Archive for Μαΐου 2010

Ρέιτσελ Κόρι

31/05/2010

Η Αμερικανοεβραία Ρέιτσελ Κόρι σκοτώθηκε στη Λωρίδα της Γάζας το 2003, προσπαθώντας να αποτρέψει την κατεδάφιση σπιτιών Παλαιστινίων.          

 η φωτογραφία είναι από το http://www.tovima.gr             

«Βρίσκομαι εδώ για τα άλλα παιδιά. Βρίσκομαι εδώ γιατί νοιάζομαι. Βρίσκομαι εδώ γιατί τα παιδιά στον κόσμο υποφέρουν και γιατί 40.000 άνθρωποι πεθαίνουν από την πείνα κάθε ημέρα. […] Το όνειρό μου είναι να σταματήσει η πείνα στον κόσμο ως το έτος 2000»: Ενα κατάξανθο κοριτσάκι, μαθήτρια της 5ης Δημοτικού, έγραφε έκθεση ιδεών. Οσο μπόι τής έλειπε, τόση πυγμή είχε για να διαβάσει δυνατά τις κοινωνικές ανησυχίες της, την ώρα που οι συμμαθήτριές της ζωγράφιζαν λουλουδάκια στο λευκό περιθώριο του τετραδίου. Η Αμερικανοεβραία Ρέιτσελ Κόρι γεννήθηκε στις 10 Απριλίου 1979 στην Ολύμπια της Ουάσιγκτον των ΗΠΑ και πέθανε στις 16 Μαρτίου 2003, σε ηλικία 23 χρόνων, στη Λωρίδα της Γάζας. Για την ακρίβεια, καταπλακώθηκε από μια μπουλντόζα Caterpillar D9 των ισραηλινών δυνάμεων άμυνας στην προσπάθειά της να αποτρέψει την κατεδάφιση σπιτιών Παλαιστινίων σε κατοικήσιμη περιοχή της Ράφα, την οποία είχαν ορίσει ως ζώνη ασφαλείας. Τρία χρόνια μετά την προθεσμία που είχε η ίδια ορίσει για να αλλάξει ο κόσμος στη σχολική της έκθεση, η Ρέιτσελ βρέθηκε στην καρδιά των πιο τραγικών γεγονότων. Και έτσι απλά η καρδιά της σταμάτησε να χτυπάει. Τρεις ακτιβιστές που παρακολουθούσαν από μακριά την άνιση αναμέτρησή της με την μπουλντόζα έτρεξαν και άρχισαν να της δίνουν τις πρώτες βοήθειες. Είπε μόνο: «Η πλάτη μου έσπασε!». Τίποτε άλλο…         

από το άρθρο της Αστερόπης Λαζαρίδου «Από την Άννα Φρανκ στη Ρέιτσελ Κόρι»
εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ, 27/1/2010
          

        

          

            

Ακτιβιστές γέρνουν πάνω από το άψυχο σώμα της Κόρι, λίγες στιγμές αφότου το καταπλάκωσε η μπουλντόζα των ισραηλινών δυνάμεων άμυνας στη Λωρίδα της Γάζας.
(AP/INTERNATIONAL SOLIDARITY MOVEMENT)
η φωτογραφία είναι από το
http://www.tovima.gr              

«Εσύ με έφτιαξες, μαμά. Ασε με να πολεμήσω τα τέρατά μου… Δεν ξέρω αν αυτά τα παιδιά έχουν ζήσει ποτέ χωρίς τρύπες από οβίδες των τανκς στους τοίχους τους… Βρίσκομαι στην Παλαιστίνη μία εβδομάδα και δύο ώρες και ακόμη δεν μπορώ να συνηθίσω αυτό που βλέπω… Με πονάει ξανά όπως με πονούσε στο παρελθόν το πόσο φρικτός επιτρέπουμε να είναι ο κόσμος».          

Διαβάζοντας όσα έγραφε από μικρή η Ρέιτσελ Κόρι, καταλαβαίνει κανείς ότι ήταν ένα πλάσμα που λάτρευε τη ζωή. Λίγες ημέρες προτού πεθάνει, το ημερολόγιό της πλημμύριζε από αισιοδοξία, έλεγε ότι οι ακτιβιστές νικούν, ότι αποτρέπουν τις μπουλντόζες. Τη μοιραία ημέρα όμως φαίνεται ότι οι οδηγοί πήραν εντολή να σταματήσουν τα «αμερικανάκια». Αυτόπτες μάρτυρες είπαν ότι η Ρέιτσελ βρισκόταν στο οπτικό πεδίο του οδηγού, καθώς σκαρφάλωσε σε έναν μεγάλο σωρό από μπάζα. Ο οδηγός ισχυρίστηκε ότι δεν την είδε και ότι δεν είχε πρόθεση να κατεδαφιστεί κανένα σπίτι. Το κορίτσι ήταν συνεπές στα «πιστεύω» του ως την ύστατη στιγμή. Επέλεξε να θυσιαστεί για τα «πιστεύω» της. Τρελή ή ηρωίδα; Ηρωίδα που ήταν αρκετά τρελή για να πιστέψει ότι ο κόσμος μπορεί να αλλάξει.        

από το άρθρο της Αστερόπης Λαζαρίδου «Από την Άννα Φρανκ στη Ρέιτσελ Κόρι»
εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ, 27/1/2010           

        

Ο γνωστός Βρετανός ηθοποιός Άλαν Ρίκμαν και η δημοσιογράφος Κάθριν Βάινερ έφτιαξαν ένα θεατρικό έργο με βάση τα ημερολόγια της Ρέιτσελ Κόρι. Το έργο ανέβηκε στην Αθήνα από τη Μάνια Παπαδημητρίου. Τη Ρέιτσελ Κόρι ενσάρκωσε η Δήμητρα Σύρου.   

    

Το πλοίο Ρέιτσελ Κόρι του Free Gaza Movement ξεκίνησε από την Ιρλανδία, φορτωμένο με τσιμέντο, χαρτί και προμήθειες για μαθητές σχολείων καθώς και ιατρικό εξοπλισμό.       

    

        

 

«σεβαστή» διαμάχη

29/05/2010

Όλα ξεκίνησαν με ένα χρονογράφημα του Παύλου Νιρβάνα στη Νέα Εστία (1/3/1934), στο οποίο ο Νιρβάνας διατύπωνε αντιρρήσεις για την προσφώνηση «σεβαστός», την οποία χρησιμοποιούσαν αρκετοί συνάδελφοί του όταν απευθύνονταν στον ίδιο:

Ένας αγαπητός -όχι σεβαστός- συνάδελφος μούλεγε αυτές τις μέρες:
-Δεν καταλαβαίνω τι έχουν πάθει όλοι οι συγγραφείς που μου κάνουν την τιμή να μου στέλνουν τα βιβλία τους, και με γράφουν στην αφιέρωσή τους «σεβαστό». Κι αυτό δε συμβαίνει τώρα μόνο που έχω, τελοσπάντων, κάποια ηλικία. Γινότανε και όταν ήμουν πολύ νεώτερος. Και δεν είναι μόνο παιδιά που με γράφουν «σεβαστό». Με γράφουν έτσι και αρκετοί ηλικιωμένοι. Ακόμα και συνομήλικοί μου. Αλλά τι θα πη «σεβαστός», σε παρακαλώ; Και τι θέλουν να μου δείξουν όλοι αυτοί οι κύριοι, γράφοντάς με «σεβαστό»; Θέλουν να με περιποιηθούν ή να με κολακέψουν; Ποιος κολακεύεται, όμως, όταν του θυμίζουν τα χρόνια του; Διότι τα χρόνια σου σού θυμίζει εκείνος που σε τιτλοφορεί «σεβαστό». Και ο Μαθουσάλας ακόμα αμφιβάλλω πολύ αν θα δεχόταν ευχαρίστως τον αμφίβολον αυτόν τίτλο. Και όμως όλοι αυτοί οι κύριοι επιμένουν στο «σεβαστός», σα να χάθηκαν όλα τα άλλα επίθετα. Φαντάζονται πως κάνουν μια φιλοφρόνηση, ενώ, απλούστατα, χωρίς να το καταλαβαίνουν, κάνουν μια γαϊδουριά.
(…)
Το περίεργο όμως -το μεγάλο περίεργο- είναι ότι γίνεται τόση κατάχρηση σεβασμού σ’ έναν τόπο όπου ο σεβασμός είναι άγνωστος. Σ’ έναν τόπο που δεν υπάρχει κανένας πραγματικός σεβασμός ούτε σε πρόσωπα, ούτε σε πράγματα, ούτε σε αρχές, ούτε σε ιδέες, ούτε σε τίποτε αξιοσέβαστο όλα είναι «σεβαστά».

από το χρονογράφημα του ΠΑΥΛΟΥ ΝΙΡΒΑΝΑ
στο περιοδικό ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, τ. 173, 1/3/1934

 

Ο Κώστας Ουράνης θεώρησε τον εαυτό του θιγμένο από το παραπάνω χρονογράφημα και στο επόμενο τεύχος απάντησε στον Παύλο Νιρβάνα, γράφοντας, μεταξύ άλλων, τα εξής:

Τιτλοφόρησα κι εγώ τον κ. Νιρβάνα «σεβαστό φίλο», τόσο σε μια αφιέρωση βιβλίου μου όσο και σ’ ένα μου γράμμα στη «Νέα Εστία» σχετικό με τον Λεμπέγκ. Ομολογώ δε ότι εφανταζόμουν πως έκανα μια φιλοφρόνηση. Το χρονογράφημά του όμως δε μ’ έπεισε ότι έκανα μια γαϊδουριά.
Αν ο τίτλος του «σεβαστού» ενοχλεί τόσο πολύ τον κ. Νιρβάνα, γιατί του φέρνει την πικρόχολη σκέψη, ότι δεν είναι πια νέος, δε σημαίνει ότι το επίθετο αυτό περιέχει στην ουσία του την έννοια του «ηλικιωμένου». Σεβαστός λένε τα λεξικά είναι ο ά ξ ι ο ς σεβασμού.
(…)
Ανεξαρτήτως όλων αυτών, η ενόχληση του κ. Νιρβάνα από τον τίτλο του «σεβαστού», μου μένει ακατανόητη και για ένα άλλο λόγο. Του θυμίζει, γράφει τα χρόνια του. Τα χρόνια όμως δεν είναι ζήτημα μνήμης ώστε να δικαιολογείται η ενόχληση και η μελαγχολία του γιατί του τα θυμίζουν. Τα χρόνια μας τα ξέρουμε ο καθένας μας. Το ζήτημα είναι αν τα αισθανόμαστε απάνω μας ή αν δεν τα αισθανόμαστε. Και αν μεν τα αισθανόμαστε οι ίδιοι, δεν είναι η υπόμνηση αυτό που θα μας προσθέσει το βάρος τους. Αν πάλι δεν τα αισθανόμαστε, ούτε και τότε η υπόμνηση προσθέτει τίποτα. Απομένει δε ως μόνη εξήγηση ότι ο φίλος κ. Νιρβάνας, όπως άλλωστε κι εγώ που του απαντώ, βρήκε στο ζήτημα αυτό, απλούστατα, άλλο ένα θέμα για χρονογράφημα.

ΚΩΣΤΑΣ ΟΥΡΑΝΗΣ
περιοδικό ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ τ. 174, 15/3/1934

 

Σειρά του Παύλου Νιρβάνα να απαντήσει, στο τεύχος 175 (1/4/1934), τελειώνοντας όμως ευτυχώς τη διαμάχη με έναν ιδιαίτερα συμφιλιωτικό επίλογο.

Ήθελα να ξέρω τι καταγίνεται ν’ αποδείξη στο τελευταίο του απαντητικό χρονογράφημα ο «σεβαστός» μου -αφού του αρέσει- φίλος και συνάδελφος κ. Κώστας Ουράνης. Θέλει να αποδείξη ότι τα αντίστοιχα του «σεβαστός» υπάρχουν και στα ξένα λεξικά; Ότι «σεβαστός» σημαίνει άξιος σεβασμού; Ότι «σεβαστός» λεξικογραφικώς δεν σημαίνει γέρος; Ότι ο Ρακίνας, οι Πορτογάλοι και οι Κινέζοι μεταχειρίζονται τη φράση «με σεβασμό» όταν απευθύνονται σε βασιλικά πρόσωπα και διάφορες εξοχότητες; Τον ευχαριστώ για την ειδοποίηση. Λυπούμαι μόνο για τον κόπο που έλαβε ν’ αποδείξη τα αυταπόδειχτα. Γιατί δεν υπάρχει ματαιότερος κόπος από το να βιάζη κανείς, όπως λένε και οι συμπατριώτες του Ρακίνα, ανοιχτές θύρες.
Ωρισμένως, δεν καταλαβαινόμαστε. Αν δεν κάνω λάθος, τίποτε από όλα αυτά τα ωραία και θεάρεστα πράγματα, που καταγίνεται ν’ αποδείξη με ντοκουμέντα, παραπομπές και τσιτάτες, ο «σεβαστός» μου κ. Ουράνης, δεν αρνήθηκα στα γραφόμενά μου. Δεν είμαι ούτε τόσο ηλίθιος, ούτε τόσο αγράμματος. Το νόημα των γραφομένων μου, διατυπωμένο καθαρά, με τύπο συμπεράσματος για τους χοντροκέφαλους, ήταν ότι, σ’ έναν τόπο όπου δεν υπάρχει πραγματικός σεβασμός για τίποτε, γίνεται τόση κατάχρηση του όρου «σεβαστός». Ή μήπως δεν γίνεται; Σε κάθε περίσταση, που άλλοι όχι λιγότερο από μάς πολιτισμένοι λαοί, ενώ έχουν στα λεξικά τους τη λέξη «σεβαστός» -αυτό που καταγίνεται ν’ αποδείξη ο κ. Ουράνης- μεταχειρίζονται τους όρους cher, dear, carro, lieben, εμείς μεταχειριζόμαστε αράδα το «σεβαστός».
(…)
Αυτά όμως, όπως είπα, φέρνει ο σεβασμός. Ο καλός μου Ουράνης μ’ αγαπούσε μια φορά. Είχαμε γνωριστή σε πονεμένες ημέρες. Και είχαμε, για καιρό, και μια τρυφερή αλληλογραφία. Άξαφνα άρχισε να με «σέβεται». Και, από τη στιγμή που του έγινα «σεβαστός», με πήρε ο Διάβολος της κριτικής του. Τώρα του προτείνω ένα φιλικό συμβιβασμό: Να πάρει πίσω το «σεβασμό» του και να μου ξαναχαρίση την αγάπη του. Τη δική μου δεν έπαυσε ποτέ -quand même- να την έχη.

ΠΑΥΛΟΣ ΝΙΡΒΑΝΑΣ
περιοδικό ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, τ. 175, 1/4/1934

Ένας Ηλιόπουλος ονόματι Ντίνος

26/05/2010

  

Αν είχαμε Θρησκευτικά…

Απ’ τη μια μεριά, λοιπόν, η είσοδος των ναζί στην Αθήνα, με κείνες τις πράσινες μοτοσικλετοκίνητες στολές, ενός πράσινου που έγερνε προς το ηπατικό, που προς τιμή της Πατησίων και της όλης διαδρομής, μόνο θεόκλειστα παντζούρια τους υποδέχτηκαν.
Συνηθισμένοι, καλομαθημένοι οι Γερμανοί να τους υποδέχονται στις άλλες χώρες με λουλούδια, θα αισθάνθηκαν σαν στο προσκήνιο ενός θεάτρου, που ένας αφηρημένος αρχιτέκτονας θα ‘χε βάλει τα καθίσματα της πλατείας ανάποδα, πλάτη στη σκηνή.
Κι απ’ την άλλη μεριά η μεγάλη Νηστεία του αιώνα, οι νηστικές ταξιαρχίες των Ελλήνων με τα γόνατα να παίζουν καστανιέτες από το κρύο και την αφαγία, να τρέχουν μ’ ένα άδειο τενεκεδάκι από κουάκερ, για να το γεμίσουν με οτιδήποτε τσίμα – τσίμα τρωγόταν. Ενώ οι άλλοι μισοί στα μπλόκα, στις φυλακές και στα στρατόπεδα περίμεναν στην γκαρνταρόμπα να ξεκρεμάσουν τα φωτοστέφανά τους.
Μέσα σ’ αυτή την ατμόσφαιρα, ο Σαραντίδης ιδρύει την πρώτη ιδιωτική θεατρική Σχολή. Ως τότε μόνο του Εθνικού υπήρχε και αργότερα έγιναν και των Κουν, Κοτοπούλη, Ροντήρη, Μπαστιά.
Απ’ τους 150 που παρουσιαζόμαστε με πολλή υπομονή, μας ξεσκονίζει δεκαεννέα.
Καθηγητές μας -που για να τους αποκτήσει μια Σχολή σήμερα τόσους μαζεμένους σπουδαίους, είναι όνειρο άπιαστο- Γιώργος Βακαλό, Θρ. Καστανάκης, Μ. Καραγάτσης, Γιάννης Σιδέρης, Γ. Θεοτοκάς, Γιώργος Σεβαστίκογλου, Ραλού Μάνου. Αν είχαμε Θρησκευτικά, θα είχαμε το Θεό.

ΝΤΙΝΟΣ ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ «ΕΝΑΣ ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ ΟΝΟΜΑΤΙ ΝΤΙΝΟΣ»
Εκδόσεις ΑΓΚΥΡΑ

 

Για ένα λεπτό λευτερώθηκε η Ελλάδα

Στην κηδεία του μεγάλου μας Παλαμά όλος ο εξασθενημένος λαός, σαν πείσμα της αλύγιστης συνείδησης, κάτι σαν αυτό της δικτατορίας με το Γέρο της Δημοκρατίας. Όλοι οι θεατρικοί σπουδαστές ρίχνουμε από ένα μπουκετάκι βιολέτες. Ο Γερμανός Διοικητής της Αθήνας καταθέτει ένα στεφάνι: “Deutschland zu Palamas”.
Ο λογοτέχνης Κατσίμπαλης και ο συγγραφέας Δ. Γιαννουκάκης αρχίζουν να ψελλίζουν τον Εθνικό μας Ύμνο. Ακουλουθούμε όλοι βροντόφωνα. Αναταραχή στους γύρω μισθοφόρους ντυμένους ανίερα τσολιάδες. Ο Γερμανός τούς σταμάτησε με μια διαταγή του χεριού και στέκεται κι αυτός προσοχή.
Για ένα λεπτό λευτερώθηκε η Ελλάδα.

ΝΤΙΝΟΣ ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ “ΕΝΑΣ ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ ΟΝΟΜΑΤΙ ΝΤΙΝΟΣ”
Εκδόσεις ΑΓΚΥΡΑ


 Ο Ντίνος Ηλιόπουλος μαθητής στο Saint – Charles της Μασσαλίας στα 1926
από το βιβλίο «ΕΝΑΣ ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ ΟΝΟΜΑΤΙ ΝΤΙΝΟΣ»
Εκδόσεις ΑΓΚΥΡΑ

 

Το επάγγελμα του ηθοποιού

Ενώ οι άλλοι αφήνουν τα παιγνίδια, για να πάνε να δουλέψουν, αυτός αφήνει τις δουλειές του για να πάει να παίξει.

ΝΤΙΝΟΣ ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ “ΕΝΑΣ ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ ΟΝΟΜΑΤΙ ΝΤΙΝΟΣ”
Εκδόσεις ΑΓΚΥΡΑ

 

Ο πρώτος τραγουδιστής του Χατζιδάκι

Ο Ντίνος Ηλιόπουλος συμμετείχε το 1945 στην παράσταση “Το πένθος ταιριάζει στην Ηλέκτρα”.

Στο “Πένθος” εγώ είχα ένα ρολάκι όπου τραγουδούσα τέσσερις στίχους του νεαρού Μάνου Χατζιδάκι που ντεμπουτάριζε τότε. Καμαρώνω, λοιπόν, για την τιμή που είμαι ο πρώτος του τραγουδιστής. Και ο μόνος που δεν του εμπιστεύτηκε τίποτ’ άλλο.

ΝΤΙΝΟΣ ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ “ΕΝΑΣ ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ ΟΝΟΜΑΤΙ ΝΤΙΝΟΣ”
Εκδόσεις ΑΓΚΥΡΑ

 
Παίζοντας τένις
από το βιβλίο «ΕΝΑΣ ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ ΟΝΟΜΑΤΙ ΝΤΙΝΟΣ»
Εκδόσεις ΑΓΚΥΡΑ 

  

«Κέρδισε ο καλύτερος»;

22/05/2010

Στις 16 Μαΐου 1973 διεξήχθη στο Καυτατζόγλειο στάδιο Θεσσαλονίκης ο τελικός του κυπέλλου κυπελλούχων Ευρώπης μεταξύ Μίλαν και Λιντς. Νικήτρια ήταν τελικά η ομάδα της Μίλαν με 1-0, αλλά οι παίκτες της Λιντς -καθώς και οι 40.000 φίλαθλοι που παρακολουθήσαν τον αγώνα- διαμαρτυρήθηκαν έντονα στον Έλληνα διαιτητή κ. Μίχα για τις αποφάσεις του. Συγκεκριμένα η Λιντς θεωρεί ότι δεν της δόθηκαν τρία πέναλτι ενώ διαμαρτύρεται και για το αμφισβητούμενο φάουλ χάρις στο οποίο οι Ιταλοί πέτυχαν το νικητήριο τέρμα τους. 
Η σημερινή μας ανάρτηση περιλαμβάνει αποσπάσματα από το ρεπορτάζ του αγώνα, που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ στις 17/5/1973

 


η φωτογραφία είναι από την ιστοσελίδα της Λιντς

 

Απεθεώθη η Ληντς από 50.000 φιλάθλους

ενώ η Μίλαν με 1-0 κατέκτησε το κύπελλο.

ΔΙΕΣΥΡΘΗ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΩΣ Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΙΑΙΤΗΣΙΑ

Με αγανάκτηση 50.000 Έλληνες φίλαθλοι είδαν χθες βράδυ στο Καυτατζόγλειο στάδιο Θεσσαλονίκης, να υφαρπάζη το ευρωπαϊκό τρόπαιο των κυπελλούχων, η ιταλική «Μίλαν» από την αγγλική «Ληντς». Και την στιγμήν που ο διαιτητής σημείωσεν την λήξιν της δραματικής αναμετρήσεως, το αγριεμένο πλήθος ξέσπασε σε ζητωκραυγές για τους ηττημένους. Ήταν η πιο σκληρή στιγμή ενός γεμάτου τραχύτητα και συγκλονιστικές φάσεις αγώνος.
Οι Έλληνες φίλαθλοι που κατέκλυσαν το Καυτατζόγλειο περίμεναν να αποθεώσουν τους νικητάς ενός ωραίου αγώνος. Αντιθέτως, αποθέωσαν τους ηττημένους και ένοιωσαν βαθιά πληγωμένοι για το γεγονός ότι ένας Έλληνας υπήρξε η αιτία για τη νίκη του «κακού» επί του «καλού», του «άσχημου» επάνω στο «ωραίο», της αδικίας επάνω στη δικαιοσύνη. Για μια ακόμη φορά ένας λαός -φιλάθλων στη συγκεκριμένη περίπτωση- ένοιωσε να τον κλέβουν…

ΓΙΑΝΝΗΣ ΛΙΑΠΗΣ εφημερίδα ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ 17/5/1973

 

Το μοναδικό γκολ και η απάντηση του… ουρανού

Δεν είχε συμπληρωθή το πρώτο πεντάλεπτο όταν ο Έλλην διαιτητής αγνόησε ένα φάουλ υπέρ των Άγγλων, λίγα μέτρα έξω από την περιοχή των Ιταλών και με την απόκρουση της μπάλας που αστραπιαία έφθασε στην περιοχή της Ληντς έδωσε ανύπαρκτο φάουλ υπέρ της Μίλαν. Δεν είχαν κοπάσει οι αποδοκιμασίες των φιλάθλων όταν ο Μιλανέζος Κιερούτζι επέτυχε με το φάουλ αυτό, να σημειώση το μοναδικό τέρμα του αγώνος, που ήταν αρκετό για να δώση το κύπελλο στους Ιταλούς.
Και ξαφνικά έγινε η μεγάλη μεταστροφή των Ελλήνων φιλάθλων. Σαν ένας άνθρωπος στάθηκαν στο πλευρό της ομάδος με τις λευκές φανέλες. Η κραυγή τους «αίσχος – αίσχος» τινάχθηκε προς τον ουρανό για τη μεγάλη αδικία. Και ο ουρανός έστειλε την απάντησί του: Μια ανοιξιάτικη μπόρα με βροντές και αστραπές που μούσκεψε μέχρι το κόκαλο φιλάθλους, παίκτας και διαιτητάς.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΛΙΑΠΗΣ εφημερίδα ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ 17/5/1973

 


η φωτογραφία είναι από τον ερευνητή της Βέροιας

 

Πανδαιμόνιο

Στο 28΄ λεπτό του αγώνος νέες κραυγές πλήθους. Ο διαιτητής αγνοεί μέσα σε τρία λεπτά δύο ολοφάνερα πέναλτυ σε βάρος της ιταλικής κυπελλούχου. Πανδαιμόνιο επικρατεί στο στάδιο. Οι αποδοκιμασίες φθάνουν σε μια πρωτοφανή κορύφωση. Οι μόνοι ψύχραιμοι βρίσκονται στις θέσεις των επισήμων και παρακολουθούν με κάποιο χαμόγελο ανωτερότητος τα διαδραματιζόμενα: «Αφήστε τα παιδιά να παίζουν». Αλλά τα «παιδιά» είναι φίλαθλοι που πλήρωσαν εισιτήριο, από 100 μέχρι 200 δραχμές, για να παρακολουθήσουν μια ποδοσφαιρική πανδαισία. Για μια ακόμη φορά τα «παιδιά» γελάστηκαν. Μόνη διέξοδος έμειναν οι κραυγές εναντίον του διαιτητού και των «θεατρινισμών» των Ιταλών ποδοσφαιριστών και τα χειροκροτήματα για τους Άγγλους παίκτας, οι οποίοι κυνηγούσαν με συγκινητικό τρόπο τον χρόνο.
Αξιοσημείωτο είναι ότι οι οργανωταί παράλειψαν να τοποθετήσουν στον αγωνιστικό χώρο τους νεαρούς, οι οποίοι φέρνουν την μπάλα στους παίκτες όταν βγη έξω. Έτσι υπήρξαν περιπτώσεις που διεθνείς Άγγλοι ποδοσφαιρισταί έτρεχαν μακρυά από τον αγωνιστικό χώρο για να φέρουν την μπάλα που είχαν πετάξει εσκεμμένα οι Ιταλοί για να κερδίσουν χρόνο.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΛΙΑΠΗΣ εφημερίδα ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ 17/5/1973

 

Ο γύρος του θριάμβου από τους… ηττημένους

Το τέλος του αγώνος βρήκε τους Άγγλους στην επίθεση. Και το σφύριγμα του διαιτητού έδωσε την ευκαιρία στους φιλάθλους της Θεσσαλονίκης να δείξουν μια μορφή συγκινητικής ομορφιάς που έχει το άθλημα τούτο. Ξέσπασαν σε ζητωκραυγές για τους ηττημένους. Τους χειροκρότησαν με πάθος. Τους αποθέωσαν.
Άνθρωποι με μεγάλη πείρα στον αθλητισμό ομολογούσαν ότι τέτοιες σκηνές ποτέ άλλοτε, σε κανένα γήπεδο του κόσμου, δεν είχαν σημειωθή. Έμελλε η ποδοσφαιρική Θεσσαλονίκη, οι άγνωστες μάζες των φιλάθλων, να βάλουν την προσωπική τους σφραγίδα στον δραματικό τελικό αγώνα. Αποτέλεσμα των εκδηλώσεων υπήρξε ο γύρος του θριάμβου που επραγματοποίησαν οι ποδοσφαιρισταί της άτυχης «Ληντς». Πικρό υπήρξε το κύπελλο διά τους Ιταλούς. Σε ελάχιστες μόνο περιπτώσεις έδρεψαν χειροκροτήματα.
Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι ο προπονητής της «Μίλαν» κ. Ρόκκο αρνήθηκε με κατηγορηματικό τρόπο να σχολιάση τις εκδηλώσεις των φιλάθλων.
Μετά τον γύρο του θριάμβου οι παίκτες της «Ληντς» συγκεντρώθηκαν προς την αριστερή πλευρά του γηπέδου, παρατάχθηκαν και χειροκρότησαν τους Έλληνας φιλάθλους. Ήταν η πιο συγκινητική στιγμή του μεγάλου τελικού. Το στάδιο για μια στιγμή πήγε να βουβαθή.  Αλλά ξαφνικά οι 50.000 φίλαθλοι ξέσπασαν σε ουρανομήκεις ζητωκραυγές με το όνομα της αγγλικής κυπελλούχου στα χείλη.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΛΙΑΠΗΣ εφημερίδα ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ 17/5/1973

 

Τελικά έκανε και η Μίλαν γύρο του θριάμβου όπως αποδεικνύει η παραπάνω φωτογραφία από την ιστοσελίδα της Μίλαν

 

Στο ίδιο μήκος κύματος ήταν και το ρεπορτάζ της εφημερίδας ΤΑ ΝΕΑ, από την οποία αντιγράφουμε ένα μικρό κομμάτι, το οποίο περιέχει δηλώσεις που έγιναν μετά τον αγώνα:

 

Ολέ, ολέ, Ληντς!

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ του ανταποκριτού μας

Αγανακτισμένοι ξεχύθηκαν λίγο μετά το τέλος του χθεσινού αγώνος οι θεαταί του Καυτατζογλείου στους δρόμους της Θεσσαλονίκης φωνάζοντας:
«Ολέ, ολέ, Ληντς, Ληντς»!
Οι αποδοκιμασίες, εξάλλου, για τη διαιτησία εκφράζονταν με έντονο τρόπο και πολλά συνθήματα.
Η Θεσσαλονίκη πραγματικά χθες ντράπηκε για τη διαιτησία του κ. Μίχα και, αν ήξεραν τι επρόκειτο να συμβή στο στάδιο, κανείς Βορειοελλαδίτης φίλαθλος δεν θα πατούσε σ’ αυτό.
Αλλά ας ακούσουμε και μερικές δηλώσεις για το χθεσινό 1-0 Μίλαν – Ληντς:
• Η σύζυγος του Αντιβασιλέως Πρωθυπουργού κυρία Δέσποινα Παπαδοπούλου, που παρακολούθησε στο Καυτατζόγλειο τον αγώνα, είπε:
«Κέρδισε ο καλύτερος. Η διαιτησία, νομίζω, πως ήταν καλή. Οι φίλαθλοι δεν πρέπει να έχουν παράπονα».
• Ο κ. Γ. Βλαδίμηρος (Γ.Γ.Α.): «Ευχαριστώ τους Έλληνες φιλάθλους για την αθρόα προσέλευσή τους στο Καυτατζόγλειο. Τίποτε άλλο».
• Ντον Ρέβι (προπονητής της Ληντς): «Ευχαριστώ τους Έλληνες φιλάθλους για τη συμπαράστασή τους. Σήμερα αποχαιρετώ την Ληντς, με την οποία διακόπτω τη συνεργασία μου».
• Νερέο Ρόκκο (προπονητής της Μίλαν): «Η ομάδα μου δεν απέδωσε σήμερα τεχνικό παιχνίδι. Πάντως και η διαιτησία δεν ήταν διαιτησία».
Λες Σάννον (προπονητής του ΠΑΟΚ): «Έτσι μούρχεται να πάρω το αεροπλάνο και να φύγω! Δεν εξετέθη απόψε η ελληνική διαιτησία, αλλά ολόκληρο το ελληνικό ποδόσφαιρο. Λυπάμαι. Ήταν κρίμα».

εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ 17/5/1973
από το Ιστορικό Αρχείο Δημοσιογραφικού Οργανισμού Λαμπράκη

 

 

 

Τρίπολη του Πόντου: η Έξοδος

19/05/2010

Στο κεφάλαιο «Έξοδος», που στηρίζεται στην αφήγηση του Χατζηγιώργη Δημητριάδη, η Τατιάνα Γκρίτση Μιλλιέξ περιγράφει την πορεία μαρτυρίου και θανάτου 2.800 Τριπολιτών. Μια πορεία που σκότωσε τους 2.500 – μόνο 300 καταφέρανε και σωθήκανε.

 

Για καλό μας…

Ήτανε μια Τετάρτη πρωί, σαν έφτασε ο διοικητής με τους χωροφύλακες και ανακοίνωσε την απόφαση της κυβέρνησής του που έλεγε πως μέσα σε τρεις μέρες όλοι οι Χριστιανοί κάτοικοι της πόλης πρέπει να είναι έτοιμοι να βαδίσουν προς το εσωτερικό.
Και τότε συλλογιστήκαμεν πως πριν ένα χρόνο έτσι ξεκληρίσανε τους συμπατριώτες μας τους Αρμεναίους κι έπεσε πάνω μας ο βουβαμός. Τις πρώτες ώρες είχαμε χάσει το νου μας και δεν ξέραμε ούτε τι να κάνουμε, ούτε τι να ετοιμάσουμε, μόνο όλος ο πόνος είχε ανεβεί στα μάτια και τα χέρια μένανε λυτά.
Ύστερα πήγαν οι Δημογέροντές μας και ζητήσανε από τον Καϊμακάμη να μας αφήσουνε στην πόλη μας ή να μας πουν αν μας περίμενε η τύχη των Αρμεναίων. Καλύτερα να πεθαίναμε πάνω στο χώμα μας.
Στο άκουσμα ο Διοικητής αγρίεψε και είπε πως για καλό μας μας παίρνανε από δω, για να μην είμαστε συνέχεια κάτω από τα πυρά των εχθρών, μάλιστα υποσχέθηκε κι αγώγια για να μεταφέρουμε τα ρούχα μας, τους γέρους και τα παιδιά μας που θα τα πλήρωνε η τούρκικη κυβέρνηση.

ΤΑΤΙΑΝΑ ΓΚΡΙΤΣΗ ΜΙΛΛΙΕΞ «Η ΤΡΙΠΟΛΗ ΤΟΥ ΠΟΝΤΟΥ»
Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ

 

Και μείνανε στους φούρνους ζεστά ψωμιά…

Και ενώ όλοι φτιάχναμε τα πακέτα μας με την κρυφήν ελπίδα πως κάποιο θάμα θα γενεί και θα τα ξαναλύσουμε, λίγο πριν απολύσει η εκκλησιά, στις 13 του Νοέμβρη, όρμησε ξαφνικά μέσα στα σπίτια η χωροφυλακή κι αρχίνησε να χτυπάει, ν’ αρπάζει, να μακελεύει.
Όσους λείπανε από τα σπίτια τους δεν τους αφήσανε μέσα να μπουν, μόνε τους οδηγούσανε με τη βία στο Τερέ – Πασί. Και πάλι τότες σκεφτήκαμε τη σφαγή των Αρμεναίων και για να μην εξαγριώσουμε τους χωροφύλακες και υποστούμε την μοίρα εκεινών, αρπάξαμε ό,τι βρήκαμε πρόχειρο μπροστά μας και τραβούσαμε στο Τερέ – Πασί. Και μείνανε στους φούρνους ζεστά ψωμιά, το ζυμάρι μέσα στην πινακωτή να φουσκώνει, και φύγανε γυναίκες με το ζυμάρι ακόμα ζεστό πάνω στα δάχτυλα.

ΤΑΤΙΑΝΑ ΓΚΡΙΤΣΗ ΜΙΛΛΙΕΞ «Η ΤΡΙΠΟΛΗ ΤΟΥ ΠΟΝΤΟΥ»
Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ

 

Σαν τα χαμένα αγρίμια

Κι ήτανε κάτι αφάνταστο η πορεία μέσα στη μαύρη νύχτα και στην ψιλή βροχή. Ένα δάσος που κινείται και καίεται από δαδιά, από κεριά, από αφάνες αναμμένες και τα κλάματα κι οι κραυγές των μανάδων που χάνανε τα παιδιά και μέσα σε κείνη τη φωτισμένη κόλαση να τα γυρεύουν, ενώ άλλοι βουλιάζανε μέσα στα ριζοτόπια του Τοματζλού κι άλλοι χάναν το δρόμο και το χέρι των δικών τους. Κι άκουγες σαν τα χαμένα αγρίμια να βγαίνουν ματωμένες από μέσα μας οι φωνές, Παναγή!!! Νικόλα!!! από κάτω… πιο δεξιά… μ’ ακούς παιδί μου; Κι ερχότανε η ηχώ, ώι… -ώι… μανίτσα.

ΤΑΤΙΑΝΑ ΓΚΡΙΤΣΗ ΜΙΛΛΙΕΞ «Η ΤΡΙΠΟΛΗ ΤΟΥ ΠΟΝΤΟΥ»
Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ

Η πορεία των Τριπολιτών προς το θάνατο
από το βιβλίο της Τ. Γκρίτση Μιλλιέξ «Η ΤΡΙΠΟΛΗ ΤΟΥ ΠΟΝΤΟΥ»
Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ

 

Η υπόσχεση του Καϊμακάμη

Και η Πορεία εξακολουθεί. Περνούμε μέσα από ερημωμένα ελληνικά χωριά που έχουν αδειάσει πριν λίγο, οι πατημασιές τους είναι ακόμα πάνω στο υγρό χώμα της γης τους και ο ύπνος πάνω στο μαξιλάρι τους.
Σταματήσαμε στο χωριό Καραέρικ 8 χλμ. περίπου από την Έσπια κι όταν εφτάσαμε καίγανε ακόμα κούτσουρα στα τζάκια κι ήταν η χόβολη ζεστή. Ζεστάναμε την παγωμένη ανάσα μας στη φωτιά τους κι η παρουσία τους ήταν ακόμα παντού. Ώχου… και τα δικά μας τζάκια ίσως ακόμα θα ‘χανε κάποια μικρή φωτιά.
Εδώ μείναμε οχτώ μέρες, όπου και μας καταγράψανε, μας δώσανε κι ένα χαρτί με όλα τα μέλη της οικογένειας πάνω γραμμένα και με μια σφραγίδα, δήθεν για να μας κόψουν επίδομα, όπως στους Τούρκους πρόσφυγες, και να το χρησιμοποιούμε και σαν δελτίο για τρόφιμα.
Και οι μέρες περνούσανε, κι όλο έβρεχε, κι όλο μας βιάζανε οι χωροφύλακες να σηκωθούμε, κι εμείς όλο αντιστεκόμαστε περιμένοντας να έρθει ο Καϊμακάμης με τ’ αγώγια, καθώς μας το είχε υποσχεθεί. Έτσι ο Καϊμακάμης που παρακολουθούσε κρυφά την κατάσταση υποχρεώθηκε να παρουσιαστεί. Μας συμβούλεψε τότε να συνεχίσουμε την πορεία μας για να φτάσουμε μιαν ώρα πιο γλήγορα στον προορισμό μας, γιατί ο χειμώνας έφτανε και σ’ αυτά τα μέρη είναι βαρύς.
Του θυμίσαμε τότε τ’ αγώγια που μας είχε υποσχεθεί.
-Τα έχει όλα κατασχέσει το κράτος.
-Μα έχουμε λεχούσες, μωρά και πολύ γέρους.
-Τραβάτε, και στο δρόμο θα πορευτείτε.

ΤΑΤΙΑΝΑ ΓΚΡΙΤΣΗ ΜΙΛΛΙΕΞ «Η ΤΡΙΠΟΛΗ ΤΟΥ ΠΟΝΤΟΥ»
Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ

 

Στο Πιρκ

Και μείναμε στο Πιρκ. Στο Πιρκ που στάθηκε το απέραντο νεκροταφείο χιλιάδων χριστιανών, στο Πιρκ που σαν το συλλογιστούμε βλέπουμε έναν τεράστιο ξύλινο σταυρό, στο Πιρκ που αφήσαμε ό,τι είχαμε πιο αγαπημένο, πατεράδες γέρους και τρυφερά παιδιά, τις μάνες μας και τις γυναίκες μας.
Έτσι αρχίνησε η τραγωδία του Πιρκ:
Ήτανε 18 του Δεκέμβρη, δεν είχαμε καλά καλά εγκατασταθεί κι αρχίνησε το χιόνι να πέφτει και να σκεπάζει όλα ένα γύρο. Με το χιόνι γίνηκε αμέσως αισθητή η έλλειψη του ψωμιού. Τα γύρω χωριά τελείως έρημα και για να βρεθεί τροφή έπρεπε να πάμε στα Κούρδικα χωριά τρεις τέσσερις μέρες μακριά, με δρόμους απότομους, επικίνδυνους και με ληστές. Για τούτους τους λόγους οι Κούρδοι δε συναλλάσσονταν με χάρτινα χρήματα παρά μόνο με κέρματα που ήτανε δυσεύρετα και στοιχίζανε έξι φορές πιο πολύ από τα χάρτινα. Πληρώναμε λοιπόν στην αρχή 8 μεταλλικά γρόσια το ψωμί, ίσαμε που το χάσαμε και τελείως. Μα και τα σπίτια ήτανε τελείως αλλιώτικα από τα δικά μας. Ένα πολύ μεγάλο δωμάτιο, και συνέχεια ο αχυρώνας και ο σταύλος. Μέσα στο κεντρικό δωμάτιο ένας μεγάλος λάκκος που χρησίμευε για τζάκι, για φούρνος, για θερμάστρα. Εκεί ανάβανε τα ξύλα και σαν χωνεύανε τα σκεπάζανε με τη στάχτη. Απάνω βάζανε το φαγητό ή το ψωμί να ψηθεί και μαζευόντουσαν στον γύρο του και ζεσταινόντουσαν. Τα «ταντούρια», έτσι λένε αυτά τα τζάκια, τα τρέφαμε με τις ξυλείες σπιτιών ακατοίκητων, πολλοί μάλιστα ξηλώνανε και τα ίδια τα σπίτια που μένανε, μην ξέροντας πως θα μείνουμε ακόμα καιρό εκεί.
Μα και όταν ανάβαμε φωτιά δεν τη χαιρόμαστε, γιόμιζε ο τόπος καπνό, πονούσανε τα μάτια μας, κι έτσι εγκαταλείπαμε τη ζεστασιά και χωνόμαστε κάτω από τα σκεπάσματα. Μα το χειρότερο ήτανε που δεν είχαμε αποχωρητήριο – σ’ αυτά τα μέρη της ανατολής είναι άγνωστα αυτά τα πράγματα – και η ανάγκη μάς έκανε να χρησιμοποιούμε ένα μέρος του σπιτιού και τον δρόμο. Δίχως νερά, μέσα σ’ αυτή την διαρκή ακαθαρσία, όλοι είμαστε γιομάτοι ψείρα, κι αυτοί οι προεστοί και οι πιο καθαροί από μας, δεν μπορούσανε να εξαλείψουνε τη φοβερή τούτη πληγή. Έτσι, με τον συνωτισμό, με τη βρώμα, με την ψείρα, ετοιμάζαμε τις φοβερές επιδημίες που δεν αργήσανε να χτυπήσουνε την πόρτα μας. Πρώτη η δυσεντερία, έπειτα ο τύφος, στο τέλος η πανούκλα. Ο λευκός θάνατος που είχαν τόσο καλά ετοιμάσει οι Τούρκοι έπαιρνε κι έπαιρνε καθημερινά δεκάδες – δεκάδες χριστιανούς. Ελάχιστοι που προφτάσανε και πήγανε σ’ άλλο χωριό, όπως ο Κ. Ξυνόπουλος, ο Σ. Κυριακίδης και μερικοί άλλοι μόνο γλιτώσανε. Ενώ άλλοι που είχανε μείνει κοντά σε δικούς τους αρρώστους και προσπαθήσανε να φύγουνε, δε γλιτώσανε, γιατί φέρνανε μαζί τους το μικρόβιο και δεν έμεινε κανείς. Όλοι οι άλλοι δεν λέγαμε να το κουνήσουμε, είχαμε όλοι κάποιον αγαπημένο μας άρρωστο και δεν μας πήγαινε η καρδιά να τον εγκαταλείψουμε σαν το σκυλί.

ΤΑΤΙΑΝΑ ΓΚΡΙΤΣΗ ΜΙΛΛΙΕΞ «Η ΤΡΙΠΟΛΗ ΤΟΥ ΠΟΝΤΟΥ»
Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ

Τρίπολη του Πόντου: οι ειρηνικές μέρες

17/05/2010

Το βιβλίο της Τατιάνας Γκρίτση Μιλλιέξ «Η Τρίπολη του Πόντου» βασίζεται σε διηγήσεις του Χατζηγιώργη Δημητριάδη, του Μιλτιάδη Λαγγίδη και άλλων (62 συνολικά) κατοίκων της Τρίπολης.

 

Οι αποφάσεις των δημογερόντων

Από τα πιο παλιά χρόνια, κι ίσαμε τα πιο τελευταία, στη δημογεροντία καταφεύγουνε όλοι οι Έλληνες για να λύσουνε τις προσωπικές τους διαφορές. Αποφεύγουνε όσο μπορούνε τα τούρκικα δικαστήρια, κι ακόμα αν γίνει έγκλημα και δεν πέσει στην αντίληψη των Τούρκων οι δημογέροντες το δικάζουν. Έτσι, όταν ο Αντ. Ιωακειμίδης σκότωσε από απροσεξία τον Ι. Εξαρχίδη, η δημογεροντία έβγαλε τούτη την απόφαση: να παντρευτεί ο Αντώνης την κόρη του σκοτωμένου. Έτσι και γίνηκε, και καμιά μάνητα δεν έμεινε ανάμεσα στις δύο οικογένειες. Μα κι αν κάποτε κάποιος δεν έμενε ευχαριστημένος από την κρίση των δημογερόντων – σπάνιο, πάρα πολύ σπάνιο πράγμα – και κατάφευγε στα τούρκικα δικαστήρια, όπου δινόντανε άλλη λύση από κείνη που είχανε βγάλει οι δημογέροντες, όλος ο κόσμος τον κατηγορούσε και έλεγε, πως ύπουλα κέρδισε την υπόθεση, αφού αλλιώτικα την είχανε κρίνει οι δικοί του. Μα γίνονταν και τούτο το χαρακτηριστικό: κάποιες φορές, αν δυο Έλληνες παρουσιαζόντανε στον καδή, εκείνος τους ρωτούσε πώς είχε κρίνει την υπόθεσή τους η δημογεροντία κι ανάλογα έβγαζε και κείνος την απόφασή του.

ΤΑΤΙΑΝΑ ΓΚΡΙΤΣΗ – ΜΙΛΛΙΕΞ «Η ΤΡΙΠΟΛΗ ΤΟΥ ΠΟΝΤΟΥ»
Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ

 

Ο ετοιμοθάνατος

…οι σπιτικοί δίνανε στον ετοιμοθάνατο τις τελευταίες περιποιήσεις. Τον αλλάζανε, του βάνανε καθαρά εσώρρουχα μοσκοπλυμένα, και στέλνανε να φωνάξουν τον παπά να τόνε κοινωνήσει. Παιδιά κι αγγόνια τότε γονατίζανε γύρω από το κρεβάτι για να πάρουνε την ευχή του, γιατί η ευχή είναι μεγάλο δώρο στη ζωή τ’ ανθρώπου, κι αλίμονο σε κείνον που βαραίνει πάνω του γονιού κατάρα. Στο μεταξύ, ή μέρα ήτανε ή νύχτα, εκείνος που πήγαινε να φωνάξει τον παπά κρατούσε στα χέρια του φανάρι αναμμένο και στο δρόμο του οι άνθρωποι σωπαίνανε και κάναν τόπο να περάσει· ήταν η ώρα π’ ακούγονταν μέσα στις καρδιές το πάτημα του Χάρου καβαλάρη. Μπρος ο παπάς, πίσω ο άνθρωπος με το φως – πηγαίναν σιωπηλοί, κι ο παπάς κρατούσε στο στήθος του μπροστά το δισκοπότηρο με το πετραχήλι σκεπασμένο. Οι διαβατικοί τότε σταματούσανε και κάναν το σταυρό τους, μουρμουρίζανε και μιαν ευχή για τον ετοιμοθάνατο.
Μα κάποτε αργούσε να φτάσει ο παπάς και οι σπιτικοί του αρρώστου δεν μπορούσαν να τον αφήσουνε να φύγει δίχως την τελευταία κοινωνία, τότε τον μεταλάβαιναν με τον Μεγάλο Αγιασμό φερμένον από τα Ιεροσόλυμα, ή με τον Αγιασμό που είχανε από τα Φώτα κρυμμένο στο κονοστάσι. Αν ο ετοιμοθάνατος ήτανε αβάφτιστο παιδί, ρίχνανε πάνω του το λάδι του καντηλιού αντί για άγιο μύρο, και έπειτα πηγαίναν και στον τάφο του και τον σταυρώνανε, είχανε μάλιστα να πουν πως γι’ αυτό ποτέ χριστιανός δεν βρυκολάκιασε στην Τρίπολη, ενώ συχνά βρυκολακιάζανε Τούρκοι, μάλιστα πολλοί για ν’ αποφεύγουνε τούτο το κακό σταυρώνανε, κι ας ήταν αλλόθρησκοι, τα μνημούρια τους.

ΤΑΤΙΑΝΑ ΓΚΡΙΤΣΗ – ΜΙΛΛΙΕΞ «Η ΤΡΙΠΟΛΗ ΤΟΥ ΠΟΝΤΟΥ»
Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ

 

Εταιρεία

Μοναδική Τράπεζα στην Τρίπολη ήταν η Γεωργική Τράπεζα Τουρκίας «Ζεραάτ Παγκαασί» που έδινε μακροπρόθεσμα δάνεια μόνο στους γεωργούς με υποθήκη ακινήτων. Πολλές φορές έμποροι και επαγγελματίες Έλληνες βρισκόντουσαν σε δύσκολη θέση από στενότητα χρήματος. Άλλοι πάλι είχαν τα κεφάλαιά τους που έμεναν νεκρά. Ίδρυσαν λοιπόν μιαν «Εταιρεία» η οποία βοηθούσε εκείνους που είχανε ανάγκη και χρησίμευε έτσι και για την κίνηση των νεκρών κεφαλαίων. Βγάλανε μετοχές και κάθε εταίρος είχε την υποχρέωση, επί πέντε χρόνια, να δίνει κάθε μήνα από 20 γρόσια. Μετά από κανονικές καταβολές και ύστερα από 5 χρόνια ο καταθέτης μπορούσε να αποσύρει τη μετοχή του ή να μείνει μέτοχος της Εταιρείας δίχως να καταβάλει άλλα χρήματα, αποκομίζοντας μόνο τα κέρδη του μεριδίου του. Οι συνέταιροι είχανε το δικαίωμα να παίρνουνε δάνεια μικροπρόθεσμα, ίσαμε τριών μηνών, και αφού δυο άλλοι συνέταιροι είχανε προσυπογράψει. Τα δάνεια δίνονταν ανάλογα με την οικονομική επιφάνεια που είχε ο δανειζόμενος και αφού το είχε εγκρίνει το διοικητικό συμβούλιο. Το διοικητικό συμβούλιο έβγαινε κάθε χρόνο μέσα από τους εταίρους. Τούτη η εταιρεία καρποφόρησε γιατί ο καθένας που είχε λίγα χρήματα, αντίς να τ’ αφήνει ανεκμετάλλευτα, τα έβαζε στην Εταιρεία, κι έπαιρνε το μερίδιό του από τα κέρδη, χωρίς να περιφρονεί καθόλου και τη δανειστική ευκολία που μπορούσε να του κάνει.
Μέσα σε τρία χρόνια η Εταιρεία γίνεται γνωστή και γίνονται μέτοχοι και Τούρκοι και Αρμένιοι. Οι εργαζόμενοι παίρνουνε συχνά δάνεια και πληρώνουν τόκους, όμως είναι πάλι καλύτερα από τους παλιούς σαράφηδες και τοκογλύφους που είχανε άλλοτε. Οι μετοχές όλο και παίρνανε αξία και τα κορίτσια αγοράζουνε μετοχές για να φτιάξουνε τα προικιά τους σαν έρθει η ώρα.

ΤΑΤΙΑΝΑ ΓΚΡΙΤΣΗ – ΜΙΛΛΙΕΞ «Η ΤΡΙΠΟΛΗ ΤΟΥ ΠΟΝΤΟΥ»
Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ

 

Οι Χατζήδες

Οι Χριστιανοί ξεκινούσανε για τα Ιεροσόλυμα συνήθως την Καθαρή Δευτέρα ή λίγο πιο νωρίς για να βρεθούν στα Άγια χώματα τις ημέρες των Παθών, «και να ξαναβαδίσουν πάνω στα χνάρια του μαρτυρίου Του». Το ταξίδι τους διαρκούσε μια εβδομάδα και γυρίζανε πίσω την Κυριακή του Θωμά ή στα μέσα της βδομάδας της Διακαινησίμου.
Το ξεκίνημα από την Τρίπολη γινότανε με πολύν επισημότητα. Άρχιζε με ευχέλαιο στην εκκλησία για να είναι καλό το ταξίδι τους, εκεί μαζεμένος όλος ο κόσμος με αναμμένα κεριά τους περίμενε να βγουν για να τους συνοδέψει ίσαμε το μώλο και να τους ευχηθεί κατευόδιο. Καθένας από κείνους που ξεκινούσε για να γίνει Χατζής έπρεπε να μην έχει κανένα εχθρό, γι’ αυτό τη μέρα της αναχώρησης όλοι οι μαλωμένοι μονοιάζανε και ζητούσανε συγγνώμη απ’ όλους «για να ‘χουνε την ψυχή τους καθαρή και το βήμα ελεύθερο». Από την εκκλησία ίσαμε το μώλο οι διαλεχτοί που φεύγανε έπρεπε να μοιράζουνε χρήματα στους φτωχούς, και για τούτο, όσοι φεύγανε για το χατζηλίκι έπρεπε να έχουν τον τρόπο τους, αλλιώτικα δεν ήτανε δυνατό να τα βγάλουνε πέρα, γιατί και στο γυρισμό έπρεπε να φέρουν ένα σωρό πράγματα μαζί τους από τον Άγιο τόπο για τους δικούς και για τους φίλους.
Έτσι τιμημένα φεύγανε από τον τόπο τους, μα ο γυρισμός ήτανε πολύ πιο θριαμβευτικός.
Μόλις φαινότανε από μακριά το καράβι που έφερνε τους Χατζήδες, κατέβαινε στο μουράγιο όλος ο πληθυσμός με αναμμένα κεριά, μεταξύ τους και οι παπάδες, γιατί σεβόντουσαν πολύ εκείνους που γυρίζανε και τους θεωρούσανε πιο κοντά στο Θεό. Σ’ όλο το διάστημα της αναμονής ο συναγμένος κόσμος έψελνε τροπάρια. Μόλις άραζε το καράβι, όλοι με μια φωνή τους καλωσορίζανε φωνάζοντας: «Άξιον το προσκύνημά σας» και κείνοι απαντούσανε «καλώς σας βρήκαμε, ο Θεός να σας αξιώσει και σας να το κάνετε». Από το γιαλό ανηφορίζανε ανάμεσα στον παρατεταγμένο κόσμο και οι στενοί συγγενείς τους κρατούσανε από το μπράτσο τιμητικά ίσαμε την εκκλησία όπου πηγαίνανε να κάνουνε τη λειτουργία του γυρισμού. Μετά τη λειτουργία χωριζόντουσαν πια οι Χατζήδες και καθένας πήγαινε σπίτι του, όπου τον περιμένανε όλοι οι συγγενείς για να πάρουν τα δώρα τους. Και ήταν πολλά και λογιώ λογιώ τα πράγματα που φέρνανε μαζί τους. Πρώτα πρώτα σάβανο γι’ αυτούς τους ίδιους και τις γυναίκες τους, ρούχα που τους είχανε δώσει για να τα πλύνουνε στον ποταμό, κι έτσι ν’ αγιαστούνε, χαϊμαλιά, κομπολόγια, σταυρούς, «επιστολές του Χριστού», εικονισματάκια, σμύρνα και άγιο χώμα. Οι πιο πλούσιοι φέρνανε και για την εκκλησία καντήλια, εικονίσματα, ή κάποιο άλλο ιερό σκεύος. Απ’ όλα αυτά τα δώρα που φέρνανε δεν επιτρεπότανε να δεχτούν χρήματα, γιατί ο Χατζής έχει υποχρέωση να είναι ανοιχτοχέρης, τσιγγούνη και σφιχτοχέρη δεν τον θέλανε για Χατζή, και πολλές φορές παρατηρήθηκε γυρνώντας από το ταξίδι τους πολλοί άνθρωποι ν’ αλλάζουνε χαρακτήρα και να γίνονται πολύ πιο απλόχεροι, γιατί εκείνοι που εξακολουθήσανε να είναι τσιγγούνηδες δεν είχανε δικαίωμα στον τίτλο του Χατζή, μόνο ψευτοχατζήδες τους αποκαλούσανε κι ήτανε τούτο μεγάλη προσβολή.

ΤΑΤΙΑΝΑ ΓΚΡΙΤΣΗ – ΜΙΛΛΙΕΞ «Η ΤΡΙΠΟΛΗ ΤΟΥ ΠΟΝΤΟΥ»
Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ

από «τα Μήλα των Εσπερίδων» του Χρήστου Μαλεβίτση

13/05/2010
 

Γνώση και δύναμη

Οι δύο πόλοι, γύρω από τους οποίους στρέφεται το μεγαλείο και το δράμα του ανθρώπου είναι η γνώση και η δύναμη. Αλλά για τον άνθρωπο η δύναμη προέρχεται από τη γνώση. Γι’ αυτό εν τέλει το δράμα παίζεται στο επίπεδο της γνώσης. Η κοσμοϊστορική σημασία της γνώσης έγινε αντιληπτή από τα πανάρχαια χρόνια. Γι’ αυτό, τόσο το πνεύμα του Ισραήλ όσο και της Ελλάδος, έθεσαν το ζήτημα στο υψηλό επίπεδο της ρήξεως του ανθρώπου με το θείο. Και έχομε στη Βίβλο την εκμύθευση του δέντρου της γνώσεως, ενώ στην Ελληνική μυθολογία έχομε την εκμύθευση της αρπαγής της φωτιάς από τους θεούς, με αυτουργό τον Προμηθέα. Τονίζω και πάλι πως αυτοί οι δύο ευφυείς και βαθυνούστατοι λαοί αντελήφθησαν την κοσμοϊστορική σημασία της γνώσεως. Η γνώση δεν είναι ένα απλό συμβάν ανάμεσα στα άλλα. Είναι το κατ’ εξοχήν συμβάν της υπάρξεως. Πάντως και στις δύο περιπτώσεις το θείο ήταν αντίθετο. Διότι η γνώση αυτονομεί τον άνθρωπο και τον απομακρύνει από το θείο. Δεν πρέπει να αντιμετωπίσομε το ζήτημα ρηχά και να πούμε πως οι Θεοί εκπροσωπούν δυνάμεις «αντιδραστικές», που απεχθάνονται την πρόοδο. Μας είναι πιο χρήσιμο να εννοήσουμε πως η αντίθεση συμβαίνει στο βάθος του πνεύματος, συνεπώς και οι δύο ροπές είναι εξίσου έγκυρες. Και αν ο κίνδυνος από τη γνώση δεν ήταν ορατός εδώ και χιλιάδες χρόνια, από τότε που ζει ο μύθος, τώρα πλέον είναι ορατός διά γυμνού οφθαλμού. Η γνώση απειλεί σύμπασα τη ζωή του πλανήτη. Ιδού που οι φόβοι της θεότητας, δηλαδή της έσχατης εσωτερικότητας, πηγαίνουν να επαληθευθούν.

απόσπασμα από το δοκίμιο του ΧΡΗΣΤΟΥ ΜΑΛΕΒΙΤΣΗ «ΓΝΩΣΗ ΚΑΙ ΔΥΝΑΜΗ»
από το βιβλίο του: «ΤΑ ΜΗΛΑ ΤΩΝ ΕΣΠΕΡΙΔΩΝ»
(1984) Εκδόσεις IMAGO

 

Η συν-είδηση του θανάτου

Υπάρχουν πολλοί επιθετικοί προσδιορισμοί για τον άνθρωπο· αλλά ο πλέον καίριος είναι ότι ο άνθρωπος είναι θνητός. Και τούτο δεν σημαίνει απλώς πως ο άνθρωπος πεθαίνει, αλλά ότι ο άνθρωπος ζει γνωρίζοντας πως θα πεθάνει. Το ζώο ζει μη γνωρίζοντας πως θα πεθάνει. Η διαφορά είναι μεταξύ πνεύματος  και φύσεως

απόσπασμα από το δοκίμιο του ΧΡΗΣΤΟΥ ΜΑΛΕΒΙΤΣΗ «Η ΣΥΝ-ΕΙΔΗΣΗ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ»
από το βιβλίο του: «ΤΑ ΜΗΛΑ ΤΩΝ ΕΣΠΕΡΙΔΩΝ»
(1984) Εκδόσεις IMAGO

 

Ο πολιτισμός της ευχέρειας

Οι Δυτικές κοινωνίες εισέρχονται πλησίστιες στον πολιτισμό της ευχέρειας. Ενώ όλοι οι μέχρι τώρα πολιτισμοί ήσαν πολιτισμοί της δυσχέρειας. Η διαφορά είναι κρίσιμη. Διότι η δυσχέρεια συνθέτει τους πολιτισμούς, η δε ευχέρεια τους αποσυνθέτει.
Βέβαια, ο πολιτισμός έγινε από τον άνθρωπο για να μετατρέψει τη δυσχέρεια σε ευχέρεια. Οι παλιοί πολιτισμοί το καταφέρανε τούτο σε περιορισμένο βαθμό και για περιορισμένο αριθμό ανθρώπων. Μόνον ο δικός μας πολιτισμός στη δεύτερη φάση του, σε αυτήν της καταναλωτικής κοινωνίας, επέτυχε να μεταστοιχειώσει τη δυσχέρεια σε ευχέρεια σε μεγάλο βαθμό και για μεγάλο αριθμό ανθρώπων. Με τον καιρό δε αυξάνει και ο βαθμός της ευχέρειας. και ο αριθμός των ανθρώπων που την απολαμβάνουν. Αυτό ονειρευόταν ο άνθρωπος από καταβολής του· τώρα το επέτυχε· δεν νιώθει ευτυχής;
Εδώ ακριβώς βρίσκεται η μεγάλη αποκάλυψη: ότι στον πολιτισμό της ευχέρειας ο άνθρωπος δεν αισθάνεται ευτυχής. Αλλά και κάτι παραπάνω: δεν αισθάνεται ασφαλής. Και την πλέον ταπεινή συνείδηση του πολιτισμού της ευχέρειας την έχει σταυρώσει η κατήφεια και την έχει χαράξει η υποψία, ή και η βεβαιότητα της ριζικής ανασφάλειας. Πράγματι, αυτό το τελευταίο είναι πολύ απογοητευτικό· ατενίζομε πλέον και στις αμέτοχες συνειδήσεις τον κατοπτρισμό της ματαιότητας του πολιτισμού μας. Ήταν νοητή η συζήτηση για την κρίση του πολιτισμού μεταξύ ιστορικών ή φιλοσόφων ή κοινωνιολόγων. Τώρα όμως η συζήτηση αυτή διεξάγεται ανάμεσα σε ανθρώπους απλοϊκούς ή νέους, με τις ελάχιστες ακόμη εμπειρίες ζωής. Και η συνείδηση αμηχανεί προ του μεγάλου κακού, βλέποντας πως το ψύχος της ιστορικής αυτοσυνειδησίας κατήλθε ως τους ανθισμένους λειμώνες και τους καταψύχει προώρως. Και αποδεικνύεται πλέον με ενάργεια μεσημεριού, πως πράγματι ο πολιτισμός μας τελεί σε κρίση – διότι η κρίση του κλονίζει και τις αγεώργητες, και τις άγουρες συνειδήσεις. Δεν πρόκειται πλέον περί θεωρητικής εκδοχής, αλλά περί καθεστώτος εδραίου.
Πηγή των πολιτισμών η δυσχέρεια του βίου. Βιοτική δυσχέρεια, βεβαίως, αντιμετωπίζουν και τα ζώα. Μόνο που αυτά δεν μπορούν να απαντήσουν στην πρόκληση της δυσχέρειας και παραμένουν εσαεί δέσμιά της. Ο άνθρωπος απελευθερώνεται από τη δυσχέρεια απαντώντας δημιουργικά στην πρόκλησή της. Η απελευθέρωση είναι σχετική· με τον Δυτικό όμως πολιτισμό μας πάει να γίνει απόλυτη. Γι’ αυτό και μετασχηματίζεται στον πρώτο πολιτισμό της ευχέρειας στην ιστορία.
Η πενία, δηλαδή η δυσχέρεια, δε κατεργάζεται μόνο τέχνες, κατά το λόγο. Κατεργάζεται και το πνεύμα, τον εσωτερικό πλουτισμό, τα αισθήματα, τις συγκινήσεις, τις αγάπες, τις θρησκείες, τις φιλοσοφίες, τις ιδεολογίες. Όχι μόνον ο υλικός πολιτισμός, αλλά και ο πνευματικός πολιτισμός είναι προΐόντα της δυσχέρειας. Και τούτο το τελευταίο μάς ενδιαφέρει ακόμη περισσότερο. Δεν θα υπήρχε πνευματικό έργο χωρίς τη δυσχέρεια της υπάρξεως. Όλη η Οδύσσεια είναι η βιοτική δυσχέρεια ενός ανθρώπου. Και όλη η Ιλιάδα είναι η αγωνιστική δυσχέρεια ενός λαού. Η ριζική δυσχέρεια της ανθρώπινης ύπαρξης που είναι ο θάνατος, συνιστά το σημείο αφετηρίας του Χριστιανισμού. Και η διά βίου προσκόλληση του ανθρώπου στη θρησκεία του συστοιχείται προ τον διά βίου χειμασμό του ανθρώπου στον κόσμο τούτο. Η ζωή τελεί πάντοτε υπό απειλή και καταφεύγει στο έργο του πολιτισμού για να ασφαλισθεί υλικώς και πνευματικώς. Ωστόσο, τούτο δεν σημαίνει πως οι πνευματικές καταφυγές της ζωής είναι προσχήματα άμυνας χωρίς αυτόνομη εσωτερική αξία – δηλαδή δεν πρόκειται για εξορκισμούς. Όχι. Ναι μεν η δυσχέρεια του ζην αναγκάζει τον άνθρωπο στο να ψάξει για πνευματικά ερείσματα, δεν πρόκειται όμως για επινοήματα, παρά για γνήσιες αποκαλύψεις πραγματικοτήτων, αγνώστων μέχρι τότε. Η διάνοιξη της συνείδησης, ωθημένη από τη δυσχέρεια, είναι πραγματική και κοσμοϊστορικής σημασίας. Άλλωστε, επειδή ακριβώς αυτές οι πραγματικότητες υπάρχουν, τις αντιτάσσει ο άνθρωπος στη δυσχέρεια, για την υπέρβασή της. Αν δεν υπήρχαν, δε θα τις εύρισκε· θα του ήταν ίσως ακατόρθωτο και να τις επινοήσει. Και μάλιστα θα ήταν πιο δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να τις επινοήσει παρά να τις ανακαλύψει. 
Όσο ο άνθρωπος απαλλάσσεται από τη δυσχέρεια του ζην τόσο απαλλάσσεται και από την ανάγκη να καταφύγει στον προφήτη, στον άγιο, στον ποιητή, στον φιλόσοφο. Γι’ αυτό και στον πολιτισμό της ευχέρειας τα επ-αγγέλματα αυτά ολοένα και περισσότερο παραμένουν αζήτητα. Διότι οι επαγγελίες τους για σωτηρία (θρησκευτική, αισθητική, γνωστική) δεν ενθουσιάζουν κανέναν. Η ευχέρεια αποσαθρώνει την πνευματική σκευή του πολιτισμού και του ανθρώπου.
Βέβαια, η ύπαρξη είναι καταστατικώς δυσχερής στον κόσμο τούτο, αφού η κατ’ εξοχήν δυσχέρεια, ο θάνατος, δεν αναιρείται από κανέναν πολιτισμό. Όμως η αναίρεση της βιοτικής μέριμνας (τροφή, ένδυση, στέγη, φάρμακα) απαλύνει τις υψηλότερου βαθμού δυσχέρειες μέχρι αμβλύνσεών των, δεδομένου ότι οι «πλατιές μάζες» που συνιστούν το μόνο υποκείμενο του πολιτισμού της ευχέρειας, νιώθουν να ευδαιμονούν μέσα στη θαλπωρή της υλικής τους ευμάρειας. Δεν είναι ασήμαντο πράγμα η ικανοποίηση των άμεσων και επιτακτικών βιοτικών αναγκών. Γι’ αυτό ακριβώς και η λύση που δόθηκε κατακυριάρχησε και παραμέρισε όλες τις άλλες λύσεις των άλλων δυσχερειών.
Όλα όμως τούτα ισχύουν βραχυπροθέσμως. Δεν μπορούν να ισχύσουν μακροπροθέσμως. Μακροπροθέσμως οδηγούν ευθέως προς την κατάρρευση του πολιτισμού. Επειδή η ευχέρεια απορρυθμίζει τους μηχανισμούς συντηρήσεως και επεκτάσεως του πολιτισμού. Ίσως στο τέλος αναλάβει τον μόχθο αυτό μια αποφασισμένη μειοψηφία. Οπότε θα περάσομε σε άλλες ιστορικές μορφές χαρούμενης, πλέον, δουλείας των πολλών της ευχέρειας στους λίγους της δυσχέρειας.
Ωστόσο, ο πολιτισμός μας ήδη κρούεται στα όρια της υλικής του ευχέρειας, που είναι τα όρια αντοχής του φυσικού μας περιβάλλοντος. Στο μεταξύ όμως η ευχέρεια, που η Δύση έχει απολαύσει σε πρωτοφανή βαθμό και για πρώτη φορά στην ιστορία, έχει πράξει το κακό. Υπονόμευσε όλη την πνευματικότητα και όλη την εσωτερικότητα που είχαν δημιουργήσει οι πολιτισμοί της δυσχέρειας.
Σ’ αυτόν τον κόσμο τα πάντα έχουν το αντίρροπό τους. Η υλική δυσχέρεια αντιζυγίζεται με πνευματική ευτυχία. Η υλική ευτυχία αντιρροπείται με πνευματική δυστυχία. Η δυσχέρεια του Ισραήλ εδημιούργησε την Παλαιά Διαθήκη, τον Λόγο του Θεού. Η ευχέρεια της Δύσεως προετοιμάζει τον Λόγο του Δαιμονικού. Ήδη τον ακούμε ευκρινώς.

ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΑΛΕΒΙΤΣΗΣ «Ο ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΕΥΧΕΡΕΙΑΣ»
από το βιβλίο του: «ΤΑ ΜΗΛΑ ΤΩΝ ΕΣΠΕΡΙΔΩΝ»
(1984) Εκδόσεις IMAGO