το ιπτάμενο σάντουιτς…

Η σημερινή ανάρτηση περιλαμβάνει ένα απόσπασμα από το βιβλίο του Φρανκ Μακ Κορτ «Ο ΔΑΣΚΑΛΟΣ – ΜΙΑ ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ» Εκδόσεις ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ.

Ο Φρανκ Μακ Κορτ αφηγείται ένα περιστατικό που του συνέβη την πρώτη μέρα που μπήκε σε τάξη να διδάξει:

Το πρόβλημα με το σάντουιτς ξεκίνησε όταν ένα αγόρι που το έλεγαν Πήτυ φώναξε: Θέλει κανείς ένα σάντουιτς με μορταδέλα;
Μας δουλεύεις; Η μαμά σου θα πρέπει να σε μισεί, για να σου δίνει τέτοια σάντουιτς.
Ο Πήτυ πέταξε την καφετιά χαρτοσακούλα με το σάντουιτς στον επικριτή, τον Άντυ, και η τάξη ζητωκραύγασε. Καβγάς, καβγάς, άρχισαν να φωνάζουν. Καβγάς, καβγάς. Η σακούλα προσγειώθηκε στο πάτωμα, ανάμεσα στον πίνακα και στο θρανίο της πρώτης σειράς που καθόταν ο Άντυ.
Εγώ βγήκα απ’ την έδρα μου και άρθρωσα τον πρώτο ήχο της διδασκαλικής μου σταδιοδρομίας: Ε. Τέσσερα χρόνια τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης, και το μόνο που μπόρεσα να σκεφτώ να πω ήταν Ε.
Το ξαναείπα. Ε.
Με αγνόησαν. Ήταν απασχολημένοι να συνδαυλίζουν τον καβγά που θα έτρωγε την ώρα και θα με αποσπούσε απ’ οποιοδήποτε μάθημα είχα ενδεχομένως σκοπό να διδάξω. Πλησίασα τον Πήτυ κι έκανα την πρώτη μου δήλωση ως δάσκαλος. Σταματήστε να πετάτε σάντουιτς. Ο Πήτυ και η τάξη με κοίταξαν εμβρόντητοι. Τούτος ο δάσκαλος, ο καινούργιος δάσκαλος, μόλις σταμάτησε έναν καλό καβγά. Οι καινούργιοι δάσκαλοι υποτίθεται ότι πρέπει να κοιτάζουν τη δουλειά τους ή να στέλνουν κάποιον να φέρει τον διευθυντή ή τον υποδιευθυντή, κι όλοι ξέρουν πως αυτοί θα κάνουν χρόνια να ‘ρθουν. Πράγμα που σημαίνει ότι μπορείς να τσακωθείς όσο τραβάει η ψυχή σου καθώς θα περιμένεις. Εξάλλου, τι να κάνεις μ’ έναν δάσκαλο ο οποίος σου λέει να σταματήσεις να πετάς σάντουιτς όταν ήδη έχεις πετάξει το σάντουιτς;
Ο Μπέννυ φώναξε απ’ το πίσω μέρος της αίθουσας. Ε, δάσκαλε, το ‘χει ήδη πετάξει, το σάντουιτς. Δεν ωφελεί να του λες τώρα μην πετάς το σάντουιτς. Να το, το σάντουιτς, εκεί δα, στο πάτωμα.
Η τάξη γέλασε. Δεν υπάρχει πιο ανόητο πράγμα στον κόσμο από έναν δάσκαλο ο οποίος σου λέει να μην κάνεις κάτι αφού ήδη το έχεις κάνει. Ένα αγόρι κάλυψε με το χέρι του το στόμα του και είπε, Βλάακα, κι εγώ ήξερα ότι αναφερόταν σ’ εμένα. Ήθελα να του δώσω μια μπουνιά και να τον κάνω να δει τον ουρανό σφοντύλι, αλλά κάτι τέτοιο θα σήμαινε το τέλος της διδασκαλικής μου σταδιοδρομίας. Εξάλλου, το χέρι που κάλυπτε το στόμα του ήταν τεράστιο, και το θρανίο του πολύ μικρό για το κορμί του.

 

Φρανκ Μακ Κορτ (1930-2009)

Κάποιος είπε, Βρε Μπέννυ, μπας κι έγινες δικηγόρος; Και η τάξη λύθηκε πάλι στα γέλια. Ναι, ναι, έλεγαν και περίμεναν την επόμενη κίνησή μου. Τι θα κάνει τούτος ο καινούργιος δάσκαλος;
Οι καθηγητές της παιδαγωγικής στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης δεν αφιέρωσαν καμιά διάλεξη για να μας μάθουν πώς να χειριζόμαστε περιστατικά ιπτάμενων σάντουιτς. Μας μιλούσαν για θεωρίες και φιλοσοφίες της εκπαίδευσης, για ηθικές και δεοντολογικές επιταγές, για την αναγκαιότητα ν’ αντιμετωπίζεις το παιδί ως όλον, το Gestalt, μετά συγχωρήσεως, για τις βιωμένες ανάγκες του παιδιού, αλλά ποτέ για το πώς τα βγάζεις πέρα σε τέτοιες κρίσιμες στιγμές μέσα στην τάξη.
Έπρεπε άραγε να πω, Ε, Πήτυ, σήκω και μάζεψε αυτό το σάντουιτς, γιατί αλλιώς…; Έπρεπε να το μαζέψω εγώ ο ίδιος και να το πετάξω στο καλάθι των αχρήστων, για να τους δείξω την περιφρόνησή μου για τους ανθρώπους που πετάνε σάντουιτς τη στιγμή που εκατομμύρια συνάνθρωποί τους σ’ όλο τον κόσμο λιμοκτονούν;
Ήταν απόλυτη ανάγκη να καταλάβουν ότι εγώ έκανα κουμάντο εκεί μέσα, ότι ήμουν αυστηρός, ότι δε θ’ ανεχόμουν καμιά από τις ανοησίες τους.
 


Το πρώτο βιβλίο του Φρανκ Μακ Κορτ, «Οι στάχτες της Άντζελα», εκδόθηκε το 1996, όταν ο Μακ Κορτ ήταν 66 χρονών.

Το σάντουιτς, τυλιγμένο σε λαδόκολλα, είχε μισοβγεί από τη σακούλα και η ευωδιά του μου έδωσε να καταλάβω ότι έκρυβε μέσα του πολύ περισσότερα από μερικές απλές φέτες μορταδέλας. Το σήκωσα και το έβγαλα από το περιτύλιγμά του. Δεν ήταν ένα συνηθισμένο σάντουιτς, από κείνα που το κρέας είναι στριμωγμένο όπως όπως ανάμεσα σε δυο φέτες άγευστου λευκού αμερικανικού ψωμιού. Ετούτο το ψωμί ήταν μαύρο και θρεπτικό, ψημένο από μια Ιταλίδα μητέρα στο Μπρούκλυν, ψωμί αρκετά κρουστό ώστε να συγκρατεί φέτες μιας πλούσιας μορταδέλας, εναλλάξ τοποθετημένες μαζί με φέτες ντομάτας, κρεμμύδια και πιπεριές, ραντισμένο με ελαιόλαδο και παραγεμισμένο από ένα καρύκευμα που έκανε τη γλώσσα να ηλεκτρίζεται.
Έφαγα το σάντουιτς.
Ήταν η πρώτη μου ενέργεια διαχείρισης της τάξης. Το στόμα μου, μπουκωμένο, με το σάντουιτς, τράβηξε την προσοχή των μαθητών μου. Με κοιτούσαν χάσκοντας, τριάντα τέσσερα αγόρια και κορίτσια, με μέσο όρο ηλικίας τα δεκαέξι χρόνια. Μπορούσα να δω το θαυμασμό στα μάτια τους, για τον πρώτο δάσκαλο που έβλεπαν στη ζωή τους να μαζεύει ένα σάντουιτς από το πάτωμα και να το τρώει σε κοινή θέα. Ο άνθρωπος με το σάντουιτς. Όταν ήμουν μικρό παιδί στην Ιρλανδία, θαυμάζαμε έναν δημοδιδάσκαλο ο οποίος καθάριζε κι έτρωγε ένα μήλο κάθε μέρα, και αντάμειβε τα καλά αγόρια με τη μακριά του φλούδα. Αυτά τα παιδιά παρακολουθούσαν το λάδι να κυλά στο πιγούνι μου κι από κει να σταλάζει στη γραβάτα, που την είχα πληρώσει δύο ολόκληρα δολάρια στο συνοικιακό πολυκατάστημα.
Ο Πήτυ είπε, Ε, δάσκαλε, αυτό το σάντουιτς που έφαγες ήταν δικό μου.
Η τάξη έσπευσε να του φωνάξει σύσσωμη, Βγάλε το σκασμό. Δεν βλέπεις ότι ο δάσκαλος τρώει;
Εγώ έγλειψα τα δάχτυλά μου. Είπα, Μμμ, έκανα τη χαρτοσακούλα και το λαδόχαρτο μια μπάλα και τα πέταξα στο καλάθι των αχρήστων. Η τάξη ζητωκραύγασε. Αμάν, είπαν, και Τι έκανε ο άνθρωπος, μωρό μου, και Πω, ρε μάγκα μου. Ρε για δέστε. Τρώει το σάντουιτς. Πετυχαίνει το καλάθι. Φοβερό.
  

Αυτό λοιπόν είναι η διδασκαλία; Ναι, στ’ αλήθεια φοβερό. Ένιωθα πρωταθλητής. Έφαγα το σάντουιτς. Πέτυχα το καλάθι, Ένιωθα ότι μπορούσα να κάνω ό,τι ήθελα μ’ αυτή την τάξη. Σκέφτηκα πως τώρα πια τους είχα του χεριού μου. Πολύ καλά, μόνο που δεν ήξερα τι να κάνω στη συνέχεια. Βρισκόμουν εκεί για να διδάξω, κι αναρωτήθηκα πώς έπρεπε να μεταβώ από το περιστατικό με το σάντουιτς στην ορθογραφία, τη γραμματική, τη δομή της παραγράφου ή οτιδήποτε άλλο σχετικό με το αντικείμενο που υπετίθετο ότι έπρεπε να διδάξω, τα Αγγλικά.
Οι μαθητές μου χαμογελούσαν, ώσπου είδαν το πρόσωπο του διευθυντή κορνιζαρισμένο στα τζάμι της πόρτας. Τα φουντωτά μαύρα φρύδια του, ανασηκωμένα ψηλά στο μέτωπό του, σχημάτιζαν ένα ερωτηματικό. Άνοιξε την πόρτα και μου έγνεψε να βγω. Να σας πω δυο λογάκια, κύριε Μακ Κορτ;
Ο Πήτυ ψιθύρισε, Ε, κύριε. Μη σας νοιάζει για το σάντουιτς. Έτσι κι αλλιώς δεν το ήθελα.
Η τάξη είπε σύσσωμη, Ναι, ναι, μ’ έναν τρόπο που έδειχνε ότι θα ήταν με το μέρος μου αν είχα πρόβλημα με τον διευθυντή, κι αυτή ήταν η πρώτη μου εμπειρία της αλληλεγγύης που διέπει τη σχέση δασκάλου-μαθητών. Μπορεί στο μάθημα οι μαθητές σου να κωλυσιεργούν και να μουρμουρίζουν, αλλά μόλις εμφανιστεί ο διευθυντής ή οποιοσδήποτε άλλος παρείσακτος, επικρατεί αμέσως ενότητα και σχηματίζεται ένα αρραγές μέτωπο.

ΦΡΑΝΚ ΜΑΚ ΚΟΡΤ «Ο ΔΑΣΚΑΛΟΣ – ΜΙΑ ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ»
μετάφραση: Ν. ΚΑΛΑΪΤΖΗΣ  Εκδόσεις ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ

 οι φωτογραφίες είναι από τα blog:

http://www.achievement.org/autodoc/page/mcc1bio-1 

http://www.fantasticfiction.co.uk/m/frank-mccourt/

http://www.geibtechforlearning.org/blog/2006/01/your_personal_philosophy_of_ed_1.html

http://www.scripta.gr/seires/logotexnia/mithistorima3.htm

 

 

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: