αναφορά στον Γιώργο Σεφέρη

Η  σημερινή ανάρτηση περιλαμβάνει, ατάκτως ερριμμένα, αποσπάσματα από άρθρα του ελληνικού τύπου στα οποία αναφέρεται το όνομα του Γ. Σεφέρη.

  
Ο Νάνος Βαλαωρίτης για τον Σεφέρη:

– Με τον Σεφέρη είχατε στενή σχέση, έτσι δεν είναι;
– Πολύ, ναι. Ημουν και ο πρώτος μεταφραστής του. Και η τότε επιτυχία του ήταν έκπληξη για τους Αγγλους. Δεν ξέρανε ότι είχαμε ποίηση. Νόμιζαν ότι είμαστε ψαράδες, βοσκοί και χαρτοκλέφτες. Μέχρι που εμφανίζεται ένας ποιητής αντάξιος του Ελιοτ και ο Ελιοτ τον επαινεί με πολλή φινέτσα. Ο Σεφέρης κέρδισε τους κριτικούς, κέρδισε το Νομπέλ και μετά χάθηκε, γιατί οι ξένες λογοτεχνίες είναι αδίστακτες. Θέλουν διαρκώς κάτι νέο. Το ίδιο συνέβη και με τον Ελύτη. Αν δεν αποκτήσει κάποιος τη φήμη του Κάφκα ή του Καβάφη, θα μείνει ένα θολό πρόσωπο, μισοβυθισμένο στην ιδιαιτερότητα της μικρής περιφερειακής λογοτεχνίας. Οι μικρές λογοτεχνίες εξαρτώνται από τους μεταφραστές. Οι μεταφραστές και οι νεοελληνιστές έχουν τις δικές τους αντιλήψεις για την ελληνική λογοτεχνία και οι περισσότερες είναι ξώφαλτσες. Γράφουν ιστορίες της λογοτεχνίας και δεν ξέρουν τη λογοτεχνία.

απόσπασμα από συνέντευξη του ΝΑΝΟΥ ΒΑΛΑΩΡΙΤΗ στην ΟΛΓΑ ΣΕΛΛΑ
ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 17/1/2010

 

«Για ποια πυρκαγιά μιλάς;»

Το πούλμαν αναχωρεί από τον Τσεσμέ με τελικό προορισμό τη Σμύρνη. Η τουρκάλα ξεναγός μας λέει σε σπαστά ελληνικά: «Καλώς ορίσατε στα χώματά σας, καλώς ορίσατε στους τόπους των προγόνων σας». Λίγη ώρα μετά κάνουμε στάση στα Βουρλά.
Εδώ κάποτε ζούσαν 35.000 Ελληνες, λέει η ξεναγός, αλλά εγκατέλειψαν την περιοχή έπειτα από μια μεγάλη πυρκαγιά. Εδώ μεγάλωσε ο Γιώργος Σεφέρης. Από κείνη τη… «φωτιά» γλίτωσε το σπίτι του μεγάλου έλληνα ποιητή και το καφενείο που ήταν το στέκι του. Το σπίτι του έγινε «Ξενοδοχείο Γ. Σεφέρη» και ο Μουσταφά κρατάει το στέκι του ανοιχτό. Ζεστό τσάι, καφές και τσιγάρο. Φεύγουμε και η ξεναγός συνεχίζει να μιλάει για τη μεγάλη «πυρκαγιά». Ενας ηλικιωμένος τη διακόπτει… «Σφαγή έγινε, κοπέλα μου, για ποια πυρκαγιά μιλάς τόση ώρα;»

απόσπασμα από το άρθρο της ΓΕΩΡΓΙΑΣ ΛΙΝΑΡΔΟΥ «ΑΥΤΟΙ ΟΙ ΑΓΝΩΣΤΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ»
εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 25/12/2009

 

Α. Τάσσος «Ερωτικό» για το Άσμα Ασμάτων του Γ. Σεφέρη

Για το Άσμα Ασμάτων, σε μετάφραση Σεφέρη και εικονογράφηση Τάσσου:

Πότε γράφτηκε το «Ασμα Ασμάτων»; Σημειώνει στον πρόλογό του ο Σεφέρης: «… η εποχή της συναρμολόγησης του ποιήματος πρέπει να είναι ο Δ’ π.Χ. αιώνας. Τότε ένας Ιεροσολυμίτης συντάκτης με εμμονή την ανάμνηση του Σολομών ενσωμάτωσε διάφορα ιουδαϊκά κομμάτια με στοιχεία από το Μοάβ ή και από τη Συρία σ’ αυτό το σύνολο, όπου είναι αισθητές και οι ελληνικές επιρροές».
Γράφτηκε σε εβραϊκή -αραμαΐζουσα (σημιτική) γλώσσα και μεταφράστηκε στην ελληνιστική από τους «Εβδομήκοντα», μια επιτροπή από Ιουδαίους ελληνιστές.
Προσθέτει ο Σεφέρης:
«Δεν νομίζω πως χρειάζεται, ούτε είναι δουλειά μου, να επιβαρύνω αυτό το σημείωμα με περισσότερες φιλολογικές λεπτομέρειες. Μόνο θα έπρεπε να προσθέσω πως το Ασμα, μολονότι ξεκίνησε από την ποιμενική Αφροδίτη και υμνεί με πάθος εξαιρετικά έντονο τον ερωτικό πόθο και τη λαχτάρα του αποχωρισμένου από τον αγαπημένο του, μολονότι δεν μνημονεύει διόλου τη σχέση του ανθρώπου με το Θεό, βρήκε ωστόσο -όχι χωρίς συζητήσεις είναι αλήθεια- μια θέση στον Κανόνα της Παλαιάς Διαθήκης».
Το «Ασμα» είναι ένα γαμήλιο τραγούδι, που βλάστησε σ’ έναν ποιμενικό λαό, τον λαό της Παλαιστίνης. Τα δε πρόσωπα που πρωταγωνιστούν είναι η Νύφη, ο Αντρας και ο Χορός από γυναίκες ή και άντρες. Μερικοί στίχοι:
«Να με φιλήσει»…
«Η Νύφη: Να με φιλήσει με τα φιλιά του στόματός του! / Η αγκάλη σου είναι πιο καλή από το κρασί / κι η ευωδιά των μύρων σου απ’ όλα τα αρώματα / μύρο χυμένο τ’ όνομά σου / γι’ αυτό σ’ αγαπούν οι κοπέλες. / Πάρε με, τρέχουμε πίσω σου! (…) Ο Αντρας: Ομορφη που είσαι αγαπημένη, / όμορφη που είσαι. / Τα μάτια σου είναι περιστέρια». «Η Νύφη: Ομορφος που είσαι αγαπημένε, / πόσο μεστός. Η κοίτη μας είναι φυλλωσιά».
Ως βουκολικό ποίημα το «Ασμα Ασμάτων» περιέχει εικόνες που θα ξένιζαν μια κοπέλα των ημερών μας, αν άκουγε τον αγαπημένο της να παρομοιάζει τα μαλλιά της με «…κοπάδι γίδια / που ροβολούν απ’ το Γαλαάδ», τα δόντια της «… προβατίνες κουρεμένες / που ανέβηκαν απ’ το λουτρό», ενώ τα βυζιά της «δυο νεβροί/ δίδυμοι της ζαρκάδας/ που βόσκουν μες στα κρίνα».
Ακολουθούν ωστόσο στίχοι που αντέχουν σε όλους τους καιρούς: «Η αγκάλη σου είναι πιο καλή από το κρασί/ κι η ευωδία των μύρων σου απ’ όλα τα αρώματα./ Μέλι στάζει απ’ τα χείλη σου νύφη/ μέλι και γάλα κάτω από τη γλώσσα σου/ κι η ευωδιά της φορεσιάς σου σαν την ευωδιά του Λιβάνου».

απόσπασμα από το άρθρο του ΔΗΜΗΤΡΗ ΓΚΙΩΝΗ «ΑΣΜΑ ΑΣΜΑΤΩΝ, ΤΟ ΥΠΕΡΟΧΟ»
εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 2/1/2010

  

«Οι παρηκμασμένες εποχές βρίσκουν την έκφρασή τους σε παρηκμασμένους εκπροσώπους»
Γ. Σεφέρης
Σε αυτή την έξοχη ρήση του Σεφέρη, νομίζω συμπυκνώνεται και εντοπίζεται το μέγα πρόβλημα του τόπου, που κατά τη γνώμη μου έχει να κάνει με τη διατάραξη της αισθητικής μας ισορροπίας, που συμπαρασύρει όλες τις άλλες, και σημαίνει ανατροπή όλου του ιεραρχημένου κώδικα αξιών.

απόσπασμα από άρθρο του ΗΛΙΑ ΑΝΔΡΙΟΠΟΥΛΟΥ «Η ΤΕΧΝΗ ΤΗΣ ΠΑΡΑΚΜΗΣ ΚΑΙ Η ΠΡΩΤΟΠΟΡΙΑ»
εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 7/9/2009

  

 

Ξυλογραφία του Α. Τάσσου για το «Άσμα Ασμάτων»

«Διάκειται εχθρικώς»

Γνωρίζαμε ότι ο Γ. Σεφέρης είχε κάνει τη γνωστή του δήλωση, γνωρίζαμε τη σχέση του με προοδευτικούς διανοούμενους, γνωρίζαμε τη συμμετοχή του στον τόμο «Δεκαοκτώ κείμενα». Αλλά δεν γνωρίζαμε ότι το χουντικό υπουργείο Εξωτερικών είχε αποφασίσει να μην ανανεώσει τα διπλωματικά διαβατήρια του ζεύγους Σεφέρη και να αφαιρέσει από τον ποιητή τον τίτλο του «πρέσβεως επί τιμή». Κατάφερε να πάρει κανονικό διαβατήριο, λίγο αργότερα, και να ταξιδέψει στο Παρίσι για λόγους υγείας. Πάντως, στο υπουργείο Εξωτερικών είχε ήδη σχηματιστεί φάκελος με τα εξής στοιχεία: «Προ της 1.4.67 ενεφορείτο υπό υγιών κοινωνικών φρονημάτων. (…) Είναι μεταξύ των συγγραφέων του ενταύθα και υπό τον τίτλον “Δεκαοχτώ Κείμενα”, κυκλοφορήσαντος Λογοτεχνικού Βιβλίου. Διάκειται εχθρικώς προς την Επανάστασιν». Στο μεταξύ, οι εφημερίδες που υποστήριζαν τη χούντα κατηγορούσαν τον Σεφέρη ότι «για χάρη του Νομπέλ είχε ξεπουλήσει το Κυπριακό και ότι ήταν συνοδοιπόρος του Μακαρίου που είχε εγκαταλείψει τον αγώνα για την Ενωση».

απόσπασμα από το άρθρο της ΟΛΓΑΣ ΣΕΛΛΑ «ΔΙΑΚΕΙΤΑΙ ΕΧΘΡΙΚΩΣ»
εφημερίδα «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ» 11/4/2009

 

 

Ο Μ. Θεοδωράκης μιλάει στον Γ. Λιάνη:

– Ο Ρίτσος μού είχε εξομολογηθεί ότι το θεωρούσε ιεροσυλία να έμπαιναν σε λαϊκά κέντρα ο «Επιτάφιος», τα «άγια των αγίων» του λαού μας.

«Ετσι είναι. Και νομίζω ότι το στοιχείο που απώθησε, τόσο τον Ρίτσο όσο και τον Σεφέρη, ήταν η φωνή του Μπιθικώτση και το μπουζούκι του Μανώλη Χιώτη. Τους ήταν αδιανόητο να βλέπουν την ποίησή τους ντυμένη με τα λαϊκά μουσικά ρούχα των τραγουδιών του Τσιτσάνη, που τα άκουγες τότε σε περιθωριακά μουσικά κέντρα προορισμένα για τους φτωχούς εργαζομένους των συνοικιών. Τότε το αφτί των αστών (ακόμη και των αριστερών διανοουμένων) είχε συνηθίσει να ακούει βιολιά, σαξόφωνα και άλλα “ευγενή” μουσικά όργανα. Τις δε φωνές τις ήθελε βελούδινες, απαλές, γλυκερές. Ευρωπαϊκές! Να όμως που το αφτί τελικά συνηθίζει, φθάνει να ξέρεις εσύ με ποιους τρόπους θα το οδηγήσεις να δεχθεί μελωδίες, φωνές και όργανα στην ουσία καθαρά ελληνικά. Το κύμα της αποδοχής του “Επιτάφιου” (και των υπόλοιπων έργων) υπήρξε τόσο πλατύ, βαθύ και ισχυρό, που παρέσυρε ακόμη και τους πιο επιφυλακτικούς, όπως ήταν λ.χ. ο Σεφέρης, που με παρακάλεσε να περάσουμε μια ολόκληρη νύχτα πηγαίνοντας από το ένα λαϊκό κέντρο στο άλλο, για να απολαμβάνει σαν μικρό παιδί το “Περιγιάλι”».

Απόσπασμα από συνέντευξη του ΜΙΚΗ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ στον ΓΙΩΡΓΟ ΛΙΑΝΗ
εφημερίδα «ΤΟ ΒΗΜΑ» 10/6/2009

 

«Κύριε, βοήθα να θυμόμαστε/ πώς έγινε τούτο το φονικό/ την αρπαγή, το δόλο, την ιδιοτέλεια,/ το στέγνωμα της αγάπης./ Κύριε, βοήθα να τα ξεριζώσουμε…», γράφει ο Γιώργος Σεφέρης στο ποίημά του «Σαλαμίς της Κύπρου».
Και δεν αναφέρεται στα δεινά που βρήκαν τη μεγαλόνησο, με τις μυκηναϊκές ρίζες, το 1974, αλλά σε προηγούμενα, καθώς δεν υπήρξε βάρβαρος ή μη που, στην τρισχιλιόχρονη Ιστορία της, να μην την ορέχτηκε: Ασσύριοι, Αιγύπτιοι, Πέρσες, Ρωμαίοι, Βυζαντινοί, Φράγκοι, Βενετσιάνοι, σταυροφόροι, Τούρκοι, Αγγλοι…

απόσπασμα από το άρθρο του ΔΗΜΗΤΡΗ ΓΚΙΩΝΗ «ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ Ο ΚΑΗΜΟΣ»
εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 13/6/2009

 

Ο Γιώργος Σεφέρης μού έμαθε ότι η ποίηση είναι το σπίτι της αλήθειας. Εγώ από τον Σεφέρη έμαθα γράμματα. Όχι στο σχολείο. Μετά, στην μεταπολεμική ποίηση είχα δασκάλους τον Σαχτούρη και τον Σινόπουλο. Αυτούς τους δύο κυρίως. Με την ευρύτερη έννοια, δασκάλους.

απόσπασμα από συνέντευξη του ΓΙΑΝΝΗ ΚΟΝΤΟΥ
εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ» 11/7/2009

 

…Ο Σεφέρης έγραψε τον στίχο: «Είπες εδώ και χρόνια: «Κατά βάθος είμαι ζήτημα φωτός»». Δεν ξέρω ακριβώς το νόημά του. Θεωρώ άλλωστε ότι η ποίηση δεν πρέπει να ερμηνεύεται. Αρκεί να μας αγγίζει. Το σημαντικό είναι ότι το φως, με αυτό ή το άλλο νόημά του, με εκείνον ή τον άλλο συμβολισμό του, διαπερνά την ελληνική και την ξένη ποίηση, αλλά και τους χώρους της Τέχνης. Σε έναν βαθμό, είναι ο δημιουργός ή ο συνοδός της Τέχνης, όπως είναι και της ζωής. Μιλώντας όμως για το φως, δεν πρέπει να ξεχνάμε τον ρόλο που έχει επίσης το σκοτάδι. Οπως μάλιστα λέει η Φυσική, και στο πιο βαθύ σκοτάδι υπάρχει κάποιο φως.

απόσπασμα από συνέντευξη που έδωσε ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΑΚΗΣ στην Κ. ΑΓΓΕΛΙΔΑΚΗ
εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 19/6/2009

 

Ο Σεφέρης ήταν αυτός που αναρωτιόταν στην Ελένη του «Τι είναι Θεός; Τι μη Θεός και τι τ’ ανάμεσό τους;».

απόσπασμα από το άρθρο του Γ. ΑΡΙΣΤΗΝΟΥ «ΠΕΡΙ ΘΡΗΣΚΕΙΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΔΕΙΝΩΝ»
εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 12/6/2009

 

Πολλοί λένε, γιατί να ψάχνουμε «τι θέλει να πει ο ποιητής». Το δικαίωμα του αναγνώστη απαιτεί ό, τι καταλαβαίνει ο καθένας. Αυτό είναι λάθος. Γιατί ένα σημαντικό έργο τέχνης έχει πολλά επίπεδα ανάγνωσης. Κάθε λέξη, και ιδιαιτέρως η ελληνική, είναι φορέας μακράς ιστορίας, «βεβαρημένη» (λέει ο Αργυρίου) με πολλά και διαφορετικά μηνύματα. Και μπορεί, οι γενεές να φυτρώνουν και να σωριάζονται σαν τα φύλλα, τα έθνη να σβήνουν από το πρόσωπο της γης. Η τέχνη όμως μένει. Επομένως, κάθε εποχή δίνει το δικό της νόημα στην τέχνη, και όλα μαζί τα νοήματα συνθέτουν τις ψηφίδες της αλήθειας της.
Και επειδή η ποίηση είναι η «τέχνη των υπονοουμένων», με το ερώτημα «τι θέλει να πει ο ποιητής», αναζητούμε τις προθέσεις του. Ο Ουμπέρτο Εκο, που έχει πλουτίσει τη βιβλιογραφία μας με πολλά κείμενα πάνω στο είδος, έκανε λόγο για τριών ειδών –intentiones– προθέσεις. Την intentio – πρόθεση του δημιουργού, την πρόθεση του έργου, την πρόθεση του αναγνώστη. Ανάλογα με τις καλλιτεχνικές τάσεις και τις εποχές, δόθηκε μεγάλη σημασία, άλλοτε στον δημιουργό, άλλοτε στο έργο και τα τελευταία χρόνια, στον αναγνώστη. Οταν ρώτησαν τον Σεφέρη «και ο αναγνώστης τι πρέπει να κάνει;», ο Σεφέρης απάντησε: «Ε! Κάτι πρέπει να κάνει και αυτός!». Ο Εκο έδινε, βέβαια, το δικαίωμα στον αναγνώστη, «κάτι να κάνει και αυτός», αλλά επεσήμαινε ότι κάθε έργο έχει μέσα του τα κλειδιά της ερμηνείας του και ότι δεν πρέπει να αφήσουμε την ερμηνεία στην αυθαιρεσία του όποιου αναγνώστη εκτός και αν αυτός είναι ο «επαρκής αναγνώστης» (lecteur sufissant ή ideal reader), δηλαδή, αυτός που κοιμάται και ξυπνάει με την αγωνία της ερμηνείας, οπότε, κατά τα λεγόμενα του Σεφέρη, «θα βάλει κάτι από τον εαυτό του στο ποίημα που διαβάζει».
Αρα, κάθε ανάγνωση έχει μια δόση υποκειμενισμού. Για τον Οσκαρ Ουάιλντ, ο υποκειμενισμός είναι απαραίτητος, επειδή «η προσωπικότητα είναι το απολύτως ουσιώδες στοιχείο για μια πραγματική ερμηνεία». Οταν ο Rubinstein μας παίζει τη Sonata Appassionata του Beethoven, δεν μας δίνει μόνο τον Beethoven, αλλά και τον εαυτό του, τον Beethoven επανερμηνευμένο… Οταν ένας μεγάλος ηθοποιός παίζει Shakespear έχουμε την ίδια εμπειρία… Οι Αμλετ είναι όσες και οι μελαγχολίες», επομένως ό, τι δεν είναι υποκειμενικό του είναι αδιάφορο.
Ο Σεφέρης λέει πως ο ζωγράφος μας δίνει ένα νέο μάτι, ο μουσικός ένα νέο αυτί, ο ποιητής μια καινούργια αντίληψη. Κι ο κριτικός, επειδή ο ρόλος της κριτικής δεν είναι υποτελής και δισταχτικός, αλλά «μια πράξη πρωτογενής και σπουδαία, κάποτε όσο και η ποιητική πράξη», είναι αυτός που μας δίνει μια όψη της αλήθειας. Γιατί, «Δεν είναι βολετό στον άνθρωπο –περιορισμένος όπως είναι– να αποκαλύψει παρά ένα κομμάτι της αλήθειας, σε μια δοσμένη στιγμή. Και είναι φυσικό να θέλουμε, καθώς περνούμε μαζί με τον καιρό, και να γυρεύουμε και ν’ αγωνιζόμαστε για ν’ αποκαλύψουμε τη δική μας αλήθεια».
Και ποια είναι αυτή η αλήθεια; Η αλήθεια βρίσκεται, μέσα στο έργο και τα νοήματά του, αλλά και στα άλλα έργα που κληρονόμησε ο ποιητής από τους παλιούς και τα περιλαμβάνει στο δικό του έργο: Ο Σεφέρης αντλεί από τον Ομηρο, τον Πλάτωνα, τον Αισχύλο, τον Μακρυγιάννη, το Ευαγγέλιο και πολλούς άλλους, Ελληνες και ξένους. Επομένως, η κριτική πλαταίνει το μυαλό. Λέει πάλι ο Οσκαρ Ουάιλντ, «η κριτική κάνει το μυαλό ένα λεπτό και οξύ εργαλείο», είναι «τέχνη, δημιουργική και ανεξάρτητη», «δημιουργία εντός της δημιουργίας». Ο κριτικός κάνει απόσταξη σ’ ένα έργο και βγάζει την ουσία του, αναδημιουργεί το παρελθόν από το πιο μικρό θραύσμα γλώσσας ή τέχνης.

απόσπασμα από άρθρο της ΑΝΘΟΥΛΑΣ ΔΑΝΙΗΛ για το βιβλίο του ΧΡΗΣΤΟΥ ΑΝΤΩΝΙΟΥ «ΕΝΝΙΑ ΓΟΡΓΟΝΕΣ ΚΑΙ ΧΙΛΙΑΔΕΣ ΑΡΜΑΤΑ ΔΡΕΠΑΝΗΦΟΡΑ – ΣΠΟΥΔΗ ΣΤΟΝ ΣΕΦΕΡΗ»
εφημερίδα «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ» 6/1/2009

 

Το 1827, όταν ήταν μόλις 18 ετών, ο Ε. Α. Πόου τύπωσε στη Βοστώνη την πρώτη του ποιητική συλλογή Ταμερλάνος και άλλα ποιήματα. Στο εξώφυλλο του μικρού αυτού βιβλίου των 50 σελίδων εφέρετο ως συγγραφέας «ένας Βοστωνέζος». Την Παρασκευή 4 Δεκεμβρίου ένα αντίτυπο της συλλογής αυτής βγήκε σε δημοπρασία στις ΗΠΑ από τον οίκο Christie΄s και πουλήθηκε για 662.000 δολάρια. (ΟΤαμερλάνοςέχει μεταφραστεί στη γλώσσα μας από τον Τ. Κ. Παπατσώνη.)

Ο Πόου πέθανε 40 ετών, στις 7 Οκτωβρίου 1849, στο Νοσοκομείο Washington College. Τέσσερις ημέρες νωρίτερα τον είχαν βρει πεσμένο σε δρόμο της Βαλτιμόρης να παραληρεί. Ηταν τύφλα στο μεθύσι και φορούσε δανεικά ρούχα. Τα χρήματα για να πιει τα είχε εξασφαλίσει πουλώντας την ψήφο του. Λέγεται ότι στο νοσοκομείο μέσα στο παραλήρημά του καλούσε τον Ρέινολντς, έναν από τους ήρωές του, να έλθει και να του σώσει τη ζωή.

Η συμπλήρωση 200 χρόνων από τη γέννησή του φέρνει ξανά στο προσκήνιο τα περιστατικά της τραγικής ζωής ενός ανθρώπου που έζησε μέσα στη φτώχεια και στον αλκοολισμό και που μετά τον θάνατό του ο θανάσιμος εχθρός του Ρούφους Γουίλμοτ Γκρίσγουολντ κατάφερε να γίνει ο εκδότης των έργων του και να τον δυσφημήσει μετά θάνατον σε απίστευτο βαθμό, χαρακτηρίζοντάς τον «μεθύστακα» και «παράφρονα τοξικομανή». Η «κατάρα» του Γκρίσγουολντ κυνηγά ακόμη και σήμερα το φάντασμα του συγγραφέα. Ακόμη και σπουδαίοι αγγλόφωνοι συγγραφείς αμφισβήτησαν την ιδιοφυΐα και την αξία του, από τον Εμερσον και τον Μαρκ Τουέιν ως τον Χάξλεϊ, τον Πάουντ και τον Τ. Σ. Ελιοτ. Ο Γκρίσγουολντ για να στηρίξει τους ισχυρισμούς του παρέθεσε επιστολές του Πόου, οι οποίες όμως αποδείχθηκε έπειτα από χρόνια ότι ήταν πλαστές. Το στίγμα ωστόσο έμεινε. Ο Πόου παρά ταύτα, πέραν του ότι και σήμερα παραμένει στη χώρα του εξαιρετικά δημοφιλής (όπως άλλωστε και σε όλον τον κόσμο), τις μεγάλες τιμές τις γνώρισε στην Ευρώπη, στην οποία έτυχε απείρως μεγαλύτερης φήμης και αναγνώρισης, κυρίως λόγω των εξαίρετων μεταφράσεων των ποιημάτων του από τον Μποντλέρ. Και στην Ελλάδα φυσικά, όπου έχει μεταφραστεί πάμπολλες φορές. Αρκεί μόνο να θυμίσουμε ότι ο Σεφέρης έγραψε πάνω στο Κοράκι το δικό του Raven. Ας σημειωθεί ότι για το ποίημα τούτο, ένα από τα διασημότερα στον κόσμο, ο Πόου έλαβε ως αμοιβή το ποσό των 9 δολαρίων!

απόσπασμα από το άρθρο του ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΒΙΣΤΩΝΙΤΗ: «Η ΚΑΤΑΡΑ ΚΑΙ Η ΔΟΞΑ ΤΟΥ ΠΟΟΥ»
εφημερίδα «ΤΟ ΒΗΜΑ» 25/12/2009

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: