Μυριβήλης (Ι): από τούτο τον κόσμο είμαι κι εγώ

Στράτης Μυριβήλης (1890-1969)

Από τούτο τον κόσμο είμαι κι εγώ, γιε μου. Πατριωτάκια είμαστε βλέπεις.

«Η ΠΑΝΑΓΙΑ, Η ΓΟΡΓΟΝΑ» Εκδόσεις ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΣΤΙΑΣ

 

Στα νιάτα οι λέξες είναι γιομάτες από ψίχα, από χυμό και φωτιά. Κατόπι αδειάζουν λίγο – λίγο κι απομένουν κούφια τσόφλια. 

“Η ΖΩΗ ΕΝ ΤΑΦΩ” Εκδόσεις ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΣΤΙΑΣ

  

Στη «Ζωή εν τάφω» ο Στράτης Μυριβήλης γράφει για ένα συμπολεμιστή του που κοιμόταν φορώντας τα γυαλιά του:
Θυμήθηκα μια μέρα που τόνε βρήκα να κοιμάται με τα γυαλιά στη μύτη. Βρε συ, τούπα κουνώντας τον απ’ τον ώμο, βρε και στον ύπνο τα φοράς ακόμα; Ξύπνησε ξαφνιασμένος, άνοιξε τόσο δα τα παιδιάτικα μάτια του και μούκαμε με το αιώνιο χαμογέλιο του το καλοσυνάτο: Ναι, βέβαια. Για να βλέπω καθαρά τα ονείρατα.

«Η ΖΩΗ ΕΝ ΤΑΦΩ»

  

Ο Μυριβήλης για την αγάπη και τον έρωτα:

Η αγάπη είναι μια ορμητική διάθεση να κάνεις ευτυχισμένο κείνον που αγαπάς, με έξοδά σου. Στην ανάγκη, με θυσία και με ταπείνωση.

«Η ΔΑΣΚΑΛΑ ΜΕ ΤΑ ΧΡΥΣΑ ΜΑΤΙΑ» Εκδόσεις ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΣΤΙΑΣ

 

Η αγάπη είναι προσφορά, δεν είναι κατοχή.

«Η ΔΑΣΚΑΛΑ ΜΕ ΤΑ ΧΡΥΣΑ ΜΑΤΙΑ»

 

Είναι αγάπη που αρπά σα θεριό και ξεσκίζει, κι είναι πάλι αγάπη που δίνεται.

«Η ΔΑΣΚΑΛΑ ΜΕ ΤΑ ΧΡΥΣΑ ΜΑΤΙΑ»

 

Η Όχτρα είναι οργανωμένη, πειθαρχημένη, πάνοπλη. Η Αγάπη είναι ανοργάνωτη, ξεθυμαίνει σε αισθηματισμούς, σε θρησκευτικούς εξορκισμούς. Τώρα ποιος θα οργανώσει, ποιος θ’ αρματώσει, θα κάμει σεβαστή την Αγάπη; Ο Χριστός το καταπιάστηκε με το καλό και δεν κατάφερε σπουδαία πράματα. Όμως πάλι αν γίνει με το στανιό, τότε παύει νάναι Αγάπη. Δεν καταλαβαίνω.

«Η ΖΩΗ ΕΝ ΤΑΦΩ»

 

 

Έρωτας θα πει μονομαχία δύο κυττάρων. Ποιο να φάει, ν’ αφομοιώσει το άλλο. Καμιά συνεννόηση δε χωρεί ανάμεσα στο νικητή και στο νικημένον άλλη, απ’ την υποταγή. Αυτό που λέμε συνεννόηση είναι μια σχετική έννοια, που είναι συνθεμένη από εκκεχειρίες, δειλίες και υποχωρήσεις.

«Η ΔΑΣΚΑΛΑ ΜΕ ΤΑ ΧΡΥΣΑ ΜΑΤΙΑ»

  

«Ο πατέρας μου»

Τ’ αγαπούσε ο μακαρίτης ο πατέρας τα δέντρα. Τα δέντρα και τις ρίμες. Ώσπου πέθανε μου ‘γραφε στίχους της ξενιτιάς κάτω από τα καλλιγραφημένα γράμματά του, κι ώσπου πέθανε, φύτευε δέντρα, κλήματα και λουλούδια, παντού όπου λάχαινε. Όχι να πεις για συμφέρο, μόνο έτσι από μεράκι. Καρπερά θέλεις, στολιστικά θέλεις. Στα χωράφια μας, στους δρόμους του χωριού, στον αυλόγυρο της εκκλησιάς. Ακόμα έβαζε ρίμες μπροστά στις ξένες πόρτες, στις ξένες αυλές. Σαν έμαθα πως συχωρέθηκε, στοχαζόμουν πως γι’ αυτόν η πιο καλόδεχτη συνοδειά στο ξόδι θα του ήταν, αν γινότανε βολετό, να περπατήσουν και να πάνε να τον ξεπροβοδίσουν ως την Αγιά Σωτήρα όλα αυτά τα δεντρικά, που φύτεψε κι ανέστησε στη ζωή με τ’ άγια χέρια του. Σαν πήγα να προσκυνήσω στο μνήμα του, βρήκα μια παπαρουνιά να κοκκινολογά στο χώμα, γεμάτη κόμπους και λουλούδια. Έσκυψα να τη βγάλω, να την πάρω μαζί μου σε μια γλάστρα. Και την ίδια στιγμή το μετάδα, τράβηξα πίσω το χέρι. Μου φάνηκε πως το λουλούδι έφτανε ως στην καρδιά του. Φοβήθηκα πως άμα το τραβήξω από το χώμα θα δω να στάζουν αίματα οι σπασμένες ρίζες. (Ο Θεός που αγαπά τα δέντρα και τα λουλούδια σαν παιδιά του ας τον αναπάψει σε τόπο χλοερό).

«Ο ΒΑΣΙΛΗΣ Ο ΑΡΒΑΝΙΤΗΣ»

 

Χαραλάμπης Σταματόπουλος: ο πατέρας του Μυριβήλη (Ι)

Το πρώτο λογοτεχνικό, να πούμε, κείμενο, που διάβασε μικρός, στα δέκα του χρόνια, ο Μυριβήλης, με αληθινό χτυποκάρδι, ήταν τα προς τη μητέρα του ερωτικά γράμματα του πατέρα του, που τα ξετρύπωσε απ’ την καρυδένια κασέλα, «όλα όπως γράφει σε γαλάζιο ακριβό χαρτί δεμένα με μια βυσινιά ξεθωριασμένη κορδέλα. Κρατούσα και διάβαζα το πρώτο, όλο σε ρίμες γραμμένο και πάνω κάτω δυο άσπρα περιστεράκια να φιλιούνται». Τότε του γεννήθηκε και η διάθεση να συνθέσει και να διηγηθεί στον πατέρα του μια καταπληχτική ιστορία, μια φαντασία μεγάλη και κάμποσο τρομαχτική.(…)
Ο πρώτος λοιπόν που μύησε το μεγάλο κατοπινό συγγραφέα στη λογοτεχνία ήταν αυτός ο απλός και αισθηματικότατος πατέρας.
Στα χρόνια της ακμής του ο Χαραλάμπης Σταματόπουλος πρωτοστάτησε σαν πατριώτης με τον Σπ. Αναγνώστου και άλλους Σκαμνιώτες. Τους τραβήξανε οι Τούρκοι σ’ ένα φοβερό βάραθρο έξω απ’ το χωριό για να τους σκοτώσουν. Σωθήκανε από τύχη. Οι αγώνες, ο πατριωτισμός του πατέρα του και του δασκάλου του αναφτέρωσε τα εφηβικά χρόνια του Μυριβήλη και τον έφερε εθελοντή στους απελευθερωτικούς πολέμους του 1912-13. Είναι χαρακτηριστικό αλλά και απόλυτα σωστό, όπως εξακρίβωσα απ’ τη στοματική επιτόπια παράδοση, αυτά που γράφει ο Μυριβήλης στη «Ζωή εν τάφω» για τον πατέρα του ότι «κέρασε όλο τον κόσμο στου Σαράντου τον καφενέ, στα ’12, σαν έφυγα απ’ το σκολειό και πήγα εθελοντής στους Βαλκανικούς. Τούγραφα απ’ το νοσοκομείο της Σαλονίκης, πως έχω μια λαβωματιά βουργάρικη στο πόδι. Τον έπιασαν τα κλάματα και φώναξε στον καφετζή, σκουπίζοντας τα μάτια του, με το μεγάλο μαβί μαντήλι: Πούσι! Τσέρασι ούλου τουν καφινέ για του πιδίμ που λαβώθ’ τσι…».

ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΑΛΕΤΑΣ «Ο ΜΥΡΙΒΗΛΗΣ ΤΗΣ ΜΥΤΙΛΗΝΗΣ»
ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ τ. 1033, 1/7/1970

 

Χαραλάμπης Σταματόπουλος: ο πατέρας του Μυριβήλη (ΙΙ)

Με τις μικρές του δυνάμεις ο Χαραλάμπης Σταματόπουλος και με τις τρεις κόρες, δεν μπόρεσε να βοηθήσει πιο πέρα απ’ το γυμνάσιο, στις σπουδές του τον πρωτότοκο γιο του. Όταν τον είδε να θριαμβεύει σαν δημοσιογράφος και λογοτέχνης, σήκωσε ψηλά τα μάτια του και προσκύνησε, γιατί ως τότε τον θεωρούσε χαμένο. Κυνηγούσε, κυριολεκτικά ρουφούσε στο καφενείο του χωριού τα χρονογραφήματά του μόλις ερχόταν το ταχυδρομείο. Κι όταν του μιλούσαν γι’ αυτά με θαυμασμό οι συγχωριανοί του, γελούσε με ικανοποίηση και πρόσθετε: «Είδες! είδες! πού πάει και τα βρίσκει το παλιόπαιδο!… και όλα τα καταστρώνει τόσο όμορφα!…» Ένα ήταν στην αρχή το παράπονό του. Ότι άλλαξε το όνομά του. Είδε όμως γρήγορα πως το ψευδώνυμο αντιπροσώπευε καλύτερα το πραγματικό του όνομα κι όταν, καθώς περνούσε καβάλα στο γαϊδουράκι, σε μια παρέα περαστικών απ’ τα πλησιόχωρα σφύριξε ένας τους: «Παιδιά, ο πατέρας του Μυριβήλη…» ο γέρος ντράπηκε για τη δόξα του κι έδωσε μια βιτσιά στο γαϊδουράκι του και χάθηκε μέσα στις ροδοδάφνες και τις αλυγαριές της ρεματιάς, ενώ τον παρακολουθούσαν με θαυμασμό τα βλέμματα των περαστικών. Κι όταν στα 1915 παρουσιάστηκε με επιτροπή συγχωριανών του στο Βενιζέλο, ο Χαραλάμπης Σταματόπουλος συστήθηκε ως πατέρας του Μυριβήλη, και ο Βενιζέλος χάρηκε: «Α! του είπε, πολύ τον εκτιμώ τον Μυριβήλη, είναι δύναμις, είναι νέος με μέλλον. Να σας ζήσει…»

ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΑΛΕΤΑΣ «Ο ΜΥΡΙΒΗΛΗΣ ΤΗΣ ΜΥΤΙΛΗΝΗΣ»
ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ τ. 1033, 1/7/1970

 

Στράτης Μυριβήλης: Το ευτύχημα της αγραμματοσύνης του ελληνικού λαού

…Αν ύστερα από ένα αιώνα αντεθνικής εκπαίδευσης σώζεται ακόμα ακμαίο και δυνατό στις βιολογικές εκδηλώσεις του το ελληνικό έθνος, το χρωστάμε στο ευτύχημα της αγραμματοσύνης του ελληνικού λαού. Και εννοώ τον γνήσια αγράμματο λαό, που εξακολουθεί να μας απομένει ο μοναδικός θεματοφύλακας του εθνικού πολιτισμού, και να διατηρεί μέσα στη σοφή άγνοιά του όλα τα νήματα της φυλετικής μας συνέχειας. Αν αυτά τα εκατό χρόνια τα κατάφερναν οι δάσκαλοι να περάσουν από το ανθελληνικό τεζάχι τους όλα τα εκατομμύρια των ρωμιών, σήμερα δε θα υπήρχαμε πάνω στη γη σα φυλή με αυτοτελή φυσιογνωμία καταγωγής και πολιτισμού.
Το πανεπιστήμιο στάθηκε ο μεγάλος οχτρός της εθνικής ψυχής. Αυτό χτύπησε κατακέφαλα καθετί που ήταν η γνήσια και ατόφια κληρονομιά του γένους. Γλώσσα, ήθη και έθιμα, μουσική, χορούς, βιοτεχνία, λαϊκές τέχνες, παραδόσεις και θρύλους. Γιατί όλα αυτά τα καταδίωξε το πανεπιστήμιο με φανατισμό, με σύστημα και με πάθος, που ποτές, κανένας καταχτητής δεν τόφτασε, απ’ όσους μας τσαλαπάτησαν μέσα στην αιώνια Ιστορία μας. Από κει βγήκαν και σκόρπισαν σ’ όλες τις πολιτείες, σ’ όλα τα νησιά, στα χωριά και στα βουνά και στ’ ακρογιάλια της Ελλάδας, οι φοιτητές, οι γιατροί, οι δικηγόροι, οι υπουργοί της παιδείας, οι καθηγητές των γυμνασίων και οι δάσκαλοι των δημοτικών σχολειών, όλοι φανατισμένοι καταλυτές της ζωντανής Ελλάδας, όλοι κήρυκες της επιστροφής προς μιαν Αρχαίαν Ελλάδα – Βρυκόλακα, προς μιαν Αρχαίαν Ελλάδα – τάφο, προς μιαν Αρχαίαν Ελλάδα – Νεοελληνοφάγο. Καμιά κοροϊδία δεν ήταν αρκετή για τη γλώσσα, για τα φερσίματα, για τη ντυσιά, για τα τραγούδια, για τις παραδόσεις του αγράμματου γονιού, από μέρους του γιου του που τον έστειλε να σπουδάσει, και γύριζε από τη μια μεριά αρνητής και οχτρός κάθε παράδοσης και κάθε συνέχειας φυλετικής, κι από την άλλη οπλισμένος με το κύρος του σπουδαγμένου και με την επιβεβαίωση του τυπωμένου βιβλίου, που ακόμα πριν από λίγα χρόνια είχε το κύρος της Αγίας Γραφής, γιατί μόνο τα θρησκευτικά βιβλία έβλεπε τυπωμένα και τάκουγε στην εκκλησία ο ελληνικός λαός.
Το αρχαιόπληχτο πανεπιστήμιο όμως στάθηκε στο δρόμο του έθνους μόνο σαν άρνηση της ψυχικής ζωής. Στυλίτεψε, καταράστηκε, αφόρεσε τη γνήσια ελληνική ζωή, χτύπησε με μανιακή λύσσα όλες τις μορφές αυτής της ζωής σα μορφές βάρβαρες, όμως δεν είχε τι να προσφέρει σε αντάλλαγμα για τις αξίες που καταργούσε, έξω από μια παγωμένη γλώσσα, που έπαιζε τραμπάλα ανάμεσα στην αρχαία και τη νέα και παρίστανε την αττική γλώσσα. ..

ΣΤΡΑΤΗΣ ΜΥΡΙΒΗΛΗΣ, απόσπασμα από κείμενό του στο περιοδικό
ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ τ. 318, 15/3/1940

 

Ο Μυριβήλης για τον άνθρωπο:

Όσοι είναι οι ανθρώποι τόσω λογιών είναι και τα μεράκια που τους παιδεύουν.

«Η ΠΑΝΑΓΙΑ Η ΓΟΡΓΟΝΑ» 

 

Δεν είναι κακοί οι άνθρωποι, φτάνει να καταλάβει ο ένας τον άλλο.

«Η ΠΑΝΑΓΙΑ Η ΓΟΡΓΟΝΑ» 

 

Κανένας άνθρωπος δε γίνεται να ξεδιαλύνει ποτές ατός του το μυστήριο του εαυτού του.

«Η ΠΑΝΑΓΙΑ Η ΓΟΡΓΟΝΑ» 

 

Έτσι πλάστηκε από θεού ο άνθρωπος, να συνταιριάζεται με το κάθε τι, μα καλό είναι μα κακό. Αν δεν ήταν έτσι θα τρελαινόταν όλος ο κόσμος με τ’ ανεπάντεχα που τόνε βρίσκουν κάθε τόσο.

«Η ΠΑΝΑΓΙΑ Η ΓΟΡΓΟΝΑ» 

 

Φαίνεται πως είναι φυσικό στον άνθρωπο η λύπηση νάναι θεμελιωμένη πάνω στην υποταγή. Σαν αρχίσει και σηκώνει κεφάλι ο ευεργετημένος, γίνεται αντιπαθητικός.

«Η ΠΑΝΑΓΙΑ Η ΓΟΡΓΟΝΑ» 

 

Ο Μυριβήλης για την προσευχή:

Ω! Ας ήτανε Θεός στον ουρανό, μονάχα για ν’ ακούσει τούτη την προσευκή μου κ’ εγώ θα του συχωρνούσα όλες τις δυστυχίες που αφήνει να δέρνουν έτσι αλύπητα τους ανθρώπους.

«Η ΖΩΗ ΕΝ ΤΑΦΩ»

 

Κύριε, ικετεύω σε, λυπήσου τις αμαρτίες μου. Μη μου τις συγχωρέσεις, γιατί μέσα στη συγχώρεση είναι η λήθη.

«ΠΤΕΡΟΕΝΤΑ»

 

Δεν προσευχήθηκα ποτέ στις κρίσιμες ώρες της ζωής μου. Δεν αιστάνθηκα ποτέ την ανάγκη. Δεν μ’ αρέσουν οι μονόλογοι, προπάντων στις τραγωδίες.

«Η ΖΩΗ ΕΝ ΤΑΦΩ»

  

Σ. Μυριβήλης: η απορία του Φόρτη

Ο Θεός ήξερε χιλιάδες χρόνια πριν από τον Έντισον την ηλεχτρική λάμπα και το γραμμόφωνο, ήξερε ακόμα τις μάσκες με τα τεχνητά δόντια και τα σάντουιτς και τις αυτόματες μηχανές που σε σερβίρουν μ’ ένα σέντσι. Τώρα, γιατί άφησε τόσα χρόνια τον κόσμο να παιδεύεται με το λυχνοστάτη και με τη λάμπα του πετρελαίου που γεμίζει τα ρουθούνια καπνιές; Και σαν τ’ αποφάσισε να φανερώσει τα μυστικά του, γιατί τα φανέρωσε στους Αμερικάνους, που δε είναι καν ορθόδοξοι χριστιανοί; Ε, αυτό πάλι είναι άλλος λογαριασμός.

«Η ΠΑΝΑΓΙΑ Η ΓΟΡΓΟΝΑ»

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: