μαθήματα ιστορίας

 

777DynamicImageService

Νικόλαος Γύζης «Ιστορία»

Το ΒΗΜagazino της Κυριακής 13/9/2009 περιλαμβάνει συνέντευξη των Αμερικανών συγγραφέων Τόμας Κάθκαρτ και Ντάνιελ Κλάιν, οι οποίοι έγραψαν το βιβλίο «Ο ΠΛΑΤΩΝ ΚΑΙ Ο ΠΛΑΤΥΠΟΥΣ ΜΠΑΙΝΟΥΝ ΣΕ ΕΝΑ ΜΠΑΡ. ΚΑΤΑΝΟΗΣΗ ΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΑΝΕΚΔΟΤΑ» Εκδόσεις ΠΛΑΤΥΠΟΥΣ ΕΚΔΟΤΙΚΗ. Το βιβλίο έγινε μπεστ σέλερ στις ΗΠΑ, ενώ μεταφράστηκε σε 20 γλώσσες. Ένα από τα πολλά ανέκδοτα που περιλαμβάνονται στο βιβλίο είναι και το παρακάτω:

Η κυρία Γκόλντσταϊν περπατούσε στο δρόμο με τα δυο της εγγόνια. Ένας φίλος σταμάτησε για να τη ρωτήσει πόσων χρονών ήταν τα παιδιά. Εκείνη απάντησε: «Ο γιατρός είναι πέντε και ο δικηγόρος επτά».
Το ανέκδοτο χρησιμοποιείται από τους συγγραφείς για να επεξηγήσει την αριστοτελική τελεολογία: κάθε άνθρωπος έχει ένα «τέλος», έναν εσωτερικό στόχο, τον οποίο είναι προορισμένος να εκπληρώσει. Είτε κατά βούληση είτε με το ζόρι.

 

Ωραία ιδέα να εκλαϊκεύεις τη φιλοσοφία μέσα από ανέκδοτα και χιουμοριστικά στιγμιότυπα. Αν κάποιοι ιστορικοί αποφασίσουν να κάνουν το ίδιο με την Ιστορία ίσως χρησιμοποιήσουν μερικά από τα παρακάτω:

 

«Ο ελληνικός στρατός στη Βέροια»

Ο Μαρίνος Γερουλάνος διηγείται το παρακάτω περιστατικό από την απελευθέρωση της Βέροιας από τους Τούρκους (1912):

Οι Έλληνες πρόκριτοι διετήρουν πάντοτε αρίστας σχέσεις με τους Τούρκους πασάδες. Μέχρι των τελευταίων ημερών προ της εισόδου του Ελληνικού Στρατού εις Βέροιαν, προσήρχοντο εις το Διοικητήριον όπου ο Διοικητής τους μετέδιδεν τας ειδήσεις εκ του μετώπου και περιέγραφεν τας «νίκας» του τουρκικού στρατού. Οπότε ο Μανωλάκης, εις μίαν τοιαύτην συνάντησιν, αστεϊζόμενος, παρετήρησεν:
-Δεν φαντάζεσαι, πασά μου, πόσο χαίρω ότι νικά διαρκώς ο στρατός μας, ένα μόνο δεν καταλαβαίνω, διατί νικάμε όλο πλιο κοντά εδώ;

ΜΑΡΙΝΟΣ ΓΕΡΟΥΛΑΝΟΣ «ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ (1867-1957) ΣΕΛΙΔΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΝΕΩΤΕΡΗΣ ΙΑΤΡΙΚΗΣ» Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ

 

«Ο Χίτλερ ήταν μπογιατζής»

Ο Λεωνίδας Ζησιάδης διηγείται ένα περιστατικό με ήρωα το συμμαθητή του Βαγγέλη Ζήττα. Το περιστατικό αυτό συνέβη κατά τη διάρκεια της δικτατορίας του Μεταξά,

Το ποτήρι ξεχείλισε όταν κάποια μέρα στην αυλή του σχολείου ήμασταν συντεταγμένοι και ψάλαμε τον Εθνικό Ύμνο. Έγινε τότε το επεισόδιο με πρωταγωνιστή το Ζήττα και ένα φανατικό «θεωρητικό». Μόλις, λοιπόν, τελειώσαμε τον Ύμνο, πετάχτηκε αυτός ο κύριος σπρώχνοντας και παραμερίζοντας με νεύρα τους καθηγητές και κατακόκκινος από την οργή του, μας κατηγόρησε ότι δεν έχουμε εθνική συνείδηση, επειδή οι περισσότεροι από μας δεν κρατούσαμε τεντωμένο  το χέρι και ακίνητο, όπως απαιτούσε ο φασιστικός χαιρετισμός της ΕΟΝ, ώσπου να τελειώσει ο Ύμνος.
-Ο Χίτλερ, κύριοι, κράτησε το χέρι του τεντωμένο δυο ολόκληρες ώρες σε μια παρέλαση. Αυτό μόνο σας λέω!
-Αυτός δεν κουραζότανε. Είχε συνηθίσει, διότι ήταν μπογιατζής, επενέβη ο Ζήττας με μια βροντερή φωνή κι έγινε θέατρο η αυλή απ’ τα γέλια  μας.
Χάθηκε για δυο εβδομάδες ο Βαγγέλης κι όταν, ένα απόγευμα, ήρθε στην πλατεία να συναντήσει την παρέα, είχε πολλές μαυρίλες στο πρόσωπο και κάτι περίεργα φουσκώματα. Και στα μάτια του μια έντονη ανησυχία. Δεν έβγαλε κουβέντα για το περιστατικό, όσο κι αν τον πιέσαμε. (…)
Πέθανε το καλοκαίρι του ’42 «από τριήμερο πυρετό» στη Χαλάστρα, έξω απ’ τη Θεσσαλονίκη. Δεν μάθαμε όμως ποτέ πού είναι ο τάφος του και, αν έχει τάφο.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΖΗΣΙΑΔΗΣ «ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, ΟΣΑ ΘΥΜΑΜΑΙ» Εκδόσεις ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΣ 

 

«Ο ελληνικός στρατός στην Κορυτσά»

Όταν μπήκε ο στρατός μας στην Κορυτσά, μας πήρε, την Ειρήνη, την κόμισσα και μένα, και κατεβήκαμε στην Ομόνοια να δούμε τον εορτασμό. Τέτοια κοσμοπλημμύρα δεν είχα ξαναδεί στη ζωή μου. Μα πού στην ευχή μένει όλος αυτός ο κόσμος; έλεγα με το νου μου. Τα μεγάφωνα μετέδιδαν εμβατήρια, όλος ο τόπος ήταν σημαιοστολισμένος. Οι δικοί μας ήταν μεθυσμένοι από πατριωτικό ενθουσιασμό, οι Εγγλέζοι κι οι Αυστραλοί από μπίρα. Πού την έβαζαν, βρε παιδί μου, τόση μπίρα αυτοί οι άνθρωποι; Τι είδους στομάχια έχουνε;

Σε λίγο άρχισε ένα σπρωξίδι άνευ προηγουμένου. Ο κόσμος κυλούσε σα λάβα ηφαιστείου προς τη Δημαρχία. Οι αστυφύλακες κράδαιναν τα κλομπ τους στον αέρα, μα ήταν αδύνατον να βάλουν τάξη. Τους παρέσυρε κι αυτούς το ανθρώπινο κύμα. Οι γυναίκες τσίριζαν, δυο – τρεις είχαν κιόλας λιποθυμήσει. Ήμουνα σίγουρη πως δε θα ‘χε μείνει πόντος για πόντος στις κάλτσες μου. «Πάμε να φύγουμε!» φώναζα του Αντώνη, μα δε μ’ άκουγε. Είχε δέσει μια χάρτινη σημαία στο μπαστούνι του και το κουνούσε ψηλά σα λάβαρο. Έκανε σα μικρό παιδί. Για να πω τη μαύρη αλήθεια, ήταν αδύνατον να μείνει κανείς ασυγκίνητος μπροστά στο θέαμα τόσου ενθουσιασμού. Τέτοιες μέρες δεν είχε δει η Ελλάδα απ’ τον καιρό του ’12 και του ’13.

Και ξαφνικά, αυτό που υποπτευόμουν εδώ και μερικά δευτερόλεπτα, έγινε βεβαιότης: δεν τον έφτανε τον παλιάνθρωπο το κολλητήρι που ‘κανε και που, ήθελα δεν ήθελα, ήμουνα υποχρεωμένη ν’ ανεχθώ για να μην κάνω σκάνδαλο, παρά είχε το θράσος να βάλει και το χέρι του κάτω απ’ τη φούστα μου. «Αχ!…» μπήζω μια φωνή. «Αντώνη!» φωνάζω του Αντώνη. Μα ο Αντώνης δεν άκουγε. Κουνούσε το μπαστούνι του με τη σημαία, κι ώσπου να πάρει χαμπάρι τι συνέβαινε, είχε γλιστρήσει ο αλιτήριος μέσα στο πλήθος κι έγινε καπνός. «Πάμε να φύγουμε!» του λέω τότε μ’ έναν τρόπο που ήξερε ότι δε σήκωνε δεύτερη κουβέντα. «Πάμε να φύγουμε αμέσως. Που να πάρει ο διάβολος και την Κορυτσά και την Ελλάδα. Οι Έλληνες δεν πρόκειται να γίνουν ποτέ άνθρωποι…»

ΚΩΣΤΑΣ ΤΑΧΤΣΗΣ «ΤΟ ΤΡΙΤΟ ΣΤΕΦΑΝΙ» Εκδόσεις ΕΞΑΝΤΑΣ

 

«Βάστα, Ρόμελ!»

Ο Δημήτρης Ψαθάς γράφει για τη δύσκολη θέση που βρέθηκαν οι μαυραγορίτες της κατοχής μετά τη νίκη των Συμμάχων στο Ελ Αλαμέιν:

-Βάστα, Ρόμελ! Αντιλαλούν οι δρόμοι.
-Βάστα, Ρόμελ! Ωρύονται οι άνθρωποι.
-Βάστα, Ρόμελ!
Το λένε στα σπίτια και στα μαγαζιά κι ολούθε. Χαρά. Και γέλια. Κι ούτε κανένας λογαριάζει πια τις φάτσες των Γερμανών και Ιταλών, που τριγυρνούνε πολύ κατσούφηδες στους δρόμους. Μας έχει συνεπάρει ο ενθουσιασμός. Δεν θέλουμε, άλλωστε, πολύ. Τι έτρεχε; Έγινε θαύμα. Η πρώτη μεγάλη κι αποφασιστική νίκη των συμμάχων: Ελ Αλαμέιν. Έκαναν την επίθεσή τους οι Εγγλέζοι και τσάκισαν τον Γερμανό στρατάρχη, που πήρε τα βρεμένα του και φεύγει. Γύρισε το φύλλο η Ιστορία. Ο πόλεμος μπαίνει σε καινούργια φάση. Ελ Αλαμέιν.
Ο ήλιος που βγήκε ανάμεσα απ’ τα μαύρα σύννεφα φωτίζει με πλούσιο φως όλους τους λαούς που στενάζουν κάτω απ’ την μπότα του χιτλερισμού. Φεύγει ο Ρόμελ. Κι ο αντίλαλος της φευγάλας του φτάνει ως την Αθήνα και βάζει σε τρόμο τους μαυραγορίτες:
-Βάστα, Ρόμελ! Είναι η σαρκαστική επίκληση της μαρίδας προς τον Γερμανό στρατάρχη που κλόνισε στη φευγάλα του και το φρούριο της μαύρης αγοράς. Φεύγει ο Ρόμελ. Άρα; Τελειώνει ο πόλεμος! Και μέσα στην παραζάλη της παθαίνει σύγχυση η μαύρη αγορά, χάνει το ηθικό της και τα βγάζει όλα στη φόρα. Πανικός. Τσακίζονται να προλάβουν οι μαυραγορίτες. Πρώτη η οδός Αθηνάς βλέπει απορημένη ν’ ανατέλλουν τα φασόλια. Και σιγά-σιγά στα πεζοδρόμια, στην άσφαλτο, πάνω σε τραπεζάκια, μέσα σε καρτοτσάκια, σε τσουβάλια, κάνουν την εμφάνισή τους -ανοιχτά!- όλα τα είδη που είχαν πάθει έκλειψη απ’ τον Απρίλη του ’41.
-Έσπασε, έσπασε η μαύρη! Βλέπει ο κόσμος φασόλια στους δρόμους! Ρεβύθια στα πεζοδρόμια! Πατάτες στα καροτσάκια! Άλλοι γελούν. Άλλοι φωνάζουν. Άλλοι φιλιούνται. Γυναικούλες στέκονται μπροστά σ’ αυτό το αναπάντεχο θαύμα, δακρύζουν και σταυροκοπιούνται: «Αμήν, Παναγίτσα μου, δόξα σοι ο Θεός που αξιώθηκαν τα μάτια μας να δουν τόσο μεγάλη μέρα».

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΨΑΘΑΣ «ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ» Εκδόσεις ΜΑΡΙΑ Δ. ΨΑΘΑ

 

«Ο θάνατος του Λαμπράκη»

Ελάχιστοι θυμούνται πια την υπόθεση Λαμπράκη. Ποιος τον σκότωσε τελικά δεν μάθαμε. Είναι από τα εγκλήματα που θεωρούνται ανεξιχνίαστα, παρ’ όλο που η Αστηνομία και η Χωροφηλακή χάλασαν τον κόσμο να βρουν έστω κι έναν ύποπτο. Μόνο τώρα τελεφτέως, επειδή με τον θάνατο τριών χαλυβουργών ανέκυψε θέμα κεραβνού, δώσαμε εντολές να εξετασθή κι αφτή η υπόθεσις. Κι αν οι έρεβνες αποδείξουν ότι την ημέρα εκείνη στη Θεσσαλονίκη ο κερός ήταν βροχερός, δεν μένει πια καμιά αμφιβολία ότι ο θάνατος του Λαμπράκη στην οδό Σπανδωνή οφείλετο σε αστροπελέκι. Κι όπος καταλαβένεις, δεν μπορούν να μας ζητήσουν εφθύνες επειδή οι αριστεροί κυκλοφορούν χωρίς αλεξικέραβνα. (23/11/1963)

ΜΠΟΣΤ «ΑΛΗΛΟΓΡΑΦΕΙΑ ΜΕ ΤΟΝ ΚΟΣΤΑ» Εκδόσεις ΕΡΜΕΙΑΣ

 

“Ο Παττακός στον κινηματογράφο”

Πρώτοι μήνες της δικτατορίας: Σ’ ένα κινηματογράφο, γεμάτο κόσμο, προβάλλονται επίκαιρα με πρωταγωνιστές υπουργούς και τον αντιπρόεδρο της κυβερνήσεως κ. Παττακό, που επιθεωρούσε κάποιο έργο. Ανάμεσα στους θεατές ο ίδιος ο κ. Παττακός. Θύελλα χειροκροτημάτων καθώς εμφανίζεται στη σκηνή. Όλοι, πλην του κ. Παττακού, χειροκροτούν, ενώ εκείνος απολαμβάνει το θρίαμβο. Οπότε αισθάνεται ένα δυνατό χτύπημα στο κεφάλι από το πίσω κάθισμα και μια φωνή να του ψιθυρίζει: Χειροκρότησε, κακομοίρη μου, μη βρεις τον μπελά σου…

ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ “ΓΡΑΦΕΙ Ο ΕΥΒΟΥΛΟΣ” Εκδόσεις ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΕΣΤΙΑ

 

Δεν υπάρχει, βέβαια, κανείς που να μίλησε εναντίον της δημοκρατίας. Ούτε ο Χίτλερ, ούτε ο Μουσολίνι, ούτε ο Παπαντόκ.

ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ «ΓΡΑΦΕΙ Ο ΕΥΒΟΥΛΟΣ» Εκδόσεις ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΕΣΤΙΑ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: