στην καλύβα του Έντγκαρ Άλαν Πόε

 

Έντγκαρ Άλαν Πόε (1809-1849)  

  

Η διαστροφή είναι ένα από τα αρχέγονα ορμέμφυτα  της ανθρώπινης καρδιάς – μια από τις πιο αδιαίρετες πρωταρχικές δυνάμεις, ή συναισθήσεις, που δίνουν μια κατεύθυνση στο χαρακτήρα του ανθρώπου. Ποιος δεν έπιασε τον εαυτό του, εκατό φορές, να ‘χει κάνει μια ποταπή ή ανόητη πράξη, για το μόνο λόγο πως ήξερε πως δεν έπρεπε να την κάνει; Μήπως δεν έχομε μια αιώνια τάση, όσο κι αν είμαστε άνθρωποι με κρίση, να παραβαίνομε το Νόμο, μόνο και μόνο γιατί είναι ο νόμος; 

ΕΝΤΓΚΑΡ ΑΛΑΝ ΠΟΕ «Ο ΜΑΥΡΟΣ ΓΑΤΟΣ» μετάφραση ΚΟΣΜΑΣ ΠΟΛΙΤΗΣ
από το βιβλίο «ΑΛΛΟΚΟΤΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ» Εκδόσεις ΓΡΑΜΜΑΤΑ
 

  

Ο Έντγκαρ είχε «φύγει»

Στις 7 Νοεμβρίου ο Έντγκαρ Πόε επρόκειτο να φυλακιστεί για χρέη του αδελφού του. Ξεπέφτει και γράφει πάλι στον Τζον Άλαν (πατριός του), να του δανείσει μερικά δολάρια. Του γράφει και η ίδια η Μαρία Κλεμ, εξηγώντας του γιατί ο Έντουαρτ χρειαζόταν τα λεφτά. Η ίδια με τις οικονομίες της είχε κατορθώσει να μαζέψει εξήντα δολάρια. Ο κύριος Άλαν γράφει τότε σε κάποιον γνωστό του στη Βαλτιμόρη να πληρώσει το χρέος του Πόε, ώστε ν’ αποφυλακιστεί. Αλλά ο κύριος Άλαν ξέχασε το γράμμα στο συρτάρι του μέσα, και όταν το κατάλαβε, είχε περάσει κάμποσος καιρός. Όπως και νάναι όμως, το χρέος πληρώθηκε και ο Έντγκαρ ξαλαφρώθηκε. Αλλά τα χάλια πλέον όλης της οικογένειας Κλεμ – Πόε είναι μεγάλα. Όσο και να εργάζεται η «αγία» Μαρία Κλεμ, δεν φτάνουν τα λεφτά για να ζήσουν. Τότε ο Έντγκαρ Πόε, μη βρίσκοντας άλλη δουλειά, αποφασίζει να γράψει ιστορίες. Αφήνει κατά μέρος τα ποιήματα, που μ’ αυτά δεν κέρδιζε κανείς δεκάρα.
Κλεισμένος τώρα στη σοφίτα του σπιτιού, στην ίδια όπου πέθανε ο αδελφός του, αρχίζει να γράφει τα διηγήματά του τα παράξενα. Και είναι μια μεγάλη, μια ιστορική ημερομηνία για την παγκόσμια φιλολογία η ημέρα αυτή, που κλεισμένος στο φτωχικό δωματιάκι του, ο Έντγκαρ Πόε γράφει τα πρώτα του διηγήματα. Σ’ αυτή τη μικρή σοφίτα γράφτηκαν τ’ αριστουργήματα «Μορέλα», «Λιτζέγια», «Βερενίκη», «Ο μαύρος γάτος» και άλλα. Σπάνια έβγαινε έξω. Πολλοί νόμιζαν στη γειτονιά πως ο ανεψιός της κυρίας Κλεμ είχε φύγει μετά το θάνατο του Ερρίκου. Και πράγματι, ο Έντγκαρ είχε «φύγει». Ζούσε  πια στον πραγματικό κόσμο, το δικό του. Στον κόσμο του τρόμου, της αγωνίας, του θανάτου που έφερνε ασυνείδητα μέσα του από μικρό παιδί.
 

ΛΙΛΙΚΑ ΝΑΚΟΥ «ΠΟΤΕ ΠΙΑ» Εκδόσεις ΠΑΠΥΡΟΣ

 

 

Ο Ηλίας Βενέζης στην καλύβα του Πόε (I):

Fordham. Εδώ κάποτε, ήταν χωράφια και δάσος. Η Νέα Υόρκη ήταν ακόμα πολύ μακριά. Καλύβες ξυλοκόπων και δουλευτών της γης, γύρω τα μεγάλα δέντρα, γαλήνη βαθιά. Εδώ, κυνηγημένος απ’ τη φτώχεια του ήρθε, νοίκιασε μια καλύβα κι έζησε με τη γυναίκα του και με τη μητέρα της τρία απ’ τα πιο πικρά του χρόνια ο Έντγκαρ Άλαν Πόε (1846-1849). Εδώ, σ’ αυτό το καλύβι του Fordham, έγραψε την «ANNABEL LEE», το «EUREKA». Εδώ γράφτηκαν οι εξαίσιοι ρυθμοί των «THE BELLS». Εδώ, σ’ αυτό το καλύβι, πέθανε εκείνο το αγνό, αγγελικό πρόσωπο, η Virginia Poe. Εδώ.
Εδώ, τώρα, η καλύβα αυτή είναι ένα απ’ τα εθνικά μνημεία της Αμερικής, μια απ’ τις δόξες της. Ένα μικρό πάρκο ζώνει την καλύβα. 

Η καλύβα ακόμα είναι κλειστή. Θα ανοίξει στη μία το μεσημέρι. 

Το ωραίο κορίτσι στο παγκάκι του Poe Park σήκωσε τα μάτια απ’ το βιβλίο, κοίταξε λίγο τον ουρανό, τέντωσε τα χέρια του, έκλεισε τα μάτια. Σα να ήταν το φως πολύ. Σα να μην μπορούσε να το βαστάξει το φως, μαζί και την ποίηση. Το χοντρό δεμένο βιβλίο του «The modern library» έμενε στα γόνατά της. 

It was many and many a year ago,
in a kingdom by the sea
That a maiden there lived whom you may know
By the name of ANNABEL LEE;
And this maiden she lived with no other thought
Than to love and be loved by me. 

I was a child and she was a child,
In this kingdom by the sea;
But we loved with a love that was more than love-
I and my Annabel Lee;
……………… 

Έβλεπα τα χείλια του κοριτσιού, έβλεπα, καθώς ήμουν πλάι της, στο βιβλίο της. Η αίσθηση της μνήμης, η αίσθηση του παρελθόντος, καθώς το αγίαζε η ποίηση επενεργούσε ολοένα απάνω της σα να ήταν ένα γεγονός δικό της, μνήμη δική της. Σα να ήταν κάτι πέρα απ’ αυτό: το πεπρωμένο της αιωνιότητας.
Όταν έφτασε στους τελευταίους εξαίσιους στίχους ήταν κάτωχρη: 

For the moon never beams without bringing me dreams
Of the beautiful ANNABEL LEE;
And the stars never rise but I feel the bright eyes
Of the beautiful ANNABEL LEE;
And so, all the night-tide, I lie down by the side
Of my darling- my darling- my life and my bride,
In the sepulchre there by the sea,
In her tomb by the sounding sea. 

Γύρισε απότομα, με κοίταξε για πρώτη φορά στο πρόσωπο.
-Το ξέρετε πως «αυτό» έγινε εδώ;… είπε σχεδόν βάναυσα και ήταν πάντα κάτωχρη.  Πως γράφτηκαν εδώ, σ’ αυτό το καλύβι;…
-Το ξέρω, είπα.
-Ήρθατε γι’ αυτό;
-Ήρθα γι’ αυτό.
Έκλεισε το βιβλίο της, κοίταξε τους αδιάφορους ανθρώπους γύρω της, στα παγκάκια, τους Εβραίους της Ουγγαρίας, της Γερμανίας.
-Φοβάμαι πως θα είμαστε οι μόνοι που ήρθαμε γι’ αυτό.

Στο στενό μικρό δωμάτιο, όπου είναι το κρεβάτι, είναι τα άδυτα. Ένα κορδόνι φράζει την είσοδο. Δεν μπορούμε να μπούμε μέσα. Αυτό το ξύλινο χαμηλό κρεβάτι με τους χοντρούς στύλους είναι το κρεβάτι τους. Της Βιργινίας και του Έντγκαρ Πόε. Εκεί, σ’ αυτό το κρεβάτι, ένα Σάββατο του Γενάρη του 1847, επιτέλους αναπαύθηκε, τόσο νέα, η Βιργινία Πόε.

ΗΛΙΑΣ ΒΕΝΕΖΗΣ «Η ΚΑΛΥΒΑ ΤΟΥ ΠΟΕ»
απόσπασμα από άρθρο του στη ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ τ. 545, 15/3/1950

το σπίτι που έμεινε ο Πόε από το 1846 ως το θάνατό του το 1849

 

Ο Ηλίας Βενέζης στην καλύβα του Πόε (IΙ):

-Βρήκα το σπίτι του Πόε χαμηλά στην πόλη, στο Greenwich Village, είπα. Θα ήταν τόσο ωραία εκεί. Γιατί ήρθαν να ζήσουν εδώ που, τότε, πριν από ένα αιώνα, θα ήταν ερημιά;
Η κυρούλα με τα άσπρα μαλλιά αρχίζει να μιλάει σιγανά για τη ζωή του Πόε.

-Η Virginia ήταν άρρωστη πολύ, είπε. Ήταν φθισική. Κι ο Έντγκαρ ήταν τότε θεόφτωχος. Την περισσότερη φτώχεια του την πέρασε εδώ, σ’ αυτή την καλύβα. Επειδή ήταν φθισική, την έφερε εδώ που ήταν εξοχή. Δέστε, στο πορτραίτο της, αυτό εδώ τι όμορφη που ήταν!
Τραβά απ’ το συρτάρι του μικρού γραφείου που είναι μπροστά της ένα παλιό πορτραίτο της Βιργινίας Πόε. Η ευγενική ύπαρξη, η αθώα ματιά, τα τσιτωμένα μαλλιά, το μεγάλο μέτωπο. Λίγο γερμένο το κεφάλι. Και βαθιά κούραση στα κλειστά μάτια. Απ’ τη ζωή. Απ’ τη μοίρα.

ΗΛΙΑΣ ΒΕΝΕΖΗΣ «Η ΚΑΛΥΒΑ ΤΟΥ ΠΟΕ»
απόσπασμα από άρθρο του στη ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ τ. 546, 1/4/1950

 Virginia Poe (1822-1847)

 

Η συμβουλή του γιατρού Άμπερνεθι!

Μια φορά κι έναν καιρό, κάποιος πλούσιος φιλάργυρος θέλησε να ξεγελάσει τον Άμπερνεθι και να του αποσπάσει δωρεάν μια ιατρική συμβουλή. Του έπιασε λοιπόν την κουβέντα σε μια συντροφιά και του ανέφερε την περίπτωσή του, σαν περίπτωση κάποιου φανταστικού προσώπου.
«Ας υποθέσουμε» είπε ο φιλάργυρος, «ότι τα συμπτώματά του είναι αυτά κι αυτά. Και τώρα, γιατρέ, τι θα του συμβούλευες εσύ να πάρει;»
«Τι να πάρει;» είπε ο Άμπερνεθι. «Μα απλούστατα, μια συμβουλή απ’ το γιατρό του. Τι άλλο;»

ΕΝΤΓΚΑΡ ΑΛΑΝ ΠΟΕ «ΤΟ ΚΛΕΜΜΕΝΟ ΓΡΑΜΜΑ»
από το βιβλίο του ΠΟΕ «Ο ΧΡΥΣΟΣ ΣΚΑΡΑΒΑΙΟΣ»
μετ. Π. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ, εκδόσεις ΓΡΑΜΜΑΤΑ

 

Χαρτί και μελάνη, σας παρακαλώ!

…Σαν πέθανε η Virginia, συνέχισε σε λίγο η κυρούλα της καλύβας του Fordham, ο Έντγκαρ άρχισε να πίνει πολύ. Ξαναγύρισε στη Βαλτιμόρη. Τότε έγραψε τους περίφημους στίχους των «The Bells». Γράφτηκαν οι στίχοι εδώ, στο Fordham; Γράφτηκαν στη Βαλτιμόρη; Μια νύχτα, λέει η παράδοση, ο Έντγκαρ είχε πάει στη δημόσια βιβλιοθήκη, στη Βαλτιμόρη. Γύριζε αργά στο σπίτι του της οδού Αγίου Παύλου. Χιόνιζε. Άκουσε τα κουδούνια μιας καρότσας. Ήταν μια χαρωπή, χαρωπή, μελωδία! Χύθηκε η μελωδία στην καρδιά του. Έψαξε στην τσέπη του γυρεύοντας μολύβι και χαρτί. Δεν είχε. Τα μαγαζιά είχαν κλείσει. Οι στίχοι έρχονταν ο ένας πίσω απ’ τον άλλον – εξαίσιες φράσεις θα χάνονταν. Ο Πόε όρμησε προς το πρώτο σπίτι που ήταν εκεί κοντά, χτύπησε το κουδούνι της πόρτας. Ήταν το σπίτι του δικαστή Gile. Άνοιξε ο ίδιος ο δικαστής. «Χαρτί και μελάνη, σας παρακαλώ!» είπε έξαλλος ο νυχτερινός ξένος. Ο δικαστής βλέποντας πως έχει να κάνει μ’ έναν κύριο τον κάλεσε μέσα, τον οδήγησε στη βιβλιοθήκη του, και αποσύρθηκε ευγενικά αφήνοντας μόνον τον ξένο. Όταν αργότερα μπήκε στη βιβλιοθήκη για να δει τι κάνει ο άγνωστος, αυτός δεν ήταν πια εκεί. Όμως πάνω στο τραπέζι, γραμμένοι σ’ ένα χαρτί, ήταν οι πρώτες τρεις στροφές των «The Bells» που αργότερα ο δικαστής τις κορνίζωσε και τις κρέμασε στο γραφείο του:

Hear the sledges with the bells –
Silver bells!
What a world of merriment their melody foretells!
How they tinkle, tinkle, tinkle,
In the icy air of night!
While the stars that oversprinkle
All the heavens, seem to twinkle
With a crystalline delight;
Keeping time, time, time,
In a sort of Runic rhyme,
To the tintinnabulation that so musically wells
From the bells, bells, bells, bells,
Bells, bells, bells –
From the jingling and the tinkling of the bells.

ΗΛΙΑΣ ΒΕΝΕΖΗΣ «Η ΚΑΛΥΒΑ ΤΟΥ ΠΟΕ»
απόσπασμα από άρθρο του στη ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ τ. 547, 15/4/1950

 

 

Ο τάφος του Πόε στη Βαλτιμόρη

 
«Η αναγνώριση του έργου του» 

Ένας φίλος του, που γνώριζε τη μεγαλοφυΐα του Πόε, άρχισε να εκδίδει ένα εβδομαδιαίο μεγάλο περιοδικό, το «Μπρόντγουεϊ Τζόρναλ». Αμέσως, φυσικά, φώναξε τον Έντγκαρ κοντά του.
Ήταν μόλις είχε τελειώσει το «Κοράκι».
Ο Μπριγκ, ο διευθυντής, δεν άργησε να καταλάβει πως πρόκειται για ένα αθάνατο αριστούργημα. Άρχισε λοιπόν τη ρεκλάμα και τους πανηγυρικούς, για να κινήσει την περιέργεια των αναγνωστών του. Τέλος, το 1845, τυπώνει για πρώτη φορά το αριστούργημα εκείνο.
Και από τη μια μέρα ως την άλλη, ο Έντγκαρ Πόε δοξάζεται. Τέτοια είναι η επιτυχία του έργου αυτού, που η φήμη του Πόε ξεπερνά αμέσως τον Ατλαντικό και κινεί το ενδιαφέρον του πνευματικού κόσμου του Λονδίνου.
Στις 28 Φεβρουαρίου, ο Πόε κάνει μια διάλεξη όπου πήγε τόσος κόσμος, ώστε οι γυναίκες λιποθυμούν. Όλοι ζητούν τώρα την υπογραφή του Πόε, κι όλοι οι αναγνώστες του ποιητή κάνουν ουρά, για να τον δουν, καθώς θα βγει από την αίθουσα στο δρόμο.
Το περιοδικό του Μπριγκ ανεβαίνει κατά χιλιάδες.
Από παντού του ζητάνε συνεντεύξεις, και οι κυρίες των σαλονιών ξετρελαίνονται μαζί του. Λαβαίνει γράμματα ερωτικά από τις ωραιότερες γυναίκες της Νέας Υόρκης.
Και επειδή γράφει και τη θεατρική κριτική, ο κόσμος του θεάτρου τον κολακεύει.
Αλλά ο σύζυγος της Βιργινίας δεν φαίνεται να είναι και πολύ ερωτιάρης. Ο Έντγκαρ  Πόε ξέρει μόνο ν’ αγαπά με πάθος. Κι έπειτα να πίνει με πάθος. Οι ελαφροί και περαστικοί έρωτες δεν τον πολυτραβάνε, ούτε ταιριάζουν στην παράφορη ιδιοσυγκρασία του. Αντί να το ρίξει στο γλέντι, πάλι ξαναρχίζει να πίνει… Να πίνει μάλιστα όσο ποτέ άλλοτε.
 

Κι όμως εκείνη τη χρονιά (1845), ο Έντγκαρ Πόε εργάστηκε όσο ποτέ άλλοτε. Αλλά ο χαρακτήρας του είχε γίνει ανυπόφορος. Η κούραση της υπερβολικής εργασίας, και μαζί το ξενύχτι και το πιοτό, είχαν τελείως ξεχαρβαλώσει το νευρικό σύστημά του!… Θύμωνε στα καλά καθούμενα. Παντού έβλεπε εχθρούς, τάχα πως ήθελαν να κλέψουν τα χειρόγραφά του ή τις ιδέες του. Ακόμα και με τον Μπριγκ, τον αγαπημένο φίλο του, τα χάλασε. 

ΛΙΛΙΚΑ ΝΑΚΟΥ «ΠΟΤΕ ΠΙΑ» Εκδόσεις ΠΑΠΥΡΟΣ 

  

Το κοράκι (απόσπασμα) σε μετάφραση Κ. Ουράνη

‘Ανοιξα το παράθυρο κι ένα κοράκι μαύρο
με σχήμα μεγαλόπρεπο στη κάμαρα μου μπήκε
και χωρίς διόλου να σταθεί ή ν’ αμφιβάλλει λίγο,
επήγε και εκάθισε στη πέτρινη Παλλάδα
απάνω από τη πόρτα μου, γιομάτο σοβαρότη.
                           Κουνήθηκεν, εκάθισε και όχι τίποτ’ άλλο.
 

Το εβενόχρωμο πουλί που σοβαρό καθόταν
τη λυπημένη μου ψυχή έκανε να γελάσει.
«Χωρίς λοφίο«, ρώτησα, «κι αν είν’ η κεφαλή σου

δεν είσαι κάνας άνανδρος, αρχαϊκό κοράκι,
που κατοικείς στις πένθιμες ακρογιαλιές της Νύχτας;
Στ’ όνομα της Πλουτωνικής της Νύχτας, τ’ όνομά σου

                Και το κοράκι απάντησε: «Ποτέ από ‘δω και πια«.
 

 Ξεπλάγηκα σαν άκουσα το άχαρο πουλί
ν’ ακούει τόσον εύκολα τα όσα το ρωτούσα
αν κι η μικρή απάντηση που μου ‘δωσε δεν ήταν
καθόλου ικανοποιητική στα όσα του πρωτόπα,
γιατί ποτέ δεν έτυχε να δεις μες στη ζωή σου
ένα πουλί να κάθεται σε προτομή γλυμμένη
απάνω από τη πόρτα σου να λέει:
                                                                         «Ποτέ πια«.
 

Μα το Κοράκι από κει που ήταν καθισμένο
δεν είπε άλλη λέξη πια σα να ‘ταν η ψυχή του
από τις λέξεις: «Ποτέ πια«, γεμάτη από καιρό.
Ακίνητο καθότανε, χωρίς ένα φτερό του
να κινηθεί σαν άρχιζα να ψιθυρίζω αυτά:
«Τόσοι μου φίλοι φύγανε ως και αυτές οι Ελπίδες
κι όταν θε να ‘ρθει το πρωΐ κι εσύ θε να μου φύγεις».
                   Μα το πουλί απάντησε: «Ποτέ από δω και πια«.
 

 Ετρόμαξα στη γρήγορη απάντηση που μου ‘πε
πάντα εκεί ακίνητο στη προτομήν απάνω.
«Σίγουρα» σκέφτηκα, «αυτό που λέει και ξαναλέει

θα είναι ό,τι έμαθε από τον κύριό του
που αμείλικτη η καταστροφή θα του κοψ’ το τραγούδι
που θα ‘λεγεν ολημερίς και του ‘καμε να λέει
λυπητερά το
«Ποτέ πια» για τη χαμένη ελπίδα«. 

Μα η θέα του ξωτικού πουλιού μ’ έφερε γέλιο
κι αρπάζοντας το κάθισμα εκάθισα μπροστά του
και βυθισμένος σ’ όνειρα προσπάθησα να έβρω
τι λέει με τη φράση αυτή, το μαύρο το Κοράκι,
το άχαρο, τ’ απαίσιο, ο τρόμος των ανθρώπων,
σαν έλεγε τις θλιβερές τις λέξεις:
                                                                        «Ποτέ Πια!«.
 


Κι έτσι ακίνητος βαθιά σε μαύρες σκέψεις μπήκα
χωρίς μια λέξη μοναχά να πω εις το Κοράκι
που τα όλο φλόγα μάτια του μες στη καρδιά με καίγαν.
Έτσι σκεφτόμουν έχοντας στο βελουδένιο μέρος
του παλαιού καθίσματος γερμένο το κεφάλι,
στο μέρος που το χάϊδευαν η λάμψη της καντήλας,
εκεί όπου η αγάπη μου δε θ’ ακουμπήσει
                                                                                    πια!
 

  

αντιγραφή από το http://www.peri-grafis.com/ergo.php?id=800 

  

  σχέδιο του Edouard Manet για τη γαλλική έκδοση (1875) του ποίηματος «Το κοράκι» σε μετάφραση Stephane Mallarme

 
«Πατέρας του αστυνομικού διηγήματος»

Για το πόσο δίκαια, όμως, ονομάστηκε πατέρας του αστυνομικού διηγήματος, δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία. Ο Πόε έγραψε πέντε αστυνομικές ιστορίες που μοιράστηκαν αναμεταξύ τους όλες τις επόμενες φόρμες του είδους. «Τα εγκλήματα της οδού Μοργκ» είναι το πρώτο αστυνομικό διήγημα κλειστού χώρου. «Το κλεμμένο γράμμα» δίνει την πιο απίθανη λύση σ’ ένα έγκλημα. «Το μυστήριο της Μαρί Ροζέ» είναι ο πρόγονος της ντοκουμενταρισμένης εγκληματικής λογοτεχνίας και «Ο χρυσός σκαραβαίος» είναι το πρώτο από μια σειρά πολλών διηγημάτων όπου η λύση κάποιου κώδικα ή αινίγματος γίνεται ζωτικής σημασίας. Στις ιστορίες του, πάλι, πρωτοεμφανίζεται ο παντογνώστης ντεντέκτιβ,  με τον λιγότερο έξυπνο φίλο του που έγιναν το πρότυπο για δεκάδες παρόμοια ζευγάρια. Το επίτευγμα του Πόε γίνεται έτσι εκπληκτικό, ιδιαίτερα αν σκεφτεί κανείς πως, τον καιρό που έγραφε, δεν υπήρχε σε καμιά αστυνομία τμήμα για ντεντέκτιβ και πως κι η λέξη ακόμα «ντεντέκτιβ» δε χρησιμοποιούνταν.
Οι ιστορίες όμως που τον έκαναν γνωστό παραμένουν οι ιστορίες τρόμου, βαθιά ριζωμένες στα άγχη του ανθρώπου που τις έγραψε. Οι περισσότερες ιστορίες του είδους αυτού είναι σύντομες σύμφωνα με την αντίληψη του Πόε πως ένα διήγημα, όπως κι ένα ποίημα, θα πρέπει να περιορίζεται «σ’ ένα, μόνο, και μοναδικό θέμα».

Τζούλιαν Σάιμονς (μετ. Γ. Ευαγγελίδης)
από την εισαγωγή στο βιβλίο του ΠΟΕ «Η ΜΑΣΚΑ ΤΟΥ ΚΟΚΚΙΝΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ»
Εκδόσεις ΓΡΑΜΜΑΤΑ

 
απόσπασμα (το τέλος) από το διήγημα του Ε. Α. Πόε «Ο μαύρος γάτος»:

Και στα συχνά, τα απότομα και ασυγκράτητα ξεσπάσματα μιας μανίας, που την είχα τώρα παραδοθεί στα τυφλά, το συνηθισμένο και υπομονετικότατο θύμα ήταν η γυναίκα μου, που δεν παραπονιότανε ποτέ της.
Μια μέρα ήρθε κι αυτή μαζί μου, για κάποια δουλειά, στο κελάρι του παλιού σπιτιού που η φτώχεια μας ανάγκαζε τώρα να κατοικούμε. Ο γάτος μ’ ακολούθησε καθώς κατέβαινα τ’ απότομα σκαλιά, και με τη συνήθειά του να μπλέκει ανάμεσα στα πόδια μου μ’ έριξε κάτω με το κεφάλι. Έγινα έξω φρενών. Σήκωσα ένα τσεκούρι, και ξεχνώντας μέσα στο θυμό μου τον παιδιάτικο φόβο που είχε συγκρατήσει ως τώρα το χέρι μου, κατέβασα μια στο ζωντανό, που θα τ’ άφηνε στον τόπο, αν δεν το σταματούσε το χέρι της γυναίκας μου. Η επέμβασή της μ’ έκανε να λυσσάξω, να δαιμονιστώ. Αποτράβηξα το μπράτσο μου, που το κρατούσε, και τη χτύπησα με το τσεκούρι κατακέφαλα. Έπεσε νεκρή, στον τόπο, δίχως ούτ’ ένα βογγητό.
Ύστερ’ απ΄ αυτό το απαίσιο φονικό, άρχισα αμέσως να σκέφτομαι ψύχραιμα πού θα ‘κρυβα το πτώμα. Καταλάβαινα πως δεν μπορούσα να το μεταφέρω από το σπίτι, είτε τη μέρα είτε τη νύχτα, χωρίς να διατρέξω τον κίνδυνο να με δουν οι γειτόνοι. Έκανα διάφορα σχέδια με το νου μου. Μια στιγμή σκέφτηκα να κόψω το πτώμα μικρά μικρά κομμάτια και να τα κάψω. Ύστερα έκανα τη σκέψη ν’ ανοίξω ένα λάκκο στο κελάρι και να το θάψω. Έπειτα είπα να το ρίξω στο πηγάδι της αυλής – ή να το συσκευάσω μέσα σ’ ένα μεγάλο κιβώτιο, και να φωνάξω κανέναν κουβαλητή να το πάρει από το σπίτι. Τελικά μου ήρθε μια ιδέα που τη θεώρησα πολύ καλύτερη απ’ όλ’ αυτά. Αποφάσισα να το χτίσω μέσα σ’ έναν τοίχο του κελαριού, όπως αναφέρει η ιστορία πως έχτιζαν τα θύματά τους οι καλόγεροι στο Μεσαίωνα.
Το κελάρι ήταν κατάλληλο γι’ αυτό το σκοπό. Οι τοίχοι του ήταν ψευτοχτισμένοι, και τώρα τελευταία τους είχαν περάσει ένα σουβά, που η υγρασία δεν τον άφησε να ξεραθεί. Κι έπειτα, ένας από τους τοίχους είχε μια εσοχή, σα να προοριζότανε για θέση του τζακιού, αλλά έπειτα την είχαν γεμίσει κι έμοιαζε σαν το υπόλοιπο κελάρι. Ήμουν βέβαιος πως θα μπορούσα εύκολα να βγάλω από τη θέση τους τα τούβλα, να βάλω το πτώμα μέσα στην εσοχή, κι έπειτα να ξαναχτίσω εκείνο το μέρος όπως ήταν πριν, έτσι που κανένα μάτι δεν θα μπορούσε ν’ ανακαλύψει τίποτα το ύποπτο.
Και δε λαθεύτηκα στους υπολογισμούς μου. Μ’ ένα λοστό ξεχαρβάλωσα εύκολα τα τούβλα, κι αφού τοποθέτησα με προσοχή το πτώμα όρθιο, ακουμπιστά στον εσωτερικό τοίχο, το στήριξα σ’ αυτή τη θέση, και χωρίς πολύ κόπο ξανάβαλα τα τούβλα όπως ήταν και πριν. Προμηθεύτηκα, με κάθε προφύλαξη, ασβέστη, άμμο και άχερα, ετοίμασα ένα σουβά, που δεν ξεχώριζε από τον παλιό, κι έχρισα τον καινούριο τοίχο. Όταν τέλειωσα, έμεινα απόλυτα ικανοποιημένος από τη δουλειά μου. Δε φαινότανε καθόλου πως είχε πειραχτεί ο τοίχος. Μάζεψα από χάμω τα μπάζα με τη μεγαλύτερη προσοχή. Έριξα γύρω μου μια θριαμβευτική ματιά και είπα μέσα μου: «Εδώ, τουλάχιστον, ο κόπος μου δεν πήγε χαμένος». 

 

Η κατοπινή μου ενέργεια ήταν να ψάξω να ‘βρω το ζωντανό που είχε γίνει αιτία μιας τέτοιας κατάντιας. Γιατί τώρα πια είχα πάρει τη σταθερή απόφαση να το εξοντώσω. Αν το ‘βρισκα εκείνη τη στιγμή μπροστά μου, καμιά αμφιβολία πως η δουλειά του ήταν τελειωμένη. Μα φαίνεται πως το πονηρό ζώο είχε τρομοκρατηθεί από την εκδήλωση του θυμού μου κι απόφευγε να παρουσιαστεί μπροστά μου. Αδύνατον να περιγραφεί, ή να φανταστεί κανείς, τη βαθιά, την ηδονική ανακούφιση που μου προξένησε η απουσία του σιχαμένου ζώου. Δε φάνηκε ούτε ολόκληρη τη νύχτα, κι έτσι, για μια νύχτα τουλάχιστον, από τότε που είχε πατήσει το πόδι του στο σπίτι, κοιμήθηκα ήσυχα και ατάραχα. Ναι, κοιμήθηκα, μ’ όλο το βάρος του φονικού, που είχα στην ψυχή μου.
Πέρασε η δεύτερη, πέρασε και η τρίτη μέρα, κι ο τύραννός μου εξακολουθούσε να μη φαίνεται. Ανάσανα σαν άνθρωπος ελεύθερος. Το τέρας, τρομαγμένο, είχε φύγει από το σπίτι μια για πάντα! Δε θα το ξανάβλεπα στα μάτια μου! Ήμουν τρισευτυχισμένος! Το αίσθημα της ενοχής για την καταχθόνια πράξη μου δεν μ’ ενοχλούσε σχεδόν καθόλου. Στην ανάκριση που είχε γίνει, αποκρίθηκα μ’ ετοιμότητα, δίχως να τα χάσω. Έγινε και μια έρευνα – μα φυσικά, τίποτα δεν ανακάλυψαν. Θεωρούσα την ευτυχία μου εξασφαλισμένη στο μέλλον.
Την τέταρτη μέρα ύστερ’ από το φόνο, ξανάρθαν ακαρτέρευτα οι αστυνομικοί, για να κάνουν μια πιο αυστηρή έρευνα. Σίγουρος για το ανεξιχνίαστο του κρυψώνα, δεν ανησύχησα στο παραμικρό. Οι αστυνομικοί ζήτησαν να τους συνοδέψω στην έρευνά τους. Δεν άφησαν καμιά γωνιά, καμιά κόχη, δίχως να την ψάξουν. Στο τέλος κατέβηκαν πάλι στο κελάρι – για τρίτη ή τέταρτη φορά.  Δεν σάλεψε ούτε μια τρίχα μου. Η καρδιά μου χτυπούσε ήρεμα, σαν την καρδιά ανθρώπου που κοιμάται τον ύπνο του δικαίου. Πηγαινοερχόμουν μέσα στο κελάρι. Σταύρωσα τα χέρια μου στο στήθος και τριγύριζα εδώ κι εκεί. Οι αστυνομικοί ικανοποιήθηκαν απόλυτα από την έρευνά τους κι ετοιμάζονταν να φύγουν. Η χαρά μου ήταν πάρα πολύ μεγάλη, για να μπορέσω να τη συγκρατήσω. Λαχταρούσα να πω, έστω και μια λέξη, έτσι, σαν εκδήλωση του θριάμβου μου, και για να διπλασιαστεί η βεβαιότητά τους πως είμαι αθώος.
-Κύριοι, τους είπα τέλος καθώς ανέβαιναν τη σκάλα, είμ’ ενθουσιασμένος που ξαλαφρωθήκατε από τις υποψίες σας. Σας εύχομαι καλή υγεία και κάπως περισσότερη ευγένεια. Εδώ που τα λέμε, κύριοι, αυτό το σπίτι είναι πολύ καλοχτισμένο (μέσα στη φλογερή επιθυμία μου να πω κάτι με άνεση, δεν ήξερα καλά καλά τι έλεγα, μπορώ μάλιστα να πω, εξαιρετικά καλοχτισμένο. Αυτοί οι τοίχοι –μα πώς φεύγετε, κύριοι;- αυτοί οι τοίχοι είναι γερά φτιαγμένοι…
Και λέγοντας αυτό, χτύπησα δυνατά – μόνο και μόνο από μια μανία μπραβούρας, που με είχε πιάσει – μ’ ένα μπαστούνι που κρατούσα, ακριβώς εκείνο το μέρος του τοίχου με τα τούβλα, που πίσω του στεκότανε το πτώμα της αγαπημένης γυναικούλας μου.
Μα ο Θεός να με φυλάξει και να με σώσει από τα νύχια του Αντίχριστου! Δεν είχαν πάψει καλά καλά ν’ αντηχούν τα χτυπήματα του μπαστουνιού μου, και μου αποκρίθηκε μια φωνή μέσ’ από τον τάφο! – μια φωνή στην αρχή πνιγμένη και κομμένη, σαν το αναφιλητό παιδιού, που έπειτα φούντωσε γοργά σε μια μακρόσυρτη, δυνατή και αδιάκοπη κραυγή, αφύσικη και ξωτική –μια οιμωγή! – μια κλαψιάρικη στριγγλιά φρίκης και θριάμβου μαζί, τέτοια που μόνο από την κόλαση θα μπορούσε να ‘χε βγει, συνταιριαστά, απ’ το λαρύγγι των κολασμένων μέσα στην αγωνία τους κι από τους δαίμονες που χαίρονται την κόλαση κι αναγαλλιάζουν.
Είναι αστείο, να μιλήσω για τις σκέψεις μου εκείνης της στιγμής. Παράλυσα. Τρικλίζοντας, πήγα κι ακούμπησα  στον αντικρινό τοίχο. Οι αστυνομικοί, από τον τρόμο και το δέος, έμειναν ακίνητοι για μια στιγμή στη σκάλα. Αμέσως έπειτα, δέκα γερά μπράτσα καταπιάστηκαν τον τοίχο. Έπεσε μονοκόμματος. Το πτώμα, κιόλα σε μεγάλο βαθμό αποσυνθεμένο, γεμάτο πηγμένα αίματα, στεκότανε ολόρθο μπρος στα μάτια μας. Πάνω στο κεφάλι του, με κατακόκκινο ανοιχτό στόμα κι ένα μοναχικό μάτι που πέταγε φωτιές, καθότανε το απαίσιο ζώο, που η πανουργία του μ’ έκανε φονιά, και η κατήγορη φωνή του μ’ έστειλε στο δήμιο. Είχα χτίσει το τέρας μέσα στον τάφο.
 

ΕΝΤΓΚΑΡ ΑΛΑΝ ΠΟΕ «Ο μαύρος γάτος» μετάφραση ΚΟΣΜΑΣ ΠΟΛΙΤΗΣ
από το βιβλίο «Ε. Α. ΠΟΕ – ΑΛΛΟΚΟΤΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ»
Εκδόσεις ΓΡΑΜΜΑΤΑ

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: