείται τους πήρα και πήγαμε στην πρώτη ταβέρνα. Εκεί τους διηγήθηκα πως η Μυτιλήνη δεν είναι χωριό στην Ήπειρο, μόνο είναι ένα μεγάλο, μεγάλο νησί, καταπράσινο, το πιο όμορφο νησί του κόσμου, το πιο αγαπημένο απ’ όλα τα νησιά. Και τώρα ήτανε ελεύτερο, ελεύτερο, ελεύτερο!…» 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΑΛΕΤΑΣ «Ο ΜΥΡΙΒΗΛΗΣ ΤΗΣ ΜΥΤΙΛΗΝΗΣ»
άρθρο στη ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, τ. 1033

 

Ο πόλεμος, τι να κάνει; Είναι έτσι το φυσικό του. Νάναι φοβερός και άτιμος. Εμείς όμως; Εμείς που τον κάνουμε επάγγελμα και εμπόριο και διαφήμιση; Που τον τραγουδάμε, που βάζουμε το Θεόν να τον πατρονάρει; Εμείς που τον δικαιώνουμε για παράγοντα της ζωής;       

“Η ΔΑΣΚΑΛΑ ΜΕ ΤΑ ΧΡΥΣΑ ΜΑΤΙΑ”  

 

Η πιο πικρή αρρώστια της ψυχής είναι η αμφιβολία

“Η ΖΩΗ ΕΝ ΤΑΦΩ”

  

Για την Ελλάδα. Τ’ είναι τούτη η λέξη που κάνει τα σπλάχνα να σπαρταρούν;

“Η ΖΩΗ ΕΝ ΤΑΦΩ”

  

Ο Νάνος Βαλαωρίτης για τον Σεφέρη:

– Με τον Σεφέρη είχατε στενή σχέση, έτσι δεν είναι;
– Πολύ, ναι. Ημουν και ο πρώτος μεταφραστής του. Και η τότε επιτυχία του ήταν έκπληξη για τους Αγγλους. Δεν ξέρανε ότι είχαμε ποίηση. Νόμιζαν ότι είμαστε ψαράδες, βοσκοί και χαρτοκλέφτες. Μέχρι που εμφανίζεται ένας ποιητής αντάξιος του Ελιοτ και ο Ελιοτ τον επαινεί με πολλή φινέτσα. Ο Σεφέρης κέρδισε τους κριτικούς, κέρδισε το Νομπέλ και μετά χάθηκε, γιατί οι ξένες λογοτεχνίες είναι αδίστακτες. Θέλουν διαρκώς κάτι νέο. Το ίδιο συνέβη και με τον Ελύτη. Αν δεν αποκτήσει κάποιος τη φήμη του Κάφκα ή του Καβάφη, θα μείνει ένα θολό πρόσωπο, μισοβυθισμένο στην ιδιαιτερότητα της μικρής περιφερειακής λογοτεχνίας. Οι μικρές λογοτεχνίες εξαρτώνται από τους μεταφραστές. Οι μεταφραστές και οι νεοελληνιστές έχουν τις δικές τους αντιλήψεις για την ελληνική λογοτεχνία και οι περισσότερες είναι ξώφαλτσες. Γράφουν ιστορίες της λογοτεχνίας και δεν ξέρουν τη λογοτεχνία.

απόσπασμα από συνέντευξη του ΝΑΝΟΥ ΒΑΛΑΩΡΙΤΗ στην ΟΛΓΑ ΣΕΛΛΑ
ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 17/1/2010

 

«Για ποια πυρκαγιά μιλάς;»

Το πούλμαν αναχωρεί από τον Τσεσμέ με τελικό προορισμό τη Σμύρνη. Η τουρκάλα ξεναγός μας λέει σε σπαστά ελληνικά: «Καλώς ορίσατε στα χώματά σας, καλώς ορίσατε στους τόπους των προγόνων σας». Λίγη ώρα μετά κάνουμε στάση στα Βουρλά.
Εδώ κάποτε ζούσαν 35.000 Ελληνες, λέει η ξεναγός, αλλά εγκατέλειψαν την περιοχή έπειτα από μια μεγάλη πυρκαγιά. Εδώ μεγάλωσε ο Γιώργος Σεφέρης. Από κείνη τη… «φωτιά» γλίτωσε το σπίτι του μεγάλου έλληνα ποιητή και το καφενείο που ήταν το στέκι του. Το σπίτι του έγινε «Ξενοδοχείο Γ. Σεφέρη» και ο Μουσταφά κρατάει το στέκι του ανοιχτό. Ζεστό τσάι, καφές και τσιγάρο. Φεύγουμε και η ξεναγός συνεχίζει να μιλάει για τη μεγάλη «πυρκαγιά». Ενας ηλικιωμένος τη διακόπτει… «Σφαγή έγινε, κοπέλα μου, για ποια πυρκαγιά μιλάς τόση ώρα;»

απόσπασμα από το άρθρο της ΓΕΩΡΓΙΑΣ ΛΙΝΑΡΔΟΥ «ΑΥΤΟΙ ΟΙ ΑΓΝΩΣΤΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ»
εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 25/12/2009

 

Για το Άσμα Ασμάτων, σε μετάφραση Σεφέρη και εικονογράφηση Τάσσου:

Πότε γράφτηκε το «Ασμα Ασμάτων»; Σημειώνει στον πρόλογό του ο Σεφέρης: «… η εποχή της συναρμολόγησης του ποιήματος πρέπει να είναι ο Δ’ π.Χ. αιώνας. Τότε ένας Ιεροσολυμίτης συντάκτης με εμμονή την ανάμνηση του Σολομών ενσωμάτωσε διάφορα ιουδαϊκά κομμάτια με στοιχεία από το Μοάβ ή και από τη Συρία σ’ αυτό το σύνολο, όπου είναι αισθητές και οι ελληνικές επιρροές».
Γράφτηκε σε εβραϊκή -αραμαΐζουσα (σημιτική) γλώσσα και μεταφράστηκε στην ελληνιστική από τους «Εβδομήκοντα», μια επιτροπή από Ιουδαίους ελληνιστές.
Προσθέτει ο Σεφέρης:
«Δεν νομίζω πως χρειάζεται, ούτε είναι δουλειά μου, να επιβαρύνω αυτό το σημείωμα με περισσότερες φιλολογικές λεπτομέρειες. Μόνο θα έπρεπε να προσθέσω πως το Ασμα, μολονότι ξεκίνησε από την ποιμενική Αφροδίτη και υμνεί με πάθος εξαιρετικά έντονο τον ερωτικό πόθο και τη λαχτάρα του αποχωρισμένου από τον αγαπημένο του, μολονότι δεν μνημονεύει διόλου τη σχέση του ανθρώπου με το Θεό, βρήκε ωστόσο -όχι χωρίς συζητήσεις είναι αλήθεια- μια θέση στον Κανόνα της Παλαιάς Διαθήκης».
Το «Ασμα» είναι ένα γαμήλιο τραγούδι, που βλάστησε σ’ έναν ποιμενικό λαό, τον λαό της Παλαιστίνης. Τα δε πρόσωπα που πρωταγωνιστούν είναι η Νύφη, ο Αντρας και ο Χορός από γυναίκες ή και άντρες. Μερικοί στίχοι:
«Να με φιλήσει»…
«Η Νύφη: Να με φιλήσει με τα φιλιά του στόματός του! / Η αγκάλη σου είναι πιο καλή από το κρασί / κι η ευωδιά των μύρων σου απ’ όλα τα αρώματα / μύρο χυμένο τ’ όνομά σου / γι’ αυτό σ’ αγαπούν οι κοπέλες. / Πάρε με, τρέχουμε πίσω σου! (…) Ο Αντρας: Ομορφη που είσαι αγαπημένη, / όμορφη που είσαι. / Τα μάτια σου είναι περιστέρια». «Η Νύφη: Ομορφος που είσαι αγαπημένε, / πόσο μεστός. Η κοίτη μας είναι φυλλωσιά».
Ως βουκολικό ποίημα το «Ασμα Ασμάτων» περιέχει εικόνες που θα ξένιζαν μια κοπέλα των ημερών μας, αν άκουγε τον αγαπημένο της να παρομοιάζει τα μαλλιά της με «…κοπάδι γίδια / που ροβολούν απ’ το Γαλαάδ», τα δόντια της «… προβατίνες κουρεμένες / που ανέβηκαν απ’ το λουτρό», ενώ τα βυζιά της «δυο νεβροί/ δίδυμοι της ζαρκάδας/ που βόσκουν μες στα κρίνα».
Ακολουθούν ωστόσο στίχοι που αντέχουν σε όλους τους καιρούς: «Η αγκάλη σου είναι πιο καλή από το κρασί/ κι η ευωδία των μύρων σου απ’ όλα τα αρώματα./ Μέλι στάζει απ’ τα χείλη σου νύφη/ μέλι και γάλα κάτω από τη γλώσσα σου/ κι η ευωδιά της φορεσιάς σου σαν την ευωδιά του Λιβάνου».

απόσπασμα από το άρθρο του ΔΗΜΗΤΡΗ ΓΚΙΩΝΗ «ΑΣΜΑ ΑΣΜΑΤΩΝ, ΤΟ ΥΠΕΡΟΧΟ»
εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 2/1/2010

  

«Οι παρηκμασμένες εποχές βρίσκουν την έκφρασή τους σε παρηκμασμένους εκπροσώπους»
Γ. Σεφέρης
Σε αυτή την έξοχη ρήση του Σεφέρη, νομίζω συμπυκνώνεται και εντοπίζεται το μέγα πρόβλημα του τόπου, που κατά τη γνώμη μου έχει να κάνει με τη διατάραξη της αισθητικής μας ισορροπίας, που συμπαρασύρει όλες τις άλλες, και σημαίνει ανατροπή όλου του ιεραρχημένου κώδικα αξιών.

απόσπασμα από άρθρο του ΗΛΙΑ ΑΝΔΡΙΟΠΟΥΛΟΥ «Η ΤΕΧΝΗ ΤΗΣ ΠΑΡΑΚΜΗΣ ΚΑΙ Η ΠΡΩΤΟΠΟΡΙΑ»
εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 7/9/2009

 

«Διάκειται εχθρικώς»

Γνωρίζαμε ότι ο Γ. Σεφέρης είχε κάνει τη γνωστή του δήλωση, γνωρίζαμε τη σχέση του με προοδευτικούς διανοούμενους, γνωρίζαμε τη συμμετοχή του στον τόμο «Δεκαοκτώ κείμενα». Αλλά δεν γνωρίζαμε ότι το χουντικό υπουργείο Εξωτερικών είχε αποφασίσει να μην ανανεώσει τα διπλωματικά διαβατήρια του ζεύγους Σεφέρη και να αφαιρέσει από τον ποιητή τον τίτλο του «πρέσβεως επί τιμή». Κατάφερε να πάρει κανονικό διαβατήριο, λίγο αργότερα, και να ταξιδέψει στο Παρίσι για λόγους υγείας. Πάντως, στο υπουργείο Εξωτερικών είχε ήδη σχηματιστεί φάκελος με τα εξής στοιχεία: «Προ της 1.4.67 ενεφορείτο υπό υγιών κοινωνικών φρονημάτων. (…) Είναι μεταξύ των συγγραφέων του ενταύθα και υπό τον τίτλον “Δεκαοχτώ Κείμενα”, κυκλοφορήσαντος Λογοτεχνικού Βιβλίου. Διάκειται εχθρικώς προς την Επανάστασιν». Στο μεταξύ, οι εφημερίδες που υποστήριζαν τη χούντα κατηγορούσαν τον Σεφέρη ότι «για χάρη του Νομπέλ είχε ξεπουλήσει το Κυπριακό και ότι ήταν συνοδοιπόρος του Μακαρίου που είχε εγκαταλείψει τον αγώνα για την Ενωση».

απόσπασμα από το άρθρο της ΟΛΓΑΣ ΣΕΛΛΑ «ΔΙΑΚΕΙΤΑΙ ΕΧΘΡΙΚΩΣ»
εφημερίδα «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ» 11/4/2009

 

Ο Μ. Θεοδωράκης μιλάει στον Γ. Λιάνη:

– Ο Ρίτσος μού είχε εξομολογηθεί ότι το θεωρούσε ιεροσυλία να έμπαιναν σε λαϊκά κέντρα ο «Επιτάφιος», τα «άγια των αγίων» του λαού μας.

«Ετσι είναι. Και νομίζω ότι το στοιχείο που απώθησε, τόσο τον Ρίτσο όσο και τον Σεφέρη, ήταν η φωνή του Μπιθικώτση και το μπουζούκι του Μανώλη Χιώτη. Τους ήταν αδιανόητο να βλέπουν την ποίησή τους ντυμένη με τα λαϊκά μουσικά ρούχα των τραγουδιών του Τσιτσάνη, που τα άκουγες τότε σε περιθωριακά μουσικά κέντρα προορισμένα για τους φτωχούς εργαζομένους των συνοικιών. Τότε το αφτί των αστών (ακόμη και των αριστερών διανοουμένων) είχε συνηθίσει να ακούει βιολιά, σαξόφωνα και άλλα “ευγενή” μουσικά όργανα. Τις δε φωνές τις ήθελε βελούδινες, απαλές, γλυκερές. Ευρωπαϊκές! Να όμως που το αφτί τελικά συνηθίζει, φθάνει να ξέρεις εσύ με ποιους τρόπους θα το οδηγήσεις να δεχθεί μελωδίες, φωνές και όργανα στην ουσία καθαρά ελληνικά. Το κύμα της αποδοχής του “Επιτάφιου” (και των υπόλοιπων έργων) υπήρξε τόσο πλατύ, βαθύ και ισχυρό, που παρέσυρε ακόμη και τους πιο επιφυλακτικούς, όπως ήταν λ.χ. ο Σεφέρης, που με παρακάλεσε να περάσουμε μια ολόκληρη νύχτα πηγαίνοντας από το ένα λαϊκό κέντρο στο άλλο, για να απολαμβάνει σαν μικρό παιδί το “Περιγιάλι”».

Απόσπασμα από συνέντευξη του ΜΙΚΗ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ στον ΓΙΩΡΓΟ ΛΙΑΝΗ
εφημερίδα «ΤΟ ΒΗΜΑ» 10/6/2009

 

«Κύριε, βοήθα να θυμόμαστε/ πώς έγινε τούτο το φονικό/ την αρπαγή, το δόλο, την ιδιοτέλεια,/ το στέγνωμα της αγάπης./ Κύριε, βοήθα να τα ξεριζώσουμε…», γράφει ο Γιώργος Σεφέρης στο ποίημά του «Σαλαμίς της Κύπρου».
Και δεν αναφέρεται στα δεινά που βρήκαν τη μεγαλόνησο, με τις μυκηναϊκές ρίζες, το 1974, αλλά σε προηγούμενα, καθώς δεν υπήρξε βάρβαρος ή μη που, στην τρισχιλιόχρονη Ιστορία της, να μην την ορέχτηκε: Ασσύριοι, Αιγύπτιοι, Πέρσες, Ρωμαίοι, Βυζαντινοί, Φράγκοι, Βενετσιάνοι, σταυροφόροι, Τούρκοι, Αγγλοι…

απόσπασμα από το άρθρο του ΔΗΜΗΤΡΗ ΓΚΙΩΝΗ «ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ Ο ΚΑΗΜΟΣ»
εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 13/6/2009

 

Ο Γιώργος Σεφέρης μού έμαθε ότι η ποίηση είναι το σπίτι της αλήθειας. Εγώ από τον Σεφέρη έμαθα γράμματα. Όχι στο σχολείο. Μετά, στην μεταπολεμική ποίηση είχα δασκάλους τον Σαχτούρη και τον Σινόπουλο. Αυτούς τους δύο κυρίως. Με την ευρύτερη έννοια, δασκάλους.

απόσπασμα από συνέντευξη του ΓΙΑΝΝΗ ΚΟΝΤΟΥ
εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ» 11/7/2009

 

Ο Σεφέρης ήταν αυτός που αναρωτιόταν στην Ελένη του «Τι είναι Θεός; Τι μη Θεός και τι τ’ ανάμεσό τους;».

απόσπασμα από το άρθρο του Γ. ΑΡΙΣΤΗΝΟΥ «ΠΕΡΙ ΘΡΗΣΚΕΙΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΔΕΙΝΩΝ»
εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 12/6/2009

 

Το 1827, όταν ήταν μόλις 18 ετών, ο Ε. Α. Πόου τύπωσε στη Βοστώνη την πρώτη του ποιητική συλλογή Ταμερλάνος και άλλα ποιήματα. Στο εξώφυλλο του μικρού αυτού βιβλίου των 50 σελίδων εφέρετο ως συγγραφέας «ένας Βοστωνέζος». Την Παρασκευή 4 Δεκεμβρίου ένα αντίτυπο της συλλογής αυτής βγήκε σε δημοπρασία στις ΗΠΑ από τον οίκο Christie΄s και πουλήθηκε για 662.000 δολάρια. (ΟΤαμερλάνοςέχει μεταφραστεί στη γλώσσα μας από τον Τ. Κ. Παπατσώνη.)

Ο Πόου πέθανε 40 ετών, στις 7 Οκτωβρίου 1849, στο Νοσοκομείο Washington College. Τέσσερις ημέρες νωρίτερα τον είχαν βρει πεσμένο σε δρόμο της Βαλτιμόρης να παραληρεί. Ηταν τύφλα στο μεθύσι και φορούσε δανεικά ρούχα. Τα χρήματα για να πιει τα είχε εξασφαλίσει πουλώντας την ψήφο του. Λέγεται ότι στο νοσοκομείο μέσα στο παραλήρημά του καλούσε τον Ρέινολντς, έναν από τους ήρωές του, να έλθει και να του σώσει τη ζωή.

Η συμπλήρωση 200 χρόνων από τη γέννησή του φέρνει ξανά στο προσκήνιο τα περιστατικά της τραγικής ζωής ενός ανθρώπου που έζησε μέσα στη φτώχεια και στον αλκοολισμό και που μετά τον θάνατό του ο θανάσιμος εχθρός του Ρούφους Γουίλμοτ Γκρίσγουολντ κατάφερε να γίνει ο εκδότης των έργων του και να τον δυσφημήσει μετά θάνατον σε απίστευτο βαθμό, χαρακτηρίζοντάς τον «μεθύστακα» και «παράφρονα τοξικομανή». Η «κατάρα» του Γκρίσγουολντ κυνηγά ακόμη και σήμερα το φάντασμα του συγγραφέα. Ακόμη και σπουδαίοι αγγλόφωνοι συγγραφείς αμφισβήτησαν την ιδιοφυΐα και την αξία του, από τον Εμερσον και τον Μαρκ Τουέιν ως τον Χάξλεϊ, τον Πάουντ και τον Τ. Σ. Ελιοτ. Ο Γκρίσγουολντ για να στηρίξει τους ισχυρισμούς του παρέθεσε επιστολές του Πόου, οι οποίες όμως αποδείχθηκε έπειτα από χρόνια ότι ήταν πλαστές. Το στίγμα ωστόσο έμεινε. Ο Πόου παρά ταύτα, πέραν του ότι και σήμερα παραμένει στη χώρα του εξαιρετικά δημοφιλής (όπως άλλωστε και σε όλον τον κόσμο), τις μεγάλες τιμές τις γνώρισε στην Ευρώπη, στην οποία έτυχε απείρως μεγαλύτερης φήμης και αναγνώρισης, κυρίως λόγω των εξαίρετων μεταφράσεων των ποιημάτων του από τον Μποντλέρ. Και στην Ελλάδα φυσικά, όπου έχει μεταφραστεί πάμπολλες φορές. Αρκεί μόνο να θυμίσουμε ότι ο Σεφέρης έγραψε πάνω στο Κοράκι το δικό του Raven. Ας σημειωθεί ότι για το ποίημα τούτο, ένα από τα διασημότερα στον κόσμο, ο Πόου έλαβε ως αμοιβή το ποσό των 9 δολαρίων!

απόσπασμα από το άρθρο του ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΒΙΣΤΩΝΙΤΗ: «Η ΚΑΤΑΡΑ ΚΑΙ Η ΔΟΞΑ ΤΟΥ ΠΟΟΥ»
εφημερίδα «ΤΟ ΒΗΜΑ» 25/12/2009

 

Ο γύρος της ζωής μου κράτησε λίγες μέρες. Πέρασε όπως περνά ο άνεμος της ερήμου. Όμως, όσο μου μένει έστω και μια ανάσα ζωής, υπάρχουν δύο μέρες για τις οποίες δεν θα ανησυχήσω ποτέ: για τη μέρα που δεν έχει ακόμη έρθει και για κείνη που έχει πια περάσει.

ΟΜΑΡ ΚΑΓΙΑΜ «ΡΟΥΜΠΑΓΙΑΤ»
από το βιβλίο του Gilbert Sinoue “Η ΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ”
Εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ μετάφραση ΡΕΒΕΚΚΑ ΠΕΣΣΑΧ

  

Η ζωή; Ένα παιδικό χαμόγελο ανάμεσα σε δύο δάκρυα.

ΜΠΕΝ ΓΚΟΥΡΝΟ
από το βιβλίο του Gilbert Sinoue “Η ΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ”
Εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ μετάφραση ΡΕΒΕΚΚΑ ΠΕΣΣΑΧ

 

Λες ότι ο έρωτας είναι αμαρτία; Λέω ότι είναι η αμαρτία που προτιμά ο Θεός.

ΙΜΠΝ ΧΑΣΜ «ΤΟ ΠΕΡΙΛΑΙΜΙΟ ΤΟΥ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙΟΥ»
από το βιβλίο του Gilbert Sinoue “Η ΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ”
Εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ  μετάφραση ΡΕΒΕΚΚΑ ΠΕΣΣΑΧ

 

Ένας τρελά ερωτευμένος, έρχεται και χτυπά την πόρτα της αγαπημένης του.
Εκείνη, πίσω από την πόρτα, ρωτά:
-Ποιος είναι;
Εκείνος απαντά:
-Εγώ είμαι!
Εκείνη λέει:
-Δεν υπάρχει χώρος για σένα και για μένα μέσα στο ίδιο σπίτι.
Έτσι λοιπόν εκείνος πηγαίνει να διαλογισθεί στην έρημο και, μερικά χρόνια αργότερα, ξανάρχεται και χτυπά την πόρτα της αγαπημένης του.
Εκείνη ρωτά:
-Ποιος είναι;
Εκείνος απαντά:
-Είμαι εσύ…
Και μόνο τότε ανοίγει η πόρτα.

ΑΛ – ΑΓΚΑΝΙ
από το βιβλίο του Gilbert Sinoue “Η ΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ”
Εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ μετάφραση ΡΕΒΕΚΚΑ ΠΕΣΣΑΧ

 

Έχουμε αρκετή θρησκεία για να μισούμε ο ένας τον άλλον, αλλά όχι αρκετή για να αγαπάμε ο ένας τον άλλον.

«ΧΙΛΙΕΣ ΚΑΙ ΜΙΑ ΝΥΧΤΕΣ»
από το βιβλίο του Gilbert Sinoue “Η ΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ”
Εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ μετάφραση ΡΕΒΕΚΚΑ ΠΕΣΣΑΧ

 

Ένας αυλικός συναντά ένα φιλόσοφο ο οποίος μάζευε χόρτα για να τα φάει, και του λέει:
-Αν έμπαινες στην υπηρεσία των βασιλιάδων, δε θα ήταν ανάγκη να τρως χόρτα!
Ο φιλόσοφος απαντά:
-Κι εσύ, αν έτρωγες χόρτα, δε θα είχες ανάγκη να υπηρετείς τους βασιλιάδες!

ΑΝΩΝΥΜΟ ΑΠΟΦΘΕΓΜΑ
από το βιβλίο του Gilbert Sinoue “Η ΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ”
Εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ μετάφραση ΡΕΒΕΚΚΑ ΠΕΣΣΑΧ

 

Ένας βασιλιάς έδωσε κάποτε διαταγή να εκτελεσθεί ένας αθώος. «Πολυχρονεμένε μου», λέει ο δυστυχής, «πρόσεξε μήπως η οργή σου βλάψει εσένα τον ίδιο!» «Τι θέλεις να πεις;» τον ρώτησε ο βασιλιάς. «Λέω ότι το μαρτύριό μου σ’ ένα λεπτό θα τελειώσει μαζί με μένα, ενώ το δικό σου θ’ αρχίσει τώρα και θα κρατήσει μέχρι το θάνατό σου».

ΣΑΑΝΤΙ «ΓΚΙΟΥΛΙΣΤΑΝ»
από το βιβλίο του Gilbert Sinoue “Η ΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ”
Εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ μετάφραση ΡΕΒΕΚΚΑ ΠΕΣΣΑΧ

 

Νωρίς το πρωί, ένας άνθρωπος έρχεται να παρουσιαστεί στο παλάτι του προφήτη Σολομώντα, με το πρόσωπο χλωμό και τα μάτια μελανιασμένα. Ο Σολομών τον ρωτά:
«Γιατί είσαι σ’ αυτή την κατάσταση;»
Και ο άνθρωπος του απαντά:
«Ο Αζραέλ, ο άγγελος του θανάτου, μου έριξε ένα περίεργο βλέμμα, γεμάτο οργή. Σε ικετεύω, διάταξε τον άνεμο να με μεταφέρει στην Ινδία για τη σωτηρία του κορμιού και της ψυχής μου!»
Ο Σολομών διέταξε τότε τον άνεμο να κάνει αυτό που του ζήτησε ο άνθρωπος. Και την επόμενη, ο προφήτης ρωτά τον Αζραέλ:
«Γιατί έριξες ένα βλέμμα τόσο περίεργο σ’ αυτόν τον άνθρωπο που είναι πιστός; Τον έκανες να φοβηθεί τόσο πολύ που εγκατέλειψε την πατρίδα του».
Ο Αζραέλ απάντησε: «Ερμήνευσε λάθος αυτό το βλέμμα. Δεν τον κοίταξα με οργή, αλλά με έκπληξη. Στην πραγματικότητα, ο Θεός με διέταξε να πάω να του πάρω τη ζωή στις Ινδίες και εγώ αναρωτήθηκα: «Πώς θα μπορούσε, χωρίς να έχει τουλάχιστον φτερά, να πάει στις Ινδίες;»

ΤΖΑΛΑΛ ΑΛ – ΝΤΙΝ ΡΟΥΜΙ «ΜΕΣΝΕΒΙ»
από το βιβλίο του Gilbert Sinoue “Η ΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ”
Εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ μετάφραση ΡΕΒΕΚΚΑ ΠΕΣΣΑΧ

 

Καλύτερα στην κόλασή σου παρά στον παράδεισο ενός άλλου.

ΣΟΥΦΙ ΑΝΣΑΡΙ
από το βιβλίο του Gilbert Sinoue “Η ΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ”
Εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ μετάφραση ΡΕΒΕΚΚΑ ΠΕΣΣΑΧ

 

Είσαι ο αφέντης της λέξης που δεν έχεις ακόμη προφέρει, αλλά γίνεσαι σκλάβος της λέξης που έχεις πει.

ΛΑΪΚΗ ΠΑΡΟΙΜΙΑ
από το βιβλίο του Gilbert Sinoue “Η ΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ”
Εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ μετάφραση ΡΕΒΕΚΚΑ ΠΕΣΣΑΧ

 

Δυο πράγματα μπορούν να μας βλάψουν: να σωπαίνεις όταν πρέπει να μιλάς. Να μιλάς όταν πρέπει να σωπαίνεις.

ΣΑΑΝΤΙ «ΓΚΙΟΥΛΙΣΤΑΝ»
από το βιβλίο του Gilbert Sinoue “Η ΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ”
Εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ μετάφραση ΡΕΒΕΚΚΑ ΠΕΣΣΑΧ

 

Όταν βλέπεις κάποιον να σου αποδίδει προτερήματα που δεν έχεις, μη φανταστείς ότι θα διστάσει να σε κατηγορήσει για ελαττώματα που δεν είχες ποτέ.

ΒΑΧΜΠ ΙΜΠΝ ΜΟΝΑΜΠΙΧ
από το βιβλίο του Gilbert Sinoue “Η ΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ”
Εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ μετάφραση ΡΕΒΕΚΚΑ ΠΕΣΣΑΧ

 

 

ατάκτως ερριμμένα IX

  

αρχική σελίδα

Advertisements

Αρέσει σε %d bloggers: