Περί εμπνεύσεως

Δύο ιστορίες με θέμα την έμπνευση του καλλιτέχνη περιλαμβάνει η σημερινή ανάρτηση.

Η πρώτη ιστορία είναι απόσπασμα από μια διήγηση της Elizabeth Gilbert για τον Tom Waits και είναι πρόχειρη μετάφραση της ανάρτησης του εξαιρετικού site Kuxumuxu:

Ο Τομ Γουέιτς μια μέρα οδηγούσε σ’ έναν αυτοκινητόδρομο στο Λος Άντζελες, όπως μου είπε, και τότε άλλαξαν όλα γι’ αυτόν. Οδηγάει πολύ γρήγορα, μόνος του και, εντελώς ξαφνικά, ακούει ένα μικρό κομμάτι μελωδίας, που έρχεται στο μυαλό του, όπως έρχεται συχνά η έμπνευση, ακαθόριστη και βασανιστική, και τη θέλει, ξέρεις, είναι υπέροχη, και την επιζητάει, αλλά δεν έχει τρόπο να την αποκτήσει. Δεν έχει μαζί του ένα κομμάτι χαρτί, δεν έχει μολύβι, δεν έχει κασετόφωνο. Έτσι αρχίζει να νιώθει την ανησυχία να μεγαλώνει μέσα του, όπως «θα χάσω τη μελωδία, και μετά αυτό το τραγούδι θα με στοιχειώνει για πάντα. Δεν είμαι τόσο καλός και δεν μπορώ να το κάνω».
Και αντί να πανικοβληθεί ξαφνικά σταμάτησε. Σταμάτησε όλη αυτή τη νοητική διαδικασία και έκανε κάτι εντελώς απροσδόκητο. Κοίταξε ψηλά στον ουρανό και είπε: «Με συγχωρείς, είναι τόσο δύσκολο να δεις ότι οδηγάω; Δείχνω πως μπορώ να γράψω τώρα ένα τραγούδι; Αν θέλεις πραγματικά να υπάρξεις, έλα σε μια πιο κατάλληλη στιγμή, όταν θα μπορώ να σε φροντίσω. Αλλιώς πήγαινε να ενοχλήσεις κάποιον άλλον. Πήγαινε στον Λέοναρντ Κοέν.

από το Kuxumuxu Mythologies

 


Έντγκαρ Άλαν Πόε (1809-1849)

Η δεύτερη ιστορία, που βρίσκεται στα όρια μεταξύ παράδοσης και πραγματικότητας, διασώζεται από την πέννα του Ηλία Βενέζη:

…Σαν πέθανε η Virginia, συνέχισε σε λίγο η κυρούλα της καλύβας του Fordham, ο Έντγκαρ άρχισε να πίνει πολύ. Ξαναγύρισε στη Βαλτιμόρη. Τότε έγραψε τους περίφημους στίχους των «The Bells». Γράφτηκαν οι στίχοι εδώ, στο Fordham; Γράφτηκαν στη Βαλτιμόρη; Μια νύχτα, λέει η παράδοση, ο Έντγκαρ είχε πάει στη δημόσια βιβλιοθήκη, στη Βαλτιμόρη. Γύριζε αργά στο σπίτι του της οδού Αγίου Παύλου. Χιόνιζε. Άκουσε τα κουδούνια μιας καρότσας. Ήταν μια χαρωπή, χαρωπή, μελωδία! Χύθηκε η μελωδία στην καρδιά του. Έψαξε στην τσέπη του γυρεύοντας μολύβι και χαρτί. Δεν είχε. Τα μαγαζιά είχαν κλείσει. Οι στίχοι έρχονταν ο ένας πίσω απ’ τον άλλον – εξαίσιες φράσεις θα χάνονταν. Ο Πόε όρμησε προς το πρώτο σπίτι που ήταν εκεί κοντά, χτύπησε το κουδούνι της πόρτας. Ήταν το σπίτι του δικαστή Gile. Άνοιξε ο ίδιος ο δικαστής. «Χαρτί και μελάνη, σας παρακαλώ!» είπε έξαλλος ο νυχτερινός ξένος. Ο δικαστής βλέποντας πως έχει να κάνει μ’ έναν κύριο τον κάλεσε μέσα, τον οδήγησε στη βιβλιοθήκη του, και αποσύρθηκε ευγενικά αφήνοντας μόνον τον ξένο. Όταν αργότερα μπήκε στη βιβλιοθήκη για να δει τι κάνει ο άγνωστος, αυτός δεν ήταν πια εκεί. Όμως πάνω στο τραπέζι, γραμμένοι σ’ ένα χαρτί, ήταν οι πρώτες τρεις στροφές των «The Bells» που αργότερα ο δικαστής τις κορνίζωσε και τις κρέμασε στο γραφείο του:

Hear the sledges with the bells –
Silver bells!
What a world of merriment their melody foretells!
How they tinkle, tinkle, tinkle,
In the icy air of night!
While the stars that oversprinkle
All the heavens, seem to twinkle
With a crystalline delight;
Keeping time, time, time,
In a sort of Runic rhyme,
To the tintinnabulation that so musically wells
From the bells, bells, bells, bells,
Bells, bells, bells –
From the jingling and the tinkling of the bells.

ΗΛΙΑΣ ΒΕΝΕΖΗΣ «Η ΚΑΛΥΒΑ ΤΟΥ ΠΟΕ»
απόσπασμα από άρθρο του στη ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ τ. 547, 15/4/1950

Ένα Σχόλιο to “Περί εμπνεύσεως”

  1. Θωμάς Says:

    Από τις δύο ιστορίες φαίνεται νομίζω η διαφορά ανάμεσα σ’ ένα μεγάλο καλλιτέχνη και σ’ ένα παθιασμένο καλλιτέχνη…

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: