Γιώργος Σεφέρης (II)

1neb42a

Στοκχόλμη, 10 Δεκεμβρίου 1963. Ο Γιώργος Σεφέρης παραλαμβάνει το βραβείο Νομπέλ Λογοτεχνίας

 

«Μουγκαμάρα και φθόνος»

Το πραγματικό κλίμα που δημιούργησε στην Ελλάδα η βράβευση του Γιώργου Σεφέρη το περιγράφει ο Γ. Π. Σαββίδης σε κείμενό του το 1993 με τον εύγλωττο τίτλο: «Μουγκαμάρα και φθόνος». 

Όπως θυμάται ο Σαββίδης (1993), επειδή υποψιαζόταν ότι η επιστροφή του Γιώργου Σεφέρη από τη Στοκχόλμη θα συνοδευόταν από την ίδια «μουγκαμάρα», τηλεγραφεί «υποδεικνύοντας την οργάνωση κάποιας υποδοχής». Στο αεροδρόμιο τους υποδέχονται δυο γυναίκες, «η μάνα μου και η Ιωάννα Τσάτσου. Κανείς άλλος». Η θριαμβευτική υποδοχή του Σεφέρη γίνεται οκτώ χρόνια μετά την επιστροφή του από τη Σουηδία. Το απόγευμα της κηδείας του (22 Σεπτεμβρίου 1971) αυτόκλητος, σύσσωμος ο αθηναϊκός λαός υποδέχεται τον ποιητή του, ενώ ο ίδιος είχε αναχωρήσει μία ημέρα πριν.

αποσπάσματα από άρθρο του ΓΙΩΡΓΗ ΓΙΑΤΡΟΜΑΝΩΛΑΚΗ στην εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ (26/10/2003)

«Ο Σεφέρης, το Νόμπελ και μια συνωμοσία» εφ. ΤΟ ΒΗΜΑ (26/10/2003)

 

«Με μια αγκαλιά κουμαριές»

Ο Νίκος Καρύδης γράφει στο προσωπικό του ημερολόγιο:

Το 1963 ο Σεφέρης παίρνει το Νόμπελ. Τη μέρα εκείνη έτρεξα στο σπίτι της οδού Άγρας με μια αγκαλιά κουμαριές. Όταν μπήκα μέσα με πιάσανε τα κλάματα από χαρά και συγκίνηση. Ο Σεφέρης ήτανε ήρεμος και η Μαρώ έλαμπε ολόκληρη. Ήμαστε λίγοι φίλοι κι ένα-δυο φωτογράφοι εφημερίδων. Την άλλη μέρα όλες οι εφημερίδες δημοσίευσαν άρθρα και φωτογραφίες με την είδηση. Κάναμε βιτρίνα στον Ίκαρο με τα βιβλία του και φωτογραφίες του και ο κόσμος στεκόταν και αναρωτιόταν ποιος είναι αυτός ο Σεφέρης και κάμποσοι έλεγαν ότι είναι αυτός που γράφει τα λόγια στα τραγούδια του Θεοδωράκη. Η κυβέρνηση που υπήρχε ήταν υπηρεσιακή και τηλεόραση δεν υπήρχε. Ο κόσμος πολύ λίγο ενδιαφέρθηκε και η πώληση των βιβλίων των ποιημάτων του ήταν μέτρια.
Πήγε στη Σουηδία με την Μαρώ και τον Γιώργο και την Λένα Σαββίδη και πήρε το βραβείο. Όταν γύρισε, στο αεροδρόμιο δεν ήρθε κανείς επίσημος να τον υποδεχθεί. Αυτόν τον άνθρωπο που έφερνε στην Ελλάδα για πρώτη φορά το Νόμπελ. Τον περιμέναμε, οι δυο κόρες της Μαρώς και εγώ. Κανένας άλλος. Ο Σεφέρης είπε της Μαρώς: «Να μη με αφήσεις να το πάρω επάνω μου». Και έμεινε πράγματι απλός σαν να μην είχε συμβεί τίποτα. Είχε φύγει και από το Υπουργείο Εξωτερικών και αφοσιώθηκε στα γραψίματά του.

από το προσωπικό ημερολόγιο του ΝΙΚΟΥ ΚΑΡΥΔΗ (περιοδικό Η ΛΕΞΗ, τ.  53, Μάρτης – Απρίλης 1986)

 

Αφιέρωμα στο Γιώργο Σεφέρη από το περιοδικό Η ΛΕΞΗ, τ. 53, Μάρτης – Απρίλης 1986

 

Οι άλλοι δεν είναι πάντα υπεύθυνοι για τα αισθήματα που μας προκαλούν. Τους τ’ αποδίδουμε πολύ συχνά χωρίς διάκριση.

«ΜΕΡΕΣ Α΄» Εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ 

 

Αποφθέγματα του Γ. Σεφέρη:

Τη γλώσσα μας λ.χ. είναι αδύνατο να την αντικρίσει κανείς αλλιώς παρά σαν ανάσα ζωντανών ανθρώπων. Όχι σαν το ναυαγοσωστικό ζήλο γραμματικών.
ΔΟΚΙΜΕΣ, 2

Είναι πιο εύκολο να περάσει καμήλα από την τρύπα βελόνας, παρά Έλληνας πολιτικός να καταλάβει την Ελλάδα.
ΜΕΡΕΣ, Γ΄

Η σωτηρία του ανθρώπου βρίσκεται μέσα του και ο χαμός του.
ΜΕΡΕΣ, Β΄

Η θύμηση μου έφαγε τη μνήμη.
ΜΕΡΕΣ, Α΄

Η επιστήμη είναι καθ’ ορισμόν αληθινή: πάντα αποδείχνει με το Α  + Β πως ό,τι υποστηρίζει είναι αληθινό. Ακόμη και τα πιο υπέρογκα λάθη.
ΜΕΡΕΣ, Α΄

Ο μόνος τρόπος για να βεβαιωθείς ότι αυθεντικοί ήρωες μπορούν να υπάρξουν, είναι να δοκιμάσεις να γίνεις συ ο ίδιος.
ΜΕΡΕΣ, Α΄

Κανείς δεν μπορεί να κάνει ολόκληρο το χρέος του μέσα σ’ έναν κόσμο που αρνιέται.
ΜΕΡΕΣ, Δ΄

από το άρθρο του Θ. Νάκα «ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ ΕΝΟΣ ΠΟΙΗΤΗ Ή Η ΠΡΑΚΤΙΚΗ ΣΟΦΙΑ ΤΟΥ Γ. ΣΕΦΕΡΗ» περιοδικό Η ΛΕΞΗ, τ. 53

 

«150 αντίτυπα»

Ο Γ. Σεφέρης διηγείται στον E. Keely:

Όταν έβγαλα την πρώτη μου συλλογή, τη Στροφή, τύπωσα 150 αντίτυπα. Αυτό έγινε το 1931. Και θυμάμαι ότι το 1939 υπήρχαν ακόμα αντίτυπα διαθέσιμα στο βιβλιοπωλείο – αντίτυπα που τα απέσυρα από την κυκλοφορία για να μπορέσω να βγάλω καινούρια έκδοση το 1940. Αλλά πρέπει να πω ότι αμέσως μετά τα πράγματα άρχισαν κάπως ν’ αλλάζουν. Όταν έφυγα για την Αίγυπτο, μετά την κατάρρευση της Ελλάδας στον πόλεμο εναντίον της Γερμανίας, άφησα πίσω μου τρεις εκδόσεις έργων μου -Ημερολόγιο Καταστρώματος Α΄, Μυθιστόρημα και Τετράδιο Γυμνασμάτων, εκτός από τις παλαιότερες συλλογές Η Στέρνα και Στροφή- τ’ άφησα όλα εκεί, ολοκαίνουρια, χωρίς να έχω πουλήσει ούτε ένα αντίτυπο προτού φύγω για την Κρήτη και το Κάιρο, με την εξόριστη ελληνική κυβέρνηση, όπως ξέρεις. Τον καιρό που έλειπα, πουλήθηκαν όλα. Όταν γύρισα, δεν είχε απομείνει ούτε ένα αντίτυπο. Η ξένη Κατοχή -εχθρική Κατοχή- είχε δώσει στο ελληνικό κοινό την ευκαιρία να συγκεντρωθεί και να διαβάσει. Και συμπέρανα ότι, όταν γύρισα στο τέλος της Κατοχής, ήμουν πολύ πιο γνωστός στην Ελλάδα από πριν.

Edmund Keely «ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΜΕ ΤΟΝ Γ. ΣΕΦΕΡΗ» μετ. Λ. Κάσδαγλη, Εκδόσεις ΑΓΡΑ (από το βιβλίο «Ο ΣΕΦΕΡΗΣ ΓΙΑ ΝΕΟΥΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ» Εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ) 

 

 

ΠΑΝΩ Σ’ ΕΝΑΝ ΞΕΝΟ ΣΤΙΧΟ

Στην Έλλη, Χριστούγεννα 1931

Ευτυχισμένος που έκανε το ταξίδι του Οδυσσέα¹
Ευτυχισμένος αν στο ξεκίνημα, ένιωθε γερή την αρματωσιά μιας αγάπης, απλωμένη μέσα στο κορμί του, σαν τις φλέβες όπου βουίζει το αίμα.

Μια αγάπης με ακατέλυτο ρυθμό, ακατανίκητης σαν τη μουσική και παντοτινής
γιατί γεννήθηκε όταν γεννηθήκαμε και σαν πεθαίνουμε, αν πεθαίνει, δεν το ξέρουμε ούτε εμείς ούτε άλλος κανείς.

Παρακαλώ το θεό να με συντρέξει να πω, σε μια στιγμή μεγάλης ευδαιμονίας, ποια είναι αυτή η αγάπη·
κάθομαι κάποτε τριγυρισμένος από την ξενιτιά, κι ακούω το μακρινό βούισμά της, σαν τον αχό της θάλασσας που έσμιξε με το ανεξήγητο δρολάπι.

Και παρουσιάζεται μπροστά μου, πάλι και πάλι, το φάντασμα του Οδυσσέα, με μάτια κοκκινισμένα από του κυμάτου την αρμύρα
κι από το μεστωμένο πόθο να ξαναδεί τον καπνό που βγαίνει από τη ζεστασιά του σπιτιού του και το σκυλί του που γέρασε προσμένοντας στη θύρα.

Στέκεται μεγάλος, ψιθυρίζοντας ανάμεσα στ’ ασπρισμένα του γένεια, λόγια της γλώσσας μας, όπως τη μιλούσαν πριν τρεις χιλιάδες χρόνια.
Απλώνει μια παλάμη ροζιασμένη από τα σκοινιά και το δοιάκι, με δέρμα δουλεμένο από το ξεροβόρι από την κάψα κι από τα χιόνια.

Θα ‘λεγες πως θέλει να διώξει τον υπεράνθρωπο Κύκλωπα που βλέπει μ’ ένα μάτι, τις Σειρήνες που σαν τις ακούσεις ξεχνάς, τη Σκύλλα και τη Χάρυβδη απ’ ανάμεσό μας·
τόσα περίπλοκα τέρατα, που δε μας αφήνουν να στοχαστούμε πως ήταν κι αυτός ένας άνθρωπος που πάλεψε μέσα στον κόσμο, με την ψυχή και με το σώμα.

Είναι ο μεγάλος Οδυσσέας· εκείνος που είπε να γίνει το ξύλινο άλογο και οι Αχαιοί κερδίσανε την Τροία.
Φαντάζομαι πως έρχεται να μ’ ορμηνέψει πώς να φτιάξω κι εγώ ένα ξύλινο άλογο για να κερδίσω τη δική μου Τροία.

Γιατί μιλά ταπεινά και με γαλήνη, χωρίς προσπάθεια, λες και με γνωρίζει σαν πατέρας
είτε σαν κάτι γέρους θαλασσινούς, που ακουμπισμένοι στα δίχτυα τους, την ώρα που χειμώνιαζε και θύμωνε ο αγέρας,

μου λέγανε στα παιδικά μου χρόνια, το τραγούδι του Ερωτόκριτου, με τα δάκρυα στα μάτια·
τότες που τρόμαζα μέσα στον ύπνο μου ακούγοντας την αντίδικη μοίρα της Αρετής² να κατεβαίνει τα μαρμαρένια σκαλοπάτια.

Μου λέει το δύσκολο πόνο να νιώθεις τα πανιά του καραβιού σου φουσκωμένα από τη θύμηση και την ψυχή σου να γίνεται τιμόνι.
Και να ‘σαι μόνος, σκοτεινός μέσα στη νύχτα και ακυβέρνητος σαν τ’ άχερο στ’ αλώνι.

Την πίκρα να βλέπεις τους συντρόφους σου καταποντισμένους μέσα στα στοιχεία, σκορπισμένους έναν-έναν.
Και πόσο παράξενα αντρειεύεσαι μιλώντας με τους πεθαμένους, όταν δε φτάνουν πια οι ζωντανοί που σου απομέναν.

Μιλά… βλέπω ακόμη τα χέρια του που ξέραν να δοκιμάσουν αν ήταν καλά σκαλισμένη στην πλώρη η γοργόνα
να μου χαρίζουν την ακύμαντη γαλάζια θάλασσα μέσα στην καρδιά του χειμώνα.

¹ «Heureux qui, comme Ulysse, a fait un beau voyage» Joachim du Bellay (Le Regrets, 1558)
² της Αρετούσας

από το βιβλίο «Ο ΣΕΦΕΡΗΣ ΓΙΑ ΝΕΟΥΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ» Φιλ. Επιμ. Ε. ΓΑΡΑΝΤΟΥΔΗΣ – Τ. ΚΑΓΙΑΛΗΣ Εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ

  

Όμως τη σκέψη του πρόσφυγα τη σκέψη του αιχμαλώτου τη σκέψη
του ανθρώπου σαν κατάντησε κι αυτός πραμάτεια
δοκίμασε να την αλλάξεις, δεν μπορείς.

«ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΣΤΑΘΜΟΣ» από το «ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΩΜΑΤΟΣ Β΄»

 

Η προφητική δήλωση του Γ. Σεφέρη για τη χούντα των συνταγματαρχών:

Πάει καιρός που πήρα την απόφαση να κρατηθώ έξω από τα πολιτικά του τόπου. Προσπάθησα άλλοτε να το εξηγήσω, αυτό δε σημαίνει διόλου πως μου είναι αδιάφορη η πολιτική ζωή μας.
Έτσι, από τα χρόνια εκείνα ως τώρα τελευταία, έπαψα κατά κανόνα ν’ αγγίζω τέτοια θέματα. Εξ’άλλου τα όσα δημοσίεψα ως τις αρχές του 1967, και η κατοπινή στάση μου (δεν έχω δημοσιέψει τίποτε στην Ελλάδα από τότε που φιμώθηκε η ελευθερία) έδειχναν, μου φαίνεται αρκετά καθαρά τη σκέψη μου.
Μολαταύτα, μήνες τώρα, αισθάνομαι μέσα μου και γύρω μου, ολοένα πιο επιτακτικό το χρέος να πω ένα λόγο για τη σημερινή κατάστασή μας. Με όλη τη δυνατή συντομία, να τι θα έλεγα:
Κλείνουν δυο χρόνια που μας έχει επιβληθεί ένα καθεστώς ολωσδιόλου αντίθετο με τα ιδεώδη για τα οποία πολέμησε ο κόσμος μας και τόσο περίλαμπρα ο λαός μας στον τελευταίο παγκόσμιο πόλεμο. Είναι μια κατάσταση υποχρεωτικής νάρκης, όπου όσες πνευματικές αξίες κατορθώσαμε να κρατήσουμε ζωντανές, με πόνους και με κόπους, πάνε κι αυτές να καταποντιστούν μέσα στα ελώδη στεκούμενα νερά. Δεν θα μου ήταν δύσκολο να καταλάβω πως τέτοιες ζημιές δεν λογαριάζουν πάρα πολύ για ορισμένους ανθρώπους. Δυστυχώς δεν πρόκειται μόνον γι’ αυτό τον κίνδυνο. Όλοι πια το διδάχτηκαν και το ξέρουν πως στις δικτατορικές καταστάσεις η αρχή μπορεί να μοιάζει εύκολη, όμως η τραγωδία παραμένει αναπότρεπτη στο τέλος. Το δράμα αυτού του τέλους μας βασανίζει, συνειδητά, όπως στους παμπάλαιους χορούς του Αισχύλου. Όσο μένει η ανωμαλία, τόσο προχωράει το κακό.
Είμαι ένας άνθρωπος χωρίς κανένα απολύτως πολιτικό δεσμό και, μπορώ να το πω, μιλώ χωρίς φόβο και χωρίς πάθος. Βλέπω μπροστά μου τον γκρεμό όπου μας οδηγεί η καταπίεση που κάλυψε τον τόπο. Αυτή η ανωμαλία πρέπει να σταματήσει. Είναι εθνική επιταγή.
Τώρα ξαναγυρίζω στη σιωπή μου. Παρακαλώ το Θεό να μη με φέρει άλλη φορά σε παρόμοια ανάγκη να ξαναμιλήσω.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ (28/3/1969)

 

«Δε μπορώ να μείνω βουβός»

Η Ιωάννα Τσάτσου διηγείται:

Το τελευταίο εθνικό κτύπημα που δέχτηκε ο Γιώργος ήταν η δικτατορία του 1967. Στην αρχή πίστεψε πως θα ήταν προσωρινή. Μια κατάσταση ανάγκης. Μα όσο περνούσαν οι μήνες, έπειτα ο χρόνος και γύριζε ο άλλος χρόνος, δε μπορούσε να ησυχάσει. Μου φαίνεται πως τον βλέπω στην πολυθρόνα του σπιτιού. Θα ήταν στις πρώτες μέρες του Μάρτη του 69. (…)
Βαρύθυμος. Μ’ εκείνη την έκφραση του θαλασσινού που μυρίζεται την καταιγίδα:
-Δεν έχω ύπνο. Πώς θα βγούμε από τούτη τη σκλαβιά; Σίγουρα η συμφορά παραμονεύει τον τόπο. Μα μόνο τον παραμονεύει; Καθημερινά ό,τι έχει αλήθεια, ό,τι έχει ζωή στραγγαλίζεται. (…)
-Δε μπορώ να μείνω βουβός.
Δεν απάντησα αμέσως. Ήταν ανάπηρος, κουρασμένος. Έτρεμε η αγάπη μου. Μια κακομεταχείριση θα τον σκότωνε. Όμως στην κορυφή που στέκονταν, πόση ευθύνη για όλους μας! Αυτό τον πανάρχαιο τόπο τον σήκωνε στους ώμους του. Κάτω από το βάρος του είχε ριζώσει στο χώμα του σαν κέδρος.
-Θα μιλήσεις, δε γίνεται αλλιώς, ψιθύρισα.

ΙΩΑΝΝΑ ΤΣΑΤΣΟΥ «Ο ΑΔΕΡΦΟΣ ΜΟΥ ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ» Εκδόσεις ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΣΤΙΑΣ

 

«Αν θέλετε πιάστε με»

Η Μαρώ Σεφέρη διηγείται:

Τη δήλωση κατά της δικατορίας τη σκεφτότανε από πολύ καιρό. Όταν μάλιστα ήμασταν στο Πρίνστον είχε αποφασίσει να την κάνει από εκεί, αλλά μετά μετάνιωσε. «Όχι», λέει, «δεν θα την κάνω στο εξωτερικό, θα πάω πίσω και θα την κάνω στην πατρίδα μου». Όταν γυρίσαμε εδώ, είχε ήδη αρχίσει κάποια κίνηση κατά της χούντας με πρωτοβουλία του Γιάγκου Πεσμαζόγλου. Να συγκεντρωθούν κάποιοι λογοτέχνες και να κάνουν μια κοινή δήλωση. Ήρθε ο Πεσμαζόγλου με έναν φίλο Αμερικάνο και του ζήτησαν να κάνει τη δήλωση που θα την υπέγραφαν και οι άλλοι. Ο Γιώργος αντέδρασε. «Δεν δέχομαι», είπε, «αν κάνω δήλωση, θα την κάνω μόνος μου». Έτσι έγραψε το γνωστό κείμενο αναλαμβάνοντας μόνος του όλη την ευθύνη. Ο Πεσμαζόγλου βοήθησε πολύ στο να το στείλει έξω και να γίνει γνωστό. Εγώ πήρα πολλά αντίγραφα, τα έβαλα σε φακέλους και πήγα και τα μοίρασα σε όλες τις εφημερίδες εκτός από την «Εστία». Ο Σεφέρης είχε καθήσει στου «Ζώναρς» και με περίμενε. Όταν τέλειωσα το μοίρασμα, πήγα τον βρήκα και φύγαμε αμέσως για τους Δελφούς μαζί με τον Ιταλό εκδότη Έντζο Κρέα. Όταν γυρίσαμε στην Αθήνα πολλοί φοβόνταν να μας πλησιάσουν. (…) Λίγες μέρες μετά, ήρθε στο σπίτι ένας απ’ αυτούς τους μυστικούς της χούντας με τα καπέλα και τα μαύρα γυαλιά και ρώτησε τον Σεφέρη γιατί έκανε τη δήλωση. «Άκουσε να δεις», του λέει, «εγώ ήμουνα έξω κι όμως γύρισα στον τόπο μου κι έκανα τη δήλωση στην Ελλάδα. Δεν κρύφτηκα από κανέναν, την έστειλα σ’ όλες τις εφημερίδες, και τις ξένες και τις ελληνικές. Αν θέλετε, πιάστε με». Εκείνος του έκανε και μερικές άλλες ερωτήσεις και σηκώθηκε κι έφυγε. Λίγο αργότερα όμως, ο Πιπινέλης μας πήρε τα διαβατήρια για να μη μπορούμε να ταξιδέψουμε κι αυτό μας έφερε πολλές δυσκολίες. 

ΜΑΡΩ ΣΕΦΕΡΗ «ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΗ ΖΩΗ ΜΟΥ ΜΕ ΤΟΝ ΣΕΦΕΡΗ» (συνομιλία με τον Α. Φωστιέρη και τον Θ. Νιάρχο, περιοδικό Η ΛΕΞΗ τ. 53, Μάρτης – Απρίλης 1986) 

 

Ελλάς· πυρ! Ελλήνων· πυρ! Χριστιανών· πυρ!
Τρεις λέξεις νεκρές. Γιατί τις σκοτώσατε;

«ΑΠΟ ΒΛΑΚΕΙΑ» από το «ΤΕΤΡΑΔΙΟ ΓΥΜΝΑΣΜΑΤΩΝ Β΄» Εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ (αντιγραφή από το ΣΠΟΥΔΑΣΤΗΡΙΟ ΝΕΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ»

 

Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού:
14 ποιήματα του Γ. Σεφέρη

 

Διάβασα σήμερα το Όσοι ζωντανοί του Ι. Δραγούμη. Τυπικό παράδειγμα Ρωμιού, αυτός ο αντιφατικός άνθρωπος. Σε παίρνει λύπη να σκέπτεσαι αυτά που έγραφε και αυτά που έκανε. Η αντίφαση μπορεί να ήταν ασήμαντο πράγμα, αν ήταν μόνο άνθρωπος του πνεύματος ή του αισθήματος, κάτι σαν τον Σικελιανό, ας πούμε. Αλλά το δράμα είναι πως θέλησε να γίνει και άνθρωπος της δράσης. Παραπλανήθηκε με καταπληκτικές αδυναμίες στο λαβύρινθο της δράσης.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ “ΜΕΡΕΣ Α΄” Εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ

 

Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού:
223 παραθέματα από το έργο του Γ. Σεφέρη

 

Ο Γιώργος Σεφέρης θυμάται μια επίσκεψή του στη Σκιάθο, το 1930:

Σπίτι του Παπαδιαμάντη. Η γριά αδερφή του έκλαιγε καθώς μας μιλούσε γι’ αυτόν. Λιγνή, ψηλή, μελαχρινή, βυζαντινή ράτσα. Το σπιτάκι καθαρό και ασπρισμένο, μια μεγαλωμένη φωτογραφία του Παπαδιαμάντη κρεμασμένη στον τοίχο στην κάμαρα όπου πέθανε. Από το παράθυρο ως το μικρό σκιαθίτικο τζάμι, ένα στρώμα κατάχαμα σκεπασμένο μ’ ένα κιλίμι. Εκεί πάνω ξεψύχησε (2 Ιανουαρίου), αφού ζήτησε να τον σηκώσουν και να τον καθίσουν κοντά στη φωτιά. Το μόνο βιβλίο του που είδα πάνω στο μικρό τραπέζι, μια φτηνή αγγλική έκδοση (Omnibus) του Σαίξπηρ.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ “ΜΕΡΕΣ Α΄” Εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ

 

«Το κακό που κυκλοφορεί μέσα στο αίμα μας»

Κυριακή, 8 Μάρτη 1942

Αν πρόκειται να κερδίσουμε ένα δίδαγμα από όλα αυτά που υποφέρουμε και θα υποφέρουμε, θα πρέπει φαντάζομαι να είναι τούτο: Όλος ο κόσμος, ως τους αντίποδες, η γης ολόκληρη ως τα βάθη της Κίνας είναι υπεύθυνη για την αδικία που γίνεται και σ’ έναν άνθρωπο ακόμη και στον πιο μικρό, τον πιο ασήμαντο άνθρωπο. Την αδικία την πληρώνουμε όλοι. Δεν υπάρχει τρόπος διαφυγής. Αυτά μας λέει η μοίρα μας, και γι’ αυτό, φοβούμαι, η μοίρα μας θα μας χτυπά ως τη συντέλεια των αιώνων – ξεχνούμε, πάντα ξεχνούμε, και το κακό που κυκλοφορεί μέσα στο αίμα μας δε γνωρίζει εμπόδια.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ «ΜΕΡΕΣ Δ΄» από το βιβλίο «Ο ΣΕΦΕΡΗΣ ΓΙΑ ΝΕΟΥΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ» Εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ 

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: