ιδ΄) Θεσσαλονίκη: μια πόλη, πολλές ιστορίες

Στο βιβλίο του Μαρκ Μαζάουερ “Θεσσαλονίκη, η πόλη των φαντασμάτων”, εκδόσεις Αλεξάνδρεια, υπάρχουν ενδιαφέροντα στοιχεία για την κατάσταση που επικρατούσε στη Θεσσαλονίκη μετά την απελευθέρωσή της από τον ελληνικό στρατό (26 Οκτωβρίου 1912):

Παρότι  ο ελληνικός στρατός είχε μπει στη Θεσσαλονίκη από τις 26 Οκτωβρίου 1912, οι Έλληνες επέτρεψαν για αρκετές εβδομάδες στους Τούρκους χωροφύλακες να περιπολούν οπλισμένοι στους δρόμους και να φροντίζουν για την αστυνόμευση της πόλης. Επίσης αρκετές βυζαντινές εκκλησίες παρέμειναν τζαμιά για αρκετό καιρό μετά τον Οκτώβρη του 1912. Αυτό συνέβη διότι, όπως διευκρινίζει ο Μαζάουερ, τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, φόβητρο για τους Έλληνες δεν ήταν πλέον οι Τούρκοι, αλλά οι Βούλγαροι που είχαν φτάσει κι αυτοί στη Θεσσαλονίκη μόλις με 8 ώρες καθυστέρηση.


Η θριαμβευτική είσοδος του βασιλιά Γεωργίου στη Θεσσαλονίκη (δίπλα του ο διάδοχος Κωνσταντίνος) δεν έγινε στις 26, αλλά στις 29 Οκτωβρίου. (η φωτογραφία είναι από το http://www.agiasofia.com/1922/1922.php)

Το έργο του εξελληνισμού της Θεσσαλονίκης στάθηκε δύσκολο. Η συγκρότηση μιας σύγχρονης ελληνικής γραφειοκρατίας πήρε χρόνο. Απευθείας σιδηροδρομική σύνδεση της Θεσσαλονίκης με την υπόλοιπη Ελλάδα δεν υπήρχε (για πρώτη φορά πραγματοποιήθηκε τέσσερα χρόνια αργότερα, το 1916), το ταχυδρομείο έκανε εβδομάδες να φτάσει -κάποιες φορές και μήνες- και το τουρκικό νόμισμα συνέχισε να χρησιμοποιείται παράλληλα με το ελληνικό για αρκετά χρόνια. Γεγονός είναι πως κηρύχθηκε «πόλεμος στο φέσι». Έτσι απολύονταν όσοι υπάλληλοι τρένων, τραμ και ηλεκτρικού συνέχιζαν να το φορούν την ώρα που δούλευαν. Επίσης απολύθηκαν όσοι αρνήθηκαν να πάρουν την ελληνική υπηκοότητα, κυρίως οι Τούρκοι, γιατί οι Βούλγαροι είχαν φύγει ενώ οι Εβραίοι εργάτες συμμορφώθηκαν όλοι.

Εντωμεταξύ έρχονταν καθημερινά από τον Πειραιά, με σκάφη, αστυνομικοί, χωροφύλακες, δικαστές και δικηγόροι, οι περισσότεροι από την Κρήτη και την Πελοπόννησο, με σκοπό να αποτελέσουν το διοικητικό μηχανισμό της πόλης.


Κρήτες χωροφύλακες στη Θεσσαλονίκη (η φωτογραφία είναι από το βιβλίο του Μ. Μαζάουερ “Θεσσαλονίκη, η πόλη των φαντασμάτων”, εκδόσεις ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ)

Η απογραφή του 1913 μας δίνει μια πρώτη εθνολογική σύσταση της Θεσσαλονίκης:  157.889 άνθρωποι (40.000 Έλληνες, 45.867 Μουσουλμάνοι και 61.439 Εβραίοι). Κάτι άλλο ενδιαφέρον που βγαίνει από αυτή την απογραφή είναι ο υψηλός βαθμός μικτής κατοίκησης. Δεν υπήρχαν δηλαδή γκέτο στη Θεσσαλονίκη, οι θρησκευτικές κοινότητες ζούσαν αλληλένδετες.

οι πληροφορίες αντλήθηκαν από το βιβλίο του ΜΑΡΚ ΜΑΖΑΟΥΕΡ “ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΠΟΛΗ ΤΩΝ ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΩΝ”, μετάφραση: Κ. Κουρεμένος, εκδόσεις ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ

Ενδιαφέρον όμως έχει και η μαρτυρία του Μαρίνου Γερουλάνου, που υπηρετώντας ως γιατρός στον ελληνικό στρατό, ήταν απ’ τους πρώτους στρατιωτικούς που μπήκαν στη Θεσσαλονίκη:

Έφθασε το μεσονύκτιον και μόνον αφού παρεδόθη και ο τελευταίος τραυματίας, εσκέφθημεν τι θα κάμωμεν και ημείς. Ήτο νύκτα, σκότος, ευρισκόμεθα σχεδόν μόνοι εις τον σταθμόν εις άγνωστον υπό εχθρικού στρατού μέχρι της χθες κατεχομένην πόλιν, με εχθρικόν πληθυσμόν, όταν μας πλησιάζει καλοενδεδυμένος μεσήλιξ κύριος ο οποίος απευθυνόμενος προς εμέ ερωτά πού εσκεπτόμεθα να κατευθυνθώμεν. Του απήντησα, παρακαλών να μας οδηγήση εις τι ξενοδοχείον. “Ούτε εις την είσοδον ξενοδοχείου θα δυνηθήτε να εισέλθετε”, μας απαντά, “όλα είναι υπερπλήρη από στρατιωτικούς, αλλά αν επιθυμήτε, να έλθετε να μείνετε σπίτι μου”. Ενόμιζα μήπως ήτο παλαιός ασθενής μου, όστις με ανεγνώρισεν και τον ηρώτησα σχετικώς: “Όχι, δεν σας γνωρίζω”, απήντησεν. Έβλεπεν Έλληνες υγειονομικούς και ήθελεν να τους εξυπηρετήση. Του συνεστήθημεν και τον ευχαριστήσαμεν αποδεχόμενοι την ευγενή πρόσκλησίν του. (…) Ο οικοδεσπότης μάς ηρώτησεν εάν είχομεν να φάγωμεν από πολλού και μας παρεκάλεσε να υπομείνωμεν ολίγον ακόμη έως ότου ετοιμάσουν κάτι. Εν των μεταξύ, έφερεν καφέν και γλυκό και ενεφανίσθη ηλικιωμένη κυρία με τη συνήθη τοπικήν ενδυμασίαν. Αποτεινόμενος προς αυτήν, είπον: -Πολύ λυπούμαι διότι τοιαύτην ώραν, περασμένα μεσάνυκτα, ήλθομεν να σας ανησυχήσωμεν. Και εκείνη μου απαντά: -Μπα, παιδάκι μου, ημείς πεντακόσια χρόνια σας επεριμέναμε και τώρα λέτε πως μας ανησυχείτε;

ΜΑΡΙΝΟΣ ΓΕΡΟΥΛΑΝΟΣ “ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ (1867-1957) ΣΕΛΙΔΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΝΕΩΤΕΡΗΣ ΙΑΤΡΙΚΗΣ” Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ


Η εικόνα-σύμβολο της απελευθέρωσης της Θεσσαλονίκης. Τον πίνακα ζωγράφισε ο Κενάν Μεσαρέ, γιος του Τούρκου (αλβανικής καταγωγής) στρατηγού Χασάν Ταχσίν πασά, που παρέδωσε στους Έλληνες την πόλη.

Όπως ήδη αναφέρθηκε, η θριαμβευτική παρέλαση του βασιλιά Γεωργίου στη Θεσσαλονίκη δεν έγινε στις 26 Οκτωβρίου, αλλά στις 29. Ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες για το τι συνέβη εκείνες τις μέρες στη Θεσσαλονίκη αναφέρονται σε άρθρο του Χρίστου Ζαφείρη στο http://www.pressinaction.gr/thessalonikiinaction/item/ 350-i-apeleytherosi-tis-thessalonikis-1912:

Ο πρώτος Έλληνας αξιωματικός που μπήκε στην πόλη ήταν ο υπομοίραρχος Κωνσταντίνος Μανωλκίδης, ο οποίος επικεφαλής ενός μικρού αποσπάσματος διέσχισε έφιππος την Εγνατία το βράδυ τη 26ηςΟκτωβρίου, τέσσερις ώρες πριν από την υπογραφή της συμφωνίας, ενώ εκατοντάδες έκπληκτοι Θεσσαλονικείς ακολουθούσαν τον έφιππο αξιωματικό. Ο Μανωλκίδης είχε διαταγή να παραλάβει και να συνοδεύσει τους Τούρκους αξιωματικούς προς το ελληνικό στρατηγείο στο Τόψιν (σημ. Γέφυρα), στο πλαίσιο των ελληνοτουρκικών διαπραγματεύσεων για την παράδοση της πόλης. Διανυκτέρευσε μάλιστα το βράδυ στο ξενοδοχείο «Όλυμπος Παλλάς», στην πλατεία Ελευθερίας, ενώ πολλοί Έλληνες κάτοικοι τη πόλης συνωστίζονταν στις τζαμαρίες του ξενοδοχείου για να δουν από κοντά τον ένστολο Έλληνα αξιωματικό.

Από τα μεσάνυχτα ακόμη της 26ης Οκτωβρίου είχαν εισέλθει τα πρώτα τμήματα των μακεδονομάχων πολεμιστών με επικεφαλής τον Κων. Μαζαράκη. Μετά την υπογραφή της συμφωνίας, μια ίλη του 1ου συντάγματος Ιππικού υπό τον ίλαρχο Βερύκιο έφτασε ως την πλατεία Ελευθερίας. Τμήματα της έβδομης μεραρχίας κατέλαβε το Διοικητήριο και άλλα δημόσια κτίρια, ενώ ο Θεσσαλονικιός Αλέξανδρος Ζάννας ύψωσε με τη βοήθεια ενός ναυτόπουλου την ελληνική σημαία στον ιστό του Λευκού Πύργου.

Το μεσημέρι της 27ης Οκτωβρίου μπήκαν επίσημα στην πόλη, υπό δυνατή βροχή, τα πρώτα τμήματα του ελληνικού στρατού που έγιναν δεκτά με ενθουσιασμό από χιλιάδες Θεσσαλονικείς που πανηγύριζαν για την απελευθέρωσή τους.

Τη Δευτέρα 29 Οκτωβρίου με ειδικό τρένο από τη Βέροια έφτασε στην πόλη ο βασιλιάς Γεώργιος, τον οποίο υποδέχτηκαν οι αρχές και χιλιάδες κόσμου που είχε παραταχθεί κατά μήκος των πεζοδρομίων ως την βίλα Χατζηλαζάρου, στην περιοχή της Ανάληψης, όπου κατέλυσε η βασιλική οικογένεια. «Ολόκληρος η πόλις, έγραφαν οι εφημερίδες, είχε διακοσμηθεί πλουσίως και εορταστικώς, από πρωίας δε, παρά την πίπτουσαν βροχήν, είχε προσλάβει όψιν πρωτοφανώς πανηγυρικήν». Η λαμπρή δοξολογία για την απελευθέρωση της πόλης, «χοροστατούντος του μητροπολίτου Γενναδίου και παρουσία του ανωτάτου άρχοντος, της βασιλικής οικογενείας, των τοπικών και προξενικών αρχών και πλήθους ενθουσιώδους λαού», έγινε στην εκκλησία του Αγίου Μηνά στις 30 Οκτωβρίου. Ο βασιλιάς Γεώργιος Α΄ επισφράγισε την κατάληψη της Θεσσαλονίκης με την είσοδό του και τη μόνιμη παραμονή του στην πόλη ως την ανεξιχνίαστη ακόμη δολοφονία του το Μάρτιο του 1913.

αποσπάσματα από το άρθρο του ΧΡΙΣΤΟΥ ΖΑΦΕΙΡΗ “Η ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΤΟ 1912″ http://www.pressinaction.gr/thessalonikiinaction/item/350-i-apeleytherosi-tis-thessalonikis-1912

Τα κείμενα που δημοσιεύονται στη σημερινή ανάρτηση προέρχονται από την εξαιρετική διαδραστική εφαρμογή: “Θεσσαλονίκη, πόλη των Βαλκανίων, 1900-1930″ που εκπονήθηκε από το ΕΛΙΑ και περιλαμβάνει σημαντικό φωτογραφικό υλικό. Η εφαρμογή αναρτήθηκε στο blog Έρρωσο της φιλολόγου Σοφίας Κανταράκη.


διαδραστική εφαρμογή για την ιστορία της Θεσσαλονίκης: http://www.wow.gr/projects/thessaloniki/index.htm

1900-1911

Οι εργασίες και το εμπόριο –κυρίως το εμπόριο- συνεχίζονται ακόμα και την Κυριακή, η οποία δεν είναι όπως στα μέρη μας μια ήσυχη μέρα αργίας που κυλάει σε αργούς ρυθμούς μέσα στην πλήξη και τη νύστα υπό τους ήχους των καμπανών. Κι αυτό γιατί στη Θεσσαλονίκη η μέρα αργίας επαναλαμβάνεται τρεις φορές μέσα στην εβδομάδα για τους πιστούς τριών διαφορετικών θρησκειών. Την Παρασκευή αργούν οι Μουσουλμάνοι, το Σάββατο οι Εβραίοι, και την Κυριακή οι Χριστιανοί –καθολικοί και ορθόδοξοι- έχουν τον ελεύθερο χρόνο να βολτάρουν. Θα μπορούσαμε έτσι να πούμε πως στη Θεσσαλονίκη η εβδομάδα έχει τρεις Κυριακές.

Marcelle Tinayre «Ένα καλοκαίρι στη Θεσσαλονίκη (Απρ. – Σεπ. 1916) Ασσίνη από το http://www.wow.gr/projects/thessaloniki/index.htm

.

Οι τρεις εθνότητες μπορούν να διακριθούν με βάση τα πνευματικά χαρακτηριστικά τους. Όσον αφορά στην ευελιξία, οι πιστοί του Μωυσή κατέχουν αναμφίβολα τα πρωτεία, αφήνοντας τους υπόλοιπους πολύ πίσω. Οι Εβραίοι είναι τρίγλωσσοι. Μπορούν να μιλήσουν εξίσου άνετα και εξίσου άσχημα τα ισπανικά, τα ελληνικά και τα τουρκικά. Οι Έλληνες μπορούν να εκφράσουν τις σκέψεις τους σε δύο γλώσσες, τα ελληνικά και τα τούρκικα. Οι Τούρκοι μοιράζονται με τους θεούς και τους Άγγλους το προνόμιο του να έχουν μία μόνο γλώσσα…

ΤΖΟΡΤΖ ΦΡΕΝΤΕΡΙΚ ΑΜΠΟΤ «Ένας Άγγλος στη Μακεδονία του 1900» Στοχαστής από το http://www.wow.gr/projects/thessaloniki/index.htm

.

«…Αν οι Εβραίοι θεωρούνται ως ρυθμιστές του εμπορίου της Θεσσαλονίκης, οι Έλληνες μπορούν δικαίως να διεκδικήσουν τη θέση των κύριων εκπροσώπων της πνευματικής καλλιέργειας. Σε αριθμό και σε πλούτο οι τελευταίοι υστερούν ανυπολόγιστα έναντι των Εβραίων, αλλά ό,τι τους λείπει σε αυτούς τους τομείς αναπληρώνεται με το παραπάνω από τις λογοτεχνικές επιδόσεις και την αγάπη τους για την πρόοδο. Οι Έλληνες διατηρούν αρκετά εξαιρετικά ιδρύματα για τη μόρφωση των νέων τους και οι μαθητές και των δύο φύλων που φοιτούν σε αυτά ετησίως ανέρχονται σε 2.000. Εκτός απ’ αυτούς, ένας αριθμός αγοριών και κοριτσιών φοιτούν σε γαλλικά και ιταλικά σχολεία, για να εκμάθουν και ξένες γλώσσες.»

Τζωρτζ Φρέντερικ Άμποτ, «Ένας Άγγλος στη Μακεδονία του 1900», Στοχαστής

.

«… Η Θεσσαλονίκη έχει τις αντιθέσεις της. Κοντά στην προκυμαία, όπου βρίσκονται τα μεγάλα ξενοδοχεία και βουλεβάρτα, πίνουν ηδύποτα και κυκλοφορούν ιππήλατα τραμ, υπάρχει μια αίσθηση Ευρώπης. Στο εσωτερικό της πόλης οι δρόμοι στενεύουν και είναι σκεπαστοί. Τα παζάρια είναι σκοτεινά, ανατολίτικα και δύσοσμα, όσο πιο ανατολίτικα τόσο πιο δύσοσμα. […] Σε ένα τμήμα της Θεσσαλονίκης μπορείς να απολαύσεις ένα ωραίο γαλλικό γεύμα. Αν πηδήξεις σε ένα τραμ, μέσα σε πέντε λεπτά βρίσκεσαι σε άλλη χώρα, όπου δεν υπάρχουν καρέκλες και τραπέζια, ούτε τίποτε άλλο, παρά μόνον ψάθες, τουρκικό φαγητό και ο βαρύς αποχαυνωτικός καπνός των μουσουλμάνων με τα τουρμπάνια, που καπνίζουν ναργιλέδες.»

John Foster Fraser, Pictures from the Balkans, 1907

(Από το Η Θεσσαλονίκη των περιηγητών, 1430-1930, Μίλητος)

1912-1913

«… Χθες, ακόμα, η πόλη ήταν κομμάτι της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Δεν έχει σχεδόν περάσει χρόνος από τότε που την επισκέφθηκε ο Σουλτάνος, κι όλοι, μικροί και μεγάλοι, σ’ όποια φυλή κι αν ανήκαν, ό,τι Θεό κι αν προσκυνούσαν, είχαν παραταχθεί στην Μπουλβάρ χαμιδιέ να τον υποδεχθούν και να τον δουν να περνά με τη χρυσή του άμαξα. Επίσημα στολισμένη η πόλη, με τεράστιες αψίδες… στου Αλατίνη, στο Συντριβάνι, παντού. Μα πότε πρόλαβε αυτή η πόλη να γίνει ελληνική;

27 Οκτωβρίου 1912

«… Τ’ αμάξι έτρεχε με κρότο στα βρεμένα καλντερίμια του έρημου δρόμου της Θεσσαλονίκης. Ο Τούρκος του αμαξιού μού έδειξε δεξιά την Αγία Σοφία που είναι τζαμί, μα που θα ξαναγίνει εκκλησία πάλι. Περάσαμε τον καινούργιο Μητροπολιτικό ναό, που δεν έχει τελειώσει ακόμη. Γυρίσαμε αριστερά και η πρώτη πόρτα ήταν του Ελληνικού Προξενείου και δίπλα η αυλή της Μητρόπολης. […] Επήγαμε στο ξενοδοχείο “Σπλέντιτ” στον παραλιακό δρόμο. Αχ θάλασσα, θάλασσα… με ηδονή ανασαίνω τη μυρωδιά σου. […] Στηθήκαμε στο καταφώτιστο ξενοδοχείο του Ρόμπαπα. Κοσμοπλημμυρισμένο κυρίες με βραδινές όμορφες φορεσιές και , κυρίως ξένους, αλλά και Έλληνες με καθαρά πουκάμισα».

29 Οκτωβρίου 1912

«… Ήμουνα με τη Νάτα στα πλούσια εμπορικά του δρόμου Σαμπρή πασά (Βενιζέλου) κι αγόραζα εσώρουχα, όταν έξαφνα ακούσαμε ταραχή, στρατιωτικές μουσικές, ζητωκραυγές, σούσουρο. Πεταχτήκαμε έξω και τι να δούμε; Πολύ βουλγαρικό στρατό που έμπαινε βαδίζοντας δίπλα δίπλα με τον ελληνικό –δεξιά ο δικοί μας, αριστερά οι Βούλγαροι–, με ξεδιπλωμένες σημαίες και ύφος καταχτητάδων. […] Το διοικητήριο είναι μεγαλόπρεπο κτήριο με πλούσια αλλά ακαλαίσθητη επίπλωση. Το είχαν επισκευάσει και ανακαινίσει όταν ήλθε στη Θεσσαλονίκη ο Σουλτάνος ο Μεχμέτ και από τότε άφησαν την κεντρική είσοδο του σιδερένιου καγκελωτού περιβόλου κλειστή, για να μην περάσει άλλος θνητός μετά τον Χαλίφη».

από το ημερολόγιο του Φίλιππου Δραγούμη από το http://www.wow.gr/projects/thessaloniki/index.htm

Η δολοφονία του βασιλιά Γεωργίου:

…Ο Διοικητής Χωροφυλακής Μομφεράτος κρατούσε γερά την τάξη με τους χίλιους περίπου Κρητικούς χωροφύλακες και παντού βασίλευε χαρά και ευθυμία, γιατί η πόλη γιόρταζε την κατάληψη του Μπιζανιού. Ο Βασιλιάς Γεώργιος εξακολουθεί, πεισματικά μπορεί να πει κανείς, ν’ απαγορεύει να τον συνοδεύουν και να τον φρουρούν από απόσταση μικρότερη των 40-50 βημάτων στους περιπάτους του, που έβγαινε μόνο με τον υπασπιστή του Φραγκούδη. Έτσι δεν ήταν δύσκολο στο δολοφόνο να ρυθμίσει το πού και πότε θα τον χτυπήσει. Στις 4:30 περίπου ο Βασιλιάς επέστρεφε στην έπαυλή του, όταν στην περιοχή Κερίμ Εφέντη, κοντά στο καφενείο Πασά Λιμάν, στη διασταύρωση Πύργων Αγίας Τριάδος, πάνω στο δεξί πεζοδρόμιο και όχι μακρυά από το Αστυνομικό Τμήμα, ο δολοφόνος παραμόνευε καθισμένος στο καφενείο δίπλα σε δυο τρεις Τούρκους, έφυγε βιαστικά και από απέναντι προσπέρασε τη συνοδεία, βαδίζοντας αντίθετα. Μόλις προσπέρασε ο Βασιλιάς τη γωνία, τον πλησίασε και τον πυροβόλησε από πίσω, από απόσταση δύο-τριών βημάτων, με μια μαυροβουνιώτικη κουμπούρα Καρά Νταγ, τα βλήματα της οποίας είναι από μολύβι και ασφαλώς ο δολοφόνος τα χάραξε, γιατί όταν το βλήμα πέρασε την καρδιά και βγήκε από το στήθος, δημιούργησε μια τεράστια πληγή. Παραπατώντας ο Βασιλιάς, γονατίζει κι αμέσως τρέχουν όσοι ήταν κοντά του και τον συγκρατούν, ενώ άλλοι στρέφονται για να λυντσάρουν το δολοφόνο, που τότε προσπάθησε να σκοτώσει και τον υπασπιστή Φραγκούδη. Φαίνεται όμως ότι τα χέρια του έτρεμαν, γιατί η σφαίρα αστόχησε κι ο υπασπιστής τον άρπαξε, του πήρε το όπλο και τον παρέδωσε στους χωροφύλακες, ενώ ταυτόχρονα φώναξε: «Ένα αμάξι, γρήγορα, ένα αμάξι». Ο Βασιλιάς μόλις που πρόλαβε να ρίξει μια ματιά σ’ ένα στρατιώτη που τον ανασήκωσε και να του σφίξει το χέρι. Σε αφασία τον μετέφεραν στο ΠΑΠΑΦΕΙΟ που είχε μετατραπεί σε νοσοκομείο λόγω του πολέμου, κι εκεί τον υποδέχτηκε ο ανθυπίατρος Μαλαμίδης…»

Γεωργίου Σταμπουλή, “Η ζωή των Θεσσαλονικέων πριν και μετά το 1912″, Διόσκουροι 1984

από το http://www.wow.gr/projects/thessaloniki/index.htm

Όλα ξεκίνησαν διαβάζοντας το εξαιρετικό, αλλά δυστυχώς πολύ …μικρό,  βιβλίο της Σοφίας Νικολαΐδου “Απόψε δεν έχουμε φίλους”, εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ. Η Νικολαΐδου λοιπόν στη σελίδα 34 γράφει για την ιστορία της Αγίας Σοφίας της Θεσσαλονίκης:

Το προαύλιο της Αγίας Σοφίας περιέχει την ιστορία της πόλης. Χώρος αναψυχής, περιπάτων, συλλαλητηρίων. Νοσοκομείο, ξενώνας, καφενείο. Κατάλυμα προσφύγων ή σεισμοπαθών. Άσυλο φονιάδων. Νεκροταφείο, μοναστήρι, τόπος μαχών και βασανιστηρίων. Εκεί στρατωνίστηκαν το 1913 εκατόν πενήντα Βούλγαροι στρατιώτες. Το κατέλαβαν. Σκότωσαν τρεις Κρητικούς χωροφύλακες. Οι συνάδελφοί τους μάνιασαν, όρμησαν στους Βούλγαρους, τους έσφαξαν με τις ξιφολόγχες μες στην εκκλησιά. Ώρες μετά έπλεναν το δάπεδο, να καθαρίσει από τα αίματα. Και μετά, το 1922, εκεί καταυλίστηκαν καραβιές Μικρασιάτες πρόσφυγες, το 1932 εκεί κατέφυγαν οι ξεσπιτωμένοι από το σεισμό της Ιερισσού, το 1936, επί Μεταξά, λίγο μετά τη διαδήλωση των καπνεργατών στις 9 Μαΐου, εκεί έγινε η υποδοχή της ολυμπιακής φλόγας, που κατέληξε στο Βερολίνο του Χίτλερ. -Πληροφορίες, άχρηστες πληροφορίες. Γεγονότα για να θαμπώνεις τους αγράμματους, σχολίασε ο καθηγητής. -Αυτό το προαύλιο είναι ο βιωμένος χώρος της πόλης, επέμεινε ο Σουκιούρογλου. Αποτυπώνει τις μνήμες, τις ανάγκες, τις φαντασιώσεις των κατοίκων της. Να συμπληρώσω μια αθησαύριστη πληροφορία: το αριστερό κλίτος λειτούργησε ως σχολείο.

ΣΟΦΙΑ ΝΙΚΟΛΑΪΔΟΥ “ΑΠΟΨΕ ΔΕΝ ΕΧΟΥΜΕ ΦΙΛΟΥΣ” Εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ

Το απόσπασμα περιέχει πολλές πληροφορίες -όπως σχολιάζει και ο ήρωας του βιβλίου, καθηγητής Αστερίου-, όλες σημαντικές, αλλά, όπως έχετε ήδη καταλάβει, μία μου “κέντρισε” το ενδιαφέρον και με ώθησε να “την ψάξω” περισσότερο. Αναφέρομαι βέβαια στη σφαγή των Βούλγαρων στρατιωτών. Συνέβη πράγματι ή μήπως είναι υπερβολή; Η Ιστορία του Ελληνικού Έθνους δε γράφει τίποτα, ούτε και κάποια ιστορικά βιβλία που έτυχε να διαθέτω στη βιβλιοθήκη μου, ούτε και η Βικιπαίδεια. Βρήκα όμως στο διαδίκτυο, μετά από πολύ ψάξιμο, κάποια άκρη. Η εφημερίδα ΡΕΘΕΜΝΙΩΤΙΚΑ ΝΕΑ δημοσίευσε στις 18/5/2010 ένα εξαιρετικό άρθρο του Στάθη Γαγάνη, που, βασισμένος σε κάποιες διηγήσεις της γιαγιάς του(!), έψαξε κι αυτός να διαπιστώσει την αλήθεια. Το άρθρο του αναφέρεται στο περιστατικό, μάλιστα γράφει και την ακριβή χρονολογία που συνέβη ενώ παραπέμπει και σε εφημερίδες της εποχής που έγραψαν για το συμβάν. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Στις 17 Ιουνίου του 1913 ξεσπάει ο Β΄ Βαλκανικός Πόλεμος.  Ο στρατηγός Καλάρης στέλνει αμέσως τελεσίγραφο στους Βουλγάρους που βρίσκονταν ακόμα στη Θεσσαλονίκη να παραδοθούν, αλλά πολλές ομάδες Βούλγαρων στρατιωτών αγνόησαν το τελεσίγραφο. Την εξουδετέρωση τους ανέλαβαν οι 2.500 Κρήτες που είχε ανεβάσει στη Θεσσαλονίκη ο Βενιζέλος από τον Οκτώβρη του 1912. Τα βουλγαρικά αποσπάσματα είχαν οχυρωθεί στην Αγία Σοφία, στη Ροτόντα, στο τουρκικό σχολείο της οδού Κασσάνδρου, στο βουλγαρικό προξενείο και σε άλλα σημεία της Θεσσαλονίκης. Στα περισσότερα σημεία οι Βούλγαροι παραδόθηκαν όταν τους τέλειωσαν τα πυρομαχικά. Όμως στην Αγία Σοφία -που ήταν τότε τζαμί- η μάχη ήταν σκληρή. Αντιγράφω από τα Ρεθεμνιώτικα Νέα (ο ίδιος ο συγγραφέας του άρθρου αποκαλεί την πηγή για το παρακάτω περιστατικό ως “προπαγανδιστική κατά της Ελλάδας βουλγαρική ιστοσελίδα”, χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει πως δεν πρέπει να δώσουμε βάση σε όσα γράφει):

Ιδιαίτερα σκληρή ήταν η μάχη στον ναό της Αγίας Σοφίας στο κέντρο της πόλης. Ισχυρή μονάδα της Κρητικής χωροφυλακής υπό τον υπενοματάρχη Αβάτζο κύκλωσαν την εκκλησία που είχε μετατραπεί σε τζαμί. Κάποια στιγμή υψώθηκε σημαία παράδοσης καθώς όμως οι χωροφύλακες πλησίασαν δέχθηκαν πυρά με αποτέλεσμα τον τραυματισμό δύο εξ αυτών.

Ακολούθησε έφοδος των χωροφυλάκων με εφ’ όπλου λόγχη. Αυτόπτες μάρτυρες ανέφεραν ότι σημειώθηκαν επί τόπου εκτελέσεις δεκάδων Βούλγαρων με λογχισμό ακόμα και μετά την παράδοσή τους.

από τα ΡΕΘΕΜΝΙΩΤΙΚΑ ΝΕΑ, 18/5/2010

Εννοείται, δε γίνεται να σφάξεις 150 ένοπλους στρατιώτες αν πρώτα δεν έχουν παραδοθεί, άρα το περιστατικό -αν συνέβη, που, όπως φαίνεται, συνέβη- είναι αποτρόπαιο έγκλημα. Έχω όμως την εντύπωση -να το πω ελπίδα;- πως δεν ήταν τόσοι πολλοί οι Βούλγαροι. Η ίδια ιστοσελίδα αναφέρει πως σφάχτηκαν δεκάδες ενώ λίγο παρακάτω γράφει πως οι συνολικές απώλειες των Βουλγάρων σε όλα τα επεισόδια της Θεσσαλονίκης -που ήταν αρκετά- ήταν 100 νεκροί. Και βέβαια είχαν και οι Έλληνες 40 νεκρούς. Εφόσον αληθεύει, λοιπόν, το ότι οι Βούλγαροι είχαν 100 νεκρούς σε όλη τη Θεσσαλονίκη, δεν μπορεί να σφάχτηκαν 150  μόνο στην Αγία Σοφία. Τώρα, βέβαια, δεν ξέρω αν έχει τόση σημασία ο αριθμός, πάντως συνεχίζοντας την έρευνά μου βρήκα το φύλλο της εφημερίδας ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ (19/6/1913), που γράφει πως στον περίβολο της Αγίας Σοφίας βρίσκονταν οχυρωμένοι 26 Βούλγαροι στρατιώτες, οι οποίοι αμύνονταν μέσα από τα παράθυρα του μιναρέ του ναού. Μόλις οι Κρήτες κατάφεραν να εισέλθουν στον περίβολο, τότε οι Βούλγαροι κλείστηκαν στο ναό και συνέχισαν από εκεί τη μάχη. Αφού σκοτώθηκαν κάποιοι -δε διευκρινίζει πόσοι-, γύρω στις 10 το βράδυ, οι υπόλοιποι παραδόθηκαν. Όμως η ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ γράφει και κάτι άλλο. Πως απέναντι από την Αγία Σοφία, στην οικία Ρεκανάτη, βρισκόταν το βουλγαρικό φρουραρχείο. Εκεί είχαν οχυρωθεί άλλοι 40 Βούλγαροι στρατιώτες και αρκετοί κομιτατζήδες, οι οποίοι πυροβολούσαν συνεχώς και έριχναν χειροβομβίδες. Και αυτοί παραδόθηκαν γύρω στα μεσάνυχτα. Φυσικά η εφημερίδα δεν αναφέρει το παραμικρό για σφαγή αιχμαλώτων, ούτε καν πόσοι σκοτώθηκαν και από τις δύο πλευρές. Αυτά λοιπόν για το επεισόδιο της Αγίας Σοφίας. Με χαρά θα προσθέσω στο άρθρο οποιαδήποτε άλλη αξιόπιστη ιστορική πηγή για τα γεγονότα.

μια προπολεμική γειτονιά

Φέρνω τώρα στο νου μου μια συγκεκριμένη προπολεμική γειτονιά και θυμούμαι, όσο μπορώ, τους ανθρώπους που περιείχε. Είχε οικογένειες από τη Σμύρνη, από την Πέργαμο, από την Πάνορμο, τη Σηλύβρια, τη Ραιδεστό, την Κεσσάνη, τις Σαράντα Εκκλησίες, την Αδριανούπολη -την Αντριανού, όπως την έλεγαν τρυφερά-, τη Φιλιππούπολη, τη Βάρνα, το Μοναστήρι, το Κρούσοβο, τη Γευγελή, την Κορυτσά, ακόμα και το Πλοέστι. Όλοι τους, όχι μόνο είχαν να διηγηθούν ιστορίες πολλές, δυστυχίας και καταδίωξης, ακόμα και ευτυχίας, αλλά ήταν φορείς πανάρχαιων λαϊκών πολιτισμών και τρόπων ζωής, που καθώς είχαν μείνει σχεδόν χωρίς αντικείμενο και πεδίο δράσης συγκρούονταν μέσα τους, αλλά και με τον πολιτισμό του πλησίον. Εκεί μέσα, πάντως, εκυοφορείτο η σημερινή Θεσσαλονίκη· η νέα μορφή της, η νοοτροπία της και ο ψυχισμός της.

Οι πρόσφυγες έχουν αρχίσει να συρρέουν σ’ αυτή την ευλογημένη ελληνική πόλη σχεδόν αμέσως μετά την απελευθέρωσή της. Από το 1914 αρχίζουν να έρχονται. Και μέσα σε μια δεκαετία από τότε απαρτίζεται το μέγα και πολυποίκιλο προσφυγικό πλήρωμα και η Θεσσαλονίκη ξεκινάει.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ “Η ΠΡΩΤΕΥΟΥΣΑ ΤΩΝ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ” Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ


Έλληνες πρόσφυγες στη Θεσσαλονίκη το 1918. Η φωτογραφία είναι του Αμερικανού Λιούις Χάιν. από το http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=16133

οι Πόντιοι στην Καλαμαριά

«… Εδώ κατέβασαν το ανθρωπομάνι από το Βατούμ. Άλογα τουμπανιασμένα κείτονταν χάμω. […] Πρασινισμένα βαλτονέρια στους χωματόλακκους, όπου κουνούπια και σκνίπες έχουν γιατάκι και μόνιμο στέκι. Ούτε δρόμος, ούτε μονοπάτι. Μονάχα λακκούβες γεμάτες λάσπη. […] Από το Λοιμοκαθαρτήριο, ίσια στην Καλαμαριά, στους θαλάμους. Εξήντα οι θάλαμοι. […] Όλοι ξυλοδεσιά. πισσόχαρτο στη στέγη. Στηρίζονται σε πάσσαλους, μισό μέτρο πάνω απ’ τη γης. […] Στη μέση τα κοινόχρηστα αποχωρητήρια. […] Αυτοί, που στο στόμα τους ζουν ακόμα τα υπολείμματα της γλώσσας του Όμηρου, αυτοί που δούλευαν τη μέρα στο χωράφι, στο μαγαζί, και τη νύχτα στητοί φρουρούσαν με τα μάνλιχερ τα πανάρχαια ελληνικά χώματα, τις πανάρχαιες ελληνικές ρίζες, […] αυτοί εδώ στην πανερημιά, στην εγκατάλειψη θα ζήσουν; Οι γυναίκες κάνανε τον πόνο δύναμη και βάλθηκαν να συγυρίζουν. Να βολέψουν την οικογένειά τους σε μια κόχη. Η πρώτη τους δουλειά να στουμπώσουν με παλιόχαρτα και κουρέλια τις τρύπες στα σανίδια. Να μην μπαινοβγαίνουν ο αγέρας, οι σκόνες, τα ποντίκια, οι σκορπιοί, τα μαμούνια.»

Ιφιγένεια Χρυσοχόου, “Το χρονικό της προσφυγιάς στη Θεσσαλονίκη”, Φιλιππότης από τη διαδραστική εφαρμογή του ΕΛΙΑ http://www.wow.gr/projects/thessaloniki/index.htm


Η Καλαμαριά στα 1950. Στο βάθος φαίνεται ο ναός της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος. (η φωτογραφία είναι από το http://my-blo.pblogs.gr/tags/kalamaria-gr.html)

βρωμισμένοι μα αποκαθαρμένοι

Από το 1914 ως το 1924, κι ακόμα πιο πέρα, πήραν να καταφθάνουν μεμονωμένα ή σε μικρές ομάδες στην αρχή, κοπαδιαστά και άτακτα αργότερα, με αραμπάδες, ζώα, βάρκες, καΐκια, βαπόρια, ακόμα και με τα πόδια, σε χάλι κακό, βρωμισμένοι μα αποκαθαρμένοι, λουσμένοι μες στο αίμα τους, από τις ελληνικές πατρίδες της Ανατολής, την Ελλάδα μάλλον της Ανατολής, χιλιάδες των χιλιάδων κυνηγημένοι, ληστεμένοι, βιασμένοι, απορφανισμένοι άνθρωποί μας, αναζητώντας μια νέα γωνιά μες στην ελεύθερη πατρίδα. Υπήρξαν, βέβαια, κι εκείνοι που έφτασαν σχετικώς άνετα είτε γιατί είχαν τον τρόπο, είτε γιατί ήταν κατατοπισμένοι και προβλεπτικοί, είτε γιατί στάθηκαν τυχεροί είτε και γιατί τα είχαν καλά με τον Τούρκο. Αρκετοί έβαλαν πλώρη ή οδηγήθηκαν σε μάλλον άσχετους τόπους, ακόμα και στον Μοριά, όμως στη Θεσσαλονίκη προσέτρεξαν αυθόρμητα οι πιο πολλοί, και προπάντων ρίζωσαν, όχι μονάχα γιατί υπήρχαν κάπως οι ανάλογες συνθήκες, αλλά τους τράβηξε η πολιτεία που την ένιωθαν, τη γνώριζαν, κι ας μη την είχαν επισκεφθεί, τη συζητούσαν και την ένωναν στους θρήνους με την Κωνσταντινούπολη, ήταν και η δική τους συμπρωτεύουσα, συμβασιλεύουσα έστω, η δεύτερη πολιτεία της ασφυκτικής –φευ- μα τελικά ελληνικής, εις τους αιώνας των αιώνων, αυτοκρατορίας.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ “Η ΠΑΡΕΛΑΣΗ ΤΩΝ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ” από το βιβλίο “ΤΟ ΔΙΚΟ ΜΑΣ ΑΙΜΑ” Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ


Καταυλισμός προσφύγων, Μακεδονία, 1922. από το http://dimitrisdoctor2.blogspot.com/2008/05/blog-post_4371.html

τα στρατόπεδα καραντίνας

Για τους πρόσφυγες που έρχονταν από πολύ μακριά, επομένως μετά τον πανικό, μια κι έφταναν αρκετόν καιρό αργότερα, τους Πόντιους, Καυκάσιους, Καππαδόκες, δημιουργήθηκαν στρατόπεδα καραντίνας, λοιμοκαθαρτήρια διάφορα, στο Καραμπουρνάκι, Κερατσίνι, Μακρόνησο, όπου τους κρατούσαν απομονωμένους με άγρια συρματοπλέγματα και γεμάτα όπλα, επί μήνες και μήνες, μέσα σε άθλιες σκηνές, ώσπου να βεβαιωθούν ότι έπαψε κάθε κίνδυνος για μεταδοτικές αρρώστιες ανατολίτικες, που δήθεν οι εδώ δεν είχαν. Όσο κι αν τα μέτρα εκείνα ήταν δικαιολογημένα, η εγκατάλειψη και η αθλιότητα ήταν εντελώς αδικαιολόγητη και εξαιρετικά εύγλωττη ως προς τα αισθήματα των αφεντικών, που εντούτοις έφταιγαν για τα πάντα. Πέθαναν πάρα πολλοί εκεί στα στρατόπεδα μέσα, που πραγματικά έμειναν γερά φραγμένα για τους ανθρώπους, όχι όμως και για τα κουνούπια, τους ανωφελείς κώνωπες. Οι παρθενικοί μα τόσο πια εξασθενημένοι οργανισμοί αυτών των προσφύγων άρπαξαν το μικρόβιο της ελονοσίας, κάτι που τους ήταν ολότελα άγνωστο. Και για πολλούς άρχισε η κατρακύλα.

Από την ανατολή γυροφέρνοντας προς τη δύση είναι οι προσφυγικοί συνοικισμοί: Αρετσού, Καλαμαριά, Νέα Κρήνη, Τούμπα, Τριανδρία, Σαράντα Εκκλησιές, Άγιος Παύλος, Συκιές, Νέα Βάρνα, Νεάπολη, Σταυρούπολη, Πολίχνη, Νέα Ευκαρπία, Επτάλοφος, Νέα Μενεμένη, Αμπελόκηποι, Νέο Κορδελιό, Ξηροκρήνη, Νέα Μαγνησία και άλλοι μικρότεροι, βέβαια.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ «Η ΠΑΡΕΛΑΣΗ ΤΩΝ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ» από το βιβλίο «ΤΟ ΔΙΚΟ ΜΑΣ ΑΙΜΑ» Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ

τουρκόσπορους!

Στις 6 Δεκεμβρίου του 1930 συνέβη ένα αιματηρό περιστατικό, που δείχνει το μίσος που επικρατούσε, εκείνη την εποχή στην Ελλάδα, μεταξύ ντόπιων και προσφύγων αλλά και μεταξύ βασιλικών και βενιζελικών.

Όπως διαβάζουμε στην εφημερίδα ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ (7/12/1930), σε άρθρο που είχε τίτλο “ΟΙ ΒΑΣΙΛΟΦΡΟΝΕΣ ΔΟΛΟΦΟΝΟΥΝ ΑΠΟ ΤΗΣ ΧΘΕΣ ΤΟΥΣ ΠΡΟΣΦΥΓΑΣ”, ένας πρώην δήμαρχος, βασιλικών φρονημάτων, είχε τη γιορτή του και κάλεσε στο σπίτι του φίλους και οπαδούς. Φαίνεται πως μαζεύτηκε αρκετός κόσμος γιατί ο πρώην δήμαρχος βρέθηκε κάποια στιγμή να μιλάει από τη σκάλα στους παρευρισκομένους «βρίζων χυδαιότατα την κυβέρνησιν και τον κ. Βενιζέλον». Έλα όμως που κοντά στο σπίτι του πρώην δημάρχου βρίσκονταν παραπήγματα ενός προσφυγικού συνοικισμού! Πρόσφυγες βγήκαν από τις παράγκες τους και άρχισαν να πλησιάζουν με άγριες διαθέσεις. Μόλις τους είδε ο πρώην δήμαρχος άρχισε να τους λέει τουρκόσπορους, αχάριστους, αγνώμονες  και άλλα πολλά. Αυτά τα έλεγε γιατί θεωρούσε πως όσο ήταν δήμαρχος τους είχε βοηθήσει. «Σας έφερα νερό, σας έβαλα φώτα και βοήθησα πολλούς νηστικούς από σας». Οι πρόσφυγες που φαίνεται δε συμφωνούσαν με την άποψή του, άρχισαν να φωνάζουν «κάτω οι μαύροι!» και διάφορα άλλα. Οι οπαδοί του πρώην δημάρχου άρχισαν να βρίζουν και σε λίγο επακολούθησε γενική συμπλοκή, μέχρι που κάποιος από τους βασιλόφρονες πυροβόλησε και τραυμάτισε σοβαρά στο κεφάλι ένα πρόσφυγα 24 ετών. Οι πρόσφυγες έλεγαν πως ο ίδιος ο πρώην δήμαρχος πυροβόλησε με το δίκαννό του, άλλοι πως το είχε κάνει κάποιος από τους μπράβους του. Η αστυνομία πάντως είχε συλλάβει τρεις από τους μπράβους του. Μια ενδιαφέρουσα λεπτομέρεια είναι πως ανάμεσα στα προσωπικά αντικείμενα του τραυματία που συνέλεξε η αστυνομία ήταν και μια μικρή κεχριμπαρένια πίπα με ζωγραφισμένη επάνω την ελληνική σημαία!

στο Καράμπουρνου

Εκεί στο οχυρωμένο, πάντοτε, Καράμπουρνου, τη Μαύρη Μύτη, είχαν οι ελληνικές αρχές στήσει την καραντίνα και τα στρατόπεδα για τους πρόσφυγες. Πόντιους και Μικρασιάτες, το Είκοσι Δύο. Κόσμος και κοσμάκης, τουρκομερίτες και τουρκόγλωσσοι ακόμα Γιουνάνιδες, διέσχισε στεριές και θάλασσες, γλίτωσε από το μαχαίρι, και ήρθε για ν’ αφήσει την τελευταία του πνοή εδώ, κάτω από πλούσιο παλιοελλαδίτικο βρισίδι.

ω Νύμφη

Δεν έχεις, βέβαια, τις αρχαιότητες της Αθήνας ούτε τις δόξες της, όμως ασύγκριτα ευρύτερη έκταση παλαιάς καθημερινότητας σε σκεπάζει. Οι συνοικίες σου δεν είναι φρέσκες και αδούλευτες, χωράφια με υπολείμματα από ελαιώνες, αλλά πασπαλισμένες γκρίζα σκόνη, στάχτη και τριμμένα κόκκαλα, μούχλα και κατουρλιά των αιώνων. Περπατώντας εντός σου, χάνεται κανείς μες στη μακεδονίτικη σαλάτα των λαών και το λαβύρινθο των χρόνων. Έφαγες και έφαγες ανθρώπους, εσύ, ω Νύμφη, εκατομμύρια πατίκωσες μες στην ανωνυμία και τη λησμονιά.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ “ΜΕ ΤΑ ΣΗΜΑΔΙΑ ΤΗΣ ΑΠΑΝΩ ΜΟΥ” από το βιβλίο “ΤΟ ΔΙΚΟ ΜΑΣ ΑΙΜΑ” Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ


1911: Η Θεσσαλονίκη «ντύνεται στα καλά της» για να υποδεχθεί τον Σουλτάνο Μεχμέτ Ε΄ Ρεσάτ. Στη φωτογραφία μία από τις πολλές αψίδες που στήθηκαν κατά μήκος της αυτοκρατορικής διαδρομής. Η αψίδα αυτή βρισκόταν στην οδό Εθνικής Αμύνης. Στο βάθος φαίνεται το Συντριβάνι. από το http://www.makthes.gr/news/opinions/79717/


1917: Φωτογραφία από τη μεγάλη πυργκαγιά της Θεσσαλονίκης, που άλλαξε σημαντικά τη φυσιογνωμία της πόλης. Μια από τις αιτίες εξάπλωσης της πυρκαγιάς υπήρξε η έλλειψη νερού, το οποίο δεσμευόταν για την τροφοδοσία αγγλικών και γαλλικών στρατοπέδων στα προάστια της πόλης (Άγγλοι και Γάλλοι είχαν στρατοπεδεύσει στη Θεσσαλονίκη κατά τη διάρκεια του Α΄ παγκοσμίου πολέμου). Οι πληγέντες από την πυρκαγιά ήταν περίπου 72.500 (50.000 Εβραίοι, 12.500 Ορθόδοξοι και 10.000 Μουσουλμάνοι). Η πυρκαγιά κατέστρεψε το 32% της συνολικής έκτασης της Θεσσαλονίκης (την περιοχή μεταξύ των οδών Αγίου Δημητρίου, Λέοντος Σοφού, Νίκης, Εθνικής Αμύνης, Αλ. Σβώλου, Εγνατία από Αγ. Σοφίας). (η φωτογραφία είναι από την Βικιπαίδεια)


Φωτογραφία του Γιώργου Λυκίδη: Η Διαγώνιος κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου. Αριστερά η οδός Τσιμισκή με το τραμ. (η φωτογραφία είναι από το αφιέρωμα της εφημερίδας ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ «Η ΜΝΗΜΗ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ»)


1936: Η μητέρα του νεκρού καπνεργάτη Τάσου Τούση θρηνεί πάνω από το πτώμα του γιου της, ο οποίος σκοτώθηκε από τις αστυνομικές δυνάμεις της δικτατορίας του Μεταξά. Από αυτό το τραγικό γεγονός εμπνεύστηκε ο Γιάννης Ρίτσος τον «Επιτάφιο». (Η φωτογραφία είναι από το http://www.tovima.gr/opinions/article/?aid=173382)


Μια ακόμη φωτογραφία του Γιώργου Λυκίδη: Άποψη από τον εξώστη του φημισμένου ξενοδοχείου Mediterranean Palace (εποχή του Μεσοπολέμου) (από το http://www.tovima.gr/culture/article/?aid=165262)


1937: Ο βασιλιάς Γεώργιος Β΄και ο πρύτανης του πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Αβροτέλης Ελευθερόπουλος φτάνουν στο πανεπιστήμιο για τον εορτασμό της επετείου της απελευθέρωσης της πόλης. (η φωτογραφία είναι από το βιβλίο του Γ. Αναστασιάδη «Το Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης αφηγείται την ιστορία του», Εκδόσεις UNIVERSITY STUDIO PRESS)

Ο Αβροτέλης Ελευθερόπουλος έπρεπε να εκφωνήσει κατά τα καθιερωμένα τον πανηγυρικό της ημέρας στις 26 Οκτωβρίου που γιόρταζε η Θεσσαλονίκη την απελευθέρωσή της, παρουσία του βασιλιά Γεωργίου του Β΄. (…) Την παραμονή το βράδυ ο υπουργός – γενικός διοικητής Μακεδονίας, ο διαβόητος Γεώργιος Κυρίμης, έστειλε άνθρωπό του στον πρύτανη και του ζήτησε τον λόγο για να τον διαβάσει. Ο Ελευθερόπουλος έδωσε ένα αντίγραφο. Την άλλη μέρα το πρωί του το επέστρεψαν “διορθωμένο”! Ο Κυρίμης τον λογόκρινε! Έσβησε ό,τι δεν του άρεσε και πρόσθεσε τα δικά του. (…) Σε μια κατάμεστη αίθουσα τελετών -στην πρώτη σειρά ο Γεώργιος, πίσω η ακολουθία του, υπουργοί- και ο Κυρίμης -πρεσβευτές, πρόξενοι, οι αρχές της πόλεως, καθηγητές και άλλοι- ο Ελευθερόπουλος ανέβηκε στο βήμα και είπε: “Μεγαλειότατε, έχω εις χείρας μου δύο λόγους: Έναν του κυρίου Κυρίμη και έναν δικό μου. Ποιον θέλετε να σας αναγνώσω;” Αμήχανος για λίγο ο Γεώργιος απάντησε: “Μα φυσικά τον ιδικόν σας”. Άφησε παράμερα το λογοκριμένο αντίγραφο ο Ελευθερόπουλος και άρχισε να διαβάζει τον πανηγυρικό του. Όταν ανέφερε το όνομα του Βενιζέλου, εκφράζοντας την εθνική ευγνωμοσύνη για τη βαλκανική πολιτική του, ένας στρατηγός από το ακροατήριο φώναξε: “το κτήνος”! Ο Γεώργιος ιδιαιτέρως του είπε πως καλά έκανε που μνημόνευσε και τον Βενιζέλο. (…)  Οι καθηγητές του είπαν -ιδιαιτέρως βέβαια- πως έσωσε την τιμή και το γόητρο του πανεπιστημίου.

ΒΙΚΤΩΡ ΝΕΤΑΣ “ΠΩΣ Ο ΑΒΡ. ΕΛΕΥΘΕΡΟΠΟΥΛΟΣ “ΕΣΩΣΕ” ΤΟ “ΓΟΗΤΡΟΝ” ΚΑΙ ΤΗΝ “ΤΙΜΗΝ” ΤΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ” (Εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 1/8/1993) από το βιβλίο του ΓΙΩΡΓΟΥ ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΗ “ΤΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΑΦΗΓΕΙΤΑΙ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ (1926-1973)” Εκδόσεις UNIVERSITY STUDIO PRESS

Ο λόγος του Αβροτέλη Ελευθερόπουλου -ήμουν παρών και τον άκουσα- ήταν ένα σύντομο και πολύ προσεγμένο εγκώμιο των δύο μεγάλων ανδρών του ’12, του Κωνσταντίνου και του Βενιζέλου. Δεν πρέπει, είπε, η τυχόν διαφωνία μας με τη δράση των ανδρών της ιστορίας να μας εμποδίζει να αναγνωρίζουμε την ιστορική αλήθεια. Κάπως έτσι το είπε και χειροκροτήθηκε. Όταν μετά την τελετή συνόδευσε τον Βασιλιά στην αίθουσα της Συγκλήτου τον ρώτησε, όπως μου είπε ο ίδιος πολύ αργότερα στην Αθήνα, αν του άρεσε ο λόγος του. -Εμένα μου άρεσε, του απάντησε, να δούμε όμως τι θα πει και ο κυρ Γιάννης (ενν. τον Μεταξά). Αντίθετη εκδηλώθηκε η γνώμη του τελευταίου πολύ γρήγορα. Όργανα της Ασφάλειας πήγαν την νύκτα στο σπίτι του και συνέλαβαν τον Πρύτανη. Τον έβαλαν στο πρώτο τρένο για Αθήνα με προορισμό την εξορία του σε νησί. Από την εξορία τον έσωσε, όπως πίστευε, η μεσολάβηση του Γεωργίου. Στη θέση του όμως δεν επανήλθε ποτέ. Και έζησε απομονωμένος στην Αθήνα την ασκητικά πνευματική του ζωή ως τα βαθιά γεράματά του…

ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΤΑΤΑΚΗΣ «ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ» από το βιβλίο του ΓΙΩΡΓΟΥ ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΗ “ΤΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΑΦΗΓΕΙΤΑΙ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ (1926-1973)” Εκδόσεις UNIVERSITY STUDIO PRESS


1942: Παιδιά εξαντλημένα από την πείνα σ’ ένα πεζοδρόμιο της οδού Μητροπόλεως. (Η φωτογραφία είναι από το βιβλίο του Γιώργου Καφταντζή «Το Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης στον καιρό της Κατοχής»

Το χειμώνα του 1942 η κατάσταση έφτασε στο απροχώρητο για όλους. Μ’ αυτές τις συνθήκες, τον Φλεβάρη του 42, και σε πλήρη εξαθλίωση, μάνα και γιος, αποφασίζουμε και μεις να πέσουμε κάτω και να πεθάνουμε. Σας φαίνεται παράξενο, αλλά δεν είναι υπερβολή. Αν το παίρναμε απόφαση να πλαγιάσουμε ένα βράδυ στο παχύ χιόνι των τριάντα πόντων στο χωματένιο πεζοδρόμιο της λεωφόρου Αθηνών (έτσι λεγόταν τότε η σημερινή οδός Παπαναστασίου), το πρωί θα μας έβρισκαν σίγουρα κοκαλωμένους. Άλλωστε αυτή ήταν και η τακτική που ακολουθούσαν εκατοντάδες άνθρωποι κάθε μέρα, οι οποίοι αποφάσιζαν να πεθάνουν: έπεφταν σε μια γωνιά ή σε ένα πεζοδρόμιο, και το πρωί περνούσε το κάρο της δημαρχίας και τους μάζευε ξυλιασμένους. Ένα απόγευμα, λοιπόν, λέει η μάνα μου: «Ως εδώ ήταν οι μέρες μας». Πέφτουμε λοιπόν στα χιόνια και περιμένουμε να πεθάνουμε. (…) Εκεί λοιπόν που πέσαμε εξαντλημένοι στο πεζοδρόμιο με τα χιόνια, ξαφνικά εμφανίζεται η Καλλιοπίτσα, που κι αυτή είχε τελειώσει τη δουλειά της στους Γερμανούς. (…) «Καλέ, Κυρα-Φανή, καλέ, τι κάνετε εδώ, είστε με τα καλά σας;». «Ε, να», λέει η μητέρα μου, «εμάς, αφήστε μας, ήρθε η ώρα μας, εσείς τραβήξτε». «Μα πώς θα τραβήξουμε, αστειεύεσαι; Είναι σοβαρά πράματα αυτά; Σήκω, επάνω, που θα πεθάνετε!» «Όχι, όχι, δεν μπορούμε. Αφήστε μας και φύγετε». «Βρε, σήκω, που σε λένε». Η μητέρα μου αντιδρούσε και δεν ήθελε να σηκωθούμε. Οπότε αυτές οι δύο μας σηκώνουν στο πι και φι και μας βάζουν να καθίσουμε επάνω στο χιόνι. Τότε οι Γερμανοί δεν είχαν πάρει ακόμη τους Εβραίους. Οι δε Εβραίοι συνήθως πουλούσαν διάφορα πράγματα στο δρόμο, μεταξύ των οποίων και κανναβούρι ψημένο. Με ένα μικρό φλιτζανάκι του καφέ, σου έδιναν σ’ ένα χαρτί κανναβούρι ψημένο, που, όπως ξέρετε έχει λάδι μέσα, είναι και νόστιμο και δυναμωτικό. Περνάει λοιπόν ένα φουκαράδικο Εβραιάκι έχοντας λίγο κανναβούρι για πούλημα, του δίνουν λίγα λεφτά η Καλλιοπίτσα και η άλλη, παίρνουν ένα φλιτζανάκι κανναβούρι κι αρχίζουν να μας ταΐζουν. Όπως πώς θα πηγαίναμε μέχρι τον Αη-Θανάση; Δεν υπήρχε συγκοινωνία, και τα λίγα γκαζοζέν που υπήρχαν δεν έκαναν αυτό το δρομολόγιο. Τα γκαζοζέν ήταν κυρίως στην Εγνατία. Ξαφνικά, για καλή μας τύχη, εμφανίζεται ένα κάρο με άλογο. Το είχε ένας χωριάτης από την Καμπτσίδα. Τον σταματάει λοιπόν η Καλλιοπίτσα και του λέει: «Καλέ, μπάρμπα, πόσα θέλεις να πάρουμε αυτούς τους ανθρώπους και να τους πάμε μέχρι τον Αη-Θανάση;» Αυτός μας είδε λίγο ψυχρά και ζήτησε ένα ποσό που η Καλλιοπίτσα το βρήκε λογικό. Μας αρπάζουν λοιπόν και μας ξαπλώνουν πάνω στο κάρο, ανεβαίνουν κι αυτές, κάθονται δίπλα μας και μπροστά ο αμαξάς με το καμτσίκι, πίσω εμείς οι τέσσερις, και ξεκινάμε. (…) Εκεί που πηγαίναμε, γυρίζει ξαφνικά ο αμαξάς και λέει στην Καλλιοπίτσα: «Μετάνιωσα». Η Καλλιοπίτσα τρόμαξε. «Έχει γούστο να μας κατεβάσει τώρα, κι άντε να βρεις άλλο κάρο», σκέφτηκε. «Μετάνιωσα», λέει ο αμαξάς, «που σας ζήτησα λεφτά, δε θέλω τίποτα. Θα σας πάω τζάμπα». Πρωτοφανές, είχε συγκινηθεί και είχε έρθει στο φιλότιμο. Και πράγματι, μας πήγε όχι μόνο μέχρι τον Αη-Θανάση, αλλά μέχρι και το σπίτι μας που ήταν αρκετά αψηλά, κοντά στην οδό Αγίου Δημητρίου.

ΝΤΙΝΟΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ (ραδιοφωνική αφήγηση στον 9.58) από το βιβλίο «ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΝ, ΟΥ Μ’ ΕΘΕΣΠΙΣΕΝ…» Εκδόσεις ΙΑΝΟΣ


1943: Ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Χαράλαμπος Θεοδωρίδης, πετάει την ελληνική σημαία στους φοιτητές που διαδήλωναν με αφορμή την επέτειο της 25ης Μαρτίου.

(η φωτογραφία είναι από το http://gerontakos.blogspot.com/2011/06/blog-post_5283.html

Από το άγαλμα του Βότση ανηφορίσαμε για το Πανεπιστήμιο. Περνώντας την οδό Πολωνίας, βγάλαμε με τις φωνές και τα τραγούδια μας τον καθηγητή Θεοδωρίδη στο μπαλκόνι του. Δεν μπορούσε να μιλήσει από συγκίνηση, μόνο χαιρετούσε δακρυσμένος και σε μια στιγμή φέρνει την κρυμμένη ελληνική σημαία του σπιτιού του και μας την πετάει. Την πήραμε, γονατίσαμε όλοι και ψάλαμε τον εθνικό ύμνο. Ύστερα κινήσαμε να τυλίξουμε με τη σημαία αυτή το άγαλμα του Μακεδόνα ήρωα του 21 Καρατάσου, απέναντι από το Πανεπιστήμιο.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΦΤΑΝΤΖΗΣ “ΤΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΣΤΟΝ ΚΑΙΡΟ ΤΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ”  Εκδόσεις ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΣ


1941-1944: Κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής το στρατόπεδο Παύλου Μελά μετράπηκε από τους Γερμανούς σε στρατόπεδο συγκέντρωσης. Από τους εκεί κρατουμένους, έπαιρναν οι Γερμανοί όσους ήθελαν να εκτελέσουν για αντίποινα. (η φωτογραφία -δεν είναι της εποχής- είναι από το αφιέρωμα της εφημερίδας ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ «Η ΜΝΗΜΗ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ»)

Ένας από τους κρατούμενους του «Παύλου Μελά» στα χρόνια της ναζιστικής κατοχής, καταδικασμένος «δις εις θάνατον», ο Ραούλ Λιβαδάς, που χρησιμοποιήθηκε ως διερμηνέας από τις αρχές του στρατοπέδου, αφηγείται για τις δραματικές τελευταίες στιγμές πριν από την εκτέλεση: «Με ξυπνούσαν στις 5 το πρωί και μου δίναν μια κατάσταση στη γερμανική. Γνωρίζοντας πρόσωπα και πράγματα, κατευθυνόμουνα, μαζί με τον Έλληνα φύλακα, στους θαλάμους. Μπαίνοντας μέσα στο θάλαμο, είχα το τραγικό καθήκον να κάνω το προσκλητήριο του θανάτου. Διάβαζα από την κατάσταση τα ονόματα. Οι κρατούμενοι βγαίναν έξω, τους δέναν δυο δυο και τους βάζαν στα φορτηγά. Αυτό συνέβη αρκετές φορές… Είναι φοβερή εμπειρία να καλέσεις το όνομα κάποιου που ώρες πριν αστειευόμασταν μαζί, εν επιγνώσει ότι σε μια ώρα αργότερα θα έχανε τη ζωή του… Σε μένα που φώναζα τα ονόματα ο ένας μου έδινε τη βέρα του για να τη δώσω στη γυναίκα του, ο άλλος κάποιο ωρολόγι ευτελούς αξίας που δεν του το είχαν αφαιρέσει…»

ΧΡΙΣΤΟΣ Ν. ΖΑΦΕΙΡΗΣ «Η ΜΝΗΜΗ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ» Εφημερίδα ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ

Όταν ήρθε η πρωτομαγιά, είπα στη γιαγιά μου να με ξυπνήσει πρωί πρωί να πάω να κόψω λουλούδια για να κάνω στεφάνι. (…) Στην άκρη του δρόμου, δίπλα στο φράχτη, ήταν σταματημένο ένα γερμανικό καμιόνι από αυτά με τη σκαλίτσα που πήγαιναν τους εργάτες στη δουλειά. Πίσω του, προς τα έξω, κάθονταν δύο Γερμανοί με αυτόματα και πιο μέσα μερικοί Έλληνες. Κανένας δε μιλούσε, ούτε οι Έλληνες μεταξύ τους, ούτε οι Γερμανοί. Μάζευα αγριολούλουδα και οι δικοί μας είχαν καρφώσει τα μάτια τους επάνω μου. Με κοίταζαν επίμονα κι ακολουθούσαν την κάθε μου κίνηση σαν να μάζευαν μαζί μου το κάθε λουλουδάκι. Εγώ βλέποντας τον τρόπο που με κοίταζαν, έλεγα: «Ζηλεύουν, γιατί αυτοί πηγαίνουν τέτοια μέρα στη δουλειά, ενώ εγώ χαιρόμουν το Μάη. Σε λίγο πέρασαν δυο καμιόνια γεμάτα με Γερμανούς οπλισμένους που φορούσαν τα κράνη τους. Το σταματημένο τα ακολούθησε. Μάζευα ακόμα λουλούδια, όταν σε λίγο τα είδα να επιστρέφουν και τα τρία μαζί. (…) Ξοπίσω τους έτρεχε ένα παιδί, φίλος μου, κι από μακριά φώναζε.(…) -Σκότωσαν έξι Έλληνες οι Γερμανοί. Εκεί! Στα τούβλα του Παπαγεωργίου, πάνω στον πηλό. Κοκάλωσα. Κι έτσι καθώς μου έλεγε το παιδί τι είχε γίνει, κατάλαβα ποιους σκότωσαν. Κι έβγαλα μια κραυγή. Έτρεξα στη γιαγιά μου, έπεσα στην αγκαλιά της. Κι έκλαιγα με αναφιλητά. (…) Όταν μου πέρασε το αναφιλητό, πήγα στο φρέσκο τάφο τους. Κι άφησα τα λουλουδάκια που είχα μαζέψει την ώρα που με κοίταζαν και ήταν σαν να τα είχαμε μαζέψει μαζί.

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΔΡΟΣΑΚΗ «ΕΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΙ… ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ, ΤΗΝ ΚΑΤΟΧΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ» Εκδόσεις ΟΔΥΣΣΕΑΣ


1963: Δολοφονείται στη Θεσσαλονίκη ο βουλευτής της ΕΔΑ Γρηγόρης Λαμπράκης. (η φωτογραφία είναι από το http://antigeitonies.blogspot.com/2011/05/22-1963.html)


1974: Ο Τώνης Βαβάτσικος κερδίζει το πρώτο βραβείο στο φεστιβάλ τραγουδιού της Θεσσαλονίκης με το τραγούδι «Ποιος να ξέρει». Στην τρίτη θέση ήταν η Αλέκα Κανελλίδου με το «Άσε με να φύγω».


1976: Ο Νέτο Γκουερίνο μόλις έχει πετύχει το νικητήριο τέρμα, που έδωσε στον ΠΑΟΚ (των Κούδα, Σαράφη, Παρίδη, Τερζανίδη κ.ά.) τη νίκη εναντίον της ΑΕΚ και το πρωτάθλημα 1975-76. (η φωτογραφία είναι από το http://forum.paokmania.gr/viewtopic.php?f=18&t=118&start=180)


1978: Ισχυρός σεισμός 6,5 ρίχτερ συγκλονίζει τη Θεσσαλονίκη. Οι νεκροί φτάνουν συνολικά τους 49 (εκ των οποίων οι 29 έμεναν στην πολυκατοικία που κατέρρευσε στην πλατεία Ιπποδρομίου)


1979: Στις 2 Δεκεμβρίου ο Νίκος Γκάλης αγωνίζεται για πρώτη φορά στην Ελλάδα με τα χρώματα του Άρη, στο παιχνίδι Άρη – Ηρακλή 79-78.

1217: Δεκατρία χρόνια μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους, πεθαίνει ο Λατίνος αυτοκράτορας Κωνσταντινούπολης, Ερρίκος Β΄, και αποφασίζεται να αναλάβει νέος αυτοκράτορας ο Πέτρος ντε Κουρτενέ. Πράγματι στέφεται στη Ρώμη και στη συνέχεια, συνοδεία 6.000 ανδρών, μέσω της Εγνατίας οδού, κατευθύνεται προς την Κωνσταντινούπολη. Όμως στα βουνά της Αλβανίας πέφτει σε ενέδρα που είχε στήσει ο μέχρι τότε δεσπότης της Ηπείρου, Θεόδωρος Κομνηνός Δούκας. Ο ντε Κουρτενέ αιχμαλωτίζεται και μετά από λίγο πεθαίνει. Ο Θεόδωρος Κομνηνός Δούκας γίνεται έτσι παντού γνωστός για το κατόρθωμά του και αναγνωρίζεται ως ο κυριότερος αντίπαλος της λατινικής αυτοκρατορίας της Κωνσταντινούπολης. Μάλιστα η πετυχημένη του ενέδρα εναντίον του ντε Κουρτενέ ήταν για πολλά χρόνια «τίτλος τιμής στη διεκδίκηση του θρόνου της Κωνσταντινούπολης». Ακολούθως ο Θεόδωρος γίνεται κύριος της Θεσσαλίας και της Μακεδονίας. Η αίγλη του συνεχώς μεγαλώνει.

1223: Έξι χρόνια μετά το μεγάλο του κατόρθωμα, ο Θεόδωρος Κομνηνός Δούκας, εκμεταλλευόμενος τον πόλεμο μεταξύ της λατινικής αυτοκρατορίας της Κωνσταντινούπολης και της ελληνικής αυτοκρατορίας της Νίκαιας, φτάνει έξω από τη Θεσσαλονίκη, που εκείνη την εποχή ήταν λατινικό βασίλειο. Η φρουρά των Λατίνων, μετά από γενναία αντίσταση πολλών μηνών, αποφασίζει τελικά, στα τέλη του 1224, να παραδοθεί, κι έτσι ο Θεόδωρος Δούκας μπαίνει θριαμβευτικά στη Θεσσαλονίκη, επικεφαλής του στρατού του. Ολόκληρη η βόρεια Ελλάδα (Θεσσαλία, Ήπειρος, Μακεδονία) είναι στην κατοχή του και όλα δείχνουν ότι αργά ή γρήγορα θα καταφέρει να κερδίσει και τον αυτοκρατορικό θρόνο της Κωνσταντινούπολης.


Οι κατακτήσεις του Θεόδωρου Κομνηνού Δούκα
(από τη Βικιπαίδεια) Η Βικιπαίδεια γράφει πως ο συγκεκριμένος χάρτης απεικονίζει την επέκταση του Δεσποτάτου της Ηπείρου, παρόλο που στα 1225 ο Θεόδωρος Κομνηνός Δούκας εγκατέλειψε τον τίτλο του δεσπότη της Ηπείρου για να στεφθεί στη Θεσσαλονίκη “Αυτοκράτωρ των Ρωμαίων”.

1225 ή 1227: Ο Θεόδωρος Κομνηνός Δούκας στέφεται στη Θεσσαλονίκη “Αυτοκράτωρ των Ρωμαίων”. Ο Θεόδωρος μάλιστα υιοθέτησε τη βυζαντινή αυτοκρατορική στολή με τα κόκκινα υποδήματα. Όμως η αυτοκρατορία της Νίκαιας δεν αναγνώρισε τον νέο αυτοκράτορα κι άρχισε έτσι η σύγκρουση μεταξύ των δύο ελληνικών αυτοκρατοριών, της Νίκαιας και της Θεσσαλονίκης. 

1228: Ο Θεόδωρος Κομνηνός Δούκας, πολεμώντας εναντίον των δυνάμεων του αυτοκράτορα της Νίκαιας, Ιωάννη Γ΄ Βατάτζη, βρίσκεται στη Θράκη, ενώ ο θρόνος της λατινικής αυτοκρατορίας της Κωνσταντινούπολης παραμένει ακόμη κενός. Ήταν η πρώτη του ευκαιρία να καταλάβει την Κωνσταντινούπολη, όλοι περίμεναν να επιτεθεί, όμως πείστηκε να υπογράψει ανακωχή με τους Λατίνους, που τον κολάκεψαν δίνοντάς του την προσωνυμία “Βασιλεύς των Γραικών”.

(ΠΑΡΕΝΘΕΣΗ: Ίσως δεν έχει άμεση σχέση με το θέμα, αλλά έχει σχέση με τη Θεσσαλονίκη. Σχετικά με τον όρο “Έλλην’”, η Ελένη Αρβελέρ στο βιβλίο της “Γιατί το Βυζάντιο” δημοσιεύει απόσπασμα του βυζαντινού συγγραφέα Τιμαρίωνα, που σε κείμενο του 12ου αιώνα -δηλαδή αρκετά πριν τα γεγονότα που περιγράφουμε)-γράφει πως στη μεγάλη γιορτή των Δημητρίων συνέρρεαν στη Θεσσαλονίκη ”ου μόνον αυτόχθων όχλος και ιθαγενής, αλλά πάντοθεν και παντοίως Ελλήνων των απανταχού” (είναι η πρώτη φορά που ο όρος Έλλην δε σημαίνει ειδωλολάτρης). Ο Τιμαρίων, μάλιστα, συγκρίνει τα Δημήτρια με αρχαιοελληνικές γιορτές όπως τα Πανιώνια και τα Παναθήναια.)


Αργυρό νόμισμα που παρουσιάζει τον Θεόδωρο Κομνηνό Δούκα να δέχεται κάστρο από τα χέρια του Αγίου Δημητρίου. Πρόκειται μάλλον για εορταστική κοπή σε ανάμνηση της στέψης του ως αυτοκράτορα στη Θεσσαλονίκη. (από την Βικιπαίδεια)

1230: Η Κωνσταντινούπολη παραμένει ακόμη χωρίς αυτοκράτορα, αλλά ο Θεόδωρος Κομνηνός Δούκας, αντί να την πολιορκήσει επιτέλους όπως όλοι περιμένουν, επιλέγει να εισβάλει στη Βουλγαρία, μια σύμμαχη -εκείνη την εποχή- χώρα, με τον ηγεμόνα της οποίας συνδέεται με συγγενικούς δεσμούς! Ακατανόητη απόφαση, ίσως θεώρησε πως έπρεπε πρώτα να καλύψει τα νώτα του, πριν επιτεθεί εναντίον της Κωνσταντινούπολης, πάντως η εισβολη κατέληξε σε πανωλεθρία. Σε μάχη που έγινε κοντά στον Έβρο ποταμό, ο Θεόδωρος Δούκας αιχμαλωτίστηκε από τον Τσάρο της Βουλγαρίας Ιωάννη Β΄ Ασάν, που άφησε ελεύθερους τους περισσότερους στρατιώτες του Θεοδώρου για να δείξει μεγαλοψυχία, τον ίδιο όμως τον κράτησε αιχμάλωτο. Εδώ λήγει η σύντομη περίοδος δόξας της ελληνικής αυτοκρατορίας της Θεσσαλονίκης.  

1235 – 1236: Ο Τσάρος Ιωάννης Β΄ Ασάν, σε συμμαχία με τον αυτοκράτορα της Νίκαιας, Ιωάννη Γ΄ Βατάτζη, φτάνουν δυο φορές έξω από τα τείχη της Κωνσταντινούπολης, αλλά αποτυγχάνουν και τις δυο φορές να την κυριεύσουν. Όλα αυτά τα χρόνια ο Θεόδωρος Κομνηνός Δούκας παραμένει αιχμάλωτος στη Βουλγαρία. Το τραγικό είναι πως τον έχουν τυφλώσει, λόγω κάποιας συνωμοσίας που θεωρήθηκε πως έκανε εναντίον του βουλγαρικού θρόνου.

1240: Λίγο πριν από το 1240 συμβαίνει ένα απροσδόκητο γεγονός: πεθαίνει η γυναίκα του Τσάρου Ασάν και ο Θεόδωρος του προτείνει ως σύζυγο την κόρη του! Ο Ασάν δέχεται και, όπως είναι φυσικό, μετά από λίγο ελευθερώνει τον -πεθερό του πλέον- Θεόδωρο, ο οποίος επιστρέφει στη Θεσσαλονίκη. Εκεί βασιλεύει ο αδελφός του, Μανουήλ, που δεν ήταν ιδιαίτερα συμπαθής στους Θεσσαλονικείς, οι οποίοι μόλις μαθαίνουν πως επέστρεψε ο Θεόδωρος, ξεσηκώνονται υπέρ του και διώχνουν τον Μανουήλ. Ο Θεόδωρος ξαναγίνεται κύριος της Θεσσαλονίκης, αλλά πώς να βασιλέψει αφού είναι τυφλός; Έτσι ο γιος του, Ιωάννης, στέφεται αυτοκράτορας της Θεσσαλονίκης κι ο ίδιος συνεχίζει να κυβερνάει από το παρασκήνιο.

1241: Ο αυτοκράτορας της Νίκαιας, Ιωάννης Γ΄ Βατάτζης, γνωρίζει καλά ότι πραγματικός κυβερνήτης του κράτους της Θεσσαλονίκης δεν είναι ο φερόμενος ως αυτοκράτορας Ιωάννης, αλλά ο τυφλός πατέρας του, Θεόδωρος Δούκας. Καλεί λοιπόν στη Νίκαια τον Θεόδωρο, που αποδεχόμενος την πρόσκληση -προφανώς δεν είχε άλλη επιλογή- βρίσκεται αιχμάλωτος του Βατάτζη. 

1242: Ο Ιωάννης Γ΄ Βατάτζης εκστρατεύει εναντίον της Θεσσαλονίκης, έχοντας μαζί του τον αιχμάλωτο Θεόδωρο. Αντί να επιτεθεί, προτιμάει να στείλει για διαπραγματεύσεις τον Θεόδωρο προτείνοντας μεταξύ άλλων τον όρο να εγκαταλείψει ο Ιωάννης τον τίτλο του αυτοκράτορα και να πάρει τον τίτλο του δεσπότη, ορκιζόμενος παράλληλα υποταγή στην αυτοκρατορία της Νίκαιας. Πατέρας και γιος συμφωνούν με τους όρους που φέρνουν το οριστικό τέλος της σύντομης ζωής της αυτοκρατορίας της Θεσσαλονίκης.

Η Θεσσαλονίκη παρέμεινε δεσποτάτο μέχρι το 1246. Εκείνη τη χρονιά ο Ιωάννης Βατάτζης την κατέλαβε οριστικά, κατάργησε το δεσποτάτο και προσάρτησε τη Θεσσαλονίκη στην αυτοκρατορία της Νίκαιας.

Οι πληροφορίες για το κείμενο αντλήθηκαν από:

“ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΘΝΟΥΣ” Εκδοτική Αθηνών

ΟΡΕΣΤΗΣ ΤΑΦΡΑΛΗ “Η ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΑΠΟ ΤΙΣ ΑΠΑΡΧΕΣ ΕΩΣ ΤΟΝ 14ο ΑΙΩΝΑ” Εκδόσεις ΤΡΟΧΑΛΙΑ

ΕΛΕΝΗ ΓΛΥΚΑΤΖΗ ΑΡΒΕΛΕΡ “ΓΙΑΤΙ ΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ” Εκδόσεις ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ

Βικιπαίδεια: Θεόδωρος Κομνηνός Δούκας

Εφημερίδα ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ: Ιθαγενείς Έλληνες

http://hellinon.net/Nikaia.htm: Η αυτοκρατορία της Νίκαιας

Και φτάνουμε στο μεγαλύτερο, στο πιο απεχθές έγκλημα που διέπραξαν οι Γερμανοί στη Θεσσαλονίκη: ο εκτοπισμός και στη συνέχεια η εξόντωση της συντριπτικής πλειοψηφίας των 50.000 Εβραίων της πόλης. Η εξόντωσή τους έγινε με μοναδικό, για τη μεθοδικότητα και την οργάνωση, τρόπο. Περιγράφει ο Αντώνης Δούκας:

Έτσι μόλις οι Γερμανοί στρογγυλοκάθισαν στη Θεσσαλονίκη άρχισαν να εφαρμόζουν τα αντισημτικά μέτρα τους: Σημάδεψαν τα μαγαζιά και τα σπίτια τους. Κατάσχεσαν τα ραδιόφωνα και τα τηλέφωνα και απαγόρευσαν την είσοδό τους σε δημόσιους χώρους (καφενεία, ζαχαροπλαστεία, γήπεδα, σινεμά). Τους υποχρέωσαν, όταν αλλάζουν τόπο διαμονής, να είναι εφοδιασμένοι με σχετική άδεια. Τους απαγόρευσαν τη χρήση των τραμ και όλων των μεταφορικών μέσων της εποχής. Επέβαλαν το κίτρινο αστέρι στο στήθος από 5 ετών και επάνω με την απειλή να τουφεκίζεται επί τόπου όποιος δεν φορούσε το αστέρι. (…) Εμείς οι Θεσσαλονικείς βλέποντας τους σημαδεμένους με κίτρινο αστέρι Εβραίους τότε μόνο διαπιστώσαμε πόσο πολλοί ήταν οι Εβραίοι της Θεσσαλονίκης.

ΑΝΤΩΝΗΣ ΔΟΥΚΑΣ “ΕΝΑ ΠΑΙΔΙ ΤΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ ΘΥΜΑΤΑΙ…”

Την ίδια ανάμνηση έχει και ο Γιώργος Ιωάννου που στο αφήγημά του “Εν ταις ημέραις εκείναις” γράφει πως η Θεσσαλονίκη, για ένα μικρό χρονικό διάστημα -γιατί στη συνέχεια οι Εβραίοι κλείστηκαν σε γκέτο-, είχε πλημμυρίσει από κίτρινα, κινούμενα άστρα.

Ο Αντώνης Δούκας συνεχίζει την αφήγησή του με μια ακόμη αποτρόπαια πράξη, στην οποία δυστυχώς υπήρξαν Έλληνες συνεργοί:

Στις αρχές Δεκεμβρίου συνεργεία του Δήμου σύλησαν το περίφημο Εβραϊκό νεκροταφείο, που βρισκόταν εκεί από τον 15ο αιώνα. (…) Σε ό,τι αφορά τα μνημεία του νεκροταφείου, τα περισσότερα μνημεία (στήλες και επιγραφές) καταστράφηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν ως υλικά οικοδομών ή ρείθρα πεζοδρομίων. Τα ονόματα και οι μνήμες προσώπων, ραβίνων, δασκάλων και άλλων χάθηκαν για πάντα. Ακόμη με τις πλάκες μνημείων με εντολή των Γερμανών κατασκεύασαν μέσα στο χώρο νεκροταφείου και πισίνα για την ψυχαγωγία των στρατιωτών.

ΑΝΤΩΝΗΣ ΔΟΥΚΑΣ “ΕΝΑ ΠΑΙΔΙ ΤΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ ΘΥΜΑΤΑΙ…”


11 Ιουλίου 1942: Οι Γερμανοί συγκεντρώνουν τους Εβραίους στην Πλατεία Ελευθερίας. (η φωτογραφία είναι από τη Βικιπαίδεια)

Η 11η Ιουλίου του 1942 υπήρξε μια μαύρη μέρα για την ιστορία, όχι μόνο των Εβραίων, αλλά της Θεσσαλονίκης γενικότερα. Οι Γερμανοί διέταξαν όλους τους Εβραίους άνδρες από 18 μέχρι 45 ετών να προσέλθουν στην πλατεία Ελευθερίας ώστε να τους καταγράψουν, με σκοπό βέβαια να τους εκτοπίσουν αργότερα στα διάφορα στρατόπεδα συγκεντρώσεως. Ο Αντώνης Δούκας υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας αυτού του γεγονότος, το οποίο, όπως είναι φυσικό, χαράχτηκε μέσα του.

Το πεπρωμένο μου τα έφερε έτσι, ώστε να είμαι παρών κι εγώ εκεί και να ζήσω ανατριχιαστικές στιγμές στη ζωή μου. (…) Όλη η περιοχή είχε αποκλειστεί από ένοπλους Γερμανούς με τα αυτόματα όπλα στο χέρι στραμμένα στην πλατεία και δυο – τρεις από αυτούς προς εμάς, που απαγόρευαν να προχωρήσουμε περισσότερο προς το πεζοδρόμιο της παραλίας. Γύρω από την πλατεία μυδραλιοβόλα και μικρά κανόνια συμπλήρωναν την κορνίζα του ανατριχιαστικού αυτού πίνακα. Κατάφερα να χωθώ σιγά, σιγά μέχρι την άκρη της περίφραξης του λιμανιού, εκεί που αρχίζει η θάλασσα. (…) Ανάμεσα στους συγκεντρωμένους Εβραίους ξεχώριζαν άλλοι Γερμανοί στρατιώτες, που κρατούσαν κι ένα βούρδουλα στο χέρι τους, που έδιναν διαταγές για “γυμναστικές ασκήσεις”. Στην πραγματικότητα επρόκειτο για σκληρό στρατιωτικό καψόνι. Κάτω από το ζεστό ήλιο του Ιουλίου και χωρίς καπέλο στους περισσότερους “προσκεκλημένους” άρχισαν να φαίνονται τα σημάδια της εξάντλησης, κυρίως στους μεγαλύτερους και ανήμπορους. Όλα αυτά τα συνόδευαν οι αγριοφωνάρες των Γερμανών και οι βουρδουλιές που έπεφταν στα κορμιά αυτών που δεν εκτελούσαν τα προστάγματά τους. Όταν όμως άρχισε να προχωράει η μέρα και η ζέστη να γίνεται ανυπόφορη, μέσα σ’ εκείνο το στριμωξίδι των χιλιάδων ανθρώπων, το “καψόνι” γινόταν εξαντλητικό για τους περισσότερους και τότε έβλεπες κάποιους απ’ αυτούς να πέφτουν στο έδαφος. Τότε ακριβώς ακολουθούσε ο κουβάς με το νερό -όλα μελετημένα- επάνω στους πεσμένους, για να ξανασηκωθούν και ν’ αρχίζουν τις ασκήσεις. Για όσους δεν τα κατάφερναν ο βούρδουλας έπεφτε μέχρι λιποθυμίας των.

ΑΝΤΩΝΗΣ ΔΟΥΚΑΣ “ΕΝΑ ΠΑΙΔΙ ΤΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ ΘΥΜΑΤΑΙ…”


11 Ιουλίου 1942: Γερμανοί στρατιώτες κτυπούν Εβραίους στην πλατεία Ελευθερίας. (η φωτογραφία είναι από το http://www1.yadvashem.org/yv/en/education/languages /greek/lesson_plans/after_the_rain.asp)

Εγώ είχα μαρμαρώσει από ό,τι έβλεπα και ζούσα. Και κάποια στιγμή που άρχισαν τα γαβγίσματα των λυκόσκυλων και οι αγριοφωνάρες των Γερμανών με τα ράους… ράους…, “ξύπνησα” από τον εφιάλτη των σκηνών του “έργου” που παιζόταν μπροστά μου. Ο πολύς κόσμος, όπως φαίνεται, άρχισε να τους ενοχλεί με την παρουσία του. Φοβούνταν ίσως κάποια αντίδρασή του που θα χαλούσε την “παράσταση” που με τόση φροντίδα είχαν προετοιμάσει, και δόθηκε η εντολή να απομακρυνθεί ο κόσμος. Αρκέστηκαν σ’ αυτό το μείγμα βίας και μίσους, που μας έδωσαν ακόμη και για παραδειγματισμό μας. Να προσέχουμε δηλαδή τη συμπεριφορά μας, όσο θα βρισκόμασταν υπό την κατοχή τους. Όλη αυτή την ώρα κρατούσα με τα δυο μου χέρια το σκεπασμένο κασελάκι μου, και τραβώντας τα χέρια μου από αυτό πρόσεξα ότι τα δάχτυλά μου δεν άνοιγαν από το σφίξιμο τόσες ώρες που το κρατούσα, από την υπερένταση. Ακόμη ένιωθα άσχημα το στομάχι μου, το στεγνό στόμα κι ένα κόμπο στο λαιμό.

Η αποστολή των Εβραίων στα στρατόπεδα του Μπιργκενάου και του Άουσβιτς, στην Πολωνία ξεκίνησε τον Μάρτιο του 1943.

Ένα πρωινό, καθώς ξεκινούσα για το δικό μου ποδαρόδρομο, έτυχε να δω ένα τέτοιο καραβάνι μελλοθανάτων να περνά από τη γειτονιά μου, επί της οδού Σιδηροδρομικού Σταθμού. Άνδρες, γυναίκες και παιδιά όλων των ηλικών και μανάδες με μωρά στην αγκαλιά τους, να κρατούν ένα μπογαλάκι ή μια βαλίτσα. Με αργά βήματα και απελπισμένο ύφος, έδειχναν να γνωρίζουν τον προορισμό τους.

ΑΝΤΩΝΗΣ ΔΟΥΚΑΣ “ΕΝΑ ΠΑΙΔΙ ΤΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ ΘΥΜΑΤΑΙ…”

Το δράμα των Εβραίων της Θεσσαλονίκης καλύπτει ένα σημαντικό μέρος του βιβλίου του Αντώνη Δούκα, κάτι απολύτως φυσιολογικό. Πώς θα μπορούσε να ξεχάσει ένας ευαίσθητος άνθρωπος τόσο τραγικές εικόνες; Πώς θα μπορούσε να κλείσει τα μάτια του μπροστά σε τόσα ανθρώπινα δράματα; Διαβάζοντας το βιβλίο του θυμήθηκα κάποιες άλλες προσωπικές μου εμπειρίες που με κάνουν να πιστεύω πως οι Εβραίοι της Θεσσαλονίκης μπορεί να εξολοθρεύτηκαν, η θύμηση του δράματός τους όμως παρέμεινε για αρκετό καιρό στις μνήμες των κατοίκων αυτής της πόλης. Δε θα ξεχάσω -ήταν θυμάμαι τέλη της δεκαετίας του ’80- το παρακάτω περιστατικό: ένα βράδυ βλέπαμε όλη η παρέα στην τηλεόραση τον αγώνα μπάσκετ Άρη – Μακάμπι και κάποιος κάτι “πέταξε” εναντίον των Εβραίων. Αμέσως η μητέρα του φίλου μου, που μας ετοίμαζε μεζέδες στην κουζίνα, ήρθε να μας μαλώσει, γιατί θυμόταν ακόμη το καραβάνι των Εβραίων μελλοθάνατων που τους είχαν πάρει απ’ τη γειτονιά της για να τους οδηγήσουν στα κρεματόρια. Και την ώρα που μας μάλωνε τα μάτια της είχαν γεμίσει δάκρυα. Μερικά χρόνια αργότερα άκουσα κι απ’ τη δική μου μητέρα, να μιλάει με δακρυσμένα μάτια για ένα ίδιο καραβάνι, όταν με αφορμή κάποια εισβολή του ισραηλινού στρατού στη Γάζα, είπα κι εγώ κάτι -ή ο αδελφός μου, δε θυμάμαι- εναντίον των Εβραίων. Μάλιστα η μητέρα μου θυμόταν ακόμη και τις εβραιοπούλες φίλες της που τελείωσαν τη ζωή τους με τόσο σκληρό και απάνθρωπο τρόπο. Δυο γυναίκες λοιπόν που δε γνωρίστηκαν ποτέ, αλλά έτυχε να έχουν την ίδια ηλικία (και οι δύο ήταν γύρω στα 8 όταν συνέβη το δράμα των Εβραίων), είχαν σαράντα χρόνια αργότερα χαραγμένο στη μνήμη τους τον ίδιο εφιάλτη.

από το βιβλίο “Η ΠΡΩΤΕΥΟΥΣΑ ΤΩΝ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ”:

Θα προσπαθήσω ώστε η κατάθεσή μου αυτή για τον διωγμό και την εξόντωση των Εβραίων της Θεσσαλονίκης επί γερμανικής κατοχής να είναι ξερή -ξερή και στεγνή- χωρίς ιστορικές και φιλολογικές επεκτάσεις ή αμφίβολα ακούσματα. Και όλα αυτά από σεβασμό προς το φριχτό μαρτύριό τους, που μόνο το πένθος και την άκρα σοβαρότητα εμπνέει.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ “ΕΝ ΤΑΙΣ ΗΜΕΡΑΙΣ ΕΚΕΙΝΑΙΣ…” από το βιβλίο του Γ. Ιωάννου “Η ΠΡΩΤΕΥΟΥΣΑ ΤΩΝ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ” Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ

Πρώτα πρώτα, από την αρχή της κατοχής εμφανίστηκαν σε ορισμένα μαγαζιά, και μάλιστα της Τσιμισκή, κάτι τυπωμένα χαρτόνια, που έγραφαν: “Οι Εβραίοι είναι ανεπιθύμητοι”. Τα χαρτόνια αυτά τα έβαζαν στο τζάμι της βιτρίνας και της εισόδου. Στην αρχή αυτό μας έκανε εντύπωση, άσχημη εντύπωση, αλλά γρήγορα το συνηθίσαμε, καθώς είχαμε κάθε μέρα και νέα βάσανα. Στο κάτω κάτω εμείς δεν ήμασταν Εβραίοι… Ύστερα μάθαμε πως στην πλατεία Ελευθερίας -τι ειρωνική σύμπτωση!- οι Εβραίοι έπαθαν από τους Γερμανούς μεγάλη νίλα κάποιο πρωινό. Αυτά όλα τα μαθαίναμε από τον κόσμο. Οι Εβραίοι του σπιτιού μας δεν έβγαζαν άχνα. Εκείνος όμως ο κύριος Σιντώ είχε μείνει πετσί και κόκαλο. Κάποιο χειμωνιάτικο πρωί αντικρίσαμε ξαφνικά ορισμένους να κυκλοφορούν στους δρόμους μ’ ένα μεγάλο πάνινο κίτρινο άστρο στο μέρος της καρδιάς. Ήτανε οι Εβραίοι που είχαν πάρει διαταγή να το φορούν και στην παραμικρή τους μετακίνηση, αλλιώς κινδύνευαν. Και αυτό τότε δεν σήμαινε τίποτε άλλο από θάνατο. Οι Εβραίοι του σπιτιού μας και πάλι δεν έβγαζαν άχνα. Νόμιζαν ίσως πως με την άκρα υπομονή και ταπείνωση θα κατόρθωναν να κάμψουν τον παράφρονα διώκτη τους. Η Θεσσαλονίκη για αρκετές ημέρες, όχι περισσότερες από μήνα, είχε πλημμυρίσει από κίτρινα, κινούμενα άστρα. Πραγματικά ήταν πολύ καλομελετημένο το σημάδι. Διακρινόταν από πολύ μακριά.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ “ΕΝ ΤΑΙΣ ΗΜΕΡΑΙΣ ΕΚΕΙΝΑΙΣ…” από το βιβλίο του Γ. Ιωάννου “Η ΠΡΩΤΕΥΟΥΣΑ ΤΩΝ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ” Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ

Καθώς, λοιπόν, δεν είχαμε Εβραίους, οι συμμαθηταί μου δεν ενδιαφέρονταν για τα παθήματά τους, γι’ αυτό και εγώ δεν μιλούσα καθόλου για όσα έβλεπα και άκουγα στη γειτονιά μου. Ακολουθούσα ασυναίσθητα την τακτική σιωπής των Εβραίων απέναντι σε τρίτους. Το ίδιο έκαμνα και στα συσσίτια των κατηχητικών σχολείων, όπου έτρωγα κάθε μεσημέρι. Δεν γινόταν λόγος και δεν μιλούσα. Και δεν νομίζω πως ήταν από φόβο. Δεν είχαμε συναίσθηση του κινδύνου. Έτσι δεν είπα τίποτε, όταν κάποια μέρα είδα στην πόρτα του διαμερίσματος των Εβραίων κολλημένο απέξω ένα χαρτί, που έγραφε τα ονόματα αυτών που κατοικούσαν μέσα. Το ονόματα ήταν πολύ περισσότερα από όσα ξέραμε κι έτσι μάθαμε πως μέσα στο διαμέρισμα είχαν εγκατασταθεί -άθελά τους, βέβαια- και άλλες οικογένειες Εβραίων, από άλλες γειτονιές, μη εβραϊκές, όπου ήταν δύσκολο να φρουρούνται. Η γειτονιά μας, λοιπόν, το Ταυ αυτό που περιέγραψα πρωτύτερα, γινόταν, γκέτο εβραϊκό. Ταυτόχρονα, στις εξόδους του Ταυ -Χαλκέων, Βενιζέλου και Φιλίππου- έκαναν την εμφάνισή τους σκοποί χωροφύλακες -δικοί μας χωροφύλακες- που φρουρούσαν μέρα και νύχτα. Αυτό σήμαινε ότι οι Εβραίοι και με το άστρο ακόμα δεν μπορούσαν να κυκλοφορούν στην πόλη, παρά μόνο στο γκέτο τους. Κι αυτό, βέβαια, ορισμένες ώρες. Τώρα, φαντάζομαι, ότι θα είχαν δημιουργηθεί και πολλά άλλα τέτοια γκέτο. Έτσι, οι Εβραίοι, όπου βρέθηκαν, βρέθηκαν. Δεν μπορούσαν πια να πάνε ούτε στα μαγαζιά τους, ούτε στους συγγενείς τους, αν αυτοί έμειναν σε άλλο γκέτο, ούτε στα ψώνια τους. Έπαψαν σχεδόν να κυκλοφορούν. Κλεισμένοι στα σπίτια τους, καρτερούσαν. Στους δρόμους του γκέτο, εκτός από μας, κυκλοφορούσαν, και μάλιστα με ζωηρότητα, ορισμένοι νεαροί Εβραίοι, με ένα κίτρινο περιβραχιόνιο στο μπράτσο. Ήταν, φαίνεται, ένας είδος πολιτοφύλακες, που τους είχε ορίσει η Κοινότητα, ίσως και οι Γερμανοί. Τους μισούσαμε, πάντως, χωρίς να ξέρουμε ακριβώς το λόγο. Η κινητικότητα και η αυτοπεποίθησή τους τούς έκαμνε ύποπτους στα μάτια μας. Και μάλλον είχαμε δίκαιο, γιατί μερικοί από αυτούς έκαναν την εμφάνισή τους στη γειτονιά και μετά το μάζεμα των Εβραίων, έχοντας πάντα το ίδιο ύφος. Ύστερα δεν ξαναφάνηκαν. Οι υπόλοιποι, εμείς, μπαινοβγαίναμε στο μεταξύ ελεύθερα από το γκέτο. Εγώ πήγαινα κανονικά στο σχολείο και οι δικοί μου στις διάφορες δουλειές. Ουδείς μας εμπόδισε, ούτε μας ζήτησε ποτέ ταυτότητα. Και μήπως είχαμε ταυτότητα; Γι’ αυτό πιστεύω πάντοτε, πως ακόμα και την ύστατη εκείνη στιγμή ήταν αρκετά εύκολη η διαφυγή πολλών Εβραίων. Βέβαια, υπήρχαν εκείνες οι καταστάσεις στην πόρτα. Αλίμονό τους αν δεν βρίσκονταν σωστοί σε μια καταμέτρηση.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ “ΕΝ ΤΑΙΣ ΗΜΕΡΑΙΣ ΕΚΕΙΝΑΙΣ…” από το βιβλίο του Γ. Ιωάννου “Η ΠΡΩΤΕΥΟΥΣΑ ΤΩΝ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ” Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ

Ώσπου ένα ξημέρωμα του Απριλίου, ιδιαίτερα νομίζω γλυκό, ξέσπασε το μέγα κακό. Ένα μεγάφωνο ουρλιάζει στο δρόμο. “Όλοι οι Εβραίοι στις πόρτες. Έτοιμοι προς αναχώρηση!”. Είναι το αυτοκίνητο της προπαγάνδας, ένα μαύρο “Όπελ”. Λαρυγγώδεις φωνές, κτηνώδη προστάγματα γερμανικά. Είμαστε μπλοκαρισμένοι. Κρυφοκοιτάζοντας βλέπουμε Γερμανούς των SS και εκείνους τους λεγόμενους “πεταλάδες” να ανεβοκατεβαίνουν βιαστικά στα σπίτια, κραυγάζοντας άγρια και βροντολογώντας τις πόρτες. “Τους παίρνουν τους Εβραίους!”. Ντυνόμαστε όπως όπως και κατεβαίνουμε από το πέμπτο πάτωμα στο δεύτερο, όπου επικρατούσε θρήνος και σύγχυση. Οι καινούργιοι Εβραίοι είχαν κιόλας κατεβεί και έτσι δεν τους είδαμε. Έμεναν οι δικοί μας, που βρίσκονται σε αλλοφροσύνη. Αλλοφροσύνη όχι τόσο απελπισίας, όσο ετοιμασίας. Να μην ξεχάσουν τίποτε από τα απαραίτητα, από όσα είχαν σκεφθεί. Τα βασικά τα έχουν, βέβαια, έτοιμα, από μέρες αμπαλαρισμένα, αλλά τρέχουν αλλόφρονες για τα ψιλοπράγματα. Η κυρία Σιντώ βράζει αυγό για τον Ίνο, θα είναι το τελευταίο του. Του το μπουκώνει, ενώ από την εξώπορτα κάτω έρχονται κτηνώδεις προσταγές. Οι πόρτες όλες ορθάνοιχτες, σύμφωνα με τη διαταγή. Όσοι κρυφοκοίταζαν από τα παράθυρα είδαν τις ίδιες στιγμές τους Γερμανούς να τραβοκοπούν τους Εβραίους από τα σπίτια της οδού Σιατίστης και να τους σέρνουν στη φάλαγγα. Ιδίως είδαν γέρους και γριές, που τους τραβοκοπούσαν με τα νυχτικά. Στο δεύτερο πάτωμα έχουν κατεβεί και από τα άλλα πατώματα συγκάτοικοι, γυναίκες κυρίως. Φιλιούνται σταυρωτά με την κυρία Σιντώ. Μια δικιά μας σταυροκοπιέται και λέει δυνατά: “Μάρτυς μου ο Θεός, θα σας τα δώσω πίσω όλα”. Φαίνεται της έχουν εμπιστευθεί πράγματα και μπορώ να πω ότι σωστά την έχουν διαλέξει.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ “ΕΝ ΤΑΙΣ ΗΜΕΡΑΙΣ ΕΚΕΙΝΑΙΣ…” από το βιβλίο του Γ. Ιωάννου “Η ΠΡΩΤΕΥΟΥΣΑ ΤΩΝ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ” Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ

Τότε, εκεί ανάμεσα στα πεύκα που περιβάλλουν την Παναγία Χαλκέων, παρατήρησα ομάδες γύφτων, αλλά όχι μόνο γύφτων, που αγνάντευαν με βουλιμία προς τη γειτονιά μας. Για την ώρα όμως δεν τολμούσαν να πλησιάσουν γιατί υπήρχαν οι σκοποί. Ήταν, βέβαια ειδοποιημένοι και προφανώς κάπως έμπειροι από άλλα μαζέματα Εβραίων, σε άλλες γειτονιές, που είχαν γίνει τις προηγούμενες μέρες, αλλά εμείς δεν τα πήραμε είδηση. (…) Το μεσημέρι γυρίζοντας άρχισα, μόλις ξαναβρέθηκα στην περιοχή της μεγάλης πλατείας, να ξαναμπαίνω στο κλίμα. Όσο πλησίαζα τόσο καταλάβαινα, ότι είχε γίνει διαρπαγή – γιάγμα. Άλλωστε, κάτι τελευταίοι κακομοίρηδες ακόμη σέρναν μπαούλα και ντιβάνια και αδειανά συρτάρια μέσα στα χώματα. Και κάτι χοντρούς τόμους βιβλίων δερματόδετους. Στο σπίτι μας η εξώπορτα διπλανοιγμένη, παραγεμίσματα από στρώματα, χαρτιά και σκουπίδια στις σκάλες. Το διαμέρισμα των Εβραίων ορθάνοιχτο και σαφώς λεηλατημένο. Δεν είχε σχεδόν τίποτα μέσα. (…) Από ψηλά, από την πίσω μεριά του σπιτιού, βλέπαμε από την πρώτη μέρα κιόλας το εξής φαινόμενο: Είχαν ανοίξει τα εβραίικα μαγαζιά από πίσω και τα άδειαζαν. Δηλαδή διάφοροι κάτοικοι της οδού Κλεισούρας άδειαζαν τα μαγαζιά της Ιουστινιανού. Και έβλεπες κρεβάτια, μπουφέδες, ντουλάπες, καναπέδες, κομοδίνα, να ανεβαίνουν με σκοινιά σε δεύτερα και τρίτα πατώματα, που βέβαια δεν φαίνονταν από το δρόμο. Όλα αυτά μέσα σε φοβερή βιασύνη και σε αγωνιώδεις κινήσεις. Σε λίγες μέρες, οι Γερμανοί μοίρασαν τα μαγαζιά σε διάφορους τύπους, που ίσως μπορεί να φαντασθεί κανείς πώς τους διάλεξαν. Αλλά τα μαγαζιά βρέθηκαν άδεια και αυτό ήταν μια καλή, αν και η μόνη, τιμωρία τους.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ “ΕΝ ΤΑΙΣ ΗΜΕΡΑΙΣ ΕΚΕΙΝΑΙΣ…” από το βιβλίο του Γ. Ιωάννου “Η ΠΡΩΤΕΥΟΥΣΑ ΤΩΝ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ” Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ

Ο πατέρας μου ήταν μηχανοδηγός, οδηγούσε τραίνα. (…) Ένα βράδυ, αργά, γύρισε ιδιαίτερα φαρμακωμένος. Είχε οδηγήσει ένα τραίνο με Εβραίους μέχρι τη Νις. “Μεγάλο κακό γίνεται με τους Εβραίους”, έλεγε. “Τους πηγαίνουν με εμπορικά βαγόνια κατάκλειστα, χωρίς τροφή και νερό. Ακόμα και χωρίς αέρα. Οι Γερμανοί μας αναγκάζουν να σταματούμε το τραίνο μέσα στις ερημιές, για να γίνει το ξάφρισμα. Μέσα από τα βαγόνια κλωτσάνε και φωνάζουν. Δεν είναι μόνο για νερό και αέρα, αλλά και για να βγάλουν τους πεθαμένους. Έβγαλαν από ένα βαγόνι ένα παιδάκι σαν τον Λάκη μας”, είπε και χάιδεψε τον αδελφό μου. Απάνω σ’ αυτό τον έπιασαν τα κλάματα. Τρανταχτά κλάματα με λυγμούς.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ “ΕΝ ΤΑΙΣ ΗΜΕΡΑΙΣ ΕΚΕΙΝΑΙΣ…” από το βιβλίο του Γ. Ιωάννου “Η ΠΡΩΤΕΥΟΥΣΑ ΤΩΝ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ” Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ

Έγραψα εδώ, κατά μήνα Φεβρουάριο του 1983, όσα είδα και διεπίστωσα ο ίδιος για τον διωγμό των Εβραίων της Θεσσαλονίκης από τους Γερμανούς. Και τα έγραψα μόνον για τους αθώους εκείνους και για κανέναν άλλο…

ΓΙΩΡΓΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ “ΕΝ ΤΑΙΣ ΗΜΕΡΑΙΣ ΕΚΕΙΝΑΙΣ…” από το βιβλίο του Γ. Ιωάννου “Η ΠΡΩΤΕΥΟΥΣΑ ΤΩΝ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ” Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ

4 Σχόλια to “ιδ΄) Θεσσαλονίκη: μια πόλη, πολλές ιστορίες”

  1. Αναστασία Γρηγοριάδου Says:

    Θωμά, συγχαρητηρια, η ανάρτησή σου είναι καταπληκτική. Κατατοπιστική, τεκμηριωμένη, μια πραγματική βουτια στο παρελθόν.
    Παντα τετοια!

  2. Στέλλα Ράπτη Says:

    Συγχαρητήρια! Ψάχνοντας για ένα κείμενο του Γιώργου Ιωάννου έπεσα πάνω στη σελίδα σας. Θέλω να σας προσκαλέσω στην παράσταση Souvenir de Salonique που θα παιχτεί στο Μικρό Θέατρο της Μονής Λαζαριστών Παρασκευή 31 Μαΐου, Σάββατο 1 και Κυριακή 2 Ιουνίου, στις 21:00. Δεν έχει εισιτήριο, μαζεύουμε τρόφιμα για ιδρύματα που δυσκολεύονται να ανταπεξέλθουν. Η παράσταση είναι μια διαδρομή στη Θεσσαλονίκη του 20 αι. και μια διερεύνηση της δικής μας σχέσης με την πόλη.

    Το Souvenir de Salonique παίζεται στα πλαίσια του Κοινωνικού Θεατροπωλείου του ΚΘΒΕ. Περισσότερες πληροφορίες:

    http://www.ntng.gr/default.aspx?lang=el-GR&page=2&production=40304

    Και για την παράσταση συγκεκριμενα:

    https://www.facebook.com/events/566417180075658/

    Ευχαριστούμε και σας πειμένουμε.

    Για το Κοινωνικό Θεατροπωλείου του ΚΘΒΕ,
    Στέλλα Ράπτη

  3. dancooper1 Says:

    Καλό είναι να θυμόμαστε ότι το «Θεσσαλονίκη πόλη των φαντασμάτων» ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΔΟΚΙΜΙΟ.
    Για το βιβλίο του αυτό έχει δεχθεί πάρα πολλές κριτικές (από τους Ν. Χριστιανόπουλο, Γιώργο Καραμπελιά, Γιάννη Ταχόπουλο, Ιωάννη Τουλουμάκο κα) επειδή προβάλει μία μόνο πλευρά των γεγονότων και αγνοεί τις άλλες απόψεις. Η καθαρά μεροληπτική του στάση φαίνεται επίσης απότο γεγονός πως για τον Mazower η ιστορία της θεσσαλονίκης ξεκινάει μετά την Οθωμανική κατάκτηση. Οι αιώνες της ελληνικής παρουσίας από την ίδρυση της έως την κατάκτηση της απλά δεν υπάρχουν.
    Όσον αφορά την άποψη του για την διατήρηση της Οθωμανικής Χωροφυλακής αλλά και των Οθωμανικών αρχών είναι το λιγότερο αστεία. Οι Οθωμανικές αρχές διατηρήθηκαν μέχρι να υπογραφεί η συνθήκη ειρήνης, να ξεκαθαρίση το νομικό καθεστώς της πόλης και φυσικά να ισχύσουν οι νόμοι του ελληνικού κράτους να γίνουν εκλογές κλπ. Όπως όλοι θυμόμαστε και στην διάρκεια του Β Π. Πολέμου οι Γερμανοί κατέκτησαν πολλές χώρες αλλά σε όλες η αστυνομία και (σε γενικές γραμμές) οι αρχές διατήρησαν τις θέσεις τους.

    Θα κλείσω αναφέροντας ένα απόσπασμα από την κριτική του ομότιμου καθηγητή του ΑΠΘ κ. Τουλουμάκου όπως δημοσιεύθηκε στο «ΑΡΔΗΝ»

    «Σε παλαιότερες εποχές, οι πρωτοετείς φοιτητές της Ιστορίας μάθαιναν πως επιστημονικό αλλά και ηθικό χρέος του ιστορικού είναι να «βρει τι πραγματικά συνέβη», δηλ. την αλήθεια, μακριά από κάθε πάθος και οργή και ότι, αν δεν μπορέσει να βρει την αλήθεια, επειδή οι γνωστικές δυνατότητες είναι περιορισμένες, πρέπει πάντως η αναζήτησή της να αποτελεί σε κάθε περίπτωση τον μόνο σκοπό του, ακριβέστερα: να είναι στάση ζωής. Εκτός από την αντίληψη αυτή, υπήρξαν όμως, ήδη από την αρχαιότητα, και άλλες – όπως ότι η Ιστορία μπορεί να αποβλέπει στην τέρψη ή τον εντυπωσιασμό, ή ακόμη να είναι θεραπαινίδα προκαταλήψεων ή ιδεοληψίας. Υπήρξαν και υπάρχουν και σήμερα και, όπως γνωρίζω, τείνουν να παραμερίσουν την πρώτη.
    Το βιβλίο του M. Μαζάουερ, Θεσσαλονίκη, Πόλη των Φαντασμάτων, μπορεί να ανήκει στη δεύτερη ή τρίτη κατηγορία, σίγουρα όμως δεν ανήκει στην πρώτη, ή, σε άλλη διατύπωση, δεν θέλει να βρει «τι πραγματικά συνέβη», δηλ. την αλήθεια. Έχει ένα σαφή «προγραμματικό χαρακτήρα», όπως δείχνουν οι επιλογές των μαρτυριών (όπου και όπως γίνονται στο βιβλίο), οι σχετικές κρίσεις του, αλλά και ο ίδιος ο τίτλος του βιβλίου».

    http://ardin-rixi.gr/archives/14970

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: