γ. 1824

1824 (I)

Τον Ιανουάριο του 1824 η επαναστατημένη Ελλάδα είχε δύο κυβερνήσεις. Μία εγκαταστημένη στο Κρανίδι -με επικεφαλής τον Γεώργιο Κουντουριώτη- που είχε ως βάση πολιτικούς της Πελοποννήσου και νησιώτες, και μία δεύτερη -την κυβέρνηση Μαυρομιχάλη- εγκαταστημένη στο Ναύπλιο που την στήριζαν στρατιωτικοί με επικεφαλής τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη.
Η μία κυβέρνηση κατηγορούσε την άλλη ως παράνομη. Όμως ο πλούτος και η δύναμη βρισκόταν στα χέρια της κυβέρνησης Κουντουριώτη που συσπείρωνε στις τάξεις της νησιώτες εφοπλιστές, Στερεοελλαδίτες οπλαρχηγούς, Πελοποννήσιους γαιοκτήμονες, Έλληνες του εξωτερικού αλλά και φιλέλληνες, οι οποίοι ουσιαστικά διαμόρφωναν την ευρωπαϊκή κοινή γνώμη. Οι στρατιωτικοί μπορεί να είχαν ηγέτη τους τον Κολοκοτρώνη αλλά η δύναμή τους ήταν περιορισμένη και μάλιστα είχαν αρχίσει να φυλλοροούν καθώς ο Κουντουριώτης δε δίσταζε υπογείως, ακόμα και με προσφορά χρημάτων, να προσπαθεί να προσεταιριστεί αρκετούς στρατιωτικούς, οι οποίοι σιγά σιγά αυτομολούσαν προς το Κρανίδι και δήλωναν πως αναγνώριζαν τον Κουντουριώτη ως πρόεδρο της εκτελεστικής εξουσίας. Ακόμα και ο Παπαφλέσσας, που ήταν στο Ναύπλιο υπουργός Εσωτερικών και Αστυνομίας είχε αρχίσει να σκέφτεται την αποσκίρτηση και έκανε κρυφές συνεννοήσεις με την κυβέρνηση του Κρανιδίου. Μόνο οι έμπιστοι του Κολοκοτρώνη (Νικηταράς, Πάνος Κολοκοτρώνης, Σταϊκόπουλος κ.ά.) αρνούνταν να αναγνωρίσουν τον Κουντουριώτη και επέμεναν στη σύγκληση εθνοσυνέλευσης που θα έκρινε οριστικά τις διαφορές μεταξύ των δύο παρατάξεων.
Εντωμεταξύ ο Κουντουριώτης αναζητούσε περισσότερα χρήματα ώστε να μπορέσει να στρατολογήσει κι άλλους άντρες και να προσεταιριστεί ακόμα περισσότερα στελέχη της κυβέρνησης του Ναυπλίου. Έστειλε μάλιστα επιστολή στον αδελφό του Λάζαρο Κουντουριώτη ζητώντας του 30.000 γρόσια. Στην επιστολή του έγραφε πως με 100.000 γρόσια θα κατάφερνε να «καθυποβάλει πάντας τους αντιπατριώτας».

Greece_location_map_svg
Το Κρανίδι Αργολίδας έπαιξε σημαντικό ρόλο στην Επανάσταση του 1821. Πολλοί Κρανιδιώτες συμμετείχαν στην πολιορκία του Αναπλιού, της Τριπολιτσάς, του Ακροκόρινθου, αλλά και στα Δερβενάκια. Λόγω της φυσικής του οχύρωσης και της καλής σχέσης των Κρανιδιωτών με τους νησιώτες, το Κρανίδι έγινε την περίοδο 1823-24 έδρα της κυβέρνησης Κουντουριώτη.

(από την Βικιπαίδεια)

Στις 17 Ιανουαρίου του 1824, μετά από εισήγηση του Κολοκοτρώνη, η κυβέρνηση Μαυρομιχάλη μεταφέρεται, για μεγαλύτερη ασφάλεια, στην Τριπολιτσά. Στο Ναύπλιο υπήρχε ο κίνδυνος αποκλεισμού από τα υδραίικα πλοία, ενώ στην Τριπολιτσά η κυβέρνηση βρισκόταν κοντά στην Καρύταινα, την πατρίδα του Κολοκοτρώνη, όσο και κοντά στη Μάνη που ήταν η πατρίδα του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη.
Στην Τριπολιτσά, από τις πρώτες ενέργειες της κυβέρνησης Μαυρομιχάλη, ήταν ο προσεταιρισμός των οπλαρχηγών Πλαπούτα, Ανδρούτσου και Γκούρα. Παράλληλα προσπάθησε να ματαιώσει τη σύναψη δανείου με την Αγγλία για να μη λάβει κι άλλα χρήματα η αντίπαλη παράταξη.
Όμως η μεταφορά στην Τριπολιτσά δημιούργησε αρκετά προβλήματα στην κυβέρνηση Μαυρομιχάλη καθώς υπήρχε δυσαρέσκεια πολλών κατοίκων εναντίον των ανδρών του Κολοκοτρώνη, οι οποίοι έμεναν σε σπίτια της πόλης και ζούσαν σε βάρος των κατοίκων. Η δυσαρέσκεια αυτή, υποδαυλιζόμενη βέβαια και από ανθρώπους του Κουντουριώτη, οδήγησε στην ίδρυση μιας εταιρείας με την ονομασία «Αδελφότης», που σκοπό είχε την ένοπλη αντίσταση κατά των στρατιωτών του Κολοκοτρώνη.
Ένα αιματηρό γεγονός, με αφορμή τον φόνο ενός φούρναρη από αξιωματικό της φρουράς του Παπαφλέσσα, οδήγησε σε γενικότερη στάση εναντίον της κυβέρνησης της Τριπολιτσάς και μόνο η επιστροφή του Κολοκοτρώνη έκανε τα πνεύματα να ηρεμήσουν. Όμως την αναταραχή εκμεταλλεύτηκε ο Παπαφλέσσας που, βρίσκοντας αφορμή, έφυγε στο Κρανίδι αναγνωρίζοντας τον Κουντουριώτη ως Πρόεδρο του Εκτελεστικού. Αμέσως ανταμείφθηκε από την αντίπαλη κυβέρνηση με το υπουργείο Εσωτερικών.
Εντωμεταξύ το κλίμα στην Τριπολιτσά παρέμενε βαρύ. Τα μέλη της Εταιρείας πήραν μάλιστα την απόφαση να δολοφονήσουν τον ίδιο τον Κολοκοτρώνη. Τον έσωσε από βέβαιο θάνατο ένας από τους συνωμότες, ο Αν. Σαράτσης ή Τσάτσος, που τελευταία στιγμή άλλαξε γνώμη, μπήκε μπροστά στο παράθυρο και δεν άφησε τους άλλους να πυροβολήσουν. Ο Κολοκοτρώνης αντιλήφθηκε πως χρειάζεται βοήθεια και κάλεσε αμέσως στην Τριπολιτσά τον γιο του, Γενναίο, που ήρθε από το Ναύπλιο, επικεφαλής 200 στρατιωτών.
Δεν ήταν λίγοι αυτοί που πρότειναν στον Κολοκοτρώνη να κρεμάσει για παραδειγματισμό αρκετά στελέχη της «Αδελφότητας». Ο Κολοκοτρώνης όμως αρνήθηκε γιατί ήθελε να αποφύγει την εμφύλια σύγκρουση καθώς πίστευε στη δυνατότητα συμφιλίωσης των δύο αντίπαλων παρατάξεων.

πηγές:
ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΘΝΟΥΣ
ΣΠΥΡΙΔΩΝ ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ: ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ
http://arcadia.ceid.upatras.gr/arkadia/places/palaiopirgos/agwnistes.htm
http://www.sansimera.gr/articles/402

cebdceb9cebaceb7cf84ceb1cf82-cebccf80cebbcebfceba

Νικήτας Σταματελόπουλος ή Νικηταράς:
Παρ’ όλη την υποστήριξή του στον Κολοκοτρώνη, κατά τη διάρκεια της εμφύλιας διαμάχης, ο Νικηταράς κράτησε μετριοπαθή στάση και δεν πήρε μέρος στις μάχες που έγιναν, προσπαθώντας μάλιστα να συμφιλιώσει τις δύο αντίθετες παρατάξεις.
Η εικόνα και οι πληροφορίες που ακολουθούν είναι από την
ΑΡΓΟΛΙΚΗ ΑΡΧΕΙΑΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ

Ο Νικηταράς, ή Νικήτας Σταματελόπουλος, υπήρξε ένας από σημαντικότερους και πιο ανιδιοτελείς ήρωες της επανάστασης. Ήταν ανιψιός του Κολοκοτρώνη και από τους πιο αφοσιωμένους του άντρες. Συμμετείχε σε πολλές μάχες ενώ ήταν από τους ελάχιστους που αρνήθηκαν να πάρουν λάφυρα μετά την πολιορκία της Τριπολιτσάς. Το ίδιο και μετά τη μάχη στα Δερβενάκια, από όπου τελικά -μετά από πίεση των συντρόφων του- πήρε μια σέλα, μια ταμπακέρα ξυλόγλυπτη και ένα σπαθί. Το 1826 έλαβε μέρος, μαζί με τον Γ. Καραϊσκάκη, στη νικηφόρα μάχη της Αράχωβας και λίγο αργότερα στην άτυχη μάχη του Φαλήρου.
Μετά την απελευθέρωση ίδρυσε ένα χαρτοποιείο αλλά τόσο ο Καποδίστριας όσο και ο Όθωνας αρνήθηκαν να τον βοηθήσουν οικονομικά με αποτέλεσμα να κλείσει άδοξα την επιχείρησή του. Το 1839 κρίθηκε ένοχος συνωμοσίας κατά του Όθωνα και φυλακίστηκε στο Παλαμήδι. Το 1840 δικάστηκε, κρίθηκε αθώος αλλά οι Βαυαροί δεν δέχτηκαν την απόφαση του δικαστηρίου και με την υπογραφή του Όθωνα τον φυλάκισαν ξανά στην Αίγινα για να αποφυλακιστεί τελικά το 1841 σχεδόν τυφλός λόγω της αρρώστιας του (έπασχε από ζάκχαρο που επιδεινώθηκε στη φυλακή). Αργότερα έχασε και το κτήμα του λόγω των χρεών που είχαν δημιουργηθεί από την εποχή της χαρτοποιίας. Η Πολιτεία του έδωσε μεν τους τιμητικούς τίτλους του υποστράτηγου και του γερουσιαστή αλλά η σύνταξη που του πρόσφερε ήταν πενιχρότατη. Η τελευταία πράξη «ευγνωμοσύνης» του ελληνικού κράτους προς τον Νικηταρά ήταν η προσφορά μιας θέσης επαιτείας στην εκκλησία της Ευαγγελίστριας στον Πειραιά όπου του επέτρεπαν να επαιτεί κάθε Παρασκευή. Πέθανε το 1849 πάμφτωχος, τυφλός και ξεχασμένος.

1824 (II)

Η άρνηση του Κολοκοτρώνη να τιμωρήσει τους αντιπάλους του έδωσε μια μικρή ελπίδα σε όσους πίστευαν ότι ήταν δυνατή η συμφιλίωση μεταξύ των δύο παρατάξεων. Έτσι ο Νικηταράς έγραψε για τρίτη φορά στον Κουντουριώτη ζητώντας και πάλι συμβιβασμό. Η πρόταση έγινε δεκτή (δυστυχώς μόνο στα λόγια) και ανατέθηκε στον Δ. Υψηλάντη ο ρόλος του διαμεσολαβητή. Όταν όμως ο Υψηλάντης έφτασε στο Κρανίδι διαπίστωσε με απογοήτευση πως ο Κουντουριώτης έλειπε στην Ύδρα ενώ το βουλευτικό είχε αποφασίσει τη διακοπή της λειτουργίας του για τρεις ημέρες, ακριβώς τις μέρες που ήταν γνωστό πως θα ερχόταν στο Κρανίδι ο Υψηλάντης (10, 11 και 12 Φεβρουαρίου). Η άρνηση της κυβέρνησης Κουντουριώτη να διαπραγματευθεί, που πιθανόν να οφειλόταν σε εισηγήσεις των Μαυροκορδάτου και Κωλέττη, φανέρωνε πως στο Κρανίδι δεν υπήρχε καμία διάθεση για διαπραγμάτευση και απομάκρυνε τις τελευταίες ελπίδες για ειρηνική διευθέτηση της κρίσης. Χαρακτηριστικό είναι ότι τη μέρα που ο Υψηλάντης επέστρεφε άπρακτος στην Τριπολιτσά, στις 21 Φεβρουαρίου, την ίδια μέρα στο Κρανίδι ο Παπαφλέσσας, ως υπουργός Εσωτερικών, έκανε εισήγηση για αποστολή στρατιωτικών σωμάτων σε Μεσσηνία, Κόρινθο και Γαστούνη, με σκοπό την άσκηση πίεσης στην κυβέρνηση της Τριπολιτσάς.

Εντωμεταξύ στην Τριπολιτσά η «Αδελφότης», η ομάδα αντίστασης εναντίον της τοπικής κυβέρνησης, διεύρυνε όλο και περισσότερο την επιρροή της. Η εγκατάσταση του Γενναίου Κολοκοτρώνη με τους 200 άντρες του σε σπίτια της Τριπολιτσάς επιβάρυνε τη δυσφορία των κατοίκων με αποτέλεσμα να ξεσπάσει εξέγερση. 400 άντρες πήραν τα όπλα εναντίον της κυβερνητικής φρουράς με αποτέλεσμα να υπάρξουν θύματα και απ’ τις δυο πλευρές. Ωστόσο οι περισσότεροι από τους εξεγερθέντες ήταν απειροπόλεμοι και γρήγορα πέταξαν τα όπλα και επέστρεψαν σπίτια τους. Μόνο ο Μήτρος Μπονταΐτης με τους άντρες του έμεινε οχυρωμένος στη Μεγάλη Ντάπια. Ο Κολοκοτρώνης διέταξε κι έκαψαν το σπίτι του και τελικά μετά από τρεις μέρες ο Μπονταΐτης δέχτηκε, ύστερα από διαπραγματεύσεις, να εγκαταλείψει την Τριπολιτσά και να καταφύγει, μαζί με τους άντρες του στο Κρανίδι όπου και τους υποδέχτηκαν σαν ήρωες.
Η αιματοχυσία, προσωρινά, είχε αποφευχθεί, αλλά στο Κρανίδι πλέον επικρατούσε κλίμα πολέμου. Οι εισηγήσεις του Παπαφλέσσα για αποστολή στρατιωτικών σωμάτων ως μέσο πίεσης είχαν μπει στο περιθώριο. Πλέον απόφαση της κυβέρνησης Κρανιδίου ήταν η κατά μέτωπον ένοπλη επίθεση και όχι απλώς η άσκηση πίεσης. Στόχοι τώρα ήταν η Τριπολιτσά, το Ναύπλιο και η Κόρινθος, τα προπύργια δηλαδή της κυβέρνησης Τριπολιτσάς. Ειδικά για την κατάληψη του Ναυπλίου αποφασίστηκε ο αποκλεισμός τόσο από την ξηρά όσο και από τη θάλασσα με δύο πολεμικά πλοία, ένα υδραίικο και ένα σπετσιώτικο. Για το υδραίικο πλοίο ο Κουντουριώτης -που είχε αναλάβει εξολοκλήρου τα έξοδά του- έπεισε τον ίδιο τον Μιαούλη να αναλάβει κυβερνήτης του. Τα έξοδα για το σπετσιώτικο πλοίο τα ανέλαβε ο Μήτρος Μπονταΐτης.

ceb3ceb5cebdcebdceb1ceb9cebfcf83-cebacebfcebbcebfcebacebfcf84cf81cf89cebdceb7cf83-cebccf80cebfcebbceba
Γιάννης (Γενναίος) Κολοκοτρώνης (1805-1868)
Ήταν μόλις 16 ετών όταν ξέσπασε η Επανάσταση αλλά έδειξε τόση γενναιότητα στις μάχες ώστε ο Κανέλλος Δεληγιάννης μια φορά του είπε: «Είσαι γενναίος!» και από τότε όλοι τον αποκαλούσαν Γενναίο. Το 1862, επί Όθωνα, έγινε πρωθυπουργός.
(από την Αργολική Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού)

Η δύναμη της κυβέρνησης Κουντουριώτη ήταν αναμφισβήτητα πολύ μεγάλη. Εκτός από τους νησιώτες και τους στερεοελλαδίτες, είχε καταφέρει να προσεταιριστεί, με τη βοήθεια των χρημάτων που διέθετε, και αρκετούς οπλαρχηγούς της Πελοποννήσου. Δεν ήταν μόνο τα χρήματα του Κουντουριώτη. Είχε διαδοθεί πλέον παντού η πληροφορία της σύναψης δανείου με την Αγγλία και όλοι γνώριζαν πως τα χρήματα αυτά δε θα πήγαιναν στις ανάγκες του Αγώνα, αλλά στις πολεμικές προετοιμασίες ενόψει εμφύλιου πολέμου. Στην αντίθετη παράταξη λίγοι ήταν πλέον οι οπλαρχηγοί που δέχονταν να βοηθήσουν τον Κολοκοτρώνη. Γι’ αυτό η κυβέρνηση της Τριπολιτσάς υπέβαλε στις 21 Φεβρουαρίου νέα πρόταση για συμβιβασμό, αυτή τη φορά στον Ζαΐμη, κι αυτός όμως προτίμησε να μην απαντήσει.
Όλα έδειχναν πως επίκειται εμφύλια σύγκρουση και οι δύο αντιμαχόμενες παρατάξεις άρχισαν τον πόλεμο ανακοινώσεων με βαρύτατες κατηγορίες. Οι μεν κατηγορούσαν τους δε ως «ιδιοτελείς» και δρώντες «αντεθνικά», οι δε κατηγορούσαν τους μεν ως «αντιπατριώτες».

Τον ίδιο μήνα, τον Φεβρουάριο του 1824, στην Κρήτη, ο Χουσεΐν Μπέης, με 25.000 στρατό, βρισκόταν στην Επισκοπή Ρεθύμνου έχοντας σκορπίσει τον τρόμο και τον θάνατο στους επαναστατημένους Κρητικούς. Ανάμεσα σε άλλους, είχε εξολοθρεύσει και 370 αμάχους που είχαν κλειστεί στο σπήλαιο του Μελιδονίου και αμύνονταν. Ο Υδραίος Τομπάζης, ο αρμοστής της Κρήτης, ζητούσε από τους Υδραίους 10 με 12 πλοία για να τον αντιμετωπίσει σε συνδυασμό με τη βοήθεια που θα έδιναν οι Σφακιανοί, όμως οι Υδραίοι δεν αποφάσιζαν να στείλουν βοήθεια. Παρ’ όλα αυτά ο Τομπάζης συνέχιζε τις απεγνωσμένες εκκλήσεις του προς τη διοίκηση της Ελλάδος. «Η Κρήτη χάνεται εις ολίγας ημέρας» έγραφε μεταξύ άλλων στο τελευταίο του δραματικό μήνυμα ο Τομπάζης.

πηγές:
ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΘΝΟΥΣ
ΣΠΥΡΙΔΩΝ ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ: ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ

 225px-GeorgiosKountouriotis
Γεώργιος Κουντουριώτης (1782-1858)
Πήρε μέρος σ’ όλα τα πολιτικά συμβούλια και διαβούλια στη διάρκεια της Επανάστασης και μετά απ’ αυτήν, και κατέλαβε πάρα πολύ σημαντικά πολιτικά αξιώματα.
Το 1823 ανέλαβε -με τη βοήθεια των Μαυροκορδάτου και Κωλέττη- πρόεδρος του Εκτελεστικού, δηλαδή πρωθυπουργός της κυβέρνησης Κρανιδίου. Η πρωθυπουργία του χρεώνεται μεταξύ άλλων το ξέσπασμα του εμφύλιου πολέμου, τη φυλάκιση του Κολοκοτρώνη στην Ύδρα και τον διορισμό ενός ναυτικού ως αρχηγού του ελληνικού στρατού που τέθηκε αντιμέτωπος του Ιμπραήμ.
Ο αδελφός του, Λάζαρος Κουντουριώτης, είχε τα οικονομικά ηνία της οικογένειας. Ήταν πανίσχυρος εφοπλιστής και διέθεσε τα  ¾ της τεράστιας περιουσίας του υπέρ του αγώνα. Όμως το ¼ που κράτησε για τον εαυτό του ήταν τόσο μεγάλο σε απόλυτους αριθμούς, που έφτανε και περίσσευε για να ελέγχει τα πράγματα στην Ελλάδα κατά τη διάρκεια της Επανάστασης αλλά και μετά.
πηγές:
Β. ΡΑΦΑΗΛΙΔΗΣ: ΙΣΤΟΡΙΑ (ΚΩΜΙΚΟΤΡΑΓΙΚΗ) ΤΟΥ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ
ΑΡΓΟΛΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ:
Γ. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ

1824 (III)

Πώς γίνεται να ξεκινάς έναν εμφύλιο πόλεμο και να φορτώνεις την ευθύνη στον αντίπαλο; Πολύ απλό. Ανακοινώνεις πως μεταφέρεις την πρωτεύουσά σου από το Κρανίδι στο Ναύπλιο και ζητάς από τον φρούραρχο του Ναυπλίου -τον Πάνο Κολοκοτρώνη- όχι να σου παραδώσει την πόλη, αυτό θα ήταν έμμεση παραδοχή πως έχει ήδη ξεκινήσει ο εμφύλιος, αλλά ζητάς να σου ετοιμάσει καταλύματα για το βουλευτικό και το εκτελεστικό σου. Και μάλιστα του αφήνεις προθεσμία μιας ώρας να απαντήσει. Αν αυτός αρνηθεί τότε τον καταγγέλεις ως αποστάτη, αντιπατριώτη και εχθρό του έθνους, στέλνεις δυο χιλιάδες άντρες να αποκλείσουν την πόλη και ετοιμάζεις τα καράβια σου για κανονιοβολισμούς.

Έτσι έγιναν τα γεγονότα στις αρχές του Μάρτη του 1824, μόνο που ο Πάνος Κολοκοτρώνης ήξερε από πολιτική και απάντησε στην κυβέρνηση Κουντουριώτη πως το φρούριο του Ναυπλίου του το είχε εμπιστευτεί μια κυβέρνηση εκλεγμένη από εθνοσυνέλευση, άρα δεν μπορούσε να το παραδώσει σε κυβέρνηση που δεν ήταν εκλεγμένη από εθνοσυνέλευση. Πετυχημένη η απάντησή του, αλλά οι Κουντουριωτικοί ήταν αποφασισμένοι να ξεκαθαρίσουν το τοπίο. Αμέσως τα κανόνια των πλοίων άρχισαν να βαράνε, ενώ ξεκίνησε ο αποκλεισμός και οι πρώτες μάχες. Σύντομα έπεσαν οι Μύλοι, έξω από το Ναύπλιο, και εκεί εγκαταστάθηκε η κυβέρνηση Κουντουριώτη που δεν έδειχνε βιασύνη να καταλάβει το Ναύπλιο. Ήταν γνωστό πως οι στρατιώτες του Π. Κολοκοτρώνη δεν ήταν καλά πληρωμένοι και ήδη είχαν αρχίσει τα πρώτα κρούσματα απειθαρχίας. Το πρόβλημα δεν ήταν μόνο οικονομικό αλλά και επισιτιστικό. Στους Μύλους βρίσκονταν οι αποθήκες δημητριακών που προμήθευαν με σιτάρι το Ναύπλιο, την Κόρινθο και το Άργος. Έτσι αρκετοί στρατιώτες άρχισαν σιγά σιγά να εγκαταλείπουν το Ναύπλιο για να καταφύγουν στο αντίπαλο στρατόπεδο. Μέσα σε διάστημα λίγων ημερών από τους 1.100 άντρες του Π. Κολοκοτρώνη είχαν παραμείνει στο Ναύπλιο μόνο 600.

Στις 13 Μαρτίου οι Κουντουριωτικοί κατέλαβαν -χωρίς αντίσταση- το Άργος και μετέφεραν εκεί την κυβέρνησή τους· λίγο αργότερα, στις 19 Μαρτίου, πήραν και την Κόρινθο, χωρίς μάχη. Απλώς υποσχέθηκαν στον φρούραρχο του Ακροκόρινθου πως θα πληρώσουν τους μισθούς των στρατιωτών του κι αυτός τους παρέδωσε το φρούριο.
Τώρα στόχος ήταν η Τριπολιτσά. Το Ναύπλιο μπορούσε να περιμένει. Σε μια εντυπωσιακή επίδειξη δύναμης αποφάσισαν να χτυπήσουν τον εχθρό στην ίδια του την έδρα, στέλοντας μωραΐτικα και ρουμελιώτικα στρατεύματα να αποκλείσουν την Τριπολιτσά. Στην επιχείρηση μετείχαν γνωστοί οπλαρχηγοί (Γιατράκος, Αναγνωσταράς, Πετμεζάς, Μελετόπουλος, Νοταράς κ.ά.). Αρχηγός τους ήταν ο Ανδρέας Λόντος· Μωραΐτης· ανιδιοτελής σαν τον Νικηταρά· που με τις αποφάσεις του θα προκαλούσε εκνευρισμό στον Κουντουριώτη· αλλά ας μην προτρέχουμε.

Στην Τριπολιτσά βρίσκονταν οχυρωμένοι ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ο γιος του, Γενναίος, ο Νικηταράς, ο Δεληγιάννης, οι Γριβαίοι και χίλιοι περίπου στρατιώτες. Στις 21 Μαρτίου ο Κολοκοτρώνης έκανε μια τελευταία προσπάθεια για συμβιβασμό, η οποία όμως πάλι απέτυχε. Στις 24 Μαρτίου οι Κουντουριωτικοί κατέλαβαν τα προάστεια της Τριπολιτσάς και τα σπίτια που ήταν κοντά στο φρούριο. Οι πρώτες εχθροπραξίες διεξήχθησαν χωρίς πείσμα και θύματα. Και οι μεν και οι δε έδειχναν πως δεν είχαν διάθεση για αιματοχυσία. Όχι όλοι όμως. Υπήρχαν αρκετοί που ακόνιζαν τα μαχαίρια τους. Πώς αλλιώς να εξηγηθεί η στάση του άμαχου πληθυσμού της Τριπολιτσάς που συγκεντρώθηκε έξω από το σπίτι του Μαυρομιχάλη ζητώντας του να να συμβιβαστεί; Η αλήθεια είναι πως η κατάσταση ήταν δύσκολη για τους πολιορκούμενους. Ούτε χρήματα είχαν, ούτε πολεμοφόδια, ούτε επάρκεια τροφίμων αλλά αυτό που φόβιζε τους αμάχους ήταν οι απειλές ενός μέρους των πολιορκητών για πλιάτσικο και καταστροφές. Απειλές, που όπως αποδείχτηκε αργότερα είχαν βάση.

Προς το παρόν έξω απ’ την Τριπολιτσά, αρχηγοί των πολιορκητών, ήταν «οι δυο Ανδρέηδες»,  ο Ανδρέας Λόντος -είπαμε γι’ αυτόν- κι ο Ανδρέας Ζαΐμης, επίσης Μωραΐτης και θανάσιμος εχθρός του Κολοκοτρώνη, μέχρι που τα τσούγκρισε με τον Κουντουριώτη και άλλαξε στρατόπεδο, αλλά πάλι προτρέχουμε.
Και οι δύο Ανδρέηδες ήθελαν τον συμβιβασμό και τον επιδίωκαν. Όχι με τους όρους του Κουντουριώτη, που αξίωνε να συλληφθούν οι οπλαρχηγοί της Τριπολιτσάς, αλλά με αξιοπρεπείς όρους, που μόνο Μωραΐτες προς Μωραΐτες θα έθεταν σε έναν συμβιβασμό. Συμφωνήθηκε λοιπόν να διαλυθεί η κυβέρνηση της Τριπολιτσάς και καθένας από τα μέλη της να αποχωρήσουν με τους στρατιώτες του για τις επαρχίες τους, οι δε πολιορκητές δεσμεύτηκαν να μην μπουν στην πόλη ώστε να παραμείνει η Τριπολιτσά ουδέτερη.
Η αξιοπρεπής αυτή συμφωνία εξαγρίωσε τους Κουντουριωτικούς που στις 31 Μαρτίου έστειλαν άρον άρον στην Τριπολιτσά επιτροπή που την αποτελούσαν οι Κωλέττης, Ζαφειρόπουλος και Καλαμαριώτης, η οποία αξίωνε την τοποθέτηση φρουράς στην Τριπολιτσά και την παράδοση όλων των «αντιπατριωτών». Ευτυχώς, ο Λόντος δεν τους επέτρεψε να επιβάλουν τους όρους τους, γνωρίζοντας πως κανείς οπλαρχηγός δε θα δεχόταν να συλληφθεί σαν κοινός κακοποιός, αντιθέτως θα προτιμούσε να πολεμήσει λυσσαλέα για όσο καιρό αντέχει.

Έτσι στις αρχές Απριλίου η κυβέρνηση Μαυρομιχάλη αποχώρησε ειρηνικά από την Τριπολιτσά. Ακριβώς τις ίδιες μέρες ο Μπάιρον πέθαινε στο Μεσσολόγγι, μετά από υψηλό πυρετό, ο Καραϊσκάκης άκουγε την ετυμηγορία του -οργανωμένου από τον Μαυροκορδάτο¹- δικαστηρίου, που τον καταδίκαζε ως επίβουλο και προδότη της πατρίδας, ο Οδυσσέας Ανδρούτσος αναγκαζόταν να λύσει την πολιορκία της Χαλκίδας -παραδίδοντας ουσιαστικά την Εύβοια στους Τούρκους- μετά από την εμφάνιση στον κόλπο του Ευρίπου οθωμανικού στόλου αποτελούμενου από 34 πλοία, ενώ στην Κρήτη ο Μανόλης Τομπάζης έφευγε οριστικά από το νησί, μη μπορώντας να αντιμετωπίσει τον Χουσεΐν πασά που εκμεταλλευόμενος την εμφύλια διαμάχη στην Πελοπόννησο, συνέχιζε ανενόχλητος τις σφαγές και τις λεηλασίες σε βάρος της Κρήτης.
Όσο για τον συμβιβασμό που έγινε στην Τριπολιτσά καμιά από τις δύο παρατάξεις δεν τήρησε τους όρους της συμφωνίας. Οι Κολοκοτρώνης και Μαυρομιχάλης αναχώρησαν αμέσως για τις επαρχίες τους με σκοπό να ανασυντάξουν τις δυνάμεις τους και να συνεχίσουν τον πόλεμο, ενώ ο Λόντος επέτρεψε σε στρατιωτικά σώματα να εισέλθουν στην Τριπολιτσά. 300 Ρουμελιώτες και Βούλγαροι  από το σώμα του Χατζηχρήστου μπήκαν σαν κατακτητές στην πόλη προκαλώντας καταστροφές και βιαιοπραγίες. Δυστυχώς ο άμαχος πληθυσμός της Τριπολιτσάς δε γλύτωσε από αυτό που φοβόταν… Και η εμφύλια διαμάχη βρισκόταν ακόμη στην αρχή της…

¹Ο Παπαρρηγόπουλος στο βιβλίο του για τον Καραϊσκάκη γράφει πως ο Μαυροκορδάτος πιέστηκε από άλλους οπλαρχηγούς που βρίσκονταν σε σύγκρουση με τον Καραϊσκάκη.

πηγές:

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΘΝΟΥΣ
Σ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ: ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ
Γ. ΜΑΡΑΒΕΛΕΑΣ: Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1821

Kolokotronis01

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης (1770-1843)

Κατά τη διάρκεια του ρωσοτουρκικού πολέμου και έχοντας πάρει την έγκριση του επικεφαλής των ρωσικών δυνάμεων, -προφανώς ελληνικής καταγωγής- στρατηγού Παπαδόπουλου, ο Κολοκοτρώνης με το πλοίο του άρχισε τις επιδρομές στα παράλια της Αχαΐας σε φρουρές, αποθήκες και κάστρα των Τούρκων, ακόμα και σε πλοία τους. Οι Ζακυνθινοί όμως, που είχαν τακτικό εμπόριο με την Πελοπόννησο, δεν είδαν με καλό μάτι τη δράση του Κολοκοτρώνη και παραπονέθηκαν στον στρατηγό Παπαδόπουλο. Εκείνος όχι μόνο ζήτησε από τον Κολοκοτρώνη να σταματήσει τη δράση του αλλά απαίτησε να του παραδώσει το σπαθί του.
(Το περιστατικό, που συνέβη γύρω στα 1805, διασώθηκε από τον Κωνσταντινουπολίτη λόγιο, Φιλήμονα, που γνώριζε τον Κολοκοτρώνη).

«Όταν μίαν ημέραν ευρίσκετο εις την Λευκάδα, έφθασε εκεί και ο Κολοκοτρώνης με το πλοίον του. Ο Παπαδόπουλος εκάλεσε τον Κολοκοτρώνην να παρουσιασθή εμπρός του κι αυτός επήγε αμέσως διότι δεν εφαντάζετο τι τον επερίμενε. Ο στρατηγός τον εκοίταξεν αυστηρά και του είπεν ότι δεν έπρεπε να κουρσεύη τα παράλια της Αχαΐας. Ο Κολοκοτρώνης δεν ήτο άνθρωπος που εδέχετο να του ομιλούν με αυτόν τον τρόπον. Έγινε κατακόκκινος και καρφώνοντας τα μάτια εις τον Παπαδόπουλον τον ερώτησε:
-Και τα χαρτιά που μούδωσες τι λένε;
-Δεν ξέρω τι λένε, ξέρω τι δεν ήταν σωστό να κάμης.
Ο Κολοκοτρώνης έγινε τώρα καταπόρφυρος από αγανάκτησιν. Εσηκώθηκε και κτυπώντας το χέρι του απήντησεν:
-Τότε να μη μου δίνατε τα χαρτιά που μου δώσατε και όταν μου τα δώσατε να μου λέγατε τι έπρεπε να κάμω και όχι μόνον να χτυπώ τον εχθρό όπου μπορώ.
Ο Παπαδόπουλος αδιαφόρησε για τα λόγια του Κολοκοτρώνη και του είπε:
-Σε παρακαλώ, να βγάλεις το σπαθί σου και να το αφήσης εδώ. Μετά να πας στις φυλακές του κάστρου, προς τιμωρίαν σου γι’ αυτό που έκαμες.
-Εγώ δεν ξέρω νάκανα τίποτε. Έκανα ό,τι όριζαν τα χαρτιά που έχω στα χέρια μου. Ούτε το σπαθί μου παραδίνω, ούτε στο κάστρο πηγαίνω να φυλακιστώ.
-Πρέπει να πας, του είπε ο Παπαδόπουλος, γιατί σ’ αυτό πηγαίνουν και αυτοί οι βασιλιάδες.
-Κι εγώ ήμουν βασιλιάς του λόγγου. Τον εκυβέρνησα χωρίς να έχω γραμμένους νόμους. Όμως κανένα δεν ετιμώρησα άδικα. Οι βασιλιάδες που μπαίνουν σε φυλακή στα κάστρα μπαίνουν γιατί παραβίασαν τους νόμους και έπρεπε να παιδευτούν. Εγώ κανένα νόμο δεν παραβίασα.
Ο Παπαδόπουλος όμως ήταν ανένδοτος.
-Θα κάνεις, του έλεγε, αυτό που όρισα.
-Κι εγώ σου λέω, γκενεράλε, πως δεν θα το κάνω.
Η συζήτησις εκράτησε πολλή ώρα και στο τέλος ο Παπαδόπουλος κατόρθωσε να πείση τον Κολοκοτρώνη ότι έπρεπε να υπακούση και ως μόνη υποχώρησή του δεχόταν να περιορισθή ο γέρος στο πλοίο του και όχι στο κάστρο.
-Το σπαθί μου όμως, απήντησεν ο Κολοκοτρώνης, δεν το παραδίνω. Το έχω αγοράσει με τα χρήματά μου πριν χρόνια. Είναι δικό μου, καταδικό μου, και δεν το ντρόπιασα ποτέ.
Όσο για τη φούντα του σπαθιού μου έστω κι αν την έχω και αυτήν αγορασμένη σας την παραδίνω. Έτσι κι έτσι δεν θέλω να φορώ τέτοιες φούντες. Θέλω να φορέσω όταν θα μου την δώσει ο δικός μου βασιλιάς.
(…) Έρριψε τότε εκστομών τα λόγια που είπε εις τον Παπαδόπουλον την φούντα εις το τραπέζι και κρατών το σπαθί του ως ατίμητον θησαυρόν έφυγε και ετράβηξε διά το πλοίον του. Αργότερα αντάμωσαν εκ νέου ο Κολοκοτρώνης με τον Παπαδόπουλον. Τότε τον εκάλεσεν πάλιν ο Παπαδόπουλος και του είπε να πάρη την φούντα και να την κρεμάση εις το σπαθί του. Ο Κολοκοτρώνης όμως δεν εδέχθη να την πάρη και είπεν υπερήφανα εις τον Παπαδόπουλον:
-Πράγμα που το εξουσιάζουν άλλοι και ημπορούν να μου το παίρνουν, ανάλογα με την όρεξίν τους, δεν το φορώ. Τότε μόνο θα το φορέσω, όταν θα με αξιώση ο θεός να ιδώ ελεύθερη την πατρίδα μου. Τότε που θα την υπηρετώ, δεν θα το κατεβάζω εύκολα και χωρίς λόγον».

πηγή: εφημερίδα ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ, 13/12/1959

1824 (IV)

Η αποχώρηση από την Τριπολιτσά των στελεχών της κυβέρνησης Μαυρομιχάλη δεν ικανοποίησε καθόλου την αντίπαλη παράταξη. Εφόσον ο Μαυρομιχάλης, ο Κολοκοτρώνης κι οι άλλοι οπλαρχηγοί είχαν διαφύγει τη σύλληψη, τίποτε δεν είχε τελειώσει. Υπαίτιοι της μη ικανοποιητικής αυτής εξέλιξης θεωρήθηκαν από τον Κουντουριώτη οι δυο Ανδρέηδες, ο Ζαΐμης και ο Λόντος.
Έτσι στις 4 Απριλίου η κυβέρνηση των Κουντουριωτικών κάλεσε, από τους Μύλους που βρισκόταν, τους «αντιπατριώτες» να παραδοθούν γιατί αλλιώς θα θεωρούνταν αποστάτες και θα τιμωρούνταν.
Μια τελευταία αποτυχημένη προσπάθεια εξεύρεσης ειρηνικής λύσης έγινε στις 17 Απριλίου με τη συνάντηση Κουντουριώτη – Νικηταρά, η οποία δυστυχώς δεν είχε κανένα αποτέλεσμα.

Οι μάχες -πολύνεκρες οι περισσότερες- ξεκίνησαν τον Μάιο, στην περιοχή μεταξύ Ναυπλίου, Άργους και Νεμέας και από την εξέλιξή τους άρχισε να φαίνεται η υπερίσχυση των Κουντουριωτικών που είχαν ήδη ενισχυθεί και με τον Μακρυγιάννη. Όσο περνούσε ο καιρός η κατάσταση για τον Κολοκοτρώνη και την παράταξή του γινόταν όλο και πιο δύσκολη καθώς -εκτός από τη δυσμενή εξέλιξη των μαχών- έβλεπε αρκετούς οπλαρχηγούς και στρατιώτες του να αποσκιρτούν δηλώνοντας υποταγή στην κυβέρνηση Κουντουριώτη ενώ ιδιαίτερα δύσκολη ήταν και η κατάσταση για τον Π. Κολοκοτρώνη που, οχυρωμένος στο Ναύπλιο, περνούσε δύσκολες ώρες λόγω έλλειψης χρημάτων και εφοδίων.

Έτσι ο Κολοκοτρώνης επιδίωξε και πέτυχε να συναντήσει στις 22 Μαΐου τον Ζαΐμη, έξω από την Τριπολιτσά, στην πύλη του Αγίου Αθανασίου. Εκεί συμφώνησε μαζί του να ζητήσει από τον γιο του, να παραδώσει το φρούριο του Ναυπλίου. Βασικός όμως όρος της συμφωνίας ήταν να παραδοθεί το φρούριο σε Μοραΐτες. Επίσης άλλος όρος της συμφωνίας ήταν να δοθούν στον Π. Κολοκοτρώνη 25.000 γρόσια για τις δαπάνες συντήρησης της φρουράς του. Ο ίδιος ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης δεσμεύτηκε να διαλύσει το στρατιωτικό του σώμα. Την ίδια δέσμευση ανέλαβαν και οι Νικηταράς, Πλαπούτας.
Η είδηση της συμφωνίας διαδόθηκε αμέσως σ’ όλο τον Μοριά. Ζαΐμης και Λόντος ίσως ήθελαν έτσι να δεσμεύσουν τον Κουντουριώτη, για τον οποίο δεν ήταν και τόσο σίγουροι πως θα δεχόταν τη συμφωνία. Πράγματι στους Μύλους το Εκτελεστικό (Πρόεδρος του οποίου ήταν ο Κουντουριώτης) αποδοκίμασε την πρωτοβουλία των Ζαΐμη, Λόντου, Νοταρά να συνομιλήσουν με τον Κολοκοτρώνη. Επιθυμία του Εκτελεστικού ήταν να επιτεθούν στην Καρύταινα και να αναγκάσουν έτσι «τους αντιπατριώτας να κλίνωσι τον αυχένα εις τους Νόμους του Έθνους». Ευτυχώς στους Μύλους υπήρχε και Βουλευτικό, το οποίο δέχτηκε τη συμφωνία.

Ο πιο σημαντικός όρος της συμφωνίας έλεγε πως το Ναύπλιο θα παραδινόταν σε Μοραΐτες. Έτσι Ζαΐμης και Λόντος μπήκαν με τα στρατεύματά τους στην πόλη και λίγο αργότερα περιφρούρησαν την ειρηνική αποχώρηση του Πάνου Κολοκοτρώνη (7 Ιουνίου). Όμως στη συνέχεια ορίστηκε διοικητής της φρουράς του Ναυπλίου ο Χατζηχρήστος και φρούραρχος Παλαμηδίου ο Νάσος Φωτομάρας που καταγόταν από την Πάργα. Ήταν φανερό πως ο Κουντουριώτης δεν είχε καμία διάθεση να τηρήσει τη συμφωνία. Ούτε είχε πλέον καμία εμπιστοσύνη στους δυο Ανδρέηδες που ήταν Μοραΐτες. Μάλιστα αρνήθηκε να τους καταβάλει τα έξοδα της εκστρατείας τους, και μετά την εγκατάσταση της κυβέρνησής του στο Ναύπλιο (12 Ιουνίου), τους έδωσε εντολή να επιστρέψουν στις επαρχίες τους.Όσο για τον λόγο που έκανε τον Κουντουριώτη να καθυστερήσει την εγκατάστασή του για πέντε μέρες αυτός δεν ήταν άλλος από την Μπουμπουλίνα! Ναι, στο Ναύπλιο κατοικούσε η Μπουμπουλίνα που ήταν πεθερά του Π. Κολοκοτρώνη και ο Κουντουριώτης δεν δεχόταν να εισέλθει στην πόλη αν δεν έφευγε εκείνη.

Το τέλος της πρώτης φάσης του εμφύλιου πολέμου οριστικοποιήθηκε με τη χορήγηση αμνηστίας στους ηττημένους, ωστόσο τα πολύ άσχημα νέα από την καταστροφή της Κάσου (τέλη Μαΐου 1824)  δεν επέτρεψαν στους Έλληνες να πανηγυρίσουν την προσωρινή έστω ειρήνευση. Οι Κάσιοι από τις 17 Μαΐου είχαν στείλει αγωνιώδεις εκκλήσεις προς την κυβέρνηση Κουντουριώτη ζητώντας τη συνδρομή των υδραίικων πλοίων, αλλά όταν οι Υδραίοι σε συνδυασμό με τους Σπετσιώτες αποφάσισαν να στείλουν βοήθεια ήταν πια αργά. Το νησί της Κάσου είχε καταστραφεί από τον τουρκοαιγυπτιακό στόλο. Κάσιοι και Κρητικοί αγωνιστές είχαν αντισταθεί με γενναιότητα μα είχαν υποκύψει τελικά στην αριθμητική υπεροχή των εχθρών, οι οποίοι με σφαγές, λεηλασίες και αιχμαλωσίες είχαν καταστρέψει το ηρωικό νησί.

πηγή:

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΘΝΟΥΣ
ΣΠ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ: ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ

cebccf80cebfcf85cebccf80cebfcf85cebbceb9cebdceb1-ceb5ceb8cebdceb9cebacebf-ceb9cf83cf84cebfcf81ceb9cebacebf-cebccebfcf85cf83ceb5ceb9
Μπουμπουλίνα Λασκαρίνα (1771-1825)
Όπως είναι γνωστό η Μπουμπουλίνα διέθεσε τα καράβια της και ολόκληρη την περιουσία της για τις ανάγκες του Αγώνα. Πήρε μέρος και στην πολιορκία -από τους Έλληνες- του Ναυπλίου, στην οποία είχε ενεργό συμμετοχή. Όταν κάποια στιγμή οι καπεταναίοι της στεριάς έκαμαν πίσω και έλυσαν την πολιορκία, η Μπουμπουλίνα ξεμπάρκαρε στους Μύλους, καβάλησε ένα άσπρο άλογο και έδωσε θάρρος στους μαχητές.
Μετά την κατάληψη του Ναυπλίου το νεοσύστατο ελληνικό κράτος της έδωσε κλήρο στην πόλη ως ανταμοιβή για την προσφορά της στο έθνος και η Μπουμπουλίνα εγκαταστάθηκε εκεί. Όμως στον εμφύλιο πόλεμο του 1824 η Μπουμπουλίνα, λόγω της στενής της σχέσης με τον Κολοκοτρώνη (η κόρη της είχε παντρευτεί τον Π. Κολοκοτρώνη), κρίθηκε επικίνδυνη από την κυβέρνηση Κουντουριώτη και εξορίστηκε στις Σπέτσες χάνοντας τον κλήρο γης που το κράτος της είχε παραχωρήσει στο Ναύπλιο.

πηγές:
ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ
ΑΡΓΟΛΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

photoinside_60

Αυτό που ξεχώριζε από τα πλοία της Μπουμπουλίνας ήταν ο «Αγαμέμνων» για το οποίο η Μπουμπουλίνα είχε δαπανήσει το 1820 μια ολόκληρη περιουσία. Με μήκος περίπου 35 μέτρα και εξοπλισμένο με 18 κανόνια, ήταν το μεγαλύτερο πλοίο που συμμετείχε στην Επανάσταση. Κατά τη διάρκεια της ναυπήγησης του «Αγαμέμνονα», καταγγέλθηκε στην Υψηλή Πύλη πως η Μπουμπουλίνα ναυπηγεί κρυφά πολεμικό πλοίο, αλλά τελικά κατάφερε να ολοκληρώσει την κατασκευή του δωροδοκώντας τον απεσταλμένο στις Σπέτσες Τούρκο επιθεωρητή.
Ο «Αγαμέμνων», μετά τον τραγικό θάνατο της Μπουμπουλίνας δόθηκε από τους απογόνους της στο ελληνικό κράτος. Μετονομάστηκε σε «Σπέτσες» και έγινε η ναυαρχίδα του νεοσυσταθέντος από τον Καποδίστρια κρατικού στόλου. Κάηκε το 1831 στον ναύσταθμο του Πόρου από τον Μιαούλη στην ανταρσία των Υδραίων εναντίον του Καποδίστρια.

πηγές:
ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ
ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ
ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑ ΜΟΥΣΕΙΟΥ ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΙΝΑΣ (ΣΠΕΤΣΕΣ)

1824 (V)

Η καταστροφή των Ψαρών (21-22 Ιουνίου 1824) ήταν από τις μεγαλύτερες τραγωδίες που έπληξαν την Ελλάδα κατά τη διάρκεια της Επανάστασης. Από τους 7.000 κατοίκους του νησιού, σκοτώθηκαν οι 4.000, ενώ από τους 23.000 πρόσφυγες που διέμεναν στο νησί (από τη Χίο, τα Μοσχονήσια και άλλα μέρη), σώθηκαν μόνο οι 10.000. Οι υπόλοιποι σφαγιάστηκαν ή αιχμαλωτίστηκαν. Όσοι κατάφεραν να σωθούν με τα ελάχιστα Ψαριανά πλοία που είχαν μείνει με πηδάλιο (οι ίδιοι οι Ψαριανοί είχαν αφαιρέσει τα πηδάλια από τα πλοία τους για να είναι σίγουροι πως κανείς δε θα διαφύγει) βρήκαν καταφύγιο στα γύρω νησιά.

3341_422_2

Η απώλεια των Ψαρών εκτός από ανθρωπιστικό πλήγμα ήταν επίσης και ένα πλήγμα τεράστιας στρατηγικής σημασίας για τον Αγώνα. Η καταστροφή των Ψαρών ήταν συγχρόνως και καταστροφή ενός μεγάλου μέρους της ναυτικής δύναμης των επαναστατημένων Ελλήνων. Τα Ψαρά δυσκόλευαν αφάνταστα τις τουρκικές κινήσεις στο Αιγαίο ενώ τα γύρω νησιά τρομοκρατήθηκαν τόσο πολύ που άρχισαν να σκέφτονται την εγκατάλειψη του Αγώνα.
Οι Τούρκοι είχαν βάλει στο μάτι τα Ψαρά γιατί οι Ψαριανοί με τα πλοία τους είχαν σκορπίσει τον τρόμο στο τουρκικό ναυτικό ενώ παράλληλα έκαναν επιδρομές στα παράλια της Μ. Ασίας. Όμως και ο σουλτάνος, λέγεται πως όταν είδε στον χάρτη το μικρό μέγεθος των Ψαρών διέταξε την ολοκληρωτική καταστροφή του νησιού.

250px-Nikolis_Apostolis_Greek_Fighter

Νικολής Αποστόλης (1770-1827)
Αρχηγός του στόλου των Ψαρών. Διέθεσε έξι πλοία και πολλά χρήματα για τις ανάγκες του Αγώνα. Τα κατορθώματά του είναι απίστευτα. Τον Απρίλιο του 1821 επιτέθηκε στο λιμάνι της Σμύρνης εναντίον τουρκικών πλοίων που ήταν έτοιμα να αποπλεύσουν με στόχο την καταστολή της επανάστασης στον Μοριά. Βύθισε ένα τουρκικό πλοίο, αιχμαλώτισε άλλα τέσσερα, μαζί με τρόφιμα και πολεμοφόδια, ενώ έπιασε 450 Τούρκους αιχμαλώτους, τους οποίους μαζί με τα λάφυρα έφερε στα Ψαρά. Στη συνέχεια έλαβε μέρος σε αμέτρητες ναυμαχίες και διακρίθηκε για την πολεμική του ανδρεία και αντοχή.
πηγή: Βικιπαίδεια

Υπήρχαν πληροφορίες από τον Ιανουάριο του 1824 πως ο τουρκικός στόλος ετοιμαζόταν για απόβαση σε κάποιο νησί. Ανώνυμος που υπέγραφε ως «Έλλην ναυτικός από την Πόλη» έστειλε γράμμα στον Λάζαρο Κουντουριώτη, στο οποίο τον ενημέρωνε για τις προετοιμασίες των Τούρκων. Η «Πόρτα», έγραφε ο ανώνυμος, «θέλει μεταχειριστή εφέτος όλας της τας δυνάμεις διά ξηράς και θαλάσσης». Ανάλογες πληροφορίες είχαν φτάσει και στη βουλή των Ψαρών, η οποία έστειλε αμέσως επιστολή στους Υδραίους λέγοντάς τους πως δεκαπέντε χιλιάδες γενίτσαροι είχαν ήδη ξεκινήσει από την Κωνσταντινούπολη με σκοπό να καταστρέψουν πολλά νησιά με πρώτο τα Ψαρά.
Οι Ψαριανοί βλέποντας την κυβέρνηση να αδρανεί προσπάθησαν να φροντίσουν μόνοι τους για την ασφάλεια του νησιού τους. Έτσι προσέλαβαν με μισθό χίλιους ένοπλους Μακεδόνες που βρίσκονταν αχρησιμοποίητοι στη Σκόπελο και τη Σκιάθο.

220px-1821_Flag_of_Psara.svg
Όταν ξέσπασε η ελληνική επανάσταση τα Ψαρά βρίσκονταν στο απόγειο της οικονομικής τους ανάπτυξης, που συνοδευόταν από προσπάθειες για ανάλογη πνευματική ανάπτυξη. Στο νησί είχε ιδρυθεί ναυτική σχολή ενώ γίνονταν προσπάθειες για τη λειτουργία ενός τυπογραφείου. Λίγο πριν την καταστροφή, στις 8 Φεβρουαρίου τυπώθηκε στα Ψαρά μια ολιγόστιχη προκήρυξη με την επιγραφή «Φωνή προς τους Έλληνες» που υπογραφόταν από τη «Βουλή της νήσου των Ψαρών» ενώ παράλληλα σχεδιαζόταν η ίδρυση εφημερίδας.

(από άρθρο του Β. ΣΦΥΡΟΕΡΑ στο περιοδικό «7 μέρες» της Καθημερινής)

Στις 31 Μαρτίου στάλθηκε επιστολή από την Σμύρνη που έλεγε πως ο τουρκικός στόλος είχε περάσει τον Ελλήσποντο. Ωστόσο η κυβέρνηση συνέχιζε να αδρανεί. Στα τέλη Απριλίου ο τουρκικός στόλος βρισκόταν πλέον στον Ευβοϊκό κόλπο. Για τους σκόπους των Τούρκων δεν υπήρχε πια καμία αμφιβολία. Στις 23 Μαΐου οι Ψαριανοί έστειλαν νέα επιστολή στην Ύδρα: «Ταχύνατε λοιπόν!», έγραφαν μεταξύ άλλων. Δυστυχώς η κυβέρνηση δεν αποφάσιζε να στείλει βοήθεια. Ο Σ. Τρικούπης θεωρεί πως αιτία της μη αποστολής βοήθειας ήταν η έλλειψη εφοδίων, ωστόσο είναι σίγουρο πως υπήρχαν και άλλοι λόγοι όπως η εμφύλια διαμάχη που είχε απορροφήσει τους Υδραίους αλλά και η αμοιβαία καχυποψία μεταξύ Ψαριανών και Υδραίων.
Στις 12 Ιουνίου ήταν πλέον φανερό πως ο τουρκικός στόλος είχε βάλει στόχο τα Ψαρά. Η Βουλή του νησιού σε έγγραφό της έστειλε μήνυμα στην Ύδρα, εκφράζοντας την απορία της γιατί δε φτάνει η βοήθεια. Το Εκτελεστικό απάντησε στις 17 Ιουνίου πως είχε ήδη ξεκινήσει για τα Ψαρά στόλος από υδροσπετσιώτικα πλοία, κάτι που δυστυχώς δεν ήταν αλήθεια καθώς ο στόλος είχε όντως ξεκινήσει, όχι όμως για τα Ψαρά, αλλά για την ήδη καταστραμμένη από τους Τούρκους Κάσο. Άγνωστο παραμένει για ποιο λόγο ειπώθηκε ένα τόσο μεγάλο ψέμα εκτός αν ειπώθηκε εκ παραδρομής ή έστω λόγω κακής συνεννόησης.

img_0005
«Η καταστροφή των Ψαρών», έργο λαϊκού ζωγράφου
από το http://afterschoolbar.blogspot.gr/2011/03/blog-post_23.html
Από το ξεκίνημα της επανάστασης μέχρι το καλοκαίρι του 1821 οι Ψαριανοί έλαβαν μέρος σε 35 ναυτικές επιχειρήσεις εναντίον των Τούρκων.

Έτσι οι Ψαριανοί αποφάσισαν να αντιμετωπίσουν μόνοι τους τους Τούρκους έχοντας όμως πάντα την ελπίδα πως αργά ή γρήγορα θα έφτανε η βοήθεια που περίμεναν τόσο καιρό. Ήδη από τον Απρίλιο είχαν διατάξει να γυρίσουν στον τόπο τους όσα πλοία των Ψαρών βρίσκονταν σε άλλα μέρη ενώ επέτρεπαν την αναχώρηση από το λιμάνι του νησιού μόνο στα ταχυδρομικά, που χρησιμοποιούσαν για την επικοινωνία τους με την κυβέρνηση και στα περιπολικά που παρακολουθούσαν τις κινήσεις του εχθρικού στόλου. Ενίσχυσαν τις οχυρώσεις και τις αμυντικές ετοιμασίες και τοποθέτησαν πυροβόλα και 150 κανόνια σε όλες τις θέσεις που είχαν στρατιωτική σημασία. Πολλά απ’ αυτά τα κανόνια τα είχε στείλει ο Ψαριανός Ι. Βαρβάκης από τη Ρωσία. Η αλήθεια είναι πως είχαν τόση μεγάλη εμπιστοσύνη στην πολεμική τους ισχύ ώστε είχαν δεχτεί στο νησί χιλιάδες προσφυγικές οικογένειες από τα Μοσχονήσια, τη Χίο και άλλα καταστραμμένα μέρη. 23.000 ήταν συνολικά οι πρόσφυγες που είχαν αναζητήσει καταφύγιο στα Ψαρά, ενδεικτικό της οικονομικής ευημερίας που υπήρχε στο νησί, αλλά και του αισθήματος ασφάλειας που εξέπεμπε στους πρόσφυγες η πολεμική δύναμη των Ψαρών. Το έδαφος των Ψαρών όλοι το θεωρούσαν απροσπέλαστο λόγω της διαμόρφωσης του εδάφους και του ηρωισμού των Ψαριανών.
Η απόφασή που πήραν οι Ψαριανοί -με την οποία διαφώνησε ο Κανάρης- ήταν να πολεμήσουν στη στεριά. Έτσι αποφάσισαν να μεταφέρουν στη στεριά τα κανόνια από τα πλοία τους και, για να αποκλείσουν κάθε ιδέα φυγής, αποφάσισαν να αφαιρέσουν τα πηδάλια από τα πλοία τους, γεγονός που έκανε αργότερα αφάνταστα δύσκολη την προσπάθεια σωτηρίας των αμάχων που μπήκαν για να σωθούν σε πλοία χωρίς πηδάλια.
Την άμυνα του νησιού την ανέλαβαν οι χίλιοι τριακόσιοι Ψαριανοί πολεμιστές και οι χίλιοι Μακεδόνες ενώ οπλίστηκαν και εφτακόσιοι από τους πρόσφυγες.

cebf-cebacf89cebdcf83cf84ceb1cebdcf84ceafcebdcebfcf82-cebaceb1cebdceaccf81ceb7cf82-cf83ceb5-cebdceb5ceb1cf81ceae-ceb7cebbceb9cebaceaf

Κωνσταντίνος Κανάρης (1793-1877)
Δυο μήνες μετά την καταστροφή των Ψαρών, στις 19 Αυγούστου 1824 ο Ψαριανός Κωνσταντής Κανάριος -έτσι υπέγραφε στα γράμματά του ο Κανάρης-, πρόσφυγας στο Ναύπλιο, ζήτησε από την κυβέρνηση «εν ηφαίστειον πλοίον» για να συνεχίσει τον αγώνα. «Είμαι έτοιμος», έγραφε «να φανώ πρόθυμος και τώρα καθώς και πάντοτε εις τα χρέη μου καθότι η μόνη μου ευτυχία κρεμάται από την επιτυχία του ζητήματός μου, διά να αποδείξω και με αυτόν τον θάνατον, τον προς την πατρίδα διακαή ζήλον και πατριωτισμόν μου».
Τον Οκτώβριο του δόθηκε ένα παροπλισμένο πλοίο και με αυτό ο νεαρός πυρπολητής έλαβε μέρος στην παράτολμη επιχείρηση εναντίον του εχθρικού στόλου στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου.
(από άρθρο του Β. ΣΦΥΡΟΕΡΑ στο περιοδικό «7 μέρες» της Καθημερινής)

Ο Χοσρέφ έφτασε έξω απ’ τα Ψαρά στις 16 Ιουνίου με τον τεράστιο στόλο του ενώ την ίδια μέρα οι Ψαριανοί έστειλαν την τελευταία τους έκκληση για βοήθεια. Στις 18 Ιουνίου ο Χοσρέφ πρότεινε στους κατοίκους του νησιού να το εγκαταλείψουν χωρίς καμία άλλη συνέπεια. Οι Ψαριανοί απάντησαν αρνητικά. Ήταν αποφασισμένοι με όρκο να πολεμήσουν μέχρι το τέλος.

240px-Fire_ship_by_Volanakis
Πίνακας του Βολανάκη. Απεικονίζει την πυρπόληση τουρκικού δίκροτου στο λιμάνι της Ερεσσού στις 27 Μαΐου 1821 από τον Ψαριανό καπετάνιο, Δημήτριο Παπανικολή. Ήταν η πρώτη πετυχημένη αποστολή πυρπολικού πλοίου κατά τη διάρκεια της Επανάστασης, η οποία ανέτρεψε εντελώς τα σχέδια του τουρκικού στόλου στο Αιγαίο και αναπτέρωσε το φρόνημα των νησιωτικών πληθυσμών και ολόκληρου του Ελληνισμού. Ο Παπανικολής συνέχισε τη δράση του με επιδρομές στα μικρασιατικά παράλια ενώ καθοριστική υπήρξε η συμβολή του στη ναυμαχία του Γέροντα.

Στις 20 Ιουνίου άρχισε η επίθεση των Τούρκων. Ο Χοσρέφ βλέποντας την αποτυχία των πρώτων του προσπαθειών για απόβαση στο νησί από τον όρμο του Κανάλου, δοκίμασε και πέτυχε να παραπλανήσει τους Ψαριανούς. Χωρίς να διατάξει απόσυρση των δυνάμεων του από το αρχικό σημείο απόβασης, ταυτόχρονα επιχείρησε άλλη απόβαση από τον όρμο Ερινό. Πρώτα όμως διέταξε συνεχείς κανονιοβολισμούς για αρκετές ώρες ώστε να δημιουργηθεί ένα προπέτασμα καπνού το οποίο έκρυψε από τα μάτια των Ψαριανών που βρίσκονταν στα παρατηρητήρια την απόβαση τριών χιλιάδων Τουρκαλβανών Γκέκηδων που σκαρφάλωσαν στους βράχους, εξουδετερώσαν τη μικρή φρουρά που είχαν αφήσει εκεί οι Ψαριανοί και στη συνέχεια ακολουθώντας το μονοπάτι έφτασαν στον Κάναλο. Έτσι η κύρια δύναμη των Ψαριανών βρέθηκε ανάμεσα στα πυρά των τουρκικών πλοίων και των Τουρκαλβανών που είχαν αποβιβαστεί στη στεριά. Αυτό το γεγονός στάθηκε η αρχή του τέλους της ηρωικής άμυνας του νησιού. Παρ’ όλα αυτά οι Ψαριανοί συνέχισαν να αγωνίζονται σώμα με σώμα για τρεις ολόκληρες μέρες.

bbp1598
Ο «Λεωνίδας» ήταν πλοίο του Ψαριανού καπετάνιου Νικολάου Αποστόλη.
Στα Ψαρά υπήρχαν δύο ταρσανάδες που στην αρχή ναυπηγούσαν πλοία μικρού μήκους αλλά με την πάροδο του χρόνου έφτασαν να κατασκευάζουν τρικάταρτα καράβια μέχρι και 400 τόνων. Οι Ψαριανοί είχαν προβλέψει ώστε η κατασκευή κάθε εμπορικού καραβιού να είναι τέτοια ώστε σε περίπτωση πολεμικής αναμέτρησης να μπορούν εύκολα να το μετατρέψουν σε πολεμικό.
Το πρώτο μεγάλο πολεμικό πλοίο που ναυπηγήθηκε στα Ψαρά ήταν το 1786 του Ψαριανού εθνικού ευεργέτη Ι. Βαρβάκη, που ήταν τριίστιο με 25 κανόνια.
Κατά τη διάρκεια των Ναπολεόντειων πολέμων, οι Ψαριανοί με τα πλοία τους έσπασαν το εμπάργκο του Άγγλου ναυάρχου Νέλσον κουβαλώντας σιτάρι από την Οδησσό στους αποκλεισμένους Γάλλους και βέβαια αποκομίζοντας τεράστια χρηματικά ποσά τα οποία στη συνέχεια διέθεσαν στον Αγώνα.
Με το ξέσπασμα της Επανάστασης, οι Ψαριανοί έστησαν μπλόκο στ’ ακρογιάλια της Τουρκίας μην αφήνοντας πουθενά να ξεμυτίσει τουρκικό πλοίο από τα στενά των Δαρδανελλίων μέχρι τις ακτές της Συρίας!
(από κείμενο του Δ. ΑΝΔΡΙΑΝΑ στο περιοδικό «7 μέρες» της Καθημερινής)

Η τραγικότερη στιγμή της καταστροφής των Ψαρών ήταν το ολοκαύτωμα της Μαύρης Ράχης στις 22 Ιουνίου 1824, όταν η πόλη των Ψαρών έπεσε στα χέρια των Τούρκων. Όσοι από τους αμάχους πρόλαβαν, έφυγαν με τα ελάχιστα πλοία που είχαν μείνει με πηδάλιο. Μόνο 19 πλοία κατάφεραν να διαφύγουν ενώ τα υπόλοιπα 100 πιάστηκαν από τον εχθρικό στόλο. Οι υπόλοιποι άμαχοι σκοτώθηκαν ή πνίγηκαν. Πεντακόσιοι περίπου Ψαριανοί έτρεξαν στο Παλιόκαστρο (Μαύρη Ράχη) και κλείστηκαν στο μικρό φρούριο αποφασισμένοι να μην παραδοθούν αλλά να πέσουν πολεμώντας.  Όταν αντιλήφθηκαν ότι οι Τούρκοι θα έμπαιναν στο κάστρο συγκεντρώθηκαν μαζί με τα γυναικόπαιδα στην μπαρουταποθήκη και όταν ο εχθρός πλημμύρισε το κάστρο ο Αντώνης Βρατσάνος έβαλε φωτιά στην μπαρούτη και ανατινάχτηκαν στον αέρα μαζί με αρκετούς Τούρκους.

Το ηρωικό νησί των Ψαρών ακόμα και μετά την δημιουργία του ελεύθερου ελληνικού κράτους παρέμεινε τμήμα της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Απελευθερώθηκε στις 22 Οκτωβρίου του 1912.

πηγές:
ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΘΝΟΥΣ
ΣΠ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ: ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ
Γ. ΜΑΡΑΒΕΛΕΑΣ: Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1821 ΣΕ ΣΑΡΑΝΤΑ ΜΟΝΟΓΡΑΦΙΕΣ
ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ: ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΩΝ ΨΑΡΩΝ
ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ: Η ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΩΝ ΨΑΡΩΝ

200px-Lytras-nikiforos-pyrpolisi-tourkikis-navarhidas-apo-kanari
Η πυρπόληση της τουρκικής ναυαρχίδας από το πυρπολικό του Κανάρη (πίνακας του Νικηφόρου Λύτρα)
Τα πυρπολικά ήταν πλοία φτηνής κατασκευής γεμάτα εύφλεκτα υλικά. Αγκιστρώνονταν πάνω στα εχθρικά πλοία και κατόπιν το πλήρωμα έβαζε φωτιά με αποτέλεσμα να ακολουθήσει έκρηξη ή μεγάλη πυρκαγιά. Το πλήρωμα του πυρπολικού εγκατέλειπε το πλοίο λίγο πριν αυτό εκραγεί. Οι ναύτες που επάνδρωναν τα πυρπολικά ήταν όλοι εθελοντές λόγω της επικίνδυνης υπηρεσίας που αναλάμβαναν να εκτελέσουν. Η τακτική των πυρπολητών ήταν απλή. Είτε έκαναν νυχτερινές αιφνιδιαστικές επιθέσεις σε μεγάλα αγκυροβολημένα πολεμικά πλοία των Οθωμανών είτε στις ναυμαχίες, με τόλμη και δεξιοτεχνία, έφερναν σε ευνοϊκή θέση σε σχέση με τον εχθρικό στόλο το πυρπολικό τους και στη συνέχεια επέλεγαν το στόχο τους μεταξύ των μεγαλύτερων πολεμικών πλοίων του εχθρού. Με κατάλληλους χειρισμούς και ουριοδρομία προσπαθούσαν να αποφύγουν τα πυρά των αντιπάλων τους και να αγκιστρώσουν γερά το «μπουρλότο» τους πάνω στο πλοίο-θήραμα. Οι Οθωμανοί ναύτες προσπαθούσαν να τους απωθήσουν με καταιγισμό βλημάτων κάθε είδους πυροβόλων όπλων ή με βάρκες που έστελναν εναντίον τους και οι οποίες με γάντζους που έριχναν στο πυρπολικό προσπαθούσαν να το σύρουν με σκοινιά μακριά από το στόχο τους.
Το πρώτο πυρπολικό κατασκευάστηκε από τον Παργινό Ιωάννη Δημουλίτσα, ο οποίος από μικρός δούλευε σε ψαριανά καράβια και στα ταξίδια του γνώρισε τα μυστικά της κατασκευής των ρωσικών πυρπολικών. Πρώτη επιτυχής χρήση πυρπολικού έγινε από τον Παπανικολή στις 27 Μαΐου 1827.
πηγές:
Βικιπαίδεια
Αργολική Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού

1824 (VI)

Μόλις έφτασε στην Ύδρα η είδηση της καταστροφής των Ψαρών, ο Λάζαρος Κουντουριώτης διέταξε επιτέλους την άμεση κινητοποίηση του στόλου. Έτσι υδραίικα και σπετσιώτικα πλοία με ναύαρχο τον Σαχτούρη έφτασαν στις 25 Ιουνίου στα Ψαρά. Λίγο αργότερα έφτασαν και άλλα είκοσι υδραίικα με ναύαρχο τον Ανδρέα Μιαούλη. Εκεί επιτέθηκαν εναντίον των Τούρκων που είχε αφήσει ο Χοσρέφ να φρουρούν το νησί και όταν οι Τούρκοι έφυγαν, ο Μιαούλης τους κυνήγησε μέχρι τη Χίο και τελικά βύθισε τα περισσότερα τουρκικά πλοία. Στη συνέχεια οι Έλληνες επέστρεψαν στα Ψαρά, εκεί όμως τα πληρώματα των ελληνικών καραβιών, δυστυχώς, άρχισαν το πλιάτσικο. Παρά την αντίθετη διαταγή του Μιαούλη, ναύτες αλλά και πλοίαρχοι επιδόθηκαν σε αρπαγή κανονιών, τροφίμων και εμπορευμάτων -από όσα είχαν απομείνει στις αποθήκες του έρημου νησιού- με σκοπό να τα μεταφέρει ο καθένας στο δικό του καράβι. Ο Μιαούλης στενοχωρημένος για τα γεγονότα έστειλε στις 6 Ιουλίου επιστολή στους προκρίτους της Ύδρας εκφράζοντας την αμφιβολία του για το κατά πόσο μπορούσε να διατηρήσει την πειθαρχία του στόλου του. Πράγματι όταν την επόμενη διέταξε τον ελληνικό στόλο να λάβει θέση μάχης εναντίον των τουρκικών πλοίων που είχαν γυρίσει εντωμεταξύ στα Ψαρά διαπίστωσε πως από τα 51 πλοία πειθάρχησαν μόνο τα 14.
Έτσι οι Τούρκοι, ανενόχλητοι, επέστρεψαν στα Ψαρά. Ο αντικειμενικός σκοπός την εκστρατείας των Ελλήνων, η ανακατάληψη των Ψαρών είχε αποτύχει. Ωστόσο είχε καταστραφεί σημαντικός αριθμός τουρκικών πλοίων ενώ ο Χοσρέφ είχε διαπιστώσει ότι το Αιγαίο παρέμενε επικίνδυνο για τον στόλο του.

250px-Georgios_Sachtouris
Γεώργιος Σαχτούρης (1783-1841)
Υδραίος καπετάνιος, αντιναύαρχος του υδραίικου στόλου. Πήρε μέρος στις περισσότερες ναυμαχίες της επανάστασης του 1821. Δισέγγονός του είναι ο ποιητής Μίλτος Σαχτούρης.
Η νεανική του ηλικία συμπίπτει με την περίοδο της θεαματικής εξέλιξης της Ύδρας στον τομέα της ναυτιλίας και του εμπορίου και της τεράστιας συσσώρευσης κερδών στα χέρια των Υδραίων ναυτεμπόρων. Ο πατέρας του, Δημήτρης, εξαίρετος καραβομαραγκός της εποχής, λέγεται ότι έλαβε το προσωνύμιο Σαχτούρης, το οποίο επικράτησε τελικά και ως οικογενειακό επίθετο, από ένα μεγάλο δίστηλο σκαρί 8 τόνων που κατασκεύασε πρώτος στην Ύδρα, μιμούμενος παρόμοια ιστιοφόρα που χρησιμοποιούσαν οι Ιταλοί και που ονόμαζαν σαχτούρια.
πηγή: Αργολική Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού

Στόχος του Χοσρέφ, μετά τα Ψαρά, ήταν η Σάμος. Όμως για καλή τύχη των Ελλήνων ο Χοσρέφ ήταν διστακτικός και δεν αποφάσιζε την απόβαση στο νησί. Εντωμεταξύ είχαν φτάσει τα χρήματα του δανείου από την Αγγλία και, από το συνολικό ποσό, είχαν εκταμιευτεί 90.000 δίστηλα για τον εξοπλισμό και τους μισθούς των πληρωμάτων του ελληνικού στόλου που έσπευσε προς βοήθεια της Σάμου. Στις 30 Ιουλίου ο Σαχτούρης με τα ελληνικά πλοία πρόλαβε τους Τούρκους λίγο πριν αποβιβαστούν στο Καρλόβασι. Οι Έλληνες βύθισαν 3 πλοία γεμάτα Τούρκους στρατιώτες. Τα υπόλοιπα πλοία των Τούρκων υποχώρησαν προς τα μικρασιατικά παράλια, αλλά εκεί έπεσαν με ορμή πάνω στις ακτές και τα περισσότερα τσακίστηκαν.

photoinside_60
Το πλοίο του Σαχτούρη: η περίφημη «Αθηνά» (υδατογραφία Α. Μιλάνου)

πηγή: http://perialos.blogspot.gr/2012/03/blog-post_16.html
Το 1819 ο Σαχτούρης είναι ήδη πλοιοκτήτης και καπετάνιος ενός ολοκαίνουργιου βριγαντίνου, της περίφημης «Αθηνάς», που κατασκευάστηκε στο Μαντράκι της Ύδρας. Με το πλοίο του αυτό μεγαλούργησε στον Αγώνα.
πηγή: ΑΡΓΟΛΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

στο στενό της Μυκάλης

Την άλλη μέρα, στις 31 Ιουλίου, τα ελληνικά πλοία ενισχυμένα με δύο πυρπολικά του Κανάρη και του Νικόδημου έφτασαν κοντά στη Μυκάλη κι εκεί αντίκρισαν τα βουνά στα παράλια της Μ. Ασίας γεμάτα τουρκικό στρατό και πολλά αγκυροβολημένα πλοία έτοιμα να τον μεταφέρουν στη Σάμο. Αμέσως τα ελληνικά πλοία κινήθηκαν προς τους όρμους που ήταν αγκυροβολημένα αρκετά τουρκικά. Οι Τούρκοι, μόλις είδαν τους Έλληνες να πλησιάζουν, σήκωσαν τις άγκυρες και έφυγαν προς το μέρος που βρισκόταν ολόκληρος ο τουρκικός στόλος. Τα ελληνικά πλοία άρχισαν να κανονιοβολούν κατά του στρατού που βρισκόταν στην ξηρά. Αμέσως οι Τούρκοι στρατιώτες άρχισαν να τρέχουν «ως γίδια εις τα ψηλότερα των λόφων». Την ίδια ώρα ο Τούρκος ναύαρχος διέταξε επίθεση εναντίον των Ελλήνων. Μόλις όμως ο Σαχτούρης διέταξε τα πυρπολικά του Ρομπότση και του Τσάπελη να κινηθούν εναντίον τους οι Τούρκοι οπισθοχώρησαν τρομαγμένοι. Το ίδιο σκηνικό συνέβη και την επόμενη μέρα, απόδειξη πως οι Τούρκοι κυριολεκτικά έτρεμαν τα πυρπολικά.
Το συγκινητικό ήταν ότι οι κάτοικοι της Σάμου παρακολουθούσαν τις αψιμαχίες από την ακτή και δοξολογούσαν τον Θεό για τη σωτηρία τους ενώ οι πρόκριτοι επισκέφτηκαν τον Σαχτούρη στο καράβι του να τον ευχαριστήσουν εκ μέρους του λαού της Σάμου.

ceb3ceb5cf8ecf81ceb3ceb9cebfcf82-cf83ceb1cf87cf84cebfcf8dcf81ceb7cf82

Λίγες μόνο ημέρες μετά την κήρυξη της Επανάστασης στην Ύδρα, στις 22 Απριλίου 1821, ο Σαχτούρης ακολουθεί τον Γιακουμάκη Τομπάζη αρχηγό της υδραίικης ναυτικής μοίρας, που μαζί με την ψαριανή και τη Σπετσιώτικη εκπλέουν για την απελευθέρωση της Χίου και της Σάμου. Η αποστολή αυτή στιγματίστηκε από το τραγικό γεγονός της σύλληψης και λαφυραγωγίας από τα πλοία των Υδραίων Γ. Σαχτούρη και Λ. Πινότση διερχόμενου τουρκικού βρικιού, γεμάτου προσκυνητές και Τούρκους αξιωματούχους, οι οποίοι θανατώθηκαν με εντολή των δύο πλοιάρχων.
Η πράξη αυτή κατακρίθηκε από όλους τους ιστορικούς, Έλληνες και ξένους, ωστόσο -χωρίς να δικαιολογείται βέβαια- έχει την εξήγησή της καθώς συνέβη τις μέρες που έγινε γνωστός ο απαγχονισμός του Πατριάρχη Γρηγορίου Ε’ και η σφαγή των Ελλήνων ναυτών του οθωμανικού στόλου στο Μούρτο, οι περισσότεροι από τους οποί­ους ήσαν Υδραίοι.
πηγή: ΑΡΓΟΛΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

Στις 2 Αυγούστου οι αψιμαχίες συνεχίστηκαν και εξελίχτηκαν σε κανονικές συγκρούσεις που είχαν ως αποτέλεσμα τη βύθιση αρκετών τουρκικών πλοίων. Οι Έλληνες είχαν πετύχει μια πρώτη μεγάλη νίκη όμως οι Τούρκοι επανήλθαν στις 4 Αυγούστου με ενισχυμένη δύναμη και τότε συνέβη το εξής παράδοξο: οι περισσότεροι καπετάνιοι των πυρπολικών άρχισαν να διστάζουν βλέποντας το τεράστιο πλήθος των τουρκικών πλοίων. Ο Σαχτούρης ο ίδιος πήγαινε από το ένα πυρπολικό στο άλλο προσπαθώντας να τους πείσει να ορμήσουν στη μάχη καθώς ήταν φανερό πως χωρίς τη βοήθεια των πυρπολικών η μάχη θα ήταν χαμένη.
Ευτυχώς ήταν εκεί ο Κανάρης, ο μόνος που δέχτηκε την πρόταση του Σαχτούρη και όρμησε μαζί με το πλοίο του Λ. Παναγιώτα. Τα τουρκικά πλοία άρχισαν τους κανονιοβολισμούς. Ο Κανάρης αναγκάστηκε να κάνει κυριολεκτικά διαδρομή θανάτου ανάμεσα σε μυδράλια και σφαίρες προσπαθώντας να προσκολλήσει το πυρπολικό του σε ένα εχθρικό πλοίο. Τελικά δεν τα κατάφερε, κατάφερε όμως να πανικοβάλει τους Τούρκους που αποφάσισαν την οπισθοχώρηση.

757px-Zografos-Makriyannis_03

Ναυμαχίαι Γενικαί των Ελλήνων
πίνακας του Παναγιώτη Ζωγράφου
από την Βικιπαίδεια
Χάρις τω Θεώ όπου ανεφάνη κατ’ αυτήν την ώραν ο Κανάριος από το επάνω μέρος του Πορθμού, πριν ακόμη να πλησιάση, επήγεν ο Αντιναύαρχος με την πάσσαρην και του είπεν αν θέλη να υπάγη κατά του εχθρού. Όχι μόνον αυτός, αλλά και όλοι του οι άνθρωποι εφώναξαν ότι πηγαίνουν μετά χαράς. Ο Αντιναύαρχος εστάθη μέσα εις το αυτό πυρπολικόν του, το οποίον έως να ετοιμασθή περιήλθεν ολίγον όπισθεν του Νησακίου. Ο αντιναύαρχος μετέφερεν όλα τα ρούχα των πυρπολιστών και 3 παιδιά μικρά εις το πλοίον του, και ούτω μετά 1/2 ώραν γενόμενος έτοιμος ο Κανάρις, εδιώρησεν ο Αντιναύαρχος τον κπ. Λ. Παναγιώτα δια να τον συντροφεύση, παρά του οποίου συνοδευθείς ώρμησε κατά των εχθρικών· βοηθούμενος δε και από τα λοιπά πολεμικά σπετζότικα, και Υδραίικα έτρεχεν όπισθεν των μεγαλητέρων εχθρικών, και δεν ορτζάρηζεν παρά αφ’ ού ικανώς τα έτρεπεν εις φυγήν. Δέκα επτά ήδη πολεμικά πλοία μας ήτον εις τα πανιά ομού με εν άλλο πυρπολικόν σπετζότικον, τα οποία κρατόντα περιμαζευμένα Μαΐστρα και Τρίγγο κατά τάξιν πολεμούν, αντιπολεμούν τα εχθρικά. Τα βόλια και τα μισδράλια έπιπτον ως βροχή και από τα δύο μέρη, δεν έλειψαν από το χρέος τους το φρούριον και τα κανονοστάσια των Σαμίων, μάλιστα τινά βόλια των επέτυχον.
Γ. Σαχτούρης: ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΝΑΥΤΙΚΟΥ ΑΓΩΝΟΣ ΤΟΥ 1821
από το http://users.sch.gr/maritheodo/1821/b21.htm

Την επόμενη μέρα (5 Αυγούστου) οι Τούρκοι επανήλθαν, αυτή τη φορά όμως οι Έλληνες ήταν αποφασισμένοι να πολεμήσουν. Το θάρρος του Κανάρη είχε ανυψώσει το ηθικό των πυρπολητών. Έτσι 4 υδραίικα πυρπολικά, ένα σπετσιώτικο και ένα ψαριανό μαζί με 8 με 10 πολεμικά πλοία στάθηκαν έτοιμα για μάχη. Και ενώ οι Τούρκοι είχαν αρχίσει να κυκλώνουν τους Έλληνες, ο Υδραίος πυρπολητής Δημ. Τσάπελης πήρε την τρελή απόφαση να προσκολλήσει το πυρπολικό του πάνω στη φρεγάτα «Μπρουλότ Κορκμάζ» που σημαίνει «δεν φοβάται το πυρπολικό»! Την ώρα που προσπαθούσε να πετύχει την πυρπόληση, τέσσερις βάρκες με στρατό κατέβηκαν από τη φρεγάτα για να τον εμποδίσουν. Οι ναύτες του Τσάπελη φοβήθηκαν και έφυγαν αφήνοντας μόνο του τον Τσάπελη ο οποίος συνέχιζε να προσπαθεί μέχρι που αναγκάστηκε να πυροδοτήσει πρόωρα το πυρπολικό του. Η προσπάθειά του απέτυχε, ο ίδιος όμως σώθηκε με βαριά εγκαύματα. Προς στιγμή φάνηκε πως η φρεγάτα θα σωζόταν, εμφανίστηκε όμως από το πουθενά το πυρπολικό του Κανάρη μπροστά στη φρεγάτα σκορπώντας τον πανικό στο πλήρωμά της. Οι ναύτες της φρεγάτας πανικόβλητοι άρχισαν να πέφτουν στη θάλασσα! Ο Κανάρης κατόρθωσε να προσδέσει το πυρπολικό του στη φρεγάτα, να βάλει φωτιά και να απομακρυνθεί. Η φρεγάτα έπιασε φωτιά η οποία μεταδόθηκε στην πυριτιδαποθήκη που μετά από λίγο εξερράγη καταστρέφοντας εντελώς το πλοίο. Σε λίγο ανέλαβαν δράση τα πυρπολικά του Βατικιώτη, του Ραφαλιά και του Ματρόζου που ανατίναξαν άλλα δύο τουρκικά πλοία αναγκάζοντας τον Τούρκο ναύαρχο να εγκαταλείψει κάθε προσπάθεια για απόβαση στη Σάμο.

Η λαμπρή αυτή και σωτήρια, για την Σάμο, ναυμαχία ανύψωσε σημαντικά το φρόνημα των Ελλήνων μετά τα ισχυρά πλήγματα της καταστροφής της Κάσου και των Ψαρών, ενώ παράλληλα έδειξε πως ίσως να μην καταστρέφονταν τα Ψαρά αν τα υπερασπιζόταν ενωμένος ο ελληνικός στόλος.

πηγές:
ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΘΝΟΥΣ
ΣΠ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ: ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ

Flag_of_the_Administration_of_Samos.svg
Η σημαία του «Στρατοπολιτικού Συστήματος» της Σάμου το 1821

Στη Σάμο δεν είχε πατήσει Τούρκος λόγω προνομίων που είχαν δοθεί το 1565 από τον σουλτάνο Σουλεϊμάν Α΄ με σκοπό την επανακατοίκησή της, επειδή το νησί είχε εγκαταληφθεί σχεδόν από τους κατοίκους του το 1475 λόγω των συνεχών πειρατικών επιδρομών και ενός λιμού που είχε ενσκήψει. Μόνο φόρους πλήρωνε το νησί, ωστόσο ήταν από τα πρώτα μέρη που επαναστάτησαν με αρχηγό τον Κωνσταντίνο Λαχανά και στη συνέχεια τον Λυκούργο Λογοθέτη.
πηγές:
http://thesecretrealtruth.blogspot.com/2012/08/1824.html
http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A3%CE%AC%CE%BC%CE%BF%CF%82

 1824 (VII)

Το καλοκαίρι του 1824 συνεχίστηκαν οι επιτυχίες του ελληνικού ναυτικού εναντίον των Τούρκων με αποκορύφωμα τη νικηφόρα ναυμαχία του Γέροντα, ενώ επίσης οι Ρουμελιώτες οπλαρχηγοί πέτυχαν σημαντικές νίκες στη Στερεά Ελλάδα.
Όμως το φθινόπωρο είχαμε την αναζωπύρωση του εμφύλιου πολέμου. Η αφορμή δόθηκε τον Οκτώβριο του 1824. Οι κάτοικοι της Κυπαρισσίας αρνήθηκαν να  πληρώσουν τους φόρους που είχε ορίσει η κυβέρνηση Κουντουριώτη και το γεγονός αυτό -συν το ότι οι οπλαρχηγοί της περιοχής ήταν φίλοι του Κολοκοτρώνη- έκανε την κυβέρνηση να χαρακτηρίσει την ανυπακοή ως ανταρσία και να στείλει στην Κυπαρισσία τον Παπαφλέσσα επικεφαλής ενόπλων. Οι δυνάμεις ήταν ισχυρές και ενισχυμένες με τον Καρατάσο, τον Μακρυγιάννη και τους Βουλγάρους του Χατζηχρήστου.
Η αντίσταση που συνάντησαν όμως ήταν σκληρή. Οι Μοραΐτες δεν έδειχναν διάθεση να υποχωρήσουν. Μάλιστα είχαν παρατήσει την πολιορκία της Πάτρας για να πολεμήσουν εναντίον του Παπαφλέσσα. Η κυβέρνηση Κουντουριώτη σε ενίσχυσή του έστειλε τον Μαυροβουνιώτη με χίλιους άντρες, ενώ λίγο αργότερα ήρθαν να βοηθήσουν τους αντικυβερνητικούς ο Πάνος Κολοκοτρώνης, ο Κανέλλος Δεληγιάννης κι ο εκπορθητής του Ναυπλίου, ο Στάικος Σταϊκόπουλος. Σύντομα η σύρραξη γενικεύτηκε με μάχες γύρω από την Τριπολιτσά, το Ναύπλιο και την Κόρινθο.

Το απροσδόκητο και τραγικό περιστατικό συνέβη στις 3 του Νοέμβρη, 4 η ώρα το απόγευμα. Ο Πάνος Κολοκοτρώνης πηγαίνοντας στη Σιλίμνα να συνεννοηθεί με τον πατέρα του, βρισκόταν στην κοίτη ενός ποταμού, μαζί με τον Βατικιώτη και τον Σαμαρώνη όταν μια σφαίρα τον χτύπησε στο κεφάλι και τον γκρέμισε από το άλογό του αφήνοντάς τον νεκρό. Ο χαμός του Πάνου τσάκισε το ηθικό των αντικυβερνητικών, οι οποίοι τον λάτρευαν. Όλος ο Μοριάς τον έκλαψε, αλλά κυρίως ο πατέρας του, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, που έχασε το κουράγιο του και παραιτήθηκε από κάθε πολεμική ενέργεια. Άρχισαν έτσι κι οι υπόλοιποι Μοραΐτες οπλαρχηγοί ή να τα παρατάνε ή να δέχονται τις λίρες του δανείου δηλώνοντας υποταγή στην κυβέρνηση Κουντουριώτη. Ο Κωλέττης μάλιστα μοίραζε εκτός από λίρες και διπλώματα αξιωματικών. Έφτασε η Ελλάδα να έχει χιλιάδες αξιωματικούς, οι περισσότεροι από τους οποίους δεν είχαν ρίξει ούτε μια τουφεκιά εναντίον των Τούρκων. Και σα να μην έφτανε αυτό, κάλεσε στον Μοριά για ενίσχυση τους Ρουμελιώτες οπλαρχηγούς. Στην επιστολή του ο Κωλέττης έγραφε μεταξύ άλλων:
Οι Μοραΐτες λύσσαξαν από τα πολλά πλούτη, τα οποία ήρπασαν από τους Τούρκους. Και σεις, τρέχετε αυτού χωρίς ψωμί, χωρίς τσαρούχι. Τι περιμένετε λοιπόν;… Άλλην αρμοδιωτέραν περίστασιν δεν θέλει εύρετε ποτέ, διά να πλουτίσετε μεγάλοι και μικροί. Τώρα άνοιξαν διά εσάς δύο πηγαί πλούτου. Οι λίρες του δανείου και τα πλούσια λάφυρα του Μορέως. Τι άλλο πλέον επιθυμείτε;…

Οι Ρουμελιώτες οπλαρχηγοί πέρασαν τον Ισθμό στις 23 του Νοέμβρη του 1824 και συγκρούστηκαν πρώτα με τα στρατεύματα του Λόντου (που είχε στο μεταξύ -μαζί με τον Ζαΐμη- αλλάξει στρατόπεδο) και του Νοταρά.
Λόντος και Νοταράς είδαν με έκπληξη τους μισθοφόρους Ρουμελιώτες στρατιώτες τους να λιποτακτούν, με αποτέλεσμα να υποχωρήσουν. Επακολούθησαν άγριες λεηλασίες στην έδρα των Νοταράδων, τα Τρίκαλα Κορινθίας.
Σειρά είχε μετά η Αιγιαλεία και ύστερα η Αχαΐα όπου στην Κερπινή είχαν οχυρωθεί οι δυο Αντρέηδες, ο Λόντος κι ο Ζαΐμης. Όταν και αυτοί τράπηκαν σε φυγή με τις οικογένειές τους, οι Ρουμελιώτες εισέβαλαν στην Κερπινή για να ακολουθήσουν φοβερές σκηνές: εγκλήματα, βιασμοί, βασανισμοί και λεηλασίες σπιτιών.
Επόμενο θύμα της ορμής των Ρουμελιωτών στάθηκε η πατρίδα των Δεληγιαννέων κι ύστερα η Γαστούνη όπου έγινε ένα πρωτοφανές πλιάτσικο εναντίον του πλούσιου κάμπου της.
Για τα γεγονότα αυτά έγραψε ο Φωτάκος:
Ήρκει μόνον ότι όλοι ήσαν Μοραΐται και όλους τους εγύμνωναν και τους εκαταφρόνουν»
Ενώ ο Σπυρίδων Τρικούπης έγραψε:
«Η εισβολή των πέραν του Ισθμού στρατευμάτων δοθέντων εις αρπαγήν ανακάλεσεν εις την μνήμην των παθόντων όσα κακά έπαθαν επί της εισβολής των Αλβανών οι πατέρες αυτών».

1825 (Ι) και τελευταίο

Ο επίλογος του δράματος παίχτηκε τον Ιανουάριο του 1825. Στις 23 Ιανουαρίου ο Κολοκοτρώνης παραδόθηκε στην κυβέρνηση Κουντουριώτη και φυλακίστηκε στο μοναστήρι του Προφήτη Ηλία, στην Ύδρα. Μαζί του φυλακίστηκαν ο Γρίβας, οι Σισίνηδες, οι Νοταράδες, οι Δεληγιανναίοι και αρκετοί άλλοι.

Έχοντας φυλακίσει όλους τους πολιτικούς της αντιπάλους η κυβέρνηση Κουντουριώτη είχε πετύχει μια πολύ μεγάλη νίκη, αλλά παρέμενε εντελώς ανίκανη να αντιμετωπίσει τα αιγυπτιακά στρατεύματα του Ιμπραήμ που ετοιμαζόταν να εισβάλει στην Πελοπόννησο. Έτσι τον Μάιο του 1825 η κυβέρνηση αναγκάστηκε να διατάξει την αποφυλάκιση των αντιπάλων της.

πηγές:

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΘΝΟΥΣ
NATIONAL GEOGRAPHIC: ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ
ΣΠ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ: ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ
Γ. ΜΑΡΑΒΕΛΕΑΣ: Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1821 ΣΕ ΣΑΡΑΝΤΑ ΜΟΝΟΓΡΑΦΙΕΣ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: