Archive for Σεπτεμβρίου 2009

Έλλη Λαμπέτη (I)

10/09/2009

EllieLambeti

Έλλη Λαμπέτη (1926-1983)

Αφορμή για τη σημερινή ανάρτηση στάθηκε το αφιέρωμα της Ελευθεροτυπίας στην Έλλη Λαμπέτη (Σάββατο 5/9/2009) .

 

Το 1948 η Έλλη Λαμπέτη έπαιζε στο θίασο της κυρίας Κατερίνας…

…που είχε την κακή συνήθεια στην πρόβα να ξεχνάει τα ονόματα των ηθοποιών και να αναφέρεται σ’ αυτές με βάση το χρώμα του φορέματος που φορούσαν. «Εσύ η μπλε, ξαναπές την ατάκα σου» είπε κάποια στιγμή στην ηρωίδα μας. Και αυτή φυσικά δεν δέχτηκε ν’ ακούσει. Η έκκληση επαναλήφθηκε ξανά και ξανά σε υψηλότερους τόνους με την Λαμπέτη εν κατακλείδι να απαντά: «Σ’ εμένα μιλάτε; Ξέρετε πάσχω από αχρωματοψία».

Όταν την κάλεσαν με τον Κακογιάννη στα γραφεία της Φοξ και της πρότειναν συμβόλαιο ενός χρόνου αρνήθηκε. Της αντιπρότειναν πολυετές, δεύτερη άρνηση. Τότε ακριβώς στράφηκε προς τον σκηνοθέτη και του ζήτησε να φύγουν. «Έχω θέατρο στην Ελλάδα», του είπε, «το ξέχασες;» 

ΧΡΗΣΤΟΣ ΣΙΑΦΚΟΣ από το βιβλίο – αφιέρωμα της Ελευθεροτυπίας «ΕΛΛΗ ΛΑΜΠΕΤΗ» Εκδόσεις ΤΕΓΟΠΟΥΛΟΣ

 

Ο Μιχάλης Κακογιάννης γράφει για την Έλλη Λαμπέτη:

Υπήρξε περίοδος στη ζωή μου που μόλις ξυπνούσα το πρωί αναρωτιόμουν τι ώρα θα έβλεπα την Έλλη.

ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΑΚΟΓΙΑΝΝΗΣ από το βιβλίο – αφιέρωμα της Ελευθεροτυπίας «ΕΛΛΗ ΛΑΜΠΕΤΗ» Εκδόσεις ΤΕΓΟΠΟΥΛΟΣ

 

 

Όμως εξαιρετικό (κυριολεκτικά και όχι …κατ’ ευφημισμόν) είναι το βιβλίο του Φρέντυ Γερμανού για την Έλλη Λαμπέτη.

EllieLambetiGermanos

Όταν η Έλλη ανακοίνωσε στην οικογένειά της την απόφασή της να γίνει ηθοποιός, ο δίδυμος αδελφός της, ο Τάκης της είπε:
«Έλλη, φοβάμαι». Κι επειδή η αδερφή του τον κοίταζε ξαφνιασμένη: «Μεγάλωσες σε ένα σπίτι γεμάτο από αγάπη. Πώς θ’ αντέξεις τώρα σε ένα επάγγελμα που δεν θα σ’ αγαπάει κανείς;»
«Γιατί δεν θα μ’ αγαπάει κανείς;» ρώτησε η Έλλη.
Ο Τάκης την κοίταξε ήρεμα: «Γιατί θα ‘σαι η πρώτη», της είπε.

«Η Έλλη έκανε πάντα κάτι αναπάντεχο», λέει ο Κουν. Από ένα τέτοιο αναπάντεχο θα γεννηθεί το 1946 μια στιγμή που θα περάσει στην ιερή Μυθολογία του θεάτρου μας.
Ήταν μια σκηνή στον «Γυάλινο κόσμο» όπου η Λάουρα σβήνει το κερί, δίπλα στον κοιμισμένο αδελφό της: «Μια ποιητική στιγμή!» Πώς να κάνεις όμως ποίηση, όταν πρέπει να φουσκώσεις τα μάγουλά σου για να φυσήξεις; Η Έλλη αποφάσισε να λύσει τον γρίφο, χωρίς να πει τίποτε στον Κουν. Κάθε βράδυ που γύριζε στην οδό Ασκληπιού, κλεινόταν μόνη της στην κουζίνα, άναβε ένα σπαρματσέτο και προσπαθούσε να το σβήσει ποιητικά:
«Τελικά βρήκα τον τρόπο. Έπρεπε το στόμα μου να είναι ακριβώς απέναντι στο σπαρματσέτο – η ανάσα μου να σημαδεύει τη φλόγα. Μου πήρε ένα μήνα, αλλά τα κατάφερα! Έμαθα να σβήνω το κερί με μιαν ανάσα».
Όλα αυτά για μια σκηνή που κρατούσε όλα κι όλα δέκα δευτερόλεπτα! Άξιζε όμως τον κόπο. Ένα βράδυ μπαίνει στο θέατρο ο Άγγελος Σικελιανός – περίπου τυχαία. Θα ξανάρθει άλλες δέκα φορές:
«Έρχομαι για να καταλάβω πώς σβήνει τα κεριά το κορίτσι αυτό» λέει ο Σικελιανός. «Είναι το πιο ποιητικό πράμα που είδα ποτέ μου».

ΦΡΕΝΤΥ ΓΕΡΜΑΝΟΣ «ΕΛΛΗ ΛΑΜΠΕΤΗ» Εκδόσεις ΚΑΚΤΟΣ

 

Η Έλλη Λαμπέτη λέει το εκφραστικότερο «Σ’ αγαπώ» στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου

page131_1

 

 

Βίντεο – αφιέρωμα στην Έλλη Λαμπέτη

%CE%88%CE%BB%CE%BB%CE%B7_%CE%9B%CE%B1%CE%BC%CF%80%CE%AD%CF%84%CE%B7%2C_%CE%9A%CE%BB%CE%B5%CE%B9%CF%83%CE%B8%CE%AD%CE%BD%CE%B7%CF%82

Τελικά δεν είναι εξαιρετικό το βιβλίο του Φρέντυ Γερμανού για τη Λαμπέτη. Είναι σ υ γ κ λ ο ν ι σ τ ι κ ό!

Θα μπορούσε να ‘ναι μια τσακισμένη γυναίκα, έτσι όπως γυρίζει στις 25 Σεπτεμβρίου του 1980 με καμένα τα σπλάγχνα από τις ακτίνες λέιζερ και με παράλυτη τη μια φωνητική της χορδή. Και βέβαια, μ’ ένα γυμνό κρανίο, που θα ‘ναι αναγκασμένη να το κουκουλώνει απ’ εδώ και μπρος μ’ ένα μάλλινο σκούφο -ώσπου να βγουν πάλι τα μαλλιά της.
Τι ειρωνία αλήθεια: «Για δυο πράματα καμάρωνα πάντα στη ζωή μου» θα πει κάποια στιγμή στην Ελλάδα. «Το στήθος μου και τα μαλλιά μου. Τα ‘χασα μέσα σε δέκα χρόνια και τα δυο».
Τα ‘χασε όλα εκτός από τη δύναμή της – αυτό το αόρατο ατσάλι που κρύβει μέσα της και την κρατάει όρθια στις δύσκολες ώρες. 
 Ακόμα και με πυρπολημένα  σωθικά, κάνει πάλι θεατρικά σχέδια για τον χειμώνα.

ΦΡΕΝΤΥ ΓΕΡΜΑΝΟΣ «ΕΛΛΗ ΛΑΜΠΕΤΗ» Εκδόσεις ΚΑΚΤΟΣ

 

Τελευταίος της ρόλος αυτός της κωφάλαλης Σάρας.

Δεν φτάνει, βέβαια, αυτό. Πρέπει να μυηθεί και στη γλώσσα των κωφαλάλων: «Θέλω να την μάθω τέλεια» λέει σε μια ειδική δασκάλα που ανακαλύπτει στη Βασιλίσσης Σοφίας. «Θέλω οι κωφάλαλοι που θα με βλέπουν απ’ την πλατεία να ξεχνάνε πως είμαι θεατρίνα και να νομίζουν πως είμαι κι εγώ κωφάλαλη!«.
Το πάθος της λεπτομέρειας που την βασανίζει απ’ τα δεκάξι της χρόνια, όταν αναδυόταν από το φέρετρο της Χάννελε, την κυνηγάει και τώρα στην τελευταία παράσταση της ζωής της:
«Θα χρειαστούμε τουλάχιστον ένα χρόνο».
«Σας δίνω ένα μήνα!» απαντάει τελεσιγραφικά η Λαμπέτη.

Η πρεμιέρα της «Σάρας» είναι ένας ρωμαϊκός θρίαμβος. Οι θεατές χειροκροτούν όρθιοι, για κάμποση ώρα, αυτή την νικήτρια ενός άγριου Κολοσσαίου που υποκλίνεται τώρα μπροστά τους πιο λαμπερή και πιο όμορφη από κάθε άλλη φορά. Moritura te salutat.

Το έργο ανεβαίνει τον Μάρτη του 1981 και θα συνεχιστεί και τον επόμενο χειμώνα. Να μαντεύει άραγε η Αθήνα ότι είναι η τελευταία φορά που βλέπει τη Χάννελε πριν πάει στον Παράδεισο; Πάντως τίποτε στην όψη της δεν το δείχνει: «Είσαι η πιο ερωτική κωφάλαλη που πέρασε ποτέ απ’ το ελληνικό θέατρο – από κάθε, ίσως θέατρο» της λέει ο Μάνος Χατζιδάκις.

ΦΡΕΝΤΥ ΓΕΡΜΑΝΟΣ «ΕΛΛΗ ΛΑΜΠΕΤΗ» Εκδόσεις ΚΑΚΤΟΣ

 

Ο Λυκούργος Καλλέργης γράφει για την Έλλη Λαμπέτη:

Ήταν μια ύπαρξη απλή, αιθέρια, σαγηνευτική, με μια βαθύτατη όμως πνευματική και καλλιτεχνική καλλιέργεια, ειδικότερα σε ό,τι αφορούσε το θέατρο και την υποκριτική τέχνη.

Αργούσε συχνά στην πρόβα. Όταν έφτανε, καθόταν ανέμελα σε μια καρέκλα, χωρίς να τραβήξει καλά την κοντή φούστα της. Άφηνε -άθελά της, φαντάζομαι- να φαίνονται τα όμορφα πόδια της. Αυτό, βέβαια, δημιουργούσε κάποια προβλήματα στα μάτια των ανδρών του θιάσου. Αλλά αυτό το εξηγεί η ίδια στο βιβλίο της. Ήταν, όπως λέει, και χορεύτρια, και οι χορεύτριες, πάντα συνηθίζουν ν’ αφήνουν τα πόδια τους γυμνά. Πάντως όλοι οι άντρες του θιάσου ήταν βαριά ερωτευμένοι μαζί της. Όλοι κάτω, ψαθί. 

Με λίγα λόγια η Έλλη ήταν -εκτός απ’ όλα τ’ άλλα- και το ωραιότερο, το σαγηνευτικότερο θηλυκό που υπήρχε σ’ όλο το θέατρο.
Κι όμως, όσο απλή, φευγαλέα και ακαθόριστη ήταν στη ζωή, πάνω στη σκηνή έπαιρνε μια εντελώς άλλη διάσταση. Γινόταν ένα πλάσμα αγγελικό, ανάλαφρο, γοητευτικό και με μια ακτινοβολία που σε καθήλωνε. Μετουσιωνόταν στον κάθε ρόλο που ερμήνευε και μάγευε το κοινό με την παρουσία της.

ΛΥΚΟΥΡΓΟΣ ΚΑΛΛΕΡΓΗΣ «ΣΤΟ ΔΙΑΒΑ ΤΟΥ ΠΟΛΥΤΑΡΑΧΟΥ 20ού ΑΙΩΝΑ» Εκδόσεις ΛΙΒΑΝΗ

 

Έλλη Λαμπέτη ΙΙ

 

 

 

Advertisements

όντα της στιγμής

08/09/2009

egonopoulos_kavafis

Νίκος Εγγονόπουλος «Καβάφης»

Χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ μεγάλα κ’ υψηλά τριγύρω μου έκτισαν τείχη.
ΤΕΙΧΗ (1897)

Σε μερικούς ανθρώπους έρχεται μια μέρα που πρέπει το μεγάλο Ναι ή το μεγάλο το Όχι να πούνε.
CHE FECE… IL GRAN RIFIUTO (1901)

Το έργο των θεών διακόπτομεν εμείς, τα βιαστικά κι άπειρα όντα της στιγμής.
ΔΙΑΚΟΠΗ (1901)

Και τώρα τι θα γένουμε χωρίς βαρβάρους. Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μια κάποια λύσις.
ΠΕΡΙΜΕΝΟΝΤΑΣ ΤΟΥΣ ΒΑΡΒΑΡΟΥΣ (1904)

Είν’ οι προσπάθειές μας σαν των Τρώων. Θαρρούμε πως με απόφασι και τόλμη θ’ αλλάξουμε της τύχης την καταφορά, κ’ έξω στεκόμεθα ν’ αγωνισθούμε. Αλλ’ όταν η μεγάλη κρίσις έλθει, η τόλμη κ’  η απόφασίς μας χάνονται. Ταράττεται η ψυχή μας, παραλύει. Κι ολόγυρα απ’ τα τείχη τρέχουμε ζητώντας να γλυτώσουμε με την φυγή.
ΤΡΩΕΣ (1905)  

Έτσι που τη ζωή σου ρήμαξες εδώ στην κώχη τούτη τη μικρή, σ’ όλην την γη την χάλασες.
Η ΠΟΛΙΣ (1910)

Άλλα ζητεί η ψυχή σου γι’ άλλα κλαίει, τον έπαινο του Δήμου και των Σοφιστών, τα δύσκολα και τ’ ανεκτίμητα Εύγε.
Η ΣΑΤΡΑΠΕΙΑ (1910)

Τα μεγαλεία να φοβάσαι, ω ψυχή. Και τες φιλοδοξίες σου να υπερνικήσεις αν δεν μπορείς, με δισταγμό και προφυλάξεις να τες ακολουθείς.
ΜΑΡΤΙΑΙ ΕΙΔΟΙ (1911)

Κι αν δεν μπορείς να κάμεις την ζωή σου όπως την θέλεις, τούτο προσπάθησε τουλάχιστον όσο μπορείς: μην την εξευτελίζεις μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου, μες στες πολλές κινήσεις κι ομιλίες.
ΟΣΟ ΜΠΟΡΕΙΣ (1913)

Χαρά και μύρο της ζωής μου η μνήμη των ωρών που ηύρα και που κράτηξα την ηδονή ως την ήθελα. Χαρά και μύρο της ζωής μου εμένα, που αποστράφηκα την κάθε απόλαυσιν ερώτων της ρουτίνας.
ΗΔΟΝΗ (1917)

Σώμα, θυμήσου όχι μόνο το πόσο αγαπήθηκες, όχι μονάχα τα κρεβάτια όπου πλάγιασες, αλλά κ’ εκείνες τες επιθυμίες που για σένα γυάλιζαν μες στα μάτια φανερά, κ’ ετρέμανε μες στη φωνή – και κάποιο τυχαίον εμπόδιο τες ματαίωσε.
ΘΥΜΗΣΟΥ, ΣΩΜΑ… (1918)

Το γήρασμα του σώματος και της μορφής μου είναι πληγή από φρικτό μαχαίρι.
ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΑ ΤΟΥ ΙΑΣΟΝΟΣ ΚΛΕΑΝΔΡΟΥ ΠΟΙΗΤΟΥ ΕΝ ΚΟΜΜΑΓΗΝΗ 595 μ. Χ.

Προδότις είναι η Μοίρα
ΚΙΜΩΝ ΛΕΑΡΧΟΥ, 22 ΕΤΩΝ, ΣΠΟΥΔΑΣΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ (ΕΝ ΚΥΡΗΝΗ)

erotiko_moralis

Γιάννης Μόραλης “Ερωτικό”

 

Ενδιαφέρον παρουσιάζει η μαρτυρία της Μυρτιώτισσας για τον Καβάφη:

Με παρακάλεσε να καθίσω σ’ ένα χαμηλό κάθισμα που βρισκόταν μπροστά μου, μέσα στο μισοσκότεινο σαλονάκι. Ως είμαι απ’ το φυσικό μου δειλή μπροστά στους ανθρώπους που πρωτογνωρίζω, εκάθισα και πολύ λίγο του μιλούσα. Αυτό φαίνεται να τον ευχαρίστησε γιατί άρχισε να μου μιλεί περσότερο εκείνος και διέταξε σε λίγο τον αράπη του τον Άχμετ να φέρει ουίσκι και μεζέδες. Σε λίγο συνήθισαν και τα μάτια μου στο λίγο φως της κάμαρας και μπόρεσα να τον κοιτάξω προσεχτικά καθώς μιλούσε πίνοντας. Είναι αδύνατος, χλωμός, με μαλλιά γκρίζα και πυκνά, πολύ πυκνά. Μα εκείνο που σου κρατά την προσοχή σου όλη είναι τα μάτια του, τα δυο παμμέγιστα, παράξενα, αινιγματικά του μάτια. Δυο τέτοια μάτια κανείς μας ποτέ δε θα τα ιδεί σ’ άλλον άνθρωπο, απλούστατα γιατί δεν είναι μάτια σημερινού ανθρώπου. Είναι μάτια που έρχονται από πολύ μακριά, από τα βάθη των αιώνων, και κρατούνε μέσα τους το μυστήριο μιας άλλης ζωής άγνωστης σ’ εμάς. Η φωνή του, όσο την άκουγα, μου φαίνονταν κι αυτή σα να ερχότανε από μακριά, και ο ίδιος, καθώς είχε τώρα αποτραβηχτεί σε μια σκοτεινή γωνιά, και μιλούσε για τέχνη -σ’ εμάς; ή στον εαυτό του;- έμοιαζε πλάσμα εξωτικό, που ζούσε σ’ άλλη από μας ατμόσφαιρα, που έπρεπε να τ’ ακούς και να το βλέπεις από μακριά, και να μη παραξενευτείς καθόλου αν άξαφνα το δεις να χαθεί ολότελα από μπροστά σου και να σωπάσει. Η ομιλία του είναι γοητευτική. Τα πιο γνωστά πράγματα ξέρει να στα παρουσιάζει σαν καινούρια, έτσι καθώς τα ντύνει με της τέχνης του την ωραιότητα. Στα πάντα βάζει τη σφραγίδα του, τα δωμάτια, τα έπιπλα, τα παλιά αγάλματα, τα σπάνια βάζα, το κάθε τι που τον τριγυρίζει είναι αρμονισμένο με τη φυσιογνωμία της Τέχνης του.

ΜΥΡΤΙΩΤΙΣΣΑ
αντιγραφή από την ιστοσελίδα
http://www.geocities.com/theomyrtia/mirtiotissa.html 

 

 

ΝΑ ΜΕΙΝΕΙ
Η ώρα μια την νύχτα θάτανε,
ή μιάμισι.
                     Σε μια γωνιά του καπηλειού
πίσω απ’ το ξύλινο το χώρισμα.
Εκτός ημών των δυο το μαγαζί όλως διόλου άδειο.
Μια λάμπα πετρελαίου μόλις το φώτιζε.
Κοιμούνταν, στην πόρτα, ο αγρυπνισμένος υπηρέτης.

Δεν θα μας έβλεπε κανείς. Μα κιόλας
είχαμεν εξαφθεί τόσο πολύ
που γίναμε ακατάλληλοι για προφυλάξεις.

Τα ενδύματα μισοανοίχθηκαν – πολλά δεν ήσαν
γιατί επύρωνε θείος Ιούλιος μήνας.

Σάρκας απόλαυσις ανάμεσα
στα μισοανοιγμένα ενδύματα
γρήγορο σάρκας γύμνωμα – που το ίνδαλμά του
είκοσι έξι χρόνους διάβηκε και τώρα ήλθε
να μείνει μες στην ποίησιν αυτή.

(1918)

%B1%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CE%BD%CF%8C%CF%82-%CE%A4%CE%BF+%CF%80%CE%B1%CE%B3%CF%8E%CE%BD%CE%B9+%CF%83%CF%84%CE%BF+%CE%B1%CE%B7%CE%B4%CF%8C%CE%BD%CE%B9___,+1942

Γιάννης Κεφαλληνός (1894-1957) «Το παγώνι στ’ αηδόνι»

 

Για τη γειτονιά που έμενε ο Καβάφης πολλά έχουν γραφτεί.

«Το ξέρω πως δεν είναι ωραία εδώ που μένω» μου είπε, «γι’ αυτό ζω κλεισμένος σ’ αυτό το σπίτι, μόνος με τα βιβλία μου. Δεν είμαι όμως ακόμα τέλειος ερημίτης. Σα βραδιάζει μ’ αρέσει ν’ ακούω την πόρτα μου να χτυπά. Είναι μια αδυναμία που πρέπει να την υπερνικήσω».

ΜΥΡΤΙΩΤΙΣΣΑ

 

Ο Καβάφης έμενε στην οδό Rue Lepsius:

Από εκεί ξεκινούσαν στενά σοκάκια γεμάτα μπορντέλα, κάπως πιο αστικά και ευυπόληπτα (με πόρνες Γαλλίδες τις περισσότερες) από κείνα του Quartier Attarine. (…) Όσοι είναι εξοικειωμένοι με την ποίηση του Καβάφη, δε θα βρουν τίποτε αταίριαστο στην απόφασή του να μετακομίσει σε τέτοια γειτονιά, ούτε θα πιστέψουν πως έμεινε μόνο και μόνο επειδή τον βόλευε (εκεί κοντά ήταν το γραφείο του, το ελληνικό πατριαρχείο, το νοσοκομείο, καθώς και μερικά από τ’ αγαπημένα του καφενεία), ή για το χαμηλό νοίκι – ιδιαίτερα αφού συνέχισε να μένει ακόμα κι όταν το ισόγειο του κτιρίου άρχισε να στεγάζει πόρνες, που είχαν ξεθαρρέψει και χαιρετούσαν τον ίδιο και τους επισκέπτες του, κάθε που πλησίαζαν την είσοδο. Λένε πως ο Καβάφης είπε κάποτε για τις κακόφημες γειτόνισσές του: «Ταις καϋμέναις, είναι να ταις λυπάται κανείς ταις καϋμέναις. Δέχονται κάτι σιχαμερούς ανθρώπους, κάτι τέρατα, αλλά δέχονται και κάτι αγγέλους, κάτι αγγέλους!» (…) Έμεινε εκεί τα τελευταία είκοσι έξι χρόνια της ζωής του, και μπορεί κανείς να υποψιαστεί ότι το έκανε επειδή ανακάλυψε πως η περιοχή του ταίριαζε. «Πού αλλού θα βρισκόμουν καλύτερα», είπε κάποτε, «παρά ανάμεσα στα τρία κέντρα της ύπαρξης. Τα σπίτια της αμαρτίας, την εκκλησία που συγχωρεί και το νοσοκομείο που πεθαίνεις…»

από το βιβλίο του EDMUND KEELY «Η ΚΑΒΑΦΙΚΗ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ» (μετάφραση Τζένη Μαστοράκη) Εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ

%AC%CE%BD%CE%BD%CE%B7%CF%82+%CE%9A%CE%B5%CF%86%CE%B1%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CE%BD%CF%8C%CF%82-%CE%9A_+%CE%A0_+%CE%9A%CE%B1%CE%B2%CE%AC%CF%86%CE%B7%CF%82,+1921

Γιάννης Κεφαλληνός (1894-1957) «Καβάφης»

σαν έτοιμος από καιρό

06/09/2009

ETE1

Κωνσταντίνος Παρθένης (1878-1967)  ”Γυναίκα με χρυσόψαρα”

Στο έργο του Καβάφη υπάρχουν αμέτρητες και πολύ όμορφες ιστορίες. Ουσιαστικά κάθε ποίημά του είναι και μια ιστορία…

 

Ιθάκη

Σαν βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη,
να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος,
γεμάτος περιπέτειες, γεμάτος γνώσεις.
Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον θυμωμένο Ποσειδώνα μη φοβάσαι,
τέτοια στον δρόμο σου ποτέ δεν θα βρεις,
αν μέν’ η σκέψις σου υψηλή, αν εκλεκτή
συγκίνησις το πνεύμα και το σώμα σου αγγίζει.
Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον άγριο Ποσειδώνα δεν θα συναντήσεις,
αν δεν τους κουβανείς μες στην ψυχή σου,
αν η ψυχή σου δεν τους στήνει εμπρός σου.

Να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος.
Πολλά τα καλοκαιρινά πρωιά να είναι
που με τι ευχαρίστησι, με τι χαρά
θα μπαίνεις σε λιμένας πρωτοειδωμένους
να σταματήσεις σ’ εμπορεία Φοινικικά,
και τες καλές πραγμάτειες ν’ αποκτήσεις,
σεντέφια και κοράλλια, κεχριμπάρια κ’ έβενους,
και ηδονικά μυρωδικά κάθε λογής,
όσο μπορείς πιο άφθονα ηδονικά μυρωδικά.
σε πόλεις Αιγυπτιακές πολλές να πας,
να μάθεις και να μάθεις απ’ τους σπουδασμένους .

Πάντα στο νου σου νάχεις την Ιθάκη.
Το φθάσιμον εκεί είν’ ο προορισμός σου.
Αλλά μη βιάζεις το ταξείδι διόλου.
Καλλίτερα χρόνια πολλά να διαρκέσει.
και γέρος πια ν’ αράξεις στο νησί,
πλούσιος με όσα κέρδισες στον δρόμο,

μη προσδοκώντας πλούτη να σε δώσει η Ιθάκη.
Η Ιθάκη σ’ έδωσε τ’ ωραίο ταξείδι.
Χωρίς αυτήν δεν θάβγαινες στον δρομο.
Άλλα δεν έχει να σε δώσει πια.

Κι αν πτωχική την βρεις, η Ιθάκη δεν σε γέλασε.
Έτσι σοφός που έγινες, με τόση πείρα,
ήδη θα το κατάλαβες οι Ιθάκες τι σημαίνουν.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΒΑΦΗΣ (1911)

 

Ενδιαφέρον έχει ο τρόπος που ο Καβάφης δημοσίευε τα ποιήματά του:

Ουσιαστικά ποτέ δε δημοσίεψε τα ποιήματά του – με τη συνηθισμένη έννοια της δημοσίευσης. Νέος, αλλά και μεσόκοπος ακόμα, περιόριζε αυστηρά το αναγνωστικό κοινό του, κι επιπλέον παρουσίασε μόνο ένα μικρό δείγμα απ’ όσα είχε δημιουργήσει, όταν έφτασε στην όψιμη ωριμότητά του. Ανάμεσα στα 1891 και τα 1904 δημοσίεψε μόνο έξι ποιήματα από τα εκατόν ογδόντα-τόσα που έγραψε ή ξανάγραψε σ’ αυτό το διάστημα. Οι εκδόσεις αυτές ήταν μονόφυλλα ή φυλλάδια τυπωμένα κατά παραγγελία, για να μοιραστούν αποκλειστικά στους λίγους φίλους και συγγενείς του. Το πρώτο του «τεύχος» το δημοσίεψε στα 1904, σαρανταενός χρονών τότε, μια συλλογή με δεκατέσσερα ποιήματα, ιδιωτικά τυπωμένη σε εκατό αντίτυπα, «ένα είδος δείγμα δωρεάν για όσους θα ‘θελαν να δοκιμάσουν την ποίησή του». Το τεύχος που ακολούθησε, στα 1910, περιείχε μόνο εικοσιένα από τα διακόσια είκοσι-τόσα ποιήματα που είχε γράψει ως εκείνη την εποχή, πάλι σε έκδοση ιδιωτική και περιορισμένη. Από κει και πέρα, παράλληλα με δημοσιεύσεις σε περιοδικά, χρησιμοποιεί μιαν άλλη μέθοδο για να διαδίδει το έργο του: χοντρούς φακέλους – που βάραιναν όλο και πιο πολύ – με μονόφυλλα και ανάτυπα, ενημερωμένους χρόνο με το χρόνο από το χέρι του Καβάφη, που τους μοίραζε στο επίλεκτο αναγνωστικό του κοινό – κάποιες φορές με μεταγενέστερες αλλαγές, που τις πρόσθετε με το χέρι. Μ’ όλο που το φορτίο των φακέλων αλάφρωνε κάποτε, όταν ο ποιητής αποσπούσε μερικά από τα παλιότερα μονόφυλλα για να ραφτούν σε τετράδια, ο Καβάφης πέθανε χωρίς να δημοσιέψει συλλογή του έργου του και χωρίς ν’ αφήσει σαφείς σχετικές οδηγίες.

από το βιβλίο του EDMUND KEELY «Η ΚΑΒΑΦΙΚΗ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ» (μετάφραση Τζένη Μαστοράκη) Εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ

 

louloudia_tsigos 

Θανάσης Τσίγκος (1914-1965) “Λουλούδια” Πινακοθήκη Ε. Αβέρωφ

 

Απολείπειν ο θεός Αντώνιον

Σαν έξαφνα, ώρα μεσάνυχτ’, ακουσθεί
αόρατος θίασος να περνά
με μουσικές εξαίσιες, με φωνές –
την τύχη σου που ενδίδει πια, τα έργα σου
που απέτυχαν, τα σχέδια της ζωής σου
που βγήκαν όλα πλάνες, μη ανωφέλετα θρηνήσεις.
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
αποχαιρέτα την, την Αλεξάνδρεια που φεύγει.
Προ πάντων να μη γελασθείς, μη πεις πως ήταν
ένα όνειρο, πως απατήθηκεν η ακοή σου
μάταιες ελπίδες τέτοιες μη καταδεχθείς.
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος
σαν που ταιριάζει σε που αξιώθηκες μια τέτοια πόλι,
πλησίασε σταθερά προς το παράθυρο,
κι άκουσε με συγκίνησιν, αλλ’ όχι
με των δειλών τα παρακάλια και παράπονα,
ως τελευταία απόλαυσι τους ήχους,
τα εξαίσια όργανα του μυστικού θιάσου,
κι αποχαιρέτα την, την Αλεξάνδρεια που χάνεις.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΒΑΦΗΣ (1911)

 

Το 1933, 22 χρόνια αργότερα, ο Καβάφης αποχαιρετούσε με αξιοπρέπεια την Αλεξάνδρεια που έχανε. Για τις τελευταίες ώρες του, πριν μεταφερθεί στο νοσοκομείο, η Ρίκα Σεγκοπούλου σημειώνει:

Φέραμε μια μικρή βαλίτσα για να πάρει μαζί του μερικά χαρτιά και μερικά ρουχικά που ήθελε. Σαν είδε αυτή την βαλίτσα τον πήραν τα κλάματα. Προσπαθούσαμε να τον ησυχάσουμε, τη σπαρακτική αυτή στιγμή που άφηνε το σπίτι του για πάντα. Πήρε το μπλοκ και μας έγραψε: «Αυτή τη βαλίτσα την αγόρασα πριν τριάντα χρόνια, ένα βράδυ βιαστικά για να πάω στο Κάιρο, για διασκέδαση. Τότες ήμουν υγιής, νέος και όχι άσχημος». Η Σεγκοπούλου του έφερε αιφνιδιαστικά τον Πατριάρχη για να τον κοινωνήσει. Όταν του το ανήγγειλαν, ο Καβάφης που δεν το ζήτησε, αρνήθηκε, θύμωσε, επέμενε, αλλά στο τέλος υπέκυψε στους γύρω του ή μάλλον στην ιδέα πως θα ήταν άτοπο, καθόλου «καθωσπρέπει» να μη δεχτεί έναν Πατριάρχη της μεγάλης πόλεως Αλεξανδρείας. Όταν ο Πατριάρχης μπήκε στο δωμάτιο του αρρώστου, βρήκε έναν Καβάφη καθιστό, κατανυκτικό, μ’ ένα πρόσωπο σοβαρό και πρόθυμο να εκτελέσει όλους τους τύπους της Ορθοδόξου Εκκλησίας (Ι.Α. Σαρεγιάννης). 

από το βιβλίο «Κ. Π. ΚΑΒΑΦΗΣ – ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΕΝ ΟΛΩ» Εκδόσεις ΜΟΝΤΕΡΝΟΙ ΚΑΙΡΟΙ 

 

a130605kilessopoulos_dig_1999_018_a4_m

Απόστολος Κιλλεσόπουλος «MEMORIAL RITE» Τελλόγλειο Ίδρυμα

η μελωδία της πολιτικής

03/09/2009

engono5

Νίκος Εγγονόπουλος (1910-1985) «Αργώ»

Περί εκλογών θα γίνεται πολύς λόγος τις επόμενες ημέρες κι έτσι το blog έχει σήμερα ως θέμα του τις εκλογές και γενικότερα την πολιτική. Φυσικά όλα τα κείμενα που αναρτώνται παρακάτω αναφέρονται σε παλαιότερες εποχές. Για το αν υπάρχει κάποια, έστω και μικρή, ομοιότητα με τις μέρες μας ίσως υπάρξουν διχογνωμίες.

 

-Εις τι χρησιμεύει η κάλπη;
-Άνθρωποι τέως άγνωστοι, γίνονται δι’ αυτής γνωστοί ως κάλπικοι παράδες.

ΜΠΑΜΠΗΣ ΑΝΝΙΝΟΣ «ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΕΚΛΟΓΕΩΣ» από το βιβλίο του ΜΙΧ. ΠΕΡΑΝΘΗ «ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ 1453 ΕΩΣ ΣΗΜΕΡΑ» Εκδόσεις ΕΡΓΩΝ ΠΕΡΑΝΘΗ

 

Ενδιαφέρον παρουσιάζει η περιγραφή της Βουλής του 1924 από τον ανταποκριτή του Εθνικού Κήρυκα της Νέας Υόρκης που υπογράφει ως «Δημοκράτης».

Η σημερινή Βουλή είναι άθροισμα μετριοτήτων, ανθρώπων εκλεγέντων λόγω ελλείψεως άλλων και τίποτε περισσότερον. Βλέπω μορφάς που θα εύρισκον το αρμόζον δι’ αυτάς πλαίσιον μέσα εις ένα επαρχιακόν καφενείον και όχι εις μία Βουλήν…

ΔΗΜΟΚΡΑΤΗΣ «ΕΘΝΙΚΟΣ ΚΗΡΥΚΑΣ ΝΕΑΣ ΥΟΡΚΗΣ Ιούνιος 1924» από το βιβλίο του Σ. Β. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗ «ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΣΥΓΧΡΟΝΟΥ ΕΛΛΑΔΟΣ» Εκδόσεις ΠΑΠΥΡΟΣ

 

Ο Εμμανουήλ Ροΐδης υπήρξε πάντοτε ιδιαίτερα καυστικός ως προς τους πολιτικούς:

Αλλαχού τα κόμματα γεννώνται διότι εκεί υπάρχουσι άνθρωποι διαφωνούντες και έκαστος άλλα θέλοντες. Εν Ελλάδι συμβαίνει ακριβώς το ανάπαλιν. Αιτία της γεννήσεως και της πάλης των κομμάτων είναι η θαυμαστή συμφωνία μεθ’ ης πάντες θέλουσι το αυτό πράγμα: να τρέφωνται δαπάνη του δημοσίου.

Οι Άγγλοι έχουσι δύο βουλάς, την άνω και την κάτω, ημείς μίαν μόνην ανωκάτω.

ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΡΟΪΔΗΣ «ΑΣΜΟΔΑΙΟΣ» από το ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ 2006 «Ε. ΡΟΪΔΗΣ, Ο ΑΙΡΕΣΙΑΡΧΗΣ, Ο ΣΑΡΚΑΣΤΗΣ, Ο ΑΝΑΤΡΟΠΕΥΣ» Εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ

%84%CE%B7%CF%82-%CE%9F+%CE%9F%CE%B4%CF%85%CF%83%CF%83%CE%AD%CE%B1%CF%82+%CE%BA%CE%B1%CE%B9+%CE%BF%CE%B9+%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%81%CE%AE%CE%BD%CE%B5%CF%82

Γιάννης Γαΐτης (1923-1984) «Οδυσσέας – Σειρήνες» Τελλόγλειο Ίδρυμα

Η πολιτική ζωή είναι όπως τα παγόβουνα. Αυτό που φαίνεται είναι ένα πολλοστημόριο του πραγματικού. Το κύριο σώμα είναι υποβρύχιο – παζάρια, συναλλαγές, ελιγμοί. Και ο κοσμάκης διαβάζοντας αυτά που οι αφεντάδες του θέλουνε να διαβάζει, νομίζει και πως μπορεί να κρίνει. Σάμπως να διέθετε τα πραγματικά δεδομένα!

ΑΓΓΕΛΟΣ ΤΕΡΖΑΚΗΣ «ΠΡΟΣΩΠΙΚΕΣ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ» ΟΙ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΩΝ ΦΙΛΩΝ

 

Στην πολιτική συνήθως όσα δεν μας ενθουσιάζουν είναι τα σωστά και δεν είναι σωστά όσα μας ενθουσιάζουν.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΤΣΑΤΣΟΣ «Η ΖΩΗ ΣΕ ΑΠΟΣΤΑΣΗ» ΟΙ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΩΝ ΦΙΛΩΝ

 

Όμως με την πολιτική ασχολήθηκε και ο Κ. Καβάφης στο ποίημά του «Ας φρόντιζαν»:

(…)

Θ’ απευθυνθώ προς τον Ζαβίνα πρώτα,
κι αν ο μωρός αυτός δεν μ’ εκτιμήσει,
θα πάγω στον αντίπαλό του, τον Γρυπό.
Κι αν ο ηλίθιος κι αυτός δεν με προσλάβει, 
πηγαίνω παρευθύς στον Υρκανό.

 Θα με θελήσει πάντως ένας απ’ τους τρεις.

 Κ’ είν’ η συνείδησίς μου ήσυχη
για το αψήφιστο της εκλογής.
Βλάπτουν κι οι τρεις τους την Συρία το ίδιο.

 Αλλά, κατεστραμμένος άνθρωπος, τι φταίω εγώ.
Ζητώ ο ταλαίπωρος να μπαλωθώ.
Ας φρόντιζαν οι κραταιοί θεοί
να δημιουργήσουν έναν τέταρτο καλό.
Μετά χαράς θα πήγαινα μ’ αυτόν.

απόσπασμα από το ποίημα του Κ. ΚΑΒΑΦΗ «ΑΣ ΦΡΟΝΤΙΖΑΝ» (1930)

 

104000217

Γιάννης Γαΐτης (1923-1984) «Καπέλα»

 

Ο Κ. Α. Παναγόπουλος περιγράφει με εύθυμο τρόπο την προεκλογική ομιλία ενός υποψήφιου βουλευτή:

Και τότε εγώ ως άλλος Καίσαρ απεφάσισα να διαβώ τον Ρουβίκωνα… “Να τον διαβείς, κυρ-Αντωνάκη μου, να τον διαβείς” φωνάζει από κάτω ο μπαρμπα-Νικολός. “Και είν’ αυτός μαθές καλύτερος από του λόγου σου;” συμπληρώνει ένας άλλος ψηφοφόρος. “Κάτω ο Ρουβίκωνας, κάτωωω” φωνάζουν όλοι εν χορώ.

Κ. Α. ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΣ “ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ Κ. Φ. ΣΚΟΣΚΟΥ 1917″ από το βιβλίο της ΚΟΥΛΑΣ ΞΗΡΑΔΑΚΗ “Η ΑΘΗΝΑ ΠΡΙΝ 100 ΧΡΟΝΙΑ” Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ

 

«Ο ΡΩΜΙΟΣ ΣΤΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ»

Θεούλη μου, τι σου ‘λθε να μ’ αγιάσεις;
Νομίζεις πως θα μ’ έμελλε καθόλου,
αν ήθελες κι εμένα να κολάσεις
και μ’ έστελνες παρέα του διαβόλου;
Μ’ αρέσει ο παράδεισος στ’ αλήθεια,
χωρίς δουλειά σκοτώνω τον καιρό,
βλέπω αγίους γύρω μου σωρό,
διαβάζω συναξάρια, παραμύθια,
κι ακούω και τραγούδια θεϊκά.
Μα έλα πάλι που δεν έχετε συνήθεια
να λέτε κι ένα δυο πολιτικά!

Συ κυβερνάς τα πάντα με γαλήνη
και ώρ’ απ’ τον θρόνο σου δεν πέφτεις…
Ας ήταν δυνατόν Θεός να γίνει
και άλλος σαν και σένα, λίγο ψεύτης,
να μοιρασθεί των ουρανών τ’ ασκέρι,
να πάνε και με κείνον οι μισοί,
να έρχεται αυτός, να πέφτεις συ,
να γίνεται λιγάκι νταραβέρι.
Μα όλα εδώ είναι τακτικά,
ο ουρανός Θεό εσένα ξέρει,
και δεν μιλούν ποτέ πολιτικά!

Εδώ που μ’ ησυχία όλοι ζούνε,
για μένα είναι κόλαση μεγάλη,
πολιτικά τ’ αυτιά μου ας ακούνε,
κι ας είμαι και στην κόλαση, χαλάλι!
Αν είχες εις το νου να με κολάσεις,
και μ’ έφερες κοντά σου για ποινή,
να! κόλαση για ‘με αληθινή…
Μα, φθάνει πια, Θεέ μου, μη με σκάσεις,
και διώξε με στο λέω παστρικά,
γιατί αλλιώς στιγμή δε θα ‘συχάσεις…
Μονάχος θα μιλώ πολιτικά!

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΟΥΡΗΣ «Ο ΡΩΜΙΟΣ ΣΤΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ» από τα «ΑΠΑΝΤΑ Γ. ΣΟΥΡΗ» Εκδόσεις ΓΙΟΒΑΝΗ 

 

«ΤΟ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΜΕΘΥΣΙ»

Το πολιτικό μεθύσι μ’ έζησε και θα με ζήσει
μ’ ενθουσιάζει, με τραβάει και ζιζάνια μου φυσάει,
κι είναι μέθη αγαπητή που μου ευφραίνει την ψυχή.
Θέλω επιρροή στον Τόπο. Τήνε θέλω μ’ ό,τι τρόπο.
Να μπορώ να μεταθέτω δικαστάς, και να διαθέτω
θέσες στους ευνοϊκούς μου, και να διώχνω τους εχθρούς μου.
Θέλω να ‘χω κι εξουσία, πέτε τήνε και μανία,
μα γι’ αυτήνε ξεψυχώ θέλω να κυριαρχώ.
Τι τη θέλω τη ζωή αν δεν έχω επιρροή;
Τι την θέλω την Πατρίδα, χωρίς εξουσίας ελπίδα;
Να με δει εξουσιαστή η Πατρίδα, και ας χαθεί.
Λυτρωτή της να με κράξει, και, στο Διάολο, ας βουλιάξει.
Εμέ η δόξα μου να ζήσει, και το Έθνος ας ψοφήσει.

 Τση εξουσίας το μεθύσι ως κ’ εκειό το θέλει η φύση
κι αν η φύση μας το θέλει, σαν το θέλω, τι σας μέλλει
ηθικοδιδάσκαλοί μας; Μήπως οι αντιπρόσωποί μας
ή όσοι άλλοι κυριαρχούνε άλλο μέτρο αυτοί βαστούνε;
Όλοι παν τον ίδιο δρόμο, με τον εδικό μου νόμο,
και σκουντρούνε τον πλησίον τους όλοι, για το μεγαλείον τους.

 Ω θρησκεία σεβαστή, έλα βόηθα μου κι εσύ,
ν’ ανεβώ στην Εξουσία. Έλα, έλα, βόηθησέ με
και στον όχλο σύστησέ με δωσ’ μου βάιο ναν το βάλω
κια μ’ εκείνο να προβάλω χριστιανός λειτουργημένος
κι έτσι να ‘μαι ψηφισμένος, εις την πρώτη εκλογή,
για οποιαδήποτε Αρχή. Γιατί εγώ σε προσκυνώ,
και με ζήλο σε ακλουθώ για την μόνη επιθυμία
ν’ αξιωθώ την Εξουσία.

 Τσ’ εξουσίας το μεθύσι, ως κ’ εκειό το θέλει η φύση.
Είναι η φύση που το θέλει κι ό,τι πείτε δε με μέλλει.

ΑΝΔΡΕΑΣ ΛΑΣΚΑΡΑΤΟΣ «ΤΟ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΜΕΘΥΣΙ»

(αντιγραφή από το gerontakos.blogspot.com)

 

Πόσο περιορισμένη είναι η μελωδία της πολιτικής. Παίζει το σκοπό της απάνω σε δύο μόνο νότες: την υποκρισία και τον κυνισμό.

ΑΓΓΕΛΟΣ ΤΕΡΖΑΚΗΣ «ΠΡΟΣΩΠΙΚΕΣ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ» ΟΙ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΩΝ ΦΙΛΩΝ

%CE%9F%CE%9D%CE%91+%CE%A4%CE%97%CE%A3+%CE%95%CE%9B%CE%9B%CE%97%CE%9D%CE%99%CE%9A%CE%97%CE%A3+%CE%9C%CE%91%CE%A3+%CE%98%CE%91%CE%9B%CE%91%CE%A3%CE%97%CE%A3

Μποστ (1918-1995)

τίποτα κατώτερο από τον άνθρωπο

01/09/2009

3

Τάσσος (1914-1985) “Το κορίτσι με τα μικρά δέντρα”

320 στρατιώτες, αιχμάλωτοι πολέμου σφαγιάστηκαν… Μια ιστορία που συνέβη στην Κύπρο το 1974… 

    

-Αλήθεια, υπάρχει τίποτα πιο χυδαίο, πιο κατώτερο από τον άνθρωπο;

-Ναι, ο άνθρωπος!

ΘΡΑΣΟΣ ΚΑΣΤΑΝΑΚΗΣ «Η ΠΑΓΙΔΑ»

 

Αιχμάλωτος πολέμου υπήρξε ο Ηλίας Βενέζης. Παρακάτω διηγείται πώς γινόταν το «ξάφρισμα», δηλαδή η επιλογή αιχμαλώτων για εκτέλεση, κατά τη διάρκεια της αιχμαλωσίας του από τους Τούρκους:

Ο αξιωματικός βλέπει με το φως και τραβά ένα δικό μας όξω απ’ τη γραμμή, στο πλάι. Τον κοιτάζει, γελά, ύστερα προχωρεί παρακάτω. Τραβά άλλον ένα. -Κι εσύ, παλιόσκυλο! λέει. Άλλον ένα. Το φως, ο στρατιώτης με τη λάμπα, πλησιάζει ολοένα στο μέρος μας. Αυτό το φως λάμπει σα να έχει μια φοβερή υποχρέωση -έτσι, να πρέπει. Μια γρήγορη στιγμή αναρωτιέμαι αν διαλέγει μικρούς για μεγάλους. Μα βλέπω πως παίρνει ανακατωτά, απ’ όλα τα τσεσίτια. Στο μεταξύ το φως έφτασε. Είναι μπροστά μου. Αισθάνουμαι τα μικρά μου χρόνια απροφύλαχτα, έτσι στήθος με στήθος. Η ανάσα κόβεται. Το χέρι του αξιωματικού απλώνεται να με τραβήξει. Μα την ίδια ακριβώς στιγμή, μια τιποτένια στιγμή, τακ, ο αξιωματικός παραπάτησε απ’ το μεθύσι. Γελά. Κάνει προσπάθεια να ισορροπήσει, αλλά με την κίνηση τούτη η θέση του αλλάζει κατά δυο πόντους. Δυο τιποτένιοι πόντοι. Το χέρι του πέφτει ίσα πάνου στον καπετάνιο, δίπλα μου. Ανασαίνω βαθιά. Α, εκεί βαθιά είναι μια σκληρή χαρά, μια τέτοια σκληρή χαρά…

ΗΛΙΑΣ ΒΕΝΕΖΗΣ «ΤΟ ΝΟΥΜΕΡΟ 31328» Εκδόσεις ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΣΤΙΑΣ

 

Κι ύστερα, σου λένε, ο άνθρωπος είναι το «ευγενέστερον ζώον»… Ζώον μάλιστα, αλλά όχι και ευγενέστερον!… Το αγριότερον, μάλιστα!

ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ «ΕΝΑ ΠΑΙΔΙ ΜΕΤΡΑΕΙ Τ’ ΑΣΤΡΑ» Εκδόσεις ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ

%CE%A0_6339

Γεώργιος Σικελιώτης (1917-1984) «Οικογένεια» Εθνική Πινακοθήκη

 

Αιχμάλωτος πολέμου υπήρξε και ο Ιάκωβος Καμπανέλλης, στο γερμανικό στρατόπεδο συγκεντρώσεως του Μαουτχάουζεν, την περίοδο 1942-1945.

Κι όμως, όσο πλήθαιναν τα καλά σημάδια, τόσο πιο κοντινός γινόταν ο κίνδυνος για μας. Το ομαδικό ξεπάστρεμα είχε αρχίσει από βδομάδες. Ο θάλαμος του γκαζιού και οι φούρνοι δουλεύανε μέρα και νύχτα. Κάμανε αρχή με τους άρρωστους και συνεχίσανε με κείνους που είχαν έρθει από άλλα στρατόπεδα. Οι μελλοθάνατοι περιμένανε στην ουρά τη σειρά τους. Ο διοικητής έκανε απανωτές επιθεωρήσεις, σκύλιαζε που τόσοι μελλοθάνατοι περιμένανε στην ουρά. Φώναζε ότι έπρεπε να βρεθεί τρόπος να αυξηθεί η «απόδοσις». Ο υποδιοικητής έλεγε ότι δεν υπάρχει πια αρκετό γκάζι για να κάμει κι άλλους θαλάμους. Και το πετρέλαιο όπου να ‘ναι θα τελειώσει. Ο διοικητής σκύλιαζε χειρότερα. «Να βρείτε άλλου είδους αέριο -φώναζε- κι όσο για καύσιμα υπάρχουν βουνά από ξύλα. Εγώ δε θέλω να στερήσω τα καύσιμα απ’ τη γερμανίδα νοικοκυρά ούτε το πετρέλαιο απ’ τη πολεμική μας βιομηχανία. Αλλά δεν μπορώ να παραδεχτώ ότι είμαστε ανίκανοι να κάνουμε σωστά τη δουλειά μας». Ο υποδιοικητής επέμενε να αποφασιστεί η εκκαθάριση με τα πολυβόλα και οι νεκροί να σκάβονται σε λάκκους που θα σκάβουν οι ίδιοι. «Γκάζι και πετρέλαιο -διαμαρτυρόταν- δεν έχω, ούτε τα μεταφορικά μέσα για να φέρω. Ενώ σφαίρες διαθέτω άφθονες». Ο διοικητής έλεγε κοφτά πως αυτό αποκλείεται. «Δεν έχω καμιά τέτοια εντολή απ’ το Βερολίνο». Η κουβέντα γινόταν πλάι στους μελλοθάνατους που καραδοκούσαν ν’ αρπάξουν τ’ αποτσίγαρα που έριχναν οι συνομιλητές. Ύστερα ο διοικητής σεργιάνιζε κατά μήκος του σωρού των νεκρών, που ήταν αραδιασμένοι σε απανωτές στρώσεις όπως τα ξύλα στις ξυλαποθήκες. Κουνούσε στεναχωρημένος το κεφάλι του και φώναζε: «Θα είμαστε τυχεροί αν δε φανεί κανένας Χίμλερ από δω να δει το χάλι μας».

ΙΑΚΩΒΟΣ ΚΑΜΠΑΝΕΛΛΗΣ «ΜΑΟΥΤΧΑΟΥΖΕΝ 1942-1945»

 

Ο άνθρωπος παιδεύει τον άνθρωπο, ό άνθρωπος επιβουλεύεται, σκοτώνει, αφανίζει τον άνθρωπο. Μηδέ τα τσακάλια στο λόγγο δεν είναι τόσο αρπαχτικά και τόσο σκληρόκαρδα.

Ι. Μ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ «ΤΑ ΕΦΤΑ ΚΟΙΜΙΣΜΕΝΑ ΠΑΙΔΙΑ» Εκδόσεις ΑΣΤΗΡ

 

getImage

Σαράντης Καραβούζης «Ραγισμένο μάτι αγάλματος»

 

Όμως αιχμάλωτος πολέμου υπήρξε και ο Χρόνης Μίσσιος. Αιχμάλωτος του εμφύλιου πολέμου που συνέβη στη χώρα μας την περίοδο 1946-49. Ανάμεσα στις πολλές φυλακές που βρέθηκε κλεισμένος ήταν και οι φυλακές της Κέρκυρας:

Μόλις έκλεινε η φυλακή κι ετοιμαζόμασταν να φάμε, γκράγκα γκρούγκα οι σιδεριές, πλακώνανε τα καρακόλια. Ξέραμε ότι έρχονται να πάρουν για εκτέλεση. Άνοιγαν, που λες, το κελί απ’ το οποίο ήθελαν να πάρουν κάποιον, μας είχαν παστωμένους πέντ’ έξι σε κάθε κελί, που ήταν φτιαγμένο για έναν άνθρωπο, άσ’ τα, άνοιγαν που λες το κελί, στέκονταν στην πόρτα, και μας κοιτάζανε. Όλοι τώρα ήμαστε μελλοθάνατοι, ε; και ξέραμε ότι κάποιον από μας θα πάρουν. Κοιτάζανε που λες μια το χαρτί και μια εμάς… Αυτή η ιστορία μπορεί να κράταγε από πέντε λεπτά ως και ένα τέταρτο. Ύστερα, αφού έκριναν πως σιτέψαμε, λέγανε, ας πούμε, Γιώργο, έλα -μας ήξεραν, βλέπεις, και με τα μικρά μας ονόματα, οι χαμούρες. Τέλος, σηκωνόταν να πούμε ο Γιώργος, άφηνε το γράμμα του -όλοι μας είχαμε ένα γράμμα έτοιμο για τους δικούς μας- αγκαλιαζόμασταν, φιλιόμασταν, και την ώρα που έβγαινε από την πόρτα λέγανε, για στάσου μια στιγμή, α, λάθος, δεν είσαι συ, είναι ο Παύλος… Χαμούρες, σου λέω, εντελώς άνανδροι. Άλλες φορές πάλι, γράφανε σ’ ένα χαρτάκι τα ονόματα αυτών που θα ‘παιρναν το βράδυ για εκτέλεση, το έδεναν σ’ ένα σπαγκάκι και το ‘σερναν μέσα στο προαύλιο. Όλοι ήμασταν θανατηφόροι. Ε, άντε να μη συρθείς από πίσω να δεις αν είναι τ’ όνομά σου γραμμένο στο χαρτάκι… Εμείς φεύγαμε από το προαύλιο και κλεινόμασταν στα κελιά μας. Κι όμως, αυτοί οι άνθρωποι είχαν παιδιά, είχαν φίλους, αγαπούσαν ίσως κάποιους ανθρώπους… Τι να πεις…

ΧΡΟΝΗΣ ΜΙΣΣΙΟΣ «…ΚΑΛΑ, ΕΣΥ ΣΚΟΤΩΘΗΚΕΣ ΝΩΡΙΣ» Εκδόσεις ΓΡΑΜΜΑΤΑ