όντα της στιγμής

egonopoulos_kavafis

Νίκος Εγγονόπουλος «Καβάφης»

Χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ μεγάλα κ’ υψηλά τριγύρω μου έκτισαν τείχη.
ΤΕΙΧΗ (1897)

Σε μερικούς ανθρώπους έρχεται μια μέρα που πρέπει το μεγάλο Ναι ή το μεγάλο το Όχι να πούνε.
CHE FECE… IL GRAN RIFIUTO (1901)

Το έργο των θεών διακόπτομεν εμείς, τα βιαστικά κι άπειρα όντα της στιγμής.
ΔΙΑΚΟΠΗ (1901)

Και τώρα τι θα γένουμε χωρίς βαρβάρους. Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μια κάποια λύσις.
ΠΕΡΙΜΕΝΟΝΤΑΣ ΤΟΥΣ ΒΑΡΒΑΡΟΥΣ (1904)

Είν’ οι προσπάθειές μας σαν των Τρώων. Θαρρούμε πως με απόφασι και τόλμη θ’ αλλάξουμε της τύχης την καταφορά, κ’ έξω στεκόμεθα ν’ αγωνισθούμε. Αλλ’ όταν η μεγάλη κρίσις έλθει, η τόλμη κ’  η απόφασίς μας χάνονται. Ταράττεται η ψυχή μας, παραλύει. Κι ολόγυρα απ’ τα τείχη τρέχουμε ζητώντας να γλυτώσουμε με την φυγή.
ΤΡΩΕΣ (1905)  

Έτσι που τη ζωή σου ρήμαξες εδώ στην κώχη τούτη τη μικρή, σ’ όλην την γη την χάλασες.
Η ΠΟΛΙΣ (1910)

Άλλα ζητεί η ψυχή σου γι’ άλλα κλαίει, τον έπαινο του Δήμου και των Σοφιστών, τα δύσκολα και τ’ ανεκτίμητα Εύγε.
Η ΣΑΤΡΑΠΕΙΑ (1910)

Τα μεγαλεία να φοβάσαι, ω ψυχή. Και τες φιλοδοξίες σου να υπερνικήσεις αν δεν μπορείς, με δισταγμό και προφυλάξεις να τες ακολουθείς.
ΜΑΡΤΙΑΙ ΕΙΔΟΙ (1911)

Κι αν δεν μπορείς να κάμεις την ζωή σου όπως την θέλεις, τούτο προσπάθησε τουλάχιστον όσο μπορείς: μην την εξευτελίζεις μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου, μες στες πολλές κινήσεις κι ομιλίες.
ΟΣΟ ΜΠΟΡΕΙΣ (1913)

Χαρά και μύρο της ζωής μου η μνήμη των ωρών που ηύρα και που κράτηξα την ηδονή ως την ήθελα. Χαρά και μύρο της ζωής μου εμένα, που αποστράφηκα την κάθε απόλαυσιν ερώτων της ρουτίνας.
ΗΔΟΝΗ (1917)

Σώμα, θυμήσου όχι μόνο το πόσο αγαπήθηκες, όχι μονάχα τα κρεβάτια όπου πλάγιασες, αλλά κ’ εκείνες τες επιθυμίες που για σένα γυάλιζαν μες στα μάτια φανερά, κ’ ετρέμανε μες στη φωνή – και κάποιο τυχαίον εμπόδιο τες ματαίωσε.
ΘΥΜΗΣΟΥ, ΣΩΜΑ… (1918)

Το γήρασμα του σώματος και της μορφής μου είναι πληγή από φρικτό μαχαίρι.
ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΑ ΤΟΥ ΙΑΣΟΝΟΣ ΚΛΕΑΝΔΡΟΥ ΠΟΙΗΤΟΥ ΕΝ ΚΟΜΜΑΓΗΝΗ 595 μ. Χ.

Προδότις είναι η Μοίρα
ΚΙΜΩΝ ΛΕΑΡΧΟΥ, 22 ΕΤΩΝ, ΣΠΟΥΔΑΣΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ (ΕΝ ΚΥΡΗΝΗ)

erotiko_moralis

Γιάννης Μόραλης “Ερωτικό”

 

Ενδιαφέρον παρουσιάζει η μαρτυρία της Μυρτιώτισσας για τον Καβάφη:

Με παρακάλεσε να καθίσω σ’ ένα χαμηλό κάθισμα που βρισκόταν μπροστά μου, μέσα στο μισοσκότεινο σαλονάκι. Ως είμαι απ’ το φυσικό μου δειλή μπροστά στους ανθρώπους που πρωτογνωρίζω, εκάθισα και πολύ λίγο του μιλούσα. Αυτό φαίνεται να τον ευχαρίστησε γιατί άρχισε να μου μιλεί περσότερο εκείνος και διέταξε σε λίγο τον αράπη του τον Άχμετ να φέρει ουίσκι και μεζέδες. Σε λίγο συνήθισαν και τα μάτια μου στο λίγο φως της κάμαρας και μπόρεσα να τον κοιτάξω προσεχτικά καθώς μιλούσε πίνοντας. Είναι αδύνατος, χλωμός, με μαλλιά γκρίζα και πυκνά, πολύ πυκνά. Μα εκείνο που σου κρατά την προσοχή σου όλη είναι τα μάτια του, τα δυο παμμέγιστα, παράξενα, αινιγματικά του μάτια. Δυο τέτοια μάτια κανείς μας ποτέ δε θα τα ιδεί σ’ άλλον άνθρωπο, απλούστατα γιατί δεν είναι μάτια σημερινού ανθρώπου. Είναι μάτια που έρχονται από πολύ μακριά, από τα βάθη των αιώνων, και κρατούνε μέσα τους το μυστήριο μιας άλλης ζωής άγνωστης σ’ εμάς. Η φωνή του, όσο την άκουγα, μου φαίνονταν κι αυτή σα να ερχότανε από μακριά, και ο ίδιος, καθώς είχε τώρα αποτραβηχτεί σε μια σκοτεινή γωνιά, και μιλούσε για τέχνη -σ’ εμάς; ή στον εαυτό του;- έμοιαζε πλάσμα εξωτικό, που ζούσε σ’ άλλη από μας ατμόσφαιρα, που έπρεπε να τ’ ακούς και να το βλέπεις από μακριά, και να μη παραξενευτείς καθόλου αν άξαφνα το δεις να χαθεί ολότελα από μπροστά σου και να σωπάσει. Η ομιλία του είναι γοητευτική. Τα πιο γνωστά πράγματα ξέρει να στα παρουσιάζει σαν καινούρια, έτσι καθώς τα ντύνει με της τέχνης του την ωραιότητα. Στα πάντα βάζει τη σφραγίδα του, τα δωμάτια, τα έπιπλα, τα παλιά αγάλματα, τα σπάνια βάζα, το κάθε τι που τον τριγυρίζει είναι αρμονισμένο με τη φυσιογνωμία της Τέχνης του.

ΜΥΡΤΙΩΤΙΣΣΑ
αντιγραφή από την ιστοσελίδα
http://www.geocities.com/theomyrtia/mirtiotissa.html 

 

 

ΝΑ ΜΕΙΝΕΙ
Η ώρα μια την νύχτα θάτανε,
ή μιάμισι.
                     Σε μια γωνιά του καπηλειού
πίσω απ’ το ξύλινο το χώρισμα.
Εκτός ημών των δυο το μαγαζί όλως διόλου άδειο.
Μια λάμπα πετρελαίου μόλις το φώτιζε.
Κοιμούνταν, στην πόρτα, ο αγρυπνισμένος υπηρέτης.

Δεν θα μας έβλεπε κανείς. Μα κιόλας
είχαμεν εξαφθεί τόσο πολύ
που γίναμε ακατάλληλοι για προφυλάξεις.

Τα ενδύματα μισοανοίχθηκαν – πολλά δεν ήσαν
γιατί επύρωνε θείος Ιούλιος μήνας.

Σάρκας απόλαυσις ανάμεσα
στα μισοανοιγμένα ενδύματα
γρήγορο σάρκας γύμνωμα – που το ίνδαλμά του
είκοσι έξι χρόνους διάβηκε και τώρα ήλθε
να μείνει μες στην ποίησιν αυτή.

(1918)

%B1%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CE%BD%CF%8C%CF%82-%CE%A4%CE%BF+%CF%80%CE%B1%CE%B3%CF%8E%CE%BD%CE%B9+%CF%83%CF%84%CE%BF+%CE%B1%CE%B7%CE%B4%CF%8C%CE%BD%CE%B9___,+1942

Γιάννης Κεφαλληνός (1894-1957) «Το παγώνι στ’ αηδόνι»

 

Για τη γειτονιά που έμενε ο Καβάφης πολλά έχουν γραφτεί.

«Το ξέρω πως δεν είναι ωραία εδώ που μένω» μου είπε, «γι’ αυτό ζω κλεισμένος σ’ αυτό το σπίτι, μόνος με τα βιβλία μου. Δεν είμαι όμως ακόμα τέλειος ερημίτης. Σα βραδιάζει μ’ αρέσει ν’ ακούω την πόρτα μου να χτυπά. Είναι μια αδυναμία που πρέπει να την υπερνικήσω».

ΜΥΡΤΙΩΤΙΣΣΑ

 

Ο Καβάφης έμενε στην οδό Rue Lepsius:

Από εκεί ξεκινούσαν στενά σοκάκια γεμάτα μπορντέλα, κάπως πιο αστικά και ευυπόληπτα (με πόρνες Γαλλίδες τις περισσότερες) από κείνα του Quartier Attarine. (…) Όσοι είναι εξοικειωμένοι με την ποίηση του Καβάφη, δε θα βρουν τίποτε αταίριαστο στην απόφασή του να μετακομίσει σε τέτοια γειτονιά, ούτε θα πιστέψουν πως έμεινε μόνο και μόνο επειδή τον βόλευε (εκεί κοντά ήταν το γραφείο του, το ελληνικό πατριαρχείο, το νοσοκομείο, καθώς και μερικά από τ’ αγαπημένα του καφενεία), ή για το χαμηλό νοίκι – ιδιαίτερα αφού συνέχισε να μένει ακόμα κι όταν το ισόγειο του κτιρίου άρχισε να στεγάζει πόρνες, που είχαν ξεθαρρέψει και χαιρετούσαν τον ίδιο και τους επισκέπτες του, κάθε που πλησίαζαν την είσοδο. Λένε πως ο Καβάφης είπε κάποτε για τις κακόφημες γειτόνισσές του: «Ταις καϋμέναις, είναι να ταις λυπάται κανείς ταις καϋμέναις. Δέχονται κάτι σιχαμερούς ανθρώπους, κάτι τέρατα, αλλά δέχονται και κάτι αγγέλους, κάτι αγγέλους!» (…) Έμεινε εκεί τα τελευταία είκοσι έξι χρόνια της ζωής του, και μπορεί κανείς να υποψιαστεί ότι το έκανε επειδή ανακάλυψε πως η περιοχή του ταίριαζε. «Πού αλλού θα βρισκόμουν καλύτερα», είπε κάποτε, «παρά ανάμεσα στα τρία κέντρα της ύπαρξης. Τα σπίτια της αμαρτίας, την εκκλησία που συγχωρεί και το νοσοκομείο που πεθαίνεις…»

από το βιβλίο του EDMUND KEELY «Η ΚΑΒΑΦΙΚΗ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ» (μετάφραση Τζένη Μαστοράκη) Εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ

%AC%CE%BD%CE%BD%CE%B7%CF%82+%CE%9A%CE%B5%CF%86%CE%B1%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CE%BD%CF%8C%CF%82-%CE%9A_+%CE%A0_+%CE%9A%CE%B1%CE%B2%CE%AC%CF%86%CE%B7%CF%82,+1921

Γιάννης Κεφαλληνός (1894-1957) «Καβάφης»

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: