Μάνος Χατζιδάκις

Ποτέ δεν πρόκειται να τελειώσει η ανθρώπινη περιπέτεια αλλά και η ανθρώπινη ευπιστία. Πάντα ο άνθρωπος θα πιστεύει πως τα όνειρά του θα δικαιωθούν. Αλλά και πάντα θα αγνοεί πως ο ίδιος καταστρέφει τα όνειρά του με το να ξυπνά κάθε πρωί. Κάθε πρωί κι όχι για πάντα, μια και μόνη φορά.

ΜΑΝΟΣ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ «Ο ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΑΧΑΙΡΙ» Εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ

 

Ο Μίκης Θεοδωράκης θυμάται τη φιλία του με τον Μάνο Χατζιδάκι, στα 1945:

Συχνά γυρίζαμε μαζί στην Αθήνα. Το λεωφορείο, αυτή την ώρα, ήταν άδειο. Καθόμαστε στο πίσω κάθισμα και διηγιόταν ο ένας στον άλλον την τελευταία του μουσική σύνθεση. Με τη φαντασία μας μεταχειριζόμαστε μεγάλες ορχήστρες. «Το θέμα το παίρνουν έξι τρομπόνια», έλεγε αίφνης για κάποια φανταστική σύνθεση που ονειρευόταν εκείνο τον καιρό. «Και ξαφνικά επεμβαίνουν τρεις άρπες…» και ούτω καθεξής. Μετά το «Καλοκαίρι θα θερίσουμε», άρχισε να δουλεύει στο θέατρο. Του άρεσε τόσο πολύ, που μια φορά, στο Περοκέ, τον είδα να παίζει σαν κομπάρσος και να τρέχει στη σκηνή. Ακολούθησε τους «Ενωμένους Καλλιτέχνες» στην τουρνέ τους στην επαρχία. Στη Λάρισα, ένα μεσημέρι, μπήκαν οι σούρληδες στο θέατρο για να δείρουν τους κομμουνιστές καλλιτέχνες. Δε βρήκαν όμως παρά μόνο το Μάνο, που έπαιζε μόνος το πιάνο του. Έφαγε και το μερίδιο των άλλων και του σπάσανε και τα δόντια.

ΜΙΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ «ΟΙ ΔΡΟΜΟΙ ΤΟΥ ΑΡΧΑΓΓΕΛΟΥ» Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ

 
από το «Χαμόγελο της Τζοκόντας» (1965)

 

από μια συνέντευξη του Μ. Χατζιδάκι στη Μ. Ρεζάν:

Δε σας μελαγχολούν τα χρόνια που περνάνε;

Όχι, αν μου λέγατε να τα ξαναζήσω θα με μελαγχολούσε περισσότερο.

Σοβαρά;

Να αντιμετωπίσω τα ίδια λάθη και την ίδια άγνοια για μια ακόμη φορά; Δεν το θέλω.

Έχετε κάνει πολλά λάθη;

Φυσιολογικά, όπως κάθε άνθρωπος.

Είναι πράγματα που λέτε θα ήθελα να μην το είχα κάνει;

Όχι, ομολογώ ότι μ’ αρέσουν και τα λάθη μου. Δε μετανοώ ούτε για τα λάθη μου. Αλλά δε θα ΄θελα να τα ξανακάνω. Όπως δε μετανοώ για τις ωραίες στιγμές μου αλλά δε θα ήθελα να τις ξαναζώ. Με ενδιαφέρουν πολύ οι στιγμές που θέλω να ζήσω παρά αυτές που έζησα.

Οι άνθρωποι σας θεωρούνε -έτσι βάζουνε οι άνθρωποι ετικέτες- δεξιό. Σήμερα για εσάς τι σημαίνει δεξιός, αριστερός, κεντρώος; Πέστε μου τι σημαίνει;

Κοιτάχτε, αν εννοείτε δεξιός την ψυχολογία του χωροφύλακα, δεν την έχω. Είμαι φιλελεύθερος αστός. Η ιδιοσυγκρασία μου, η παιδεία μου… έχω πάρει μέρος στην αντίσταση, στο ΕΑΜ…

Είναι τέλος πάντων αλήθεια, ναι ή όχι, ότι ήσασταν στο ΕΑΜ, γιατί άλλοι λένε…

Ναι, ήμουνα όπως κάθε νέος άνθρωπος εκείνη την εποχή.
Ήταν μια εποχή που ο καθένας έδινε τη συμμετοχή του στον αγώνα εναντίον των Γερμανών. Αλλά δεν ήταν μόνο αυτό· εμείς οι νέοι, νομίζω, είχαμε και μία άλλη… ε… άλλα κίνητρα συγχρόνως. Ήταν η κλασική επανάσταση που κάνει ο νέος στο σπίτι του, αλλά βρίσκαμε μια νομιμοφάνεια για να την κάνουμε. Η αντίσταση ήταν μια νομιμοφανής ανταρσία απέναντι στο σπίτι μας. Το ξενύχτι αποκτούσε νομιμότητα, οι ερωτικές μας ιστορίες αποκτούσαν νομιμότητα, διότι όλα αυτά ήταν συνδεδεμένα με την αντίσταση. Ίσως δεν αρέσει στους ανθρώπους η υπενθύμιση αυτή. Σε όλους τους ανθρώπους αρέσει πάρα πολύ να είναι ηρωικοί. Εγώ πιστεύω πως δεν υπάρχει μόνο ηρωισμός. Υπάρχουν πάρα πολλά κίνητρα σε μία ηρωική πράξη. Πολλές φορές κανένας γίνεται ήρωας γιατί αγαπάει μια κοπέλα και μετά οι άλλοι διστάζουν να το συνδυάσουν με την αγάπη προς την κοπέλα και αφήνουν μονάχα τον ηρωισμό σκέτο. Λοιπόν η Αντίσταση και η επιτυχία του να μαζέψει όλη τη νεότητα στους κόλπους της εκείνη την εποχή, δεν ήταν απλώς συνδεδεμένη με την αντίσταση απέναντι στους Γερμανούς. Ήταν συνδεδεμένη και με την κλασική ανταρσία του νέου απέναντι στο σπίτι του. Και ένας από αυτούς τους νέους ήμουνα κι εγώ. 

από μια συνέντευξη του Μ. Χατζιδάκι στη Μ. Ρεζάν (1984)

.

για τη μουσική της ταινίας «America, America»:

Στην Αθήνα όταν τελειώνει το καλοκαίρι είναι γιορτή. Και η νύχτα είναι πιο όμορφη κι από την πιο όμορφη γυναίκα. Μια τέτοια νύχτα, πάνω σε μια ταράτσα με πολύ κόσμο που μίλαγε και τραγουδούσε, ο Καζάν μου φώναξε από μακριά: “Θέλεις να γράψεις τη μουσική για το America, America;”
Κείνη την ώρα ακριβώς, η Ακρόπολη, χρωματισμένη σαν γλυκό συνοικιακού ζαχαροπλαστείου από το Ήχος και Φως, με Δωρικές τρομπέτες και Ιωνικές συγχορδίες, ετρόμαξε κι αυτόν κι εμένα, ενώ μια τρομερή φωνή μας υπενθύμιζε πως πριν τρεις χιλιάδες χρόνια οι Αθάνατοι Έλληνες φτιάξανε τον Αθάνατο Παρθενώνα… και η Ακρόπολη άλλαζε χρώματα από την ντροπή της.
Τη στιγμή που είπα στον Καζάν ότι δέχομαι, η Ακρόπολη είχε γίνει “πράσινη” από το κακό της και οι κιθάρες άρχισαν να παίζουν γλυκανάλατα τα Παιδιά του Πειραιά.
Ακούγοντάς το ο Καζάν, μου φώναξε αγαναχτισμένα πως δε θέλει στη μουσική που θα του φτιάξω μπουζούκια ή οτιδήποτε που να θυμίζει την άλλη “αθάνατη” δημιουργία το Ποτέ την Κυριακή.
“Συμφωνώ”, του απάντησα.
Κι έτσι άρχισε το πρόβλημα. Τι όργανα θα έπρεπε να χρησιμοποιήσω στη μουσική του America, America.
Αυτά έγιναν το 1962.
Μια άλλη νύχτα, στη Νέα Υόρκη του Σεπτέμβρη το 1963, βρήκα επιτέλους πως θα ταίριαζε πολύ στις αντιδράσεις του Σταύρου -του ήρωα της ταινίας- ένα σαντούρι, που να κυριαρχεί πάνω σ’ όλα τα άλλα όργανα.
Τι είναι το σαντούρι; Μια μπαγκέτα που χτυπά δυνατά πάνω σε μια γυμνή χορδή. Κάτι σαν τσέμπαλο. Τουλάχιστον έτσι το θέλησα εγώ.
Έντεκα νύχτες, καθόλου όμορφες, στην Αθήνα του Νοέμβρη του ίδιου χρόνου, έγραψα μες σ’ ένα στούντιο τέσσερις ενότητες μουσικής για το America, America σύμφωνα με τα αρχικά μου σχέδια. Για το χωριό, για την πόλη, για την αστική οικογένεια των Σινίκογλου και για το βαπόρι που ταξιδεύει για την Αμερική.
Μια άλλη νύχτα, στις 26 Οκτωβρίου του 1963, επιστρέφοντας στη Νέα Υόρκη, χάνω τα αρχικά μου σχέδια με την τσάντα μου σ’ ένα ταξί. Μα ευτυχώς η μουσική μου είχε τελειώσει.
Και μια βροχερή νύχτα στο Figaro του Greenwich Village έγραψα αυτά τα λίγα λόγια, μαζί με την αγάπη μου για τον Καζάν και την ταινία του, που μου έδωσαν την ευκαιρία να γράψω αυτή τη μουσική.

Μάνος Χατζιδάκις, 1963
περιοδικό ΟΔΟΣ ΠΑΝΟΣ
ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ – ΜΑΡΤΙΟΣ 2004΄


«Ήρθε βοριάς, ήρθε νοτιάς» του Μάνου Χατζιδάκι
τραγουδούν: Μ. Χατζιδάκις, Η. Λιούγκος

.

γιατί ήταν με τη δεξιά:

Ενα βράδυ είχα αργήσει να πάω στο μεταμεσονύκτιο ραντεβού μας στο «Βυζάντιο», στην πλατεία Κολωνακίου. (Σημερινό Goody’s, πρώην «Ελληνικόν»). Ο Μάνος με επέπληξε: «Οι εκ παραδόσεως αρσενικοί φροντίζουν να είναι ακριβείς στα ραντεβού τους με τους φίλους τους». Αυτό το «εκ παραδόσεως» έκανα καιρό να το χωνέψω. Μου θύμιζε το «ως εκ δεισιδαίμονος φόβου» του Παπαδιαμάντη.
Μιαν άλλη φορά, στο ίδιο στέκι, παρόντος και του Γιώργου Μακρή που μόλις είχε υποδεχτεί τον Αλμπέρ Καμί στην Αθήνα (1955), τον ρώτησα γιατί ήταν με τη Δεξιά.
«Διότι», μου απαντά, «οι δεξιοί σού επιτρέπουν και να μην είσαι μαζί τους».
Μόνο στο Παρίσι το 1971 ανακάλυψα την επονίτικη καταγωγή του που δεν μιλούσε ποτέ γι’ αυτήν. Ενα βράδυ, σπίτι μου, συναντήθηκαν τυχαία με τον Δημήτρη Δεσποτίδη. «Γεια σου Πέτρο», του λέει ο Μάνος. «Δημήτρη τον λέν’» τον διορθώνω εγώ. «Εγώ τον ξέρω Πέτρο», επιμένει.
Γυρίζω και κοιτάζω τον Δημήτρη. Για να καταλάβω τι συμβαίνει. Χαμογελούσε με εκείνη τη σαρδόνια γλύκα του. Από την κουβέντα που κάναν μεταξύ τους κατάλαβα πως ήταν ο καθοδηγητής του στην ΕΠΟΝ. Με το ψευδώνυμο «Πέτρος». Κοιτούσε το στόμα του Μάνου επίμονα. Οι Χίτες το ’44 του είχαν σπάσει τα δόντια, μπροστά του, στο Παγκράτι.
Και ύστερα άρχισαν να μιλούν για το «βουνό» όπου βρεθήκαν οι δυο τους, καθοδηγητής και καθοδηγούμενος, μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας. Τότε (1971) κατάλαβα τι εννοούσε με εκείνη τη φράση του το ’55: «Οι δεξιοί σού επιτρέπουν και να μην είσαι μαζί τους».

ΒΑΣΙΛΗΣ ΒΑΣΙΛΙΚΟΣ
απόσπασμα από άρθρο του στην εφημερίδα “ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ” Σάββατο 13/6/2009

.

για το τραγούδι «Τα παιδιά του Πειραιά»:

Παρίσι 1961, αργά κάποια νύχτα. Τον συνάντησα όλως τυχαίως σ’ ένα καφενείο στα Ηλύσια. Είχε πάρει το Όσκαρ τραγουδιού, είχε γίνει διεθνώς γνωστός, οι μεγάλες δισκογραφικές εταιρείες του κόσμου τον ήθελαν δικό τους… Ήταν ολομόναχος, κάτι που δεν το συνήθιζε. Απόρησα και του είπα πως δεν θα ‘θελα να του χαλάσω τη μοναξιά. Απάντησε πως χάρηκε που βρέθηκα εκεί· “φτάνει η μοναξιά“. Κι αμέσως μετά άρχισε να μου εξομολογείται ότι “περνά τις χειρότερες μέρες της ζωής του… Ούτε Όσκαρ ήθελε, ούτε διεθνείς επιτυχίες, ούτε τίποτα… Τα περιφρονεί και τα μισεί όλα, του είναι ξένα, δεν είναι ο εαυτός του… Και αυτό το τραγούδι που χαλάει τον κόσμο, τον ενοχλεί“.
Θα πίστευα πως είναι μόνο ένα ξέσπασμα, μια κατάσταση κρίσης περαστικής εάν δεν ήταν μια ομολογία εκ βαθέων και έως δακρύων.
Αρκετά χρόνια αργότερα, στις Ηνωμένες Πολιτείες, η Μελίνα θριαμβεύει με το μιούζικαλ του Ντασσέν Ίλια ντάρλινγκ, με μουσική Μάνου Χατζιδάκι. Ήμουν κι εγώ εκεί. Μεγάλη παραγωγή του Μπρόντγουεϊ και του Χόλιγουντ, διευθυντές δισκογραφικών εταιρειών ζητούν να τον συναντήσουν. Αρνείται. Τελικά κλείνει ένα ραντεβού με τους πιο σημαντικούς. Το ραντεβού είναι για κάποιο πρωί στις 11. Ο Μάνος λέει στη μαμά του που την είχε μαζί, να τον ξυπνήσει στη μία. Όταν μετά του είπαν ότι είναι τρελός, πως με αυτό που έκανε αυτοκτόνησε για τον εκτός Ελλάδος μουσικό κόσμο, απάντησε με θεία γαλήνη και με το σοφό του χαμόγελο πως “ήταν ό,τι πιο σωστό και δημιουργικό είχε κάνει ως τότε στη ζωή του”.

ΙΑΚΩΒΟΣ ΚΑΜΠΑΝΕΛΛΗΣ
εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, 17/6/2004
από το βιβλίο “ΜΑΝΟΣ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ – ψηφίδες μνήμης”
ΟΡΧΗΣΤΡΑ ΤΩΝ ΧΡΩΜΑΤΩΝ

 

ο εγωισμός των απελθόντων:

Παράδοση είναι ο εγωισμός των απελθόντων και η ενοχή, ο συμβιβασμός των επιζώντων. Η πνευματική και η ψυχική δουλεία, που αναστέλλει και απονεκρώνει τελικά τις φυσιολογικές μας λειτουργίες. Η Παράδοση επιβάλλει την πλήρη υποταγή μας στους νεκρούς – κι έτσι μας καθιστά ακίνδυνους για αλλαγές, τομές, γι’ απελευθέρωση. Γι’ αυτό και η παράδοση βολεύει τους κρατούντες. Σ’ όλα τα κράτη τ’ ανελεύθερα, χορεύουν ξώφρενα τους εθνικούς χορούς των, που αποτελούν το βάθρο για περηφάνεια και γι’ ανελευθερία “εθνική”.
Πώς είναι δυνατό να χορεύεις ταγκό, και ν’ απαιτείς συγχρόνως να φύγει απ’ την κυβέρνηση ο στρατηγός Βιντέλλα. Αυτό είν’ αδύνατον. Γιατί ο Βιντέλλα είναι το ταγκό ο ίδιος. Με τα μαλλιά γιαλιστερά από μπριγιαντίνη, με την Παρθένο ανάγλυφη μες στη Μητρόπολη και με τα πόδια έτοιμα για τον χορό… Ένα δύο τρία τέσσερα κι ύστερα η φωνή του Κάρλος Γκαρντέλ. “Σιωπή μες στη νύχτα…”
Το ίδιο και στη Χιλή, στο Πακιστάν και στο Ιράν, στην Αλβανία και στην Κίνα, στο Μαρόκο, στη Λιβύη και στο Κουβέιτ, και σ’ άλλα μέρη ανατολικά ή της Νοτίου Αφρικής… Παντού χορεύουν εθνικούς χορούς, ιδρύουν ωδεία παραδοσιακής Μουσικής και ο αγαθός δικτάτορας σκύβοντας δέχεται λατρευτικά λουλούδια από νεολαίους, καταφανώς συγκινημένος. Τουλάχιστο στη χώρα μας, μονάχα στην ποιότητα την εκλεκτή του γιαουρτιού επιβάλλεται να γράφουνε τη λέξη: παραδοσιακό. Και το γιαούρτι αυτό πραγματικά είναι εξαιρετικό. Κι όσο για τους χορούς…
Σαν ξαναβρήκα μέσα μου την Κρήτη, μ’ εντυπωσίασε που οι νέοι της χορεύανε τη νύχτα κρητικούς χορούς, κι όχι ξενόφερτους, ντυμένοι γαμπριάτικα και μασουλώντας τσίχλα. Το βρήκα τούτο εξαίσιο και φωτεινό παράδειγμα για την απάνω χώρα. Μα όσο τόβλεπα, τόσο και περισσότερο γινόμουν σκεφτικός και άρχιζα να ξεχωρίζω κάποιον κίνδυνο. Τον κίνδυνο του γραφικού. Αυτόν, που μας παρουσιάζει εύκολα, προκλητικά με το ιδιόμορφο πρόσωπό μας, χωρίς νάχουμε μάθει, στο μεταξύ, να ζούμε άνετα και φυσικά την καταγωγή μας.
Γιατί η παράδοση έχει αξία μονάχα όταν δεν στηρίζεται στην αναπαράσταση, αλλά στην καθημερινή και δίχως επιτήδευση ζωή μας. Όταν δηλαδή το κληροδότημα χρησιμοποιείται φυσικά, και δίχως την ανάγκη επεξήγησης. Τότε μονάχα οφείλει να υπάρχει. Διαφορετικά, θάναι καλό να εξαφανιστεί μέσα στον Χρόνο, κι ας έχουμε πιο δεύτερες συνήθειες αποκτήσει. Γιατί η ποιότητα της κληρονομιάς ανήκει στη ζωντανή ύλη που περιέχουμε, κι όχι στο ήθος ή στο ύφος αλλοτινών καιρών.
Να λοιπόν γιατί τα γκρεμισμένα δεν πρέπει να τα κλαίμε. Και να γιατί θα πρέπει να επιλέγουμε αυτά που συνυπάρχουνε και ζουν μαζί με μας και τον καιρό μας, κι όχι αυτά που υπήρξαν κάποτε με τους δικούς μας. Και μες από τις άπειρες και διαφορετικές επιλογές, ίσως βρεθεί το αληθινό μας εκμαγείο, που θα προσφέρει στους απόγονους σαφήνεια, μέτρο και περισυλλογή. Κι αυτό είναι χρέος υπέρτατο και προπατορικό.

ΜΑΝΟΣ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ
Ολίγα τινά περί παραδόσεως εθνικής, λαϊκής και μη (20/5/1979)
από το βιβλίο “ΤΑ ΣΧΟΛΙΑ ΤΟΥ ΤΡΙΤΟΥ”
Εκδόσεις ΕΞΑΝΤΑΣ


New York Rock & Roll Ensemble (Manos Hadjidakis)- Dedication

 

 

φτιάξε ελεύθερους ανθρώπους:

Τους νέους μας πώς τους βλέπετε; Μετά την μεταπολίτευση είχατε πολεμήσει τη στυγνή κομματικοποίηση των νέων. Τώρα, ποια είναι η κατάσταση; Τι έχει αλλάξει, πώς τους κρίνετε;

Τώρα βλέπεις μιαν άλλη, εξίσου άσχημη κατάσταση: η… μη πολιτικοποίηση. Αδιαφορία. Κι αυτό δε μ’ αρέσει επίσης καθόλου. Είναι άθλιο. Ένας νέος  που δεν μετέχει στα κοινά είναι ανάξιος να λέγεται νέος. Δεν μπορεί ένας νέος να εξαντλείται στα ερωτικά του ενδιαφέροντα, στα χορευτικά και στην… ιδεολογία του Ολυμπιακού! Η νεολαία σήμερα απέχει από τα κοινά κι αυτό θα δημιουργήσει πολίτες αδιάφορους. Και πολίτες αδιάφοροι ανοίγουν τις πόρτες σε δεινά. Πιστεύω  πως μια κυβέρνηση που θα προκύψει μελλοντικά, πρέπει να φροντίσει ώστε να τοποθετήσει ανάμεσα στους νέους τις έννοιες της ελευθερίας και της αξιοπρέπειας. Ώστε όλα τα σκοταδιστικά στοιχεία, οποθενδήποτε προερχόμενα, να αντιμετωπίζουν την αντίδραση της υγιούς νεολαίας. Μόνο έτσι θα είμαστε ήσυχοι ότι ο τόπος θα προχωρήσει σωστά. Φτιάξε ελεύθερους ανθρώπους για να έχεις ελεύθερο χώρο.

ΜΑΝΟΣ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ
από συνέντευξή του στον Βασίλη Αγγελικόπουλο
εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ, 23/7/1989
από το βιβλίο του Β. Αγγελικόπουλου “ΦΑΡΟΣ ΣΤΗ ΣΙΩΠΗ”
Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ

 

θα τον πληγώσω εγώ!:

Μιλώντας πάντα για το Τζάμπορι και την πλημμυρισμένη από προσκοπικές στολές Αθήνα αυτών των ημερών. Σε κατάστημα πωλήσεων δίσκων της οδού Καραγεώργη της Σερβίας οι πελάτες ήταν προχθές σε μια στιγμή – τι άλλο – πρόσκοποι. Και ερχόντουσαν από πολύ μακριά. Από τη Μαγαδασκάρη. Δύο χαριτωμένα παιδιά που με πολλή συστολή ζήτησαν να αγοράσουν δίσκους ελληνικής μουσικής.
Η πωλήτρια τους υπέδειξε, μεταξύ άλλων, τα “Παιδιά του Πειραιά” αλλά οι μικροί δεν δέχθηκαν. “Αυτόν τον ξέρουμε καλά. Τον έχουμε και στην πατρίδα μας”, είπαν. Υπερηφάνεια η ελληνίδα πωλήτρια για λογαριασμό της ελληνικής μουσικής. Έκδηλη υπερηφάνεια και σε έναν κύριο, που καθότανε στο βάθος του μαγαζιού αμίλητος παρακολουθώντας ασκαρδαμυκτί όσα λεγόντουσαν. Η συζήτηση συνεχίζεται. Και η διαλογή των δίσκων. Τέλος οι μικροί από τη Μαγαδασκάρη βρήκαν αυτό που ήθελαν. Ένα μεγάλο δίσκο με πολλά τραγούδια του Χατζιδάκι.
-Πόσο κάνει;
-200 δραχμές.
-Δεν έχουμε τόσα λεπτά – 200 δραχμές. Είναι βλέπετε πολλά λεφτά για ένα προσκοπάκι, είπαν. Μας κάνετε τη χάρη να τον ακούσουμε λίγο τουλάχιστον, προσέθεσαν, ντροπαλά.
Πριν η πωλήτρια απαντήσει, βεβαίως καταφατικά, μια φωνή ακούστηκε από το βάθος του μαγαζιού.
-Δώσε το δίσκο στα παιδιά, Καίτη. Θα τον πληρώσω εγώ. (Είπε μάλιστα θα τον “πληγώσω” εγώ. Γιατί ξέχασα να πω πως ο κύριος δεν έλεγε το ρο και -αν ενδιαφέρει κανέναν- ήταν αρκετά ευτραφής και φορούσε ένα ριχτό πουκάμισο.
Η προσφορά μεταφράστηκε στους δύο νέους.
-Γιατί να μας τον χαρίσει ο κύριος; Όχι δεν θέλουμε. Είναι τόσο πλούσιος; Μήπως είναι ο Ωνάσης ρώτησαν με παιδική αφέλεια.
-Ο Ωνάσης όχι. Αλλά ο Μάνος Χατζιδάκις. Που αναγκάσθηκε ο δυστυχής, αφού έγινε η γνωριμία, να κάτσει δυο ολόκληρες ώρες μέσα στο μαγαζί, υπογράφοντας αυτόγραφα για τους δύο προσκόπους της Μαγαδασκάρης, τους συγγενείς τους, τους φίλους τους… και τα 25.000 μέλη της προσκοπικής αδελφότητος της μακρινής νήσου.
“Αυτό το αυτόγραφο”, είπαν τα παιδιά, είναι το ωραιότερο δώρο που μπορούμε να φέρουμε στους δικούς μας επιστρέφοντας στη Μαγαδασκάρη”. Μπράβο Μάνο!…

ΜΑΡΙΑ ΡΕΖΑΝ
από άρθρο της στην εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ
4/8/1963

 

 

Γαρύφαλλο στ’ αυτί:

Ο Αλέκος Σακελλάριος θυμάται πώς ο Μάνος Χατζιδάκις έγραψε το “Γαρύφαλλο στ’ αυτί”:

Αισθάνομαι ότι ο Μάνος Χατζιδάκις είχε γεννηθεί για να μαγεύει και να ταξιδεύει τους άλλους με τη μουσική του. Και τα κατάφερε. Ήταν ο μοναδικός που χάραξε μια δική του πορεία και δεν λοξοδρόμησε, δεν παρασύρθηκε από τις εκάστοτε μόδες, αλλά έμεινε σταθερός στις ακλόνητες αξίες του. Θυμάμαι γύρω στα 1955 όταν γύριζα τη “Λατέρνα, φτώχεια και φιλότιμο” είχα γράψει το “Γαρύφαλλο στ’ αυτί” και ο Μάνος, ενώ το είχε πάρει πολλές μέρες πριν, δεν το είχε μελοποιήσει.
Τότε έγραφε συγχρόνως και για το θέατρο μουσική στο έργο “Μήδεια”. Καταλαβαίνετε πως το “Γαρύφαλλο” θα ‘ρχόταν σε δεύτερη, για να μην πω σε πέμπτη, μοίρα. Όμως ο Φίνος τον πίεζε.
-Μάνο, τελειώνουμε την ταινία και το τραγούδι δεν το έχουμε.
-Εντάξει, Φιλοποίμην, του απάντησε. Παίρνω ταξί και στο φέρνω. Το ‘χω έτοιμο!
Έτσι κι έγινε. Ο Μάνος πήρε ταξί, για να το φέρει, όμως το τραγούδι δεν το είχε ετοιμάσει. Το έγραψε μέσα στο ταξί που ερχόταν για το στούντιο. Έτσι γράφτηκε το “Γαρύφαλλο στ’ αυτί”, που έκανε τεράστια επιτυχία, τόσο στην ταινία όσο και στη δισκογραφία.
Αυτό το τραγούδι ήταν και το πρώτο του Μάνου που γυρίστηκε σε δίσκο. Από κει κι έπειτα κάναμε μαζί πολλά τραγούδια και όλα μεγάλες επιτυχίες.

ΑΛΕΚΟΣ ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΣ
απόσπασμα από το βιβλίο του ΜΑΚΗ ΔΕΛΑΠΟΡΤΑ “ΑΛΕΚΟΣ ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΣ – ΤΟ ΤΑΛΕΝΤΟ ΒΓΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ”
από άρθρο του ΠΑΝΟΥ ΓΕΡΑΜΑΝΗ στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, 21/11/2001
ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΚΟΥ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΛΑΜΠΡΑΚΗ

 

 

Το καλοκαίρι του 1967 στη Νέα Υόρκη, ο Μάνος Χατζιδάκις έγραψε ένα ποιητικό ημερολόγιο με τίτλο “ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΚΑΙ ΣΧΟΛΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΠΟΥ ΥΠΑΡΧΕΙ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΠΟΥ ΦΕΥΓΕΙ, ΟΠΩΣ ΦΕΥΓΕΙ”, αποσπάσματα του οποίου δημοσιεύτηκαν από τον Φώτη Απέργη στην εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ στις 14/6/2009:

Η μοναξιά, ο θάνατος, μπορούν συχνά να έχουν μια ερωτική απόχρωση στην ποιητική παλέτα του Χατζιδάκι.
Διαβάζει: «Απέθανε από ηλίασιν ισπανός ποδηλατιστής».

Και σχολιάζει:

Ο Βαλεντίν Ουριόνα είκοσι επτά ετών
εις των καλυτέρων της Ισπανίας ποδηλατιστών
τον ηράσθη ο Ηλιος
και τον απήγαγεν
εν μεσημβρία!

Και φυσικά, ο έρωτας είναι για κείνον ελεύθερος από καθωσπρεπισμούς:
«Ο Καζανόβας ήταν ψεύτης» διαβάζει στο «Βήμα». Με τη διευκρίνιση: «Ισπανός ακαδημαϊκός αμφισβητεί τα ερωτικά του κατορθώματα όπως περιγράφονται στα “Απομνημονεύματά” του».

Και απαντά:

Λάθος – δεν ήτο ψεύτης
υπήρξεν πράγματι μεγάλος
γιατί η μεγάλη ηδονή
προέρχεται από κείνο που ποθείς
και διόλου απ’ ό,τι πραγματοποιείς
Κι αυτός – δίχως καμμίαν αμφιβολία
πολύ επόθησεν.
Γι’ αυτό και δεν τον αναφέρει η ιστορία
από αντιζηλία, απλώς
κι από ανόητη ηθική.

Αλλοτε πληροφορείται ότι η ινδική κυβέρνηση «απεφάσισε να υιοθετήση ένα πρωτότυπο όσο και επληκτικό μέτρο (για να μειώσει τη γεννητικότητα): να δώση σε κάθε άντρα και σε κάθε γυναίκα από ένα τρανζίστορ φθάνει να δεχθούν να υποστούν στείρωση».
Και γράφει σκωπτικά:

Οι Ινδοί πρώτοι
καθιερώνουν
και δη – επισήμως
την πράξιν την ερωτικήν
δίχως προσχήματα
θρησκευτικά.
Επί τέλους ελευθερούται ο Ερως
από τας υποχρεώσεις που του επέβαλον
ξέναι θρησκείαι
και πλέον παρουσιάζεται
γυμνός-
ως εγεννήθη.

ΜΑΝΟΣ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ
αποσπάσματα από το άρθρο του ΦΩΤΗ ΑΠΕΡΓΗ:
“Σχόλια για τον κόσμο που φεύγει”
στην εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 14/6/2009

 

Δεν έχουμε πολιτισμό και η απόδειξη είναι ότι έχουμε υπουργείο Πολιτισμού.

Δεν νομίζω ότι κινδυνεύουμε ως Έλληνες, αλλά ως ελληνολάτρεις.

Πάντα μ’ απασχολούσε το γνωστό εμβατήριο “Η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει”. Έλεγα μέσα μου, εφόσον η Ελλάδα δεν πεθαίνει ποτέ, πάει να πει πως και ποτέ δεν θα αναστηθεί.

Δε μ’ αρέσει να παριστάνω τον πολύ Έλληνα. Θέλω να είμαι όσο είμαι. Καιρός είναι η έννοια Έλληνας να δώσει τη θέση της στην έννοια άνθρωπος. Και τότες πιστεύω πως θα συνδεθούμε με μια πιο βαθιά παράδοση που, κατά σύμπτωση, είναι κι αυτή γνησίως ελληνική.

Νιώθω Έλληνας αν αυτό σημαίνει Ευρωπαίος. Κι Ευρωπαίος, αν αυτό συμπεριλαμβάνει την ελληνικότητά μου.

Προτιμώ χίλιες φορές τις ανίσχυρες κυβερνήσεις από τις ισχυρές. Η Ιταλία, χάρη στις ανίσχυρες κυβερνήσεις της, μεταπολεμικά, χαμογελούσε συνεχώς και αναπτυσσότανε. Σε αντίθεση με μας, που μετά τον πόλεμο, αν και “νικητές”, δακρύσαμε πολλές φορές, κάτω από “σιδηρές πυγμές” κυβερνήσεων και… μείναμε υποανάπτυκτοι.

ΜΑΝΟΣ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ
αποσπάσματα από άρθρο για τον Χατζιδάκι
της Γ. ΣΥΚΚΑ στην εφημερίδα “Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ”, 23/10/2010

.

«όχι τους μισούς»

Η Μαρία Ρεζάν διηγείται το παρακάτω περιστατικό με τον Κωνσταντίνο Καραμανλή και τον Μάνο Χατζιδάκι: Μια μέρα που τρώγαμε με τον Καραμανλή άρχισε να μιλάει ο Μάνος και δε σταματούσε. Και για όλα έφταιγε το Ελληνικό Δημόσιο. Άκουγε ο Σερραίος, που του είχε μεγάλη αδυναμία, όπως και του Τάκη Χορν, αλλά κάποια στιγμή δεν άντεξε. Γύρισε και του είπε: «Αμάν, βρε Μάνο μου. Κοντεύεις να μου βγάλεις σκάρτους τους μισούς υπουργούς μου…» Ατάραχος ο Μάνος, συνεχίζοντας το φαγητό του, απάντησε: «Λάθος, κύγιε πγόεδγε. Όχι, τους μισούς. Όλους…»

ΜΑΡΙΑ ΡΕΖΑΝ «ΜΕ ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ …ΓΙΑ ΜΙΑ ΖΩΗ ΕΤΣΙ, ΧΩΡΙΣ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ» Εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ

Τρίτο Πρόγραμμα

Ο Δημήτρης Δανίκας γράφει για τη θητεία του Χατζιδάκι στο Τρίτο Πρόγραμμα:
“Ξέρετε ποια ήταν η πρώτη ενέργεια του “δεξιού” Μάνου; Να συσπειρώσει γύρω του καμιά δεκαριά νέους “αριστερούς” καλλιτέχνες. Πρωτοφανής συνύπαρξη.
Ο Μάνος μπροστά, από πίσω οι άλλοι. Έπαιρνε όλη την ομάδα πάνω του. Και το καταπληκτικό ήταν πως ο “δεξιός” ξεπερνούσε σε τολμηρότητες και σε ριζοσπαστικές θέσεις τους “αριστερούς”.
Τα καθημερινά του πεντάλεπτα σχόλια αποτελούσαν τον μόνιμο πονοκέφαλο του Υπουργείου Προεδρίας. Σχεδόν όλο το τιμ της κυβέρνησης της Ν.Δ. “άκουγε”, “μαγνητοφωνούσε”, σημείωνε και ανατρίχιαζε, ακούγοντας από το ραδιόφωνό “τους” αριστερούς ήχους. Ο έλεγχος είχε ξεφύγει από τα χέρια τους. Και η τολμηρότητα του Χατζιδάκι έφτανε σε τέτοιο σημείο, ώστε ν’ αποκαλεί το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΡΤ “ορνιθοτροφείο”.
(…)
Ελάχιστες φορές κάθισε (κυριολεκτικά) στον διευθυντικό του θώκο και όσες φορές παρενέβαινε ήταν για να προσφέρει μια ιδέα, μια νέα αντίληψη. Και τις περισσότερες, για να συμφωνήσει με τους “ερασιτέχνες” φίλους του, γελώντας με τις επινοήσεις τους, σαν μικρό παιδί.
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΔΑΝΙΚΑΣ, Τα Νέα, 16/6/1994
από το βιβλίο “ΜΑΝΟΣ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ – ψηφίδες μνήμης”


«Σωκράτης – Όρνιθες»

  

Μάνος Χατζιδάκις: είμαι γέννημα μιας εποχής

Μάνο Χατζιδάκι, ποιος είσαι; Μέσα από ποιες συνθήκες, μέσα από ποιο κλίμα βγήκες και ξεχώρισες κι έδωσες ένα έργο που λογαριάζεται σαν προικιό του τόπου μας;

Είναι λιγάκι δύσκολο, βέβαια, να μιλάω για μένα όταν με ξεχωρίζουν. Εν πάση περιπτώσει, εγώ είμαι γέννημα μιας εποχής, μάλλον είμαι ένας καθυστερημένος εκπρόσωπος της μουσικής, σε μια ομάδα ανθρώπων που ήδη είχαν δώσει ένα σημαντικό έργο και σφραγίσανε τον τόπο μας για μια μεγάλη περίοδο. Αυτοί οι άνθρωποι είναι ο Ελύτης, ο Σεφέρης, ο Γκάτσος, ο Χατζηκυριάκος – Γκίκας, ο Τσαρούχης, ο Πικιώνης, ο Μόραλης, ο Εμπειρίκος, ο Εγγονόπουλος. Σ’ αυτή την ομάδα ανήκω. Και αν μπορούσα να το πω, είμαι ο βενιαμίν και συγχρόνως ο μαθητής. Και εκπροσωπώ, βέβαια, τη μουσική. Που την εποχή εκείνη είχε μια τεράστια απόσταση από την ελληνική ποίηση, την ελληνική ζωγραφική, την αρχιτεκτονική.
Η μουσική ήταν εντελώς άσχετη με την ποίηση και με την ελληνική παιδεία. Τον καιρό εκείνο το όνομα του Σεφέρη δεν το ήξερε ουδείς μουσικός εν Ελλάδι! Οι αληθινά πρωτογενείς φυσιογνωμίες, όπως ο Σκαλκώτας, ζούσαν κάτω από μια τέτοια καταδίωξη, μέσα σε μια τέτοια απομόνωση, που δεν μπορούσαν να ενεργήσουν σαν προσωπικότητες του τόπου. Ο Σκαλκώτας… Γι’ αυτό πέθανε ο άνθρωπος. Δεν είναι τυχαίο. Ο δε Μητρόπουλος, που θα μπορούσε να είναι ακόμα και αρχηγός αυτών που προανέφερα, έλειπε στο εξωτερικό και πέθανε εξόριστος. Λοιπόν, οι ντόπιοι κάθε άλλο παρά ήταν του αναστήματος του Σεφέρη, του Μόραλη ή του Πικιώνη. Οι μουσικοί εννοώ.
Όσο για το Σεφέρη και τους άλλους, εκπροσωπούσαν τον ελληνικό χώρο μια πολύ κρίσιμη εποχή. Η Ελλάς είχε χάσει τον πόλεμο. Ο τόπος μας είχε ανάγκη να σκύψει στον εαυτό του. Όταν λέω είχε χάσει τον πόλεμο, θέλω να τονίσω ότι η Ελλάς είχε νικήσει κατ’ επιφάνειαν, αλλά είχε χάσει κατ’ ουσίαν. Δηλαδή, ονειρεύτηκε μια διαφορετική μετέπειτα τοποθέτηση των πραγμάτων και η πραγματικότητα την απογοήτευσε. Την απογοήτευσε ακόμα και στα πρόσωπα που την κυβερνούσαν. Ηχούσε το γκονγκ στο ραδιόφωνο και ακουγόταν μια φωνή που μιλούσε για τους από 3.000 ετών Έλληνες!
Ήρθαν, λοιπόν, όλοι αυτοί οι άνθρωποι, οι οποίοι ήσαν πάρα πολύ σημαντικοί, και σκύψανε στον κορμό του τόπου και ανακαλύψανε το στοιχείο εκείνο το χαρακτηριστικό που έδινε ταυτότητα στον τόπο, έξω απ’ αυτές τις αυθαίρετες συνδέσεις με το παρελθόν. Η ταυτότητα του τόπου, δηλαδή, δεν ήταν το ότι ήμασταν οι απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων, που είναι μια εντελώς αφελής και ηλίθια άποψη. Ήταν κάτι άλλο. Και το ‘φεραν στην επιφάνεια αυτοί οι άνθρωποι.
Έτσι ανακαλύψαμε το Αιγαίο, τον Θεόφιλο, τον Μακρυγιάννη, τον Καραγκιόζη – ό,τι θα μας έδινε μια ταυτότητα αληθινή. Αγνοώντας τα μεγαλεία, αυτά τα αυθαίρετα και αφελή μεγαλεία του επισήμου κράτους. Και αυτά τα στοιχεία, τα αληθινά, δημιουργούσαν τη νεότερη Ελλάδα. Μέσα σ’ αυτή την υπόθεση της ανευρέσεως της ταυτότητάς μας, ένας βενιαμίν, ένας μαθητής υπήρξα και του λόγου μου. Το αποτέλεσμα της δουλειάς μου είναι ακριβώς αυτό.

απόσπασμα από συνέντευξη που έδωσε ο Μάνος Χατζιδάκις στον Λευτέρη Παπαδόπουλο, εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, 27/3/1978
ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ “ΖΩ ΑΠΟ ΠΕΡΙΕΡΓΕΙΑ” Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ

 

Ο Νίκος Γκάτσος – ένας πολύ αυστηρός φίλος

Ο Μάνος Χατζιδάκις μιλάει για τη φιλία του με τον Νίκο Γκάτσο:

Ο Γκάτσος επηρέασε εμένα, όχι εγώ τον Γκάτσο. Εγώ ήμουν ο μαθητής. Είχα την τύχη να εισπράξω πολύτιμα μαθήματα, ιδίως σε μια περίοδο, μετά την απελευθέρωση, που οι συνομήλικοί του φίλοι έφυγαν στην Ευρώπη, και οι δικοί μου πάλι το ίδιο, και μείναμε οι δυο μας στο πατάρι του “Λουμίδη” ή του “Πικαντίλλυ” να μιλάμε. Ο Γκάτσος μπορεί να δέχτηκε πληροφορίες από μένα, αλλά όχι επιρροή. Και να σας πω μεταξύ των σπουδαίων μαθημάτων ένα παράδειγμα: όταν σε ηλικία εικοσιπέντε ετών έγραψα για την Μαρίκα Κοτοπούλη μουσική για την “Ορέστεια”, είχα κάνει και δυο θαυμάσια μέρη για τις “Χοηφόρες”, λόγω των οποίων απολάμβανα μεγάλο θρίαμβο εις τον κύκλο των ειδικών. Είχε επισημανθεί η σημασία τους, η δε Μαρίκα με λάτρευε εν ονόματι των δύο αυτών μεγάλων στιγμών. Όταν λοιπόν ήρθε και τ’ άκουσε ο Γκάτσος, γύρισε και μου έκανε ένα αυστηρότατο μάθημα: ότι αυτά είναι θαυμάσια, αλλά για τον Ευριπίδη κι όχι για τον Αισχύλο. Μου δίδαξε ποια είναι η διαφορά ανάμεσα στο ιερατικό στοιχείο του Αισχύλου – το οποίο αγνοούσα – και στο ύφος του Ευριπίδη, του πιο “σύγχρονου” από τους τρεις τραγικούς. Τότε μάλιστα, για να είμαι ειλικρινής, όπως κάθε μαθητής έτσι κι εγώ λιγάκι θύμωσα, διότι δεν ασπάστηκε τη “μεγαλοφυΐα” μου· αλλά βέβαια αυτό μου έδωσε αφορμή να σκεφτώ και να δω πόσο πράγματι είχε δίκιο και πόσο η δουλειά που είχα κάνει στηριζόταν σε άγνοια του αισχυλικού πνεύματος. Καταλαβαίνετε, ο Γκάτσος ήταν ένας πολύ αυστηρός φίλος. Μη κοιτάτε τώρα που γίναμε… συνομήλικοι πια – γιατί από μια ηλικία και πέρα, από τα πενήντα και πάνω, οι άνθρωποι γίνονται συνομήλικοι. Αλλά τον καιρό που εγώ ήμουν εικοσάρης – εικοσιπεντάρης, αυτός ήταν μεγάλος και μ’ έβλεπε σα νεαρό. Την εποχή εκείνη στο “Εθνικό Θέατρο” ήταν διευθυντής ο Γιώργος Θεοτοκάς, ο οποίος θαύμαζε πολύ το ταλέντο μου και μ’ άφηνε να κάνω ό,τι μου κάπνιζε. Στο “Όνειρο θερινής νύχτας” μάλιστα, εκτός από τη μουσική ήθελα να κάνω και τη χορογραφία. Ο Θεοτοκάς μου έδωσε να την κάνω. Με μάγεψε το ότι είδα στις αφίσες του “Εθνικού” όχι το: “Μουσική Μάνου Χατζιδάκι” – που το είχα συνηθίσει – αλλά: “Χορογραφίες Μάνου Χατζιδάκι”. Λοιπόν έγινε η πρεμιέρα, όλος ο κόσμος με κοίταζε σαν ένα παιδί θαύμα, σαν τον Σγούρο της εποχής, με συγχαίρανε, έρχεται και ο Γκάτσος πολύ αυστηρός και μου παρατηρεί μπροστά σε όλους: “Ελπίζω να σταματήσεις να κάνεις αυτές τις ανοησίες”. Ο Θεοτοκάς του λέει: “Μα Νίκο, πώς μιλάς έτσι στον Μάνο;”. “Ξέρω, ξέρω” λέει αυτός, μας χαιρέτησε κι έφυγε. Εγώ έμεινα αποσβολωμένος. Ενώ ζούσα έναν θρίαμβο, ξαφνικά έρχεται εκείνος και μου δίνει μια τεράστια ψυχρολουσία. Μια βδομάδα έκανα να μιλήσω μαζί του. Αλλά τελικά κατάλαβα ότι είχε δίκιο. Είχα μεθύσει από την επιτυχία μου σε όλα τα επίπεδα, και έκανα ανοησίες. Αυτά είναι χαρακτηριστικά ανεκδοτολογικά δείγματα. Είχα την ευκαιρία να μιλήσω πολλές φορές μαζί του για χιλιάδες θέματα και να μου μάθει να σκέπτομα ακριβά κι όχι εύκολα. Διότι έπρεπε ν’ ανταποκριθώ στη σκέψη του. Ο Γκάτσος γνωρίζει πολύ περισσότερα από όσα σου αφήνει να καταλάβεις όταν είσαι σε μια κατευθείαν συνομιλία μαζί του. Αυτό είναι ίδιον των σοφών ανθρώπων: δεν σου κάνουνε επίδειξη γνώσεων, σου λένε τ’ απαραίτητα, και σε σένα εναπόκειται ν’ αντιληφθείς ότι αυτά τ’ απαραίτητα εμπεριέχουν βαθύτατη γνώση, και δεν είναι απλώς μια στοιχειώδης έκφραση τυχαίων απόψεων.

ΜΑΝΟΣ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ “Ο Νίκος Γκάτσος – ένας πολύ αυστηρός φίλος”
από μια συνομιλία με τον Αντώνη Φωστιέρη και τον Θανάση Νιάρχο
περιοδικό Η ΛΕΞΗ τεύχος 52 – Φλεβάρης 1986

 

Η Μανουέλα Παυλίδου γράφει για τη σχέση της Μελίνας Μερκούρη με το Μάνο Χατζιδάκι.

Μελίνα Μερκούρη (1920-1994) – Μάνος Χατζιδάκις (1925-1994)

Όταν γνώρισα τη Μελίνα, στην Ελλάδα είχε έρθει η χούντα. Το σπίτι της στο Παρίσι γέμιζε από διανοουμένους, καλιτέχνες, αντιστασιακούς. Έκπληκτη έβλεπα τη Σιμόν Σινιορέ να τηλεφωνεί μόνη της στο ταξί για να έρθει να την πάρει, τον Μίκη να παίζει πιάνο, τον Μπριλάκη να κυκλοφορεί με τις πιτζάμες γιατί είχε γρίπη, τον Κούνδουρο να μπαινοβγαίνει, κι άλλους… κι άλλους.
Εντονότερα όμως την εποχή εκείνη θυμάμαι την αίσθηση της τσακωμένης με τον Μάνο Μελίνας. Ένας καβγάς που φάνταζε ιερός. Μια σχέση απίστευτα μεγάλη.
Η Μελίνα μιλούσε πολύ συχνά για τον Μάνο. Διηγόταν χιλιάδες ιστορίες, κλαίγοντας που πια δεν μιλιόντουσαν.
Έπεσε η χούντα και ένα μεσημέρι στου Φλόκα γνώρισα τον Χατζιδάκι. Εκεί μου αποκαλύφθηκε ο κόσμος της φιλίας της Μελίνας και του Μάνου. Μια μέρα, εκείνη πανευτυχής μου είπε να πάμε στου Φλόκα. «Μα δεν είστε τσακωμένοι;». «Τρελάθηκες;». Μάλλον εκείνη τρελάθηκε, σκέφτηκα. Σαν τους είδα όμως μαζί ξεδιπλώθηκε μπροστά μου μια σχέση τόσο πολύπλοκη, τόσο χαριτωμένη, τόσο γοητευτική, μια σχέση τόσο μεγάλη. Πειραζόντουσαν, αγγιζόντουσαν, οι κουβέντες εναλλάσονταν με την ταχύτητα που έχει το μπαλάκι του πινγκ πονγκ. Η Μελίνα συμπεριφερόταν ταυτόχρονα σαν κοριτσάκι, σαν έφηβος και σαν μοιραία γυναίκα, φιλάρεσκη τρομερά μπροστά στο Μάνο. Τα πάντα για να του αρέσει. Και ο Μάνος την ίδια συμπεριφορά είχε.
Όταν συνάντησα τον Μάνο στο σπίτι του, λίγο μετά το θάνατο της Μελίνας, συζητήσαμε βέβαια για εκείνη και για την παγκόσμια αίσθηση που έκανε ο θάνατός της. Διαφωνούσε με όλες αυτές τις ατέλειωτες και μεγαλόστομες καταθέσεις ανθρώπων για τη Μελίνα. «Εγώ αν θα μιλούσα θα έλεγα μόνο: Η Ελλάδα έχασε το ερωτικό της πρόσωπο». Ίσως η Ελλάδα να έχασε τώρα πια τα ερωτικά της πρόσωπα.
Από την εποχή του Φλόκα έζησα κι άλλους καβγάδες για ασήμαντες αφορμές και άλλες τόσες αγκαλιές.
Ο Μάνος θα έρθει το βράδυ για φαΐ. Πανικός στο σπίτι. Τι θα φάει, να του αρέσει, να μην είναι και παχυντικό κλπ., κλπ. Το φαΐ κρύωνε και ο Μάνος δεν ερχόταν. Η Μελίνα απειλούσε θεούς και δαίμονες. «Τελευταία φορά, δε θα του ξαναμιλήσω». Την επόμενη, την ώρα του βραδινού η πόρτα χτυπούσε. Ο Μάνος στην εξώπορτα με κοστούμι και λουλούδια. «Για σήμερα δεν ήταν;». Αγκαλιές, γέλια.

(…)

Μάνος – Μελίνα
(μια φωτογραφία από το Μάιο του 1993, λίγους μήνες πριν από το θάνατο και των δύο)

Η τελευταία φορά που συναντήθηκαν η Μελίνα και ο Μάνος ήταν την παραμονή της εγχείρησής της στη Νέα Υόρκη. Ήρθε με τον γιο του, τον Γιώργο, αργά στο δωμάτιο του Memorial. Η Μελίνα κι εγώ βλέπαμε μια ταινία στην τηλεόραση όταν φάνηκε στην πόρτα κρατώντας ένα μικρό γλαστράκι. Ήταν όμορφος, είχε αδυνατίσει και με περηφάνια μας έδειξε πόσο εύκολα καθόταν σταυροπόδι. Το δωμάτιο ήταν πολύ μικρό. Ο Γιώργος κι εγώ καθόμασταν στην πόρτα και τους παρακολουθούσαμε να μιλάνε, να γελάνε. Η Μελίνα πληροφόρησε τη νοσοκόμα που μπήκε κάποια στιγμή ότι ο κύριος που καθόταν πλάι της ήταν ο συνθέτης του «Never on Sunday». «Συγνώμη, Μάνο», του είπε σκανδαλιάρικα. Ο Μάνος εκνευριζόταν πάντα όταν τον ταύτιζαν με αυτό το τραγούδι. Και λίγο πριν φύγει, με τα χέρια τους πλεγμένα, τραγούδησαν το «Χάρτινο το φεγγαράκι» και ήταν η τελευταία φορά που τραγούδησε η Μελίνα. Για τον Μάνο δεν μπορώ να είμαι σίγουρη…

ΜΑΝΟΥΕΛΑ ΠΑΥΛΙΔΟΥ «ΤΑ ΕΡΩΤΙΚΑ ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ»
από το ένθετο της ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ «ΕΠΤΑ ΗΜΕΡΕΣ» (6/6/1999)


Η Μελίνα Μερκούρη τραγουδάει «Χάρτινο το φεγγαράκι»

Πηγές φωτογραφιών:

http://www.e-orfeas.gr/artists/10/1289-article1289.html

http://www.os3.gr/arhive_afieromata/gr_afieromata_melina_merkoyri.html

 

Μάνος Χατζιδάκις (1925-1994)

Ο Γ. Ζαμπέτας διηγείται στον Φ. Γερμανό ένα ανέκδοτο για τον Μ. Χατζιδάκι

Συνέντευξη του Μ. Χατζιδάκι στη Μαρία Ρεζάν (απόσπασμα 9΄35΄΄)

Μ. Χατζιδάκις και Μ. Μερκούρη συνομιλούν και διαφωνούν για το τραγούδι «Τα παιδιά του Πειραιά»

Η Αλέκα Παϊζη θυμάται τη συνεργασία της με τον Μ. Χατζιδάκι

Σελίδες από το ποιητικό ημερολόγιο που έγραψε το 1967 ο Μ. Χατζιδάκις

Μ. Χατζιδάκις: Το καταστάλαγμα του βίου μου (αυτοβιογραφικο κείμενο)

 

Αρχική σελίδα

 

 

Advertisements

Αρέσει σε %d bloggers: