Έλλη Λαμπέτη (ΙΙΙ): ιερή σχέση

Ο Φρέντυ Γερμανός μιλάει στην Εύη Κυριακοπούλου για τη φιλία του με την Έλλη Λαμπέτη και θυμάται μικρές προσωπικές της στιγμές:

 

φανταστικά γράμματα

Η Λαμπέτη, είχε μία τάση να γράφει γράμματα, στο μυαλό της μέσα, χωρίς να τα γράφει…
Δηλαδή
Έγραφε πολύ ωραία, μπορούσε να τα σκεφτεί πολύ ωραία, αλλά δεν έγραφε τα γράμματα αυτά. Είχε γράψει γράμμα στον Αϊνστάιν, στην Γκάρμπο, στον Κένεντι, κάποια στιγμή έγραψε γράμμα στον Ανδρέα Παπανδρέου, με τον οποίο δεν είχε ιδιαίτερη…
Αυτό δεν υπάρχει ούτε στο βιβλίο σας…
Όχι… Μου το διηγήθηκε. Ήταν το τελευταίο καλοκαίρι της ζωής της. Κάτι έκανε ο Ανδρέας -που δεν τον είχε ψηφίσει ποτέ της-, που της άρεσε… κι έτσι εκρηκτική και ορμητική όπως ήταν, του γράφει: «Αγαπητέ, κύριε Παπανδρέου, δε με ξέρετε, είμαι συνάδελφος της Αλίκης Βουγιουκλάκη». Τυπικό δείγμα σαρκασμού της Έλλης. «Στις τελευταίες εκλογές δε σας ψήφισα, σας υπόσχομαι να σας ψηφίσω στις επόμενες. Εάν, ο μη γένοιτο, δεν πάρετε την ψήφο μου θα φταίει η επάρατος νόσος». Δεν είναι; Και την πείραζε πάρα πολύ που την λέγανε «επάρατο νόσο». Έλεγε «μα γιατί; δεν έχει όνομα; Γιατί δεν λένε καρκίνος;» Ήτανε πολύ δυνατή και πολύ μαχητική. Πολεμούσε. Είχε το θέατρο σα θρησκεία…

ΦΡΕΝΤΥ ΓΕΡΜΑΝΟΣ
από μια συζήτηση με την Εύη Κυριακοπούλου
στην εκπομπή της ΕΡΤ «ΑΝΤ’ ΑΥΤΟΥ» (1998) 

 


Η Έλλη Λαμπέτη στην παράσταση «Πεγκ, καρδούλα μου» (1950)
από το http://ypeppas.blogspot.com/

 

σαν κούρος

Έπαιζε άρρωστη…
Έπαιζε άρρωστη, χωρίς να μιλάει…
Στο τέλος, ναι, όλα αυτά… και… επειδή μιλάμε για την τελευταία περίοδο -είχε χάσει τα μαλλιά της στο τέλος- και όλοι περίμεναν ή όλοι φαντάζονταν ότι θα είχε συντριβεί με αυτό το πράγμα. Η Έλλη κοιτάχτηκε στον καθρέφτη, είδε το κρανίο της, μου λέει: «ήμουν σαν κούρος και είπα μέσα μου: μάνα μου, τι ωραίο κρανίο μου χάρισες…» Αυτά δεν είναι ενδεικτικά μιας γυναίκας διαφορετικής απ’ τις άλλες;

ΦΡΕΝΤΥ ΓΕΡΜΑΝΟΣ
από μια συζήτηση με την Εύη Κυριακοπούλου
στην εκπομπή της ΕΡΤ «ΑΝΤ’ ΑΥΤΟΥ» (1998)
 

 

σκληρή με τον εαυτό της 

Η σχέση της με το θέατρο ήταν ιερή, και το λέω αυτό γιατί… ενώ ήταν πάρα πολύ ανθρώπινη, αγαπούσε πολύ τον άνθρωπο, κάποτε σε μία σκηνή στην Κληρονόμο, ενώ ανεβαίνει -είναι η τελευταία σκηνή του έργου- ανεβαίνει τις σκάλες κρατώντας ένα κηροπήγιο και ο άταχτος εραστής χτυπάει την πόρτα και εκείνη δεν ανοίγει γιατί θέλει να κρατηθεί στην περηφάνια της, εκείνη τη στιγμή, στη σκηνή εκείνη, μία ταξιθέτρια άνοιγε απότομα την κουρτίνα και μία λεπίδα από φως έπεφτε απότομα επάνω στο ημίφως της σκηνής και της κατέστρεφε τη σκηνή. Και μου έλεγε η Έλλη ότι ήταν σα μια λεπίδα να με έκοβε στα δύο…
Λαιμητόμος…
Ναι, ναι, μια λαιμητόμος, και ζήτησε τελείως αντισυναδελφικά να απολυθεί η ταξιθέτρια.
Σκληρό…
Σκληρό, πολύ σκληρό… Αυτά όμως εν ονόματι του θεάτρου, εν ονόματι του ρόλου της, εν ονόματι αυτού που υπηρετούσε, της θρησκείας της. Απελύθη η ταξιθέτρια. Μετά από 15 μέρες ζήτησε η ίδια η Έλλη να την πάρουν πίσω, ζήτησε από τον Μουσούρη που ήταν ο εργοδότης να πληρωθούν τα μεροκάματά της και πήγε και σπίτι της και της έκανε ένα δώρο…
Δεν μπορώ εδώ να μην κάνω μία ερώτηση, γιατί υπήρχε η φήμη ότι ήταν σκληρή.
Ναι, ήταν. Αλλά ήταν με τον εαυτό της πιο πολύ απ’ όλους.

ΦΡΕΝΤΥ ΓΕΡΜΑΝΟΣ
από μια συζήτηση με την Εύη Κυριακοπούλου
στην εκπομπή της ΕΡΤ «ΑΝΤ’ ΑΥΤΟΥ» (1998)
 

 

αφού δεν μπόρεσε το έργο να το κρατήσει η παράσταση…

Δεν μπορώ εδώ να μην κάνω μία ερώτηση, γιατί υπήρχε η φήμη ότι ήταν σκληρή.
Ναι, ήταν. Αλλά ήταν με τον εαυτό της πιο πολύ απ’ όλους.
Όταν ανέβασε τη «Μικρή μας Πόλη» που ήταν ένα πολύ ωραίο έργο, παίχτηκε τελευταία, του Θόρντον Γουάιλντερ, ήταν μεγάλη αποτυχία, εδώ είναι το μυστήριο, δηλαδή σε δέκα μέρες μέσα έπρεπε το έργο να κατέβει και της λένε: πρέπει να το κατεβάσουμε, και είπε εντάξει, θα ανεβάσουμε «Το ανοιξιάτικο τραγούδι» του Τζων Βαν Ντρούτεν… και κάποια στιγμή, λίγο πριν κατέβει το έργο, έρχεται ο Ψαθάς, να δει το έργο, ο Ψαθάς τότε ήταν η ηλεκτρονική δύναμη του Τύπου, δηλαδή όταν το έγραφε ο Ψαθάς ήταν σα να λέμε σήμερα…
Σα να λέμε σήμερα για ποιον;
…Το ‘πε η τηλεόραση…
Μάλιστα.
Κάτι τέτοιο… Και ο Ψαθάς, αυτός ο πολύ τραχύς εισαγγελέας του ελληνικού Τύπου, δάκρυσε σε μία μάλιστα σκηνή που λέει: «αυτά που ζήσαμε τι κρίμα που δεν καταλαβαίναμε τότε τι αξία είχαν», μία πραγματικά πολύ δυνατή σκηνή… και γράφει ένα χρονογράφημα – ύμνο την άλλη μέρα. Και αμέσως οι εισπράξεις ανεβαίνουν κάθετα. Και γίνεται ΤΟ πρώτο θέατρο. Και κρατάει αυτό για μέρες. Και βεβαίως όλοι περιμένουν ότι η Έλλη θα αλλάξει γραμμή και θα κρατήσει το έργο… και συνεχίζει τις πρόβες κι όταν την ρωτάνε: μα γιατί, αφού το έργο πάει τόσο καλά; λέει: αφού δεν μπόρεσε το έργο να το κρατήσει η παράσταση και το κράτησε ο Ψαθάς τότε πρέπει το έργο να κατέβει…

ΦΡΕΝΤΥ ΓΕΡΜΑΝΟΣ
από μια συζήτηση με την Εύη Κυριακοπούλου
στην εκπομπή της ΕΡΤ «ΑΝΤ’ ΑΥΤΟΥ» (1998) 

 

Ούτε έναν!

Για τη σκληρότητα όμως, την είχε… ακόμα και σε πρόσωπα πολύ διάσημα και επώνυμα… στον Καραμανλή φερ’ ειπείν… κάποτε όταν της τον είχε συστήσει περιχαρής ο Χορν, γύρω στο ’57 – ’58, και της είπε ο Καραμανλής ότι, ξέρετε, εγώ… επί των ημερών μου, είναι μόνο 800 πολιτικοί κρατούμενοι στις φυλακές, του λέει η Λαμπέτη: «Δεν ντρέπεστε που το λέτε; 800 πολιτικοί κρατούμενοι! Ούτε έναν δεν έπρεπε να έχετε!» Και ο Χορν, βεβαίως, χλώμιασε.

ΦΡΕΝΤΥ ΓΕΡΜΑΝΟΣ
από μια συζήτηση με την Εύη Κυριακοπούλου
στην εκπομπή της ΕΡΤ «ΑΝΤ’ ΑΥΤΟΥ» (1998) 

 

Τι έγραψε ο Ψαθάς για το «Τέλος της μικρής μας πόλης» και την Έλλη Λαμπέτη:

Αντιπαθώ θανάσιμα τους συγγραφείς που σχίζουν τεχνικά αλλά και βάρβαρα τον άνθρωπο – με το νυστέρι του ταλέντου τους – για να μας δείξουν ό,τι ταπεινό και κτηνώδες έχει μέσα του, αυτός και η ζωή του. Όπως αντιπαθώ κι εκείνους που αγωνίζονται να μας πείσουν για την ασημαντότητα της καθημερινής ζωής – παράδειγμα ο Ιονέσκο που η μανία του για την αποσύνθεση της καθημερινής «ασημαντότητας» φτάνει τα όρια της παράκρουσης, μ’ εκείνους τους ανισόρροπους διαλόγους του (τόσο «ασήμαντα» είναι αυτά που λέγονται και πράττονται στην καθημερινή ζωή μας, ώστε θα μπορούσαν, λέει, ν’ αντικατασταθούν με ισοδύναμες… αρλούμπες).
Να μάχεσαι ορισμένες εκδηλώσεις της ζωής – ασχήμιας, αδικίας, βαναυσότητας – με αντικειμενικό σκοπό να βοηθήσεις στο καλύτερο, είναι για μένα μια αποστολή άξια της ανθρώπινης υπόστασης ενός συγγραφέα με ζεστή καρδιά. Ν’ αποσυνθέτεις όμως, μέχρι κι εκείνο που θεωρούμε ωραίο, για να μας δείξεις ότι πίσω και απ’ αυτό ακόμα υπάρχει ασχήμια και αθλιότητα, δείχνει διάθεση διεστραμμένη και ιδιοσυγκρασία χολερική που όσο την εξιδανικεύει το ταλέντο, τόσο μου προκαλεί αποτροπιασμό. Γι’ αυτό ποτέ δεν χώνεψα μεγάλους συγγραφείς, όπως ο Ανούιγ και όπως ακόμα ο Τενεσσή Ουίλιαμς. Μπορεί να θαυμάζω απεριόριστα τη δύναμη της τέχνης τους, αλλά αντιπαθώ βαθύτατα το έργο τους.
Ίσως γι’ αυτή μου την αδυναμία (πρόκειται, βλέπετε, για αντιδράσεις καθαρά προσωπικές) με γοητεύει αυτό το έργο του Θόρντον Ουάιλντερ -«Η Μικρή μας Πόλη»- που παίζει η Έλλη Λαμπέτη, την οποίαν με χαρά ξαναβρήκε από καιρό η ελληνική σκηνή και η νοσταλγική αγάπη του θεατρόφιλου κοινού. Το ξαναείδα προχτές κι έφυγα από το θέατρο με μια ευφορία ψυχής αληθινή, βαθύτερη, όσο σπάνια μου δίνεται η ευκαιρία να αντλήσω από το θέατρο. Κι αυτό -τι περίεργη που είναι η μαγεία της τέχνης!- παρ’ όλον ότι στην τρίτη πράξη του ο ποιητής του έργου μας μεταφέρει στο… νεκροταφείο της μικρής του πόλης (που είναι όμως τόσο μεγάλη όσο κι ο κόσμος).
Δεν έχουν, βέβαια, καμιά πρόθεση κριτικής οι γραμμές αυτές -σ’ άλλην αρμοδιότητα ανήκει η ασχολία- άλλωστε προ πολλού είπαν τη γνώμη τους οι «ειδικοί». Τις προσωπικές μου αντιδράσεις μόνο μεταφέρω, κατά καιρούς, στον χώρο τούτο, όταν συμβαίνει να με γοητεύει μία παράσταση και ν’ ασκεί επάνω μου επίδραση ξεχωριστή. Νιώθω υποχρέωσή μου να ενημερώνω τους αναγνώστες μου με τους οποίους βρέθηκε τόσες πολλές φορές νάχουμε κοινά τα γούστα και κοινές τις αντιδράσεις.
Μ’ αρέσει ιδιαίτερα το έργο τούτο του Ουάιλντερ γιατί πέραν των άλλων, δείχνει στον προσεκτικό θεατή πόσο μάταιες -και άχρηστες- είναι οι «πρωτοτυπίες» των λεγόμενων μοντέρνων ή «επαναστατικών» συγγραφέων της σκηνής που προσπαθούν να βρουν καινούργιους τρόπους έκφρασης. Γιατί ολόκληρος ο μοντέρνος μηχανισμός της σκηνικής ανάπτυξης του θέματός του είναι το λιγότερο που μας προσφέρει ο συγγραφέας. Συχνά, μάλιστα, η απουσία των σκηνικών και η μιμική των ηθοποιών γίνεται ενοχλητική κι όχι μονάχα δεν βοηθά ν’ ακουστεί καλύτερα ο λόγος, αλλά τον εμποδίζει με τις αφύσικες κινήσεις που περισπούν μοιραία (για το αφύσικό τους, ακριβώς) την προσοχή του θεατή.
Πέρα, όμως, απ’ αυτά, πόση αισθητική χαρά και πόση απόλαυση μας δίνει ο ποιητικός οίστρος του Ουάιλντερ, που φτιάχνει απ’ την περιφρονημένη, ακριβώς, καθημερινότητα της ανθρώπινης ζωής το θαυμάσιο ποιητικό, θεατρικό του έργο. Η αισθητική του ευαισθησία συνέλαβε την χαρά και την αξία της τετριμμένης καθημερινότητας απ’ το θλιβερό εκείνο σημείο που μας ανοίγει κι εμάς τα μάτια -φευγαλέα, όμως, και παροδικά- όπου ο θάνατος τα μεταβάλλει σε οριστικό και τελεσίδικο παρελθόν. Όταν συμβεί να χάσουμε ένα πρόσωπο δικό μας, προσφιλές, που μέχρι χτες ακόμα η ζωή του κυλούσε ανάμεσά μας κοινοτοπική, με όλη την βαρετή καθημερινή ασημαντότητά της, τότε αμέσως αλλάζουν όλα: Το πρόσωπο αυτό παίρνει στα μάτια μας άλλη υπόσταση, τελείως διαφορετική, όπου οι καθημερινές του πράξεις μετριούνται αναδρομικά και όλες οι κινήσεις του ζυγίζονται με άλλο μέτρο, έτσι που να φαντάζουν στα μάτια μας σαν γεγονότα πολύ σημαντικά, που τα αναπολούμε με βαθύ πόνο και μεγάλη δυστυχία.
Αυτό τον αναδρομικόν ύμνο προς την ζωή μάς προσφέρει με τις γραφικές και χαριτωμένες θεατρικές εικόνες που συνθέτει ο συγγραφέας -ξημερώματα, νύχτες, φεγγαροβραδιές, έρωτα, νοικοκυριό, γεννήσεις, γάμους, τυπική και αιωνίως επαναλαμβανόμενη καθημερινή ζωή- για να μας τα σκεπάσει, όμως, όλα, ξαφνικά και απροσδόκητα, με την αυλαία του τέλους. Με τόλμη εκπληκτική -κι εκεί ο συγγραφέας μας δείχνει τον δημιουργικό μοντερνισμό του- μας μεταφέρει στο νεκροταφείο, όχι τόσο για να μας δείξει την ματαιότητα των εγκοσμίων (σαν τους αρρωστημένους μανιακούς της απαισιοδοξίας), αλλά για να μας ανοίξει τα μάτια, ακριβώς, επάνω στην ομορφιά και την γοητεία της τετριμμένης καθημερινότητας, που όσο την ζούμε, δεν την υποπτευόμαστε, ούτε καν την παίρνουμε χαμπάρι. Κι όλα αυτά με οίστρο γνήσιο, όπου η πρωτοτυπία αναπηδά μέσα από την χάρη, γι’ αυτό και δεν οδηγεί σε εκτρωματικές «μοντέρνες» συλλήψεις, αλλά σε αληθινή αισθητική ομορφιά.
Να σημειώσω και δυο λόγια για την Λαμπέτη: Μέσα σ’ ένα συγκρότημα από καλούς ηθοποιούς -πόσο λαμπρό προμηνύεται το μέλλον του κ. Κούρκουλου που είναι ήδη ένας άριστος ηθοποιός- φαντάζει σαν πολύτιμο πετράδι η πρωταγωνίστρια και θιασάρχις. Βλέποντάς την προχτές (κι αναθυμούμενος τις φτηνές «δόξες» των ημερών μας) ένιωσα μια βαθιά ανακούφιση: Η δραματική τέχνη δεν πέθανε στον τόπο μας. Είναι ευτύχημα ότι (δίπλα στις δυο τρεις άλλες αληθινές ιέρειες της δραματικής τέχνης) η Έλλη Λαμπέτη ξαναγύρισε κοντά μας.

χρονογράφημα του ΔΗΜΗΤΡΗ ΨΑΘΑ που δημοσιεύτηκε στη στήλη «Εύθυμα και σοβαρά»
εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ – 29/3/1962
Ιστορικό Αρχείο Δημοσιογραφικού Οργανισμού Λαμπράκη

 

Ενδιαφέρουσες συνδέσεις:

Έλλη Λαμπέτη (Ι)

 

Έλλη Λαμπέτη (ΙΙ)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: