Στράτης Μυριβήλης

Από τούτο τον κόσμο είμαι κι εγώ, γιε μου. Πατριωτάκια είμαστε βλέπεις.

“Η ΠΑΝΑΓΙΑ, Η ΓΟΡΓΟΝΑ” Εκδόσεις ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΣΤΙΑΣ

 

Στα νιάτα οι λέξες είναι γιομάτες από ψίχα, από χυμό και φωτιά. Κατόπι αδειάζουν λίγο – λίγο κι απομένουν κούφια τσόφλια. 

“Η ΖΩΗ ΕΝ ΤΑΦΩ” Εκδόσεις ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΣΤΙΑΣ

  

Στη “Ζωή εν τάφω” ο Στράτης Μυριβήλης γράφει για ένα συμπολεμιστή του που κοιμόταν φορώντας τα γυαλιά του:
Θυμήθηκα μια μέρα που τόνε βρήκα να κοιμάται με τα γυαλιά στη μύτη. Βρε συ, τούπα κουνώντας τον απ’ τον ώμο, βρε και στον ύπνο τα φοράς ακόμα; Ξύπνησε ξαφνιασμένος, άνοιξε τόσο δα τα παιδιάτικα μάτια του και μούκαμε με το αιώνιο χαμογέλιο του το καλοσυνάτο: Ναι, βέβαια. Για να βλέπω καθαρά τα ονείρατα.

“Η ΖΩΗ ΕΝ ΤΑΦΩ”

  

Ο Μυριβήλης για την αγάπη και τον έρωτα:

Η αγάπη είναι μια ορμητική διάθεση να κάνεις ευτυχισμένο κείνον που αγαπάς, με έξοδά σου. Στην ανάγκη, με θυσία και με ταπείνωση.

“Η ΔΑΣΚΑΛΑ ΜΕ ΤΑ ΧΡΥΣΑ ΜΑΤΙΑ” Εκδόσεις ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΣΤΙΑΣ

 

Η αγάπη είναι προσφορά, δεν είναι κατοχή.

“Η ΔΑΣΚΑΛΑ ΜΕ ΤΑ ΧΡΥΣΑ ΜΑΤΙΑ”

 

Είναι αγάπη που αρπά σα θεριό και ξεσκίζει, κι είναι πάλι αγάπη που δίνεται.

“Η ΔΑΣΚΑΛΑ ΜΕ ΤΑ ΧΡΥΣΑ ΜΑΤΙΑ”

 

Η Όχτρα είναι οργανωμένη, πειθαρχημένη, πάνοπλη. Η Αγάπη είναι ανοργάνωτη, ξεθυμαίνει σε αισθηματισμούς, σε θρησκευτικούς εξορκισμούς. Τώρα ποιος θα οργανώσει, ποιος θ’ αρματώσει, θα κάμει σεβαστή την Αγάπη; Ο Χριστός το καταπιάστηκε με το καλό και δεν κατάφερε σπουδαία πράματα. Όμως πάλι αν γίνει με το στανιό, τότε παύει νάναι Αγάπη. Δεν καταλαβαίνω.

“Η ΖΩΗ ΕΝ ΤΑΦΩ”

 

Έρωτας θα πει μονομαχία δύο κυττάρων. Ποιο να φάει, ν’ αφομοιώσει το άλλο. Καμιά συνεννόηση δε χωρεί ανάμεσα στο νικητή και στο νικημένον άλλη, απ’ την υποταγή. Αυτό που λέμε συνεννόηση είναι μια σχετική έννοια, που είναι συνθεμένη από εκκεχειρίες, δειλίες και υποχωρήσεις.

“Η ΔΑΣΚΑΛΑ ΜΕ ΤΑ ΧΡΥΣΑ ΜΑΤΙΑ”

 

Τι είναι λοιπόν ο έρωτας; (…) Είναι το κουκούτσι της ζωής. Η μυγδαλόψυχά της. Εκεί μέσα είναι κλεισμένες όλες οι δυνατότητες της αιωνιότητας της ζωής. Όλα τ’ άλλα είναι φλούδια και ζουμιά.

“ΤΟ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΤΕΤΑΡΤΟ” Εκδόσεις ΕΣΤΙΑ

  

“Ο πατέρας μου”

Τ’ αγαπούσε ο μακαρίτης ο πατέρας τα δέντρα. Τα δέντρα και τις ρίμες. Ώσπου πέθανε μου ‘γραφε στίχους της ξενιτιάς κάτω από τα καλλιγραφημένα γράμματά του, κι ώσπου πέθανε, φύτευε δέντρα, κλήματα και λουλούδια, παντού όπου λάχαινε. Όχι να πεις για συμφέρο, μόνο έτσι από μεράκι. Καρπερά θέλεις, στολιστικά θέλεις. Στα χωράφια μας, στους δρόμους του χωριού, στον αυλόγυρο της εκκλησιάς. Ακόμα έβαζε ρίμες μπροστά στις ξένες πόρτες, στις ξένες αυλές. Σαν έμαθα πως συχωρέθηκε, στοχαζόμουν πως γι’ αυτόν η πιο καλόδεχτη συνοδειά στο ξόδι θα του ήταν, αν γινότανε βολετό, να περπατήσουν και να πάνε να τον ξεπροβοδίσουν ως την Αγιά Σωτήρα όλα αυτά τα δεντρικά, που φύτεψε κι ανέστησε στη ζωή με τ’ άγια χέρια του. Σαν πήγα να προσκυνήσω στο μνήμα του, βρήκα μια παπαρουνιά να κοκκινολογά στο χώμα, γεμάτη κόμπους και λουλούδια. Έσκυψα να τη βγάλω, να την πάρω μαζί μου σε μια γλάστρα. Και την ίδια στιγμή το μετάδα, τράβηξα πίσω το χέρι. Μου φάνηκε πως το λουλούδι έφτανε ως στην καρδιά του. Φοβήθηκα πως άμα το τραβήξω από το χώμα θα δω να στάζουν αίματα οι σπασμένες ρίζες. (Ο Θεός που αγαπά τα δέντρα και τα λουλούδια σαν παιδιά του ας τον αναπάψει σε τόπο χλοερό).

“Ο ΒΑΣΙΛΗΣ Ο ΑΡΒΑΝΙΤΗΣ”

 

Χαραλάμπης Σταματόπουλος: ο πατέρας του Μυριβήλη (Ι)

Το πρώτο λογοτεχνικό, να πούμε, κείμενο, που διάβασε μικρός, στα δέκα του χρόνια, ο Μυριβήλης, με αληθινό χτυποκάρδι, ήταν τα προς τη μητέρα του ερωτικά γράμματα του πατέρα του, που τα ξετρύπωσε απ’ την καρυδένια κασέλα, «όλα όπως γράφει σε γαλάζιο ακριβό χαρτί δεμένα με μια βυσινιά ξεθωριασμένη κορδέλα. Κρατούσα και διάβαζα το πρώτο, όλο σε ρίμες γραμμένο και πάνω κάτω δυο άσπρα περιστεράκια να φιλιούνται». Τότε του γεννήθηκε και η διάθεση να συνθέσει και να διηγηθεί στον πατέρα του μια καταπληχτική ιστορία, μια φαντασία μεγάλη και κάμποσο τρομαχτική.(…)
Ο πρώτος λοιπόν που μύησε το μεγάλο κατοπινό συγγραφέα στη λογοτεχνία ήταν αυτός ο απλός και αισθηματικότατος πατέρας.
Στα χρόνια της ακμής του ο Χαραλάμπης Σταματόπουλος πρωτοστάτησε σαν πατριώτης με τον Σπ. Αναγνώστου και άλλους Σκαμνιώτες. Τους τραβήξανε οι Τούρκοι σ’ ένα φοβερό βάραθρο έξω απ’ το χωριό για να τους σκοτώσουν. Σωθήκανε από τύχη. Οι αγώνες, ο πατριωτισμός του πατέρα του και του δασκάλου του αναφτέρωσε τα εφηβικά χρόνια του Μυριβήλη και τον έφερε εθελοντή στους απελευθερωτικούς πολέμους του 1912-13. Είναι χαρακτηριστικό αλλά και απόλυτα σωστό, όπως εξακρίβωσα απ’ τη στοματική επιτόπια παράδοση, αυτά που γράφει ο Μυριβήλης στη «Ζωή εν τάφω» για τον πατέρα του ότι «κέρασε όλο τον κόσμο στου Σαράντου τον καφενέ, στα ’12, σαν έφυγα απ’ το σκολειό και πήγα εθελοντής στους Βαλκανικούς. Τούγραφα απ’ το νοσοκομείο της Σαλονίκης, πως έχω μια λαβωματιά βουργάρικη στο πόδι. Τον έπιασαν τα κλάματα και φώναξε στον καφετζή, σκουπίζοντας τα μάτια του, με το μεγάλο μαβί μαντήλι: Πούσι! Τσέρασι ούλου τουν καφινέ για του πιδίμ που λαβώθ’ τσι…».

ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΑΛΕΤΑΣ «Ο ΜΥΡΙΒΗΛΗΣ ΤΗΣ ΜΥΤΙΛΗΝΗΣ»
ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ τ. 1033, 1/7/1970

 

Χαραλάμπης Σταματόπουλος: ο πατέρας του Μυριβήλη (ΙΙ)

Με τις μικρές του δυνάμεις ο Χαραλάμπης Σταματόπουλος και με τις τρεις κόρες, δεν μπόρεσε να βοηθήσει πιο πέρα απ’ το γυμνάσιο, στις σπουδές του τον πρωτότοκο γιο του. Όταν τον είδε να θριαμβεύει σαν δημοσιογράφος και λογοτέχνης, σήκωσε ψηλά τα μάτια του και προσκύνησε, γιατί ως τότε τον θεωρούσε χαμένο. Κυνηγούσε, κυριολεκτικά ρουφούσε στο καφενείο του χωριού τα χρονογραφήματά του μόλις ερχόταν το ταχυδρομείο. Κι όταν του μιλούσαν γι’ αυτά με θαυμασμό οι συγχωριανοί του, γελούσε με ικανοποίηση και πρόσθετε: «Είδες! είδες! πού πάει και τα βρίσκει το παλιόπαιδο!… και όλα τα καταστρώνει τόσο όμορφα!…» Ένα ήταν στην αρχή το παράπονό του. Ότι άλλαξε το όνομά του. Είδε όμως γρήγορα πως το ψευδώνυμο αντιπροσώπευε καλύτερα το πραγματικό του όνομα κι όταν, καθώς περνούσε καβάλα στο γαϊδουράκι, σε μια παρέα περαστικών απ’ τα πλησιόχωρα σφύριξε ένας τους: «Παιδιά, ο πατέρας του Μυριβήλη…» ο γέρος ντράπηκε για τη δόξα του κι έδωσε μια βιτσιά στο γαϊδουράκι του και χάθηκε μέσα στις ροδοδάφνες και τις αλυγαριές της ρεματιάς, ενώ τον παρακολουθούσαν με θαυμασμό τα βλέμματα των περαστικών. Κι όταν στα 1915 παρουσιάστηκε με επιτροπή συγχωριανών του στο Βενιζέλο, ο Χαραλάμπης Σταματόπουλος συστήθηκε ως πατέρας του Μυριβήλη, και ο Βενιζέλος χάρηκε: «Α! του είπε, πολύ τον εκτιμώ τον Μυριβήλη, είναι δύναμις, είναι νέος με μέλλον. Να σας ζήσει…»

ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΑΛΕΤΑΣ «Ο ΜΥΡΙΒΗΛΗΣ ΤΗΣ ΜΥΤΙΛΗΝΗΣ»
ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ τ. 1033, 1/7/1970

 

Στράτης Μυριβήλης: Το ευτύχημα της αγραμματοσύνης του ελληνικού λαού

…Αν ύστερα από ένα αιώνα αντεθνικής εκπαίδευσης σώζεται ακόμα ακμαίο και δυνατό στις βιολογικές εκδηλώσεις του το ελληνικό έθνος, το χρωστάμε στο ευτύχημα της αγραμματοσύνης του ελληνικού λαού. Και εννοώ τον γνήσια αγράμματο λαό, που εξακολουθεί να μας απομένει ο μοναδικός θεματοφύλακας του εθνικού πολιτισμού, και να διατηρεί μέσα στη σοφή άγνοιά του όλα τα νήματα της φυλετικής μας συνέχειας. Αν αυτά τα εκατό χρόνια τα κατάφερναν οι δάσκαλοι να περάσουν από το ανθελληνικό τεζάχι τους όλα τα εκατομμύρια των ρωμιών, σήμερα δε θα υπήρχαμε πάνω στη γη σα φυλή με αυτοτελή φυσιογνωμία καταγωγής και πολιτισμού.
Το πανεπιστήμιο στάθηκε ο μεγάλος οχτρός της εθνικής ψυχής. Αυτό χτύπησε κατακέφαλα καθετί που ήταν η γνήσια και ατόφια κληρονομιά του γένους. Γλώσσα, ήθη και έθιμα, μουσική, χορούς, βιοτεχνία, λαϊκές τέχνες, παραδόσεις και θρύλους. Γιατί όλα αυτά τα καταδίωξε το πανεπιστήμιο με φανατισμό, με σύστημα και με πάθος, που ποτές, κανένας καταχτητής δεν τόφτασε, απ’ όσους μας τσαλαπάτησαν μέσα στην αιώνια Ιστορία μας. Από κει βγήκαν και σκόρπισαν σ’ όλες τις πολιτείες, σ’ όλα τα νησιά, στα χωριά και στα βουνά και στ’ ακρογιάλια της Ελλάδας, οι φοιτητές, οι γιατροί, οι δικηγόροι, οι υπουργοί της παιδείας, οι καθηγητές των γυμνασίων και οι δάσκαλοι των δημοτικών σχολειών, όλοι φανατισμένοι καταλυτές της ζωντανής Ελλάδας, όλοι κήρυκες της επιστροφής προς μιαν Αρχαίαν Ελλάδα – Βρυκόλακα, προς μιαν Αρχαίαν Ελλάδα – τάφο, προς μιαν Αρχαίαν Ελλάδα – Νεοελληνοφάγο. Καμιά κοροϊδία δεν ήταν αρκετή για τη γλώσσα, για τα φερσίματα, για τη ντυσιά, για τα τραγούδια, για τις παραδόσεις του αγράμματου γονιού, από μέρους του γιου του που τον έστειλε να σπουδάσει, και γύριζε από τη μια μεριά αρνητής και οχτρός κάθε παράδοσης και κάθε συνέχειας φυλετικής, κι από την άλλη οπλισμένος με το κύρος του σπουδαγμένου και με την επιβεβαίωση του τυπωμένου βιβλίου, που ακόμα πριν από λίγα χρόνια είχε το κύρος της Αγίας Γραφής, γιατί μόνο τα θρησκευτικά βιβλία έβλεπε τυπωμένα και τάκουγε στην εκκλησία ο ελληνικός λαός.
Το αρχαιόπληχτο πανεπιστήμιο όμως στάθηκε στο δρόμο του έθνους μόνο σαν άρνηση της ψυχικής ζωής. Στυλίτεψε, καταράστηκε, αφόρεσε τη γνήσια ελληνική ζωή, χτύπησε με μανιακή λύσσα όλες τις μορφές αυτής της ζωής σα μορφές βάρβαρες, όμως δεν είχε τι να προσφέρει σε αντάλλαγμα για τις αξίες που καταργούσε, έξω από μια παγωμένη γλώσσα, που έπαιζε τραμπάλα ανάμεσα στην αρχαία και τη νέα και παρίστανε την αττική γλώσσα. ..

ΣΤΡΑΤΗΣ ΜΥΡΙΒΗΛΗΣ, απόσπασμα από κείμενό του στο περιοδικό
ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ τ. 318, 15/3/1940

 

Ο Μυριβήλης για τον άνθρωπο:

Όσοι είναι οι ανθρώποι τόσω λογιών είναι και τα μεράκια που τους παιδεύουν.

“Η ΠΑΝΑΓΙΑ Η ΓΟΡΓΟΝΑ” 

 

Δεν είναι κακοί οι άνθρωποι, φτάνει να καταλάβει ο ένας τον άλλο.

“Η ΠΑΝΑΓΙΑ Η ΓΟΡΓΟΝΑ” 

 

Κανένας άνθρωπος δε γίνεται να ξεδιαλύνει ποτές ατός του το μυστήριο του εαυτού του.

“Η ΠΑΝΑΓΙΑ Η ΓΟΡΓΟΝΑ” 

 

Έτσι πλάστηκε από θεού ο άνθρωπος, να συνταιριάζεται με το κάθε τι, μα καλό είναι μα κακό. Αν δεν ήταν έτσι θα τρελαινόταν όλος ο κόσμος με τ’ ανεπάντεχα που τόνε βρίσκουν κάθε τόσο.

“Η ΠΑΝΑΓΙΑ Η ΓΟΡΓΟΝΑ” 

 

Φαίνεται πως είναι φυσικό στον άνθρωπο η λύπηση νάναι θεμελιωμένη πάνω στην υποταγή. Σαν αρχίσει και σηκώνει κεφάλι ο ευεργετημένος, γίνεται αντιπαθητικός.

“Η ΠΑΝΑΓΙΑ Η ΓΟΡΓΟΝΑ” 

 

Ο Μυριβήλης για την προσευχή:

Ω! Ας ήτανε Θεός στον ουρανό, μονάχα για ν’ ακούσει τούτη την προσευκή μου κ’ εγώ θα του συχωρνούσα όλες τις δυστυχίες που αφήνει να δέρνουν έτσι αλύπητα τους ανθρώπους.

“Η ΖΩΗ ΕΝ ΤΑΦΩ”

 

Κύριε, ικετεύω σε, λυπήσου τις αμαρτίες μου. Μη μου τις συγχωρέσεις, γιατί μέσα στη συγχώρεση είναι η λήθη.

“ΠΤΕΡΟΕΝΤΑ”

 

Δεν προσευχήθηκα ποτέ στις κρίσιμες ώρες της ζωής μου. Δεν αιστάνθηκα ποτέ την ανάγκη. Δεν μ’ αρέσουν οι μονόλογοι, προπάντων στις τραγωδίες.

“Η ΖΩΗ ΕΝ ΤΑΦΩ”

  

Σ. Μυριβήλης: η απορία του Φόρτη

Ο Θεός ήξερε χιλιάδες χρόνια πριν από τον Έντισον την ηλεχτρική λάμπα και το γραμμόφωνο, ήξερε ακόμα τις μάσκες με τα τεχνητά δόντια και τα σάντουιτς και τις αυτόματες μηχανές που σε σερβίρουν μ’ ένα σέντσι. Τώρα, γιατί άφησε τόσα χρόνια τον κόσμο να παιδεύεται με το λυχνοστάτη και με τη λάμπα του πετρελαίου που γεμίζει τα ρουθούνια καπνιές; Και σαν τ’ αποφάσισε να φανερώσει τα μυστικά του, γιατί τα φανέρωσε στους Αμερικάνους, που δε είναι καν ορθόδοξοι χριστιανοί; Ε, αυτό πάλι είναι άλλος λογαριασμός.

“Η ΠΑΝΑΓΙΑ Η ΓΟΡΓΟΝΑ”

 

Η λογική είναι το πιο αδύνατο μετερίζι μπροστά στις έξαλλες και ακατανίκητες ενέργειες της ψυχής και της φαντασίας.

“Η ΖΩΗ ΕΝ ΤΑΦΩ”   

 

Δεν είναι τίποτα που να μας φαίνεται πιο πιθανό απ’ αυτό που μας αρέσει να πιστεύουμε.  

“Η ΠΑΝΑΓΙΑ Η ΓΟΡΓΟΝΑ”  

 

Είναι θαυμάσιο πράμα, λοιπόν, η υγεία. Τόσο θαυμάσιο, ώστε δε σε ειδοποιεί καν όταν είναι κοντά σου. Σαν μας αφήσει μονάχα πληροφορούμαστε για την ύπαρξή της… αναδρομικώς. Δεν είναι παράξενο;  

“Η ΔΑΣΚΑΛΑ ΜΕ ΤΑ ΧΡΥΣΑ ΜΑΤΙΑ”   

 

Ο Μυριβήλης για τον πόλεμο:

Η ρόδα του Πολέμου. (…) Γυρίζει χωρίς να βιάζεται, απελπιστικά αργά. Έχει τη σίγουρη κι αδυσώπητη κίνηση των φυσικών νόμων. Είναι ένα τεράστιο ζο με δόντια σιδερένια, μασά με απάθεια τη σπαρταριστή ανθρώπινη σάρκα. Όλο φρέσκια, ανθισμένη σάρκα.

“Η ΖΩΗ ΕΝ ΤΑΦΩ”  

 

Αυτό είναι το μόνο καλό που αφήνει ο πόλεμος σε κείνους που του ξέφυγαν ζωντανοί κι ασακάτευτοι. Τους δίνει την καταξίωση της ζωής…  

“Η ΔΑΣΚΑΛΑ ΜΕ ΤΑ ΧΡΥΣΑ ΜΑΤΙΑ”  

 

Θάρθει, λέω, μια νύχτα που θάναι πια πολύ γριά η γης. Όλοι τούτοι οι άνθρωποι, πούναι να σαστίσεις με τη μεγαλοφυϊα τους, όλοι τούτοι που κάθουνται και σκαρφίζουνται τις τορπίλες και τ’ αεροπλάνα και το μελινίτη, θάναι ψιλοκοσκινισμένο χώμα. Κ’ η ανθρωπότητα θάναι πια ένας θρύλος, ένα κακό όνειρο που διάβηκε και πάει. Θα το αναθυμιούνται μόνο πάππου προς πάππου και θα τ’ ανιστορούν στους απογόνους των τ’ αρχαία δέντρα, σαν θα παίρνει να φυσά τ’ αγέρι και θ’ αρχίζουν οι φυλλωσιές να ψιθυρίζουν θυμητικά. Ωστόσο και κείνη τη νύχτα τα μικρά τριζόνια θα βγούνε να τραγουδήσουν όλα μαζί κάτω από τ’ αμέτρητα αστέρια τούτον τον ίδιο σκοπό. Κι ο ουρανός θ’ ανθίσει πάλι όλες τις ασημένιες μαργαρίτες του και θα σκύψει ν’ αφουγκραστεί τα κρουσταλλένια μαντολινάκια. Και παντού θ’ απλώνεται το ίδιο παγωμένο μυστήριο. Τα νέα δάση θα βουίζουν δίχως να πάρουν είδηση πως δεν υπάρχουν πια ποιητές για να ριμάρουν τη βουή τους και στρατιώτες να τα κόψουν παλούκια για συρματοπλέγματα. Κι οι θάλασσες θα δέρνουν τις αδάμαστες αχτές και θα πηδάν ολοένα πάνω στις αντάρτισσες ξέρες, δίχως να πολυσκοτίζουνται για κείνο το ξιπασμένο ζωντόβολο, που μια φορά κι έναν καιρό πίστεψε στ’ αλήθεια πως όλα τα εξαίσια έργα και κινήματα του Θεού γίνονταν για τη ζαχαρένια του.  

«Η ΖΩΗ ΕΝ ΤΑΦΩ»  

 

 

 

Ο Μυριβήλης εθελοντής 

Η κήρυξη του πολέμου του 1912 βρήκε το Μυριβήλη να μάχεται για το ψωμί του και για τη μόρφωσή του στην Αθήνα. Στο αδιέξοδο εκείνο κηρύχνεται ο πόλεμος. Ο Βενιζέλος πρωτοστατεί. Η Αθήνα δονείται. Ο Μυριβήλης είναι ασυγκράτητος. Γυρίζει στα γραφεία των εφημερίδων, παίρνει τις νυκτερινές ειδήσεις, τις μεταδίδει μ’ ενθουσιασμό στους Μυτιληνιούς συμφοιτητές του, αγορεύει σαν Τυρταίος, και όλοι μαζί αποφασίζουν να καταταγούν ως εθελοντές, πολεμώντας για την πατρίδα και την ελευθερία. Η Στρατολογία όμως δεν του δέχεται γιατί είναι Τούρκοι υπήκοοι! «Να πολεμήσουμε, φώναξε ο Μυριβήλης με αγανάκτηση, για να γίνουμε κι εμείς Έλληνες υπήκοοι και να μπορούμε να υπηρετούμε την πατρίδα». Το ζήτημα μόνο ο πρωθυπουργός μπορούσε να το λύσει. «Συνεπαρμένοι, γράφει στο ίδιο βιβλίο του για τον Παλαμά, από ενθουσιασμό, εμείς της Φοιτητικής Συντροφιάς, πήγαμε στο Βενιζέλο και τον παρακαλέσαμε να μας δεχτεί το κράτος εθελοντές. Ήμασταν Τούρκοι υπήκοοι ακόμα, και δεν επιτρεπόταν η στρατολόγηση ξένων υπηκόων. Ο Βενιζέλος μας άκουσε και έκανε το γνωστό διάταγμα, που έφερε απ’ όλα τα υπόδουλα μέρη και από το εξωτερικό, χιλιάδες εθελοντές. 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΑΛΕΤΑΣ «Ο ΜΥΡΙΒΗΛΗΣ ΤΗΣ ΜΥΤΙΛΗΝΗΣ»
άρθρο στη ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, τ. 1033

 

“Η Μυτιλήνη δεν είναι χωριό στην Ήπειρο”

Σ’ ένα θαυμάσιο κομμάτι της σειράς «Παλιά τεφτέρια» (8/11/1914) ο Μυριβήλης διηγείται, πως όταν έμαθε στην Κοζάνη την απελευθέρωση του νησιού του, πούλησε το ρολόγι του για να κάνει εορταστικό τραπέζι στους συμπολεμιστές του. Ώρες, λέγει, χρειάστηκαν, για να πιστέψει την απίστευτη είδηση. «Ο κατάλογος που κρατούσα έπεσε απ’ τα χέρια μου και τα γόνατά μου έτρεμαν. Ήταν ένα πράγμα που δεν είχα τολμήσει να το σκεφτώ έως τώρα…». Οι απλοϊκοί φαντάροι με τους οποίους μοιράστηκε τη μεγαλύτερη χαρά της ζωής του, δεν ήξεραν τι είναι και πού βρίσκεται η Μυτιλήνη. Υποθέτανε πως θα είναι κανένα χωριό της Ήπειρος. «Τότε διηγείται τους πήρα και πήγαμε στην πρώτη ταβέρνα. Εκεί τους διηγήθηκα πως η Μυτιλήνη δεν είναι χωριό στην Ήπειρο, μόνο είναι ένα μεγάλο, μεγάλο νησί, καταπράσινο, το πιο όμορφο νησί του κόσμου, το πιο αγαπημένο απ’ όλα τα νησιά. Και τώρα ήτανε ελεύτερο, ελεύτερο, ελεύτερο!…» 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΑΛΕΤΑΣ «Ο ΜΥΡΙΒΗΛΗΣ ΤΗΣ ΜΥΤΙΛΗΝΗΣ»
άρθρο στη ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, τ. 1033

 

Ο πόλεμος, τι να κάνει; Είναι έτσι το φυσικό του. Νάναι φοβερός και άτιμος. Εμείς όμως; Εμείς που τον κάνουμε επάγγελμα και εμπόριο και διαφήμιση; Που τον τραγουδάμε, που βάζουμε το Θεόν να τον πατρονάρει; Εμείς που τον δικαιώνουμε για παράγοντα της ζωής;       

“Η ΔΑΣΚΑΛΑ ΜΕ ΤΑ ΧΡΥΣΑ ΜΑΤΙΑ”  

 

Ο λοχαγός μου είναι ένας εξαίρετος αξιωματικός και τον αγαπώ. Είναι ο μόνος μόνιμος αξιωματικός απ’ όσους γνώρισα από κοντά, που τον αγαπώ και τον εχτιμώ χωρίς επιφύλαξη.
Ωστόσο δεν είναι άνθρωπος που τον απασχολεί πολύ η σκέψη. Είναι μονάχα ένας πολύ απλός και αγνός τύπος, σαν κορίτσι. Από κείνους τους ίσιους άντρες, ίσιους στο κορμί και στην ψυχή, που βγάζει κάπου – κάπου ακόμα η Κρήτη. Πιστεύει ολόψυχα στο επάγγελμά του και δεν τον βασανίζει καμιά αμφιβολία. Τον αγαπώ για την ειλικρίνειά του και ζηλεύω τη μονοκόμματη ψυχή του. Πιστεύει στον πόλεμο και στη στολή του σαν τον αδερφό μου. (Μια φορά πίστευα κι εγώ).
Μ’ αγαπά και κείνος και πασχίζει, όσο μπορεί να μου κάνει λιγότερο σκληρές τις μέρες του μαρτυρίου μου. Κάπου – κάπου με προσκαλεί και στ’ αμπρί του. Σαν νιώθω το πόδι καλύτερα σηκώνουμαι και φτάνω ως εκεί συρτά – συρτά. Είναι ένα αμπρί μεγαλείο. Περπατάς μέσα όρθιος. Πίνουμε τσάι, καπνίζουμε πολλά τσιγάρα  πολυτελείας και συζητούμε οι δυο μας. Σαν δεν είναι άλλοι αξιωματικοί συζητούμε ολότελα ελεύτερα για το κάθε τι. Είναι ώρες ευτυχίας για μένα. Μια φορά τόνε ρώτησα αν πέρασε κατά τύχη ποτές από το μυαλό του η σκέψη, πως μπορεί μια χαρά, όλα αυτά τα «ιδανικά» που μας φέρανε μέσα σε τούτο τον Κάτω Κόσμο, νάναι κούφια, φουσκωμένα άντερα, με δίχως αξία απόλυτη. Τούπα πως μια φορά σκοτώνονταν έτσι συναμεταξύ τους οι άνθρωποι για θρησκευτικούς λόγους. Τούπα πως στο Βυζάντιο τη νύχτα μαχαιρώνονταν οι διάφορες παρτίδες γύρω σ’ ένα καλαμπούρι. Οι μισοί θέλαν «τον Υιόν ομοούσιον τω Πατρί», οι άλλοι μισοί τον προτιμούσαν «ομοιούσιον». Και να, μπηχτές στα σκοτεινά. Θα μπορούσε να το καταλάβει;
Γέλασε ολόκαρδα με όλα του τα δόντια, πούναι άσπρα, μεγάλα και γερά σα φρέσκες μυγδαλοσκελίδες.
Τούπα πως ύστερα από λίγα χρόνια, ίσως άλλοι θα γελούν έτσι για τους δικούς μας σκοτωμούς. Άλλοι που θα σκοτώνουνται για αντιπατριωτικά ιδανικά. Θα σκοτώνουνται και πάλι με ενθουσιασμό για τα καινούργια ιδανικά τους. Θάναι πάλι ο ίδιος αισχρός, ο πολύ παλιός πόλεμος κάτω από ολοκαίνουργιες σημαίες. Ίσως κιόλας να ξεκοιλιάζουνται τότες με ιερή μανία, λέγοντας: «σκοτώνουμε τον πόλεμο». Και γι’ αυτούς πάλι θα γελάσουν αργότερα άλλοι με το ίδιο κέφι.  

«Η ΖΩΗ ΕΝ ΤΑΦΩ»  

 

Πόσα  τέτοια πράματα αξιολάτρευτα, θαμαστά, θεϊκά ωραία γίνουνται γύρω στους ανθρώπους! Τους σκουντάνε να δουν και ν’ ακούσουν. Τους καλούν καλοπροαίρετα να πάρουν μέρος από τη χαρά τους κι από την ομορφιά τους. Όμως αυτοί, τίποτα. Περνάν ολάκερη τη ζωή τους με την ψυχή κλειδωμένη ερμητικά. Ούτε υποπτεύονται τα θάματα που κάθε στιγμή ξεσπάνουν σιμά στο χέρι, σιμά στο πρόσωπό τους. Πεθαίνουν στο τέλος δίχως να πάρουν είδηση. Πιστεύουν μολαταύτα στα σοβαρά πως ζήσανε κι αυτοί…  

«Η ΖΩΗ ΕΝ ΤΑΦΩ» 

 

Η πιο πικρή αρρώστια της ψυχής είναι η αμφιβολία

“Η ΖΩΗ ΕΝ ΤΑΦΩ”

  

Για την Ελλάδα. Τ’ είναι τούτη η λέξη που κάνει τα σπλάχνα να σπαρταρούν;

“Η ΖΩΗ ΕΝ ΤΑΦΩ”

 

Στράτης Μυριβήλης (1890-1969)

 Ενδιαφέρουσες συνδέσεις:

Παραθέματα και αφορισμοί από το έργο του Σ. Μυριβήλη

«Πόλεμος» διήγημα του Σ. Μυριβήλη

Βιογραφικό του Σ. Μυριβήλη – «Μαχαιριά», διήγημά του 

Σ. Μυριβήλης: Η λάμπα του Παλαμά

Νέα Εστία: τεύχος αφιερωμένο στον Στράτη Μυριβήλη

Οι ιδεολογικές μεταμορφώσεις του Μυριβήλη

 

Αρχική σελίδα

Advertisements

Αρέσει σε %d bloggers: