Γιώργος Σεφέρης (I)

SEFERIS

Γιώργος Σεφέρης (1900-1971)

 

Η μνήμη όπου και να την αγγίξεις πονεί.

“ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΩΜΑΤΟΣ Γ΄”

 

Τον ξένο και τον εχθρό τον είδαμε στον καθρέφτη.

“ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ Δ΄  ΑΡΓΟΝΑΥΤΕΣ”

 

Στο περιγιάλι το κρυφό
κι άσπρο σαν περιστέρι
διψάσαμε το μεσημέρι·
μα το νερό γλυφό.

Πάνω στην άμμο την ξανθή
γράψαμε τ’ όνομά της·
ωραία που φύσηξεν ο μπάτης
και σβήστηκε η γραφή.

Με τι καρδιά, με τι πνοή,
τι πόθους και τι πάθος
πήραμε τη ζωή μας· λάθος!
κι αλλάξαμε ζωή.

«ΑΡΝΗΣΗ» από τα «ΠΟΙΗΜΑΤΑ» Εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ

 

Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει.

Στο Πήλιο μέσα στις καστανιές το πουκάμισο του Κενταύρου
γλιστρούσε μέσα στα φύλλα για να τυλιχτεί στο κορμί μου
καθώς ανέβαινα την ανηφόρα κι η θάλασσα μ’ ακολουθούσε
ανεβαίνοντας κι αυτή σαν τον υδράργυρο θερμομέτρου
ώσπου να βρούμε τα νερά του βουνού.
Στη Σαντορίνη αγγίζοντας νησιά που βουλιάζαν
ακούγοντας να παίζει ένα σουραύλι κάπου στις αλαφρόπετρες
μου κάρφωσε το χέρι στην κουπαστή
μια σαΐτα τιναγμένη ξαφνικά
από τα πέρατα μιας νιότης βασιλεμένης.
Στις Μυκήνες σήκωσα τις μεγάλες πέτρες και τους θησαυρούς των Ατρειδών
και πλάγιασα μαζί τους στο ξενοδοχείο της «Ωραίας Ελένης του Μενελάου»·
χάθηκαν μόνο την αυγή που λάλησε η Κασσάντρα
μ’ έναν κόκορα κρεμασμένο στο μαύρο λαιμό της.
Στις Σπέτσες στον Πόρο και στη Μύκονο
με χτίκιασαν οι βαρκαρόλες.

(…)

απόσπασμα από το ποίημα «ΜΕ ΤΟΝ ΤΡΟΠΟ ΤΟΥ Γ. Σ.» από το «ΤΕΤΡΑΔΙΟ ΓΥΜΝΑΣΜΑΤΩΝ»

 
«Ρε, τι σου ‘κανε η Ελλάδα και σε πληγώνει;»

Ο Γ. Σεφέρης διηγείται ένα περιστατικό που έτυχε στο Νίκο Γκάτσο:

Γύριζε το χειμώνα του ’36, σπίτι του από μια ταβέρνα. Ήμουνα στην Κορυτσά και είχα στείλει στην Αθήνα, σε χειρόγραφο, το «Με τον τρόπο του Γ. Σ.». Κατά κακή του τύχη -μολονότι πολύ αθώος, είχε κάποτε ύφος φοβερά βλοσυρό- τον έπιασαν και τον πήγαν στο τμήμα. Τον έψαξαν. Στην τσέπη του το χειρόγραφο.
-Ρε, τι σου ‘κανε η Ελλάδα και σε πληγώνει; Κομμουνιστής, ε;
-Μα, κύριε αστυνόμε, δεν το ‘γραψα εγώ αυτό, το ‘γραψε ο κ. Σ. που είναι πρόξενος.
-Πρόξενος, ε; Τέτοιους προξένους έχουμε. Γι’ αυτό πάμε κατά διαβόλου.
Ευτυχώς βρέθηκαν στις τσέπες του και κάτι άλλα της ίδιας τεχνοτροπίας που αφόπλισαν τους φρουρούς της ησυχίας μας:
-Σ’ αφήνουμε, μωρέ, γιατί είσαι βλάκας, του είπαν όταν τα διάβασαν.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ «ΜΕΡΕΣ Δ΄» από το βιβλίο «Ο ΣΕΦΕΡΗΣ ΓΙΑ ΝΕΟΥΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ» Εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ

 

Δε θέλω τίποτε άλλο παρά να μιλήσω απλά, να μου δοθεί ετούτη η χάρη.
Γιατί και το τραγούδι το φορτώσαμε με τόσες μουσικές που σιγά – σιγά βουλιάζει
και την τέχνη μας τη στολίσαμε τόσο πολύ που φαγώθηκε από τα μαλάματα το πρόσωπό της
κι είναι καιρός να πούμε τα λιγοστά μας λόγια γιατί η ψυχή μας αύριο κάνει πανιά.

απόσπασμα από το ποίημα «ΕΝΑΣ ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΣΤΗΝ ΑΚΡΟΠΟΤΑΜΙΑ» από το «ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΩΜΑΤΟΣ Β΄»

 

«Ο πατέρας του Γ. Σεφέρη»

Η Ιωάννα Τσάτσου, αδελφή του Γ. Σεφέρη, θυμάται τον πατέρα της και τις ιστορίες που έλεγε:

Όταν γύριζε στο σπίτι τρέχαμε απάνω του.
-Σήμερα τι ιστορία θα μας πεις;
Ο Άγγελος κι εγώ φέρναμε τις παντόφλες του. Εκείνος καθόντανε στην πολυθρόνα του, μ’ ένα μυστηριώδες χαμόγελο. Σαν να συνωμοτούσε με τον εαυτό του πώς θα μας σαγηνέψει.
-Λοιπόν, ο Μεγαλέξαντρος απάνω στο άγριο άλογό του κάλπαζε στην Ασία με το στρατό του και νικούσε, όλο νικούσε. Οι περισσότεροι άνθρωποι τότε μάθαιναν ελληνικά, και μπορούσαν να διαβάσουν τα παραμύθια του Αισώπου που σας διάβαζα προχτές…
Και πάλι άλλη φορά:
-Λοιπόν χιλιάδες μαστόροι και τεχνίτες χτίζανε την Άγια Σοφιά. Κι ο πρωτομάστορας ήταν σοφός. Άγιοι ζωγράφοι ιστορούσαν τις εικόνες. Αμέτρητα τα καντήλια. Τέτοια εκκλησιά πώς να ξαναγίνει; Κι η Παναγιά θρονιάστηκε για πάντα εκεί.
Μα όταν φτάναμε στην άλωση της Πόλης, έξι παιδικά μάτια δακρυσμένα ήταν προσηλωμένα απάνω του:
-Μπορούσε να φύγει ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος;
-Μα βέβαια μπορούσε, όμως δεν έφυγε. Ήθελε να σκοτωθεί.
-Μα γιατί να σκοτωθεί; ρωτούσαμε με απελπισία.
-Γιατί αν έφευγε δε θα είχε μαρμαρώσει. Και δε θα περιμέναμε τώρα ν’ αναστηθεί. (…)
Με τα χρόνια η αυταρχικότητα του πατέρα μας καταπίεζε. Προπάντων το Γιώργο. Γιατί από κείνον είχε μεγάλες αξιώσεις. Τον ήθελε τέλειο στο κάθε τι. (…)
Τη μελέτη του Γιώργου την παρακολουθούσε ο ίδιος. Ξενυχτούσε ο ίδιος μαζί του. Τότε ένιωθα τ’ αδέρφι μου να βασανίζεται και λυπόμουνα. Όμως τώρα, με την απόσταση των χρόνων, βλέπω μ’ ευγνωμοσύνη τη προσπάθεια εκείνη.

ΙΩΑΝΝΑ ΤΣΑΤΣΟΥ «Ο ΑΔΕΡΦΟΣ ΜΟΥ ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ» Εκδόσεις ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΣΤΙΑΣ

 

Ζωή σου είναι ό,τι έδωσες.

«ΘΕΡΙΝΟ ΗΛΙΟΣΤΑΣΙ» από τα «ΤΡΙΑ ΚΡΥΦΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ»

 

Το πρώτο πράγμα που έκανε ο Θεός είναι η αγάπη
έπειτα έρχεται το αίμα
κι η δίψα για το αίμα.

«ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΩΜΑΤΟΣ Β΄»

 

Είτε βραδιάζει είτε φέγγει, μένει λευκό το γιασεμί.

«ΤΟ ΓΙΑΣΕΜΙ» από το «ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΩΜΑΤΟΣ Β΄»

 

…το σπουδαίο δεν είναι ν’ αλλάξουμε τη ζωή μας, ονειροπολώντας μιαν άλλη πιο ενδιαφέρουσα, αλλά να κάνουμε να λαλήσει τούτη η ζωή, όπως μας δόθηκε, την καθημερινή, την ταπεινή, την ανθρώπινη, όπου το καθετί που μπορούσε να γυρέψουμε πρέπει να υπάρχει.

«ΜΕΡΕΣ Α΄» Εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ

 

Βουλιάζει όποιος σηκώνει τις μεγάλες πέτρες·
τούτες τις πέτρες τις εσήκωσα όσο βάσταξα
τούτες τις πέτρες τις αγάπησα όσο βάσταξα
τούτες τις πέτρες, τη μοίρα μου.
«ΜΥΚΗΝΕΣ» από τη «ΓΥΜΝΟΠΑΙΔΙΑ Β΄»

  

Αυτός ο τρυφερός μέσος άνθρωπος πάει να γίνει ο πιο συγκινητικός ανάμεσα στα πρόσωπά μου, ίσως γιατί συμβολίζει αυτούς που δηλώνουμε στην καθημερινή μας ομιλία με το επιφώνημα «ο κακομοίρης». Ωστόσο, ας μην ξεχνούμε πως οι άκακοι αυτοί άνθρωποι, επειδή ακριβώς είναι εύκολοι, είναι συχνά οι καλύτεροι φορείς του κακού που έχει αλλού την πηγή του.

«ΔΟΚΙΜΕΣ Β΄»

  

Εύκολα τρίβεται ο άνθρωπος μες στους πολέμους·
ο άνθρωπος είναι μαλακός, ένα δεμάτι χόρτο·
χείλια και δάχτυλα που λαχταρούν ένα άσπρο στήθος
μάτια που μισοκλείνουν στο λαμπύρισμα της μέρας
και πόδια που θα τρέχανε, κι ας είναι τόσο κουρασμένα,
στο παραμικρό σφύριγμα του κέρδους.

απόσπασμα από το ποίημα «ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΣΤΑΘΜΟΣ» από το «ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΩΜΑΤΟΣ Β΄»

 

Να μιλήσω για ήρωες να μιλήσω για ήρωες: ο Μιχάλης
που έφυγε μ’ ανοιχτές πληγές απ’ το νοσοκομείο
ίσως μιλούσε για ήρωες όταν, τη νύχτα εκείνη
που έσερνε το ποδάρι του μες στη συσκοτισμένη πολιτεία,
ούρλιαζε ψηλαφώντας τον πόνο μας· «Στα σκοτεινά
πηγαίνουμε, στα σκοτεινά προχωρούμε…»
Οι ήρωες προχωρούν στα σκοτεινά.

απόσπασμα από το ποίημα «ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΣΤΑΘΜΟΣ» από το «ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΩΜΑΤΟΣ Β΄»

              

Χώρες του ανθρώπου και δεν μπορείτε ν’ αντικρίσετε τον άνθρωπο.

«ΚΙΧΛΗ»

 

Η φύση είναι ό,τι υπάρχει το πιο αντίθετο με την ψυχή του ανθρώπου. Είναι κτηνώδης. Το αίσθημα του ωραίου δεν είναι φυσικό. Το αίσθημα του ηθικού δεν είναι φυσικό. Η ανάγκη της προσευχής δεν είναι φυσική, μήτε η ανάγκη της μοναξιάς, μήτε και το κίνητρο που μας σπρώχνει προς τη φύση. Ο άνθρωπος γυρεύει το Θεό, η φύση αδιαφορεί για το Θεό.

«ΜΕΡΕΣ Α΄» Εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ

 

Υπάρχουν, φαντάζομαι, άνθρωποι που δεν τολμήσανε να ζήσουν, από υπερβολική ευαισθησία. Η ευαισθησία, για να είναι χρήσιμη, πρέπει να συντροφεύεται από ανάλογη δύναμη.

«ΜΕΡΕΣ Α΄» Εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: