μια ιστορία αγάπης

Η αυτοκράτειρα Ευδοκία γεννήθηκε στην Αθήνα -Αθηναΐς ήταν το κανονικό της όνομα- και ήταν κόρη του φιλόσοφου Λεόντιου. Η ιστορία της μοιάζει βγαλμένη από παραμύθι. Αισθάνθηκε αδικημένη από την κληρονομιά που της άφησε ο πατέρας της και για να βρει το δίκιο της, έφτασε ως την Κωνσταντινούπολη, όπου μέσω μιας γνωριμίας με την Πουλχερία, που ήταν αδελφή του αυτοκράτορα Θεοδόσιου Β΄, έφτασε να παντρευτεί το Θεοδόσιο και να γίνει αυτοκράτειρα!


Αυτοκράτειρα Ευδοκία

Πώς όμως η Πουλχερία τη διάλεξε για νύφη του αδελφού της; Περιγράφει η ίδια τα προσόντα της νεαρής Αθηναΐδος:

«Ηύρον νεωτέραν καθαράν, εύστολον, λεπτοχαράκτηρον, εύρινα, ασπροτάτην ωσεί χιών, μεγαλόφθαλμον, υποκεχαρισμένην ουλοξανθόκομον, σεμνόποδα, ελλόγιμον, Ελλαδικήν παρθένον».

«ΠΑΣΧΑΛΙΟ ΧΡΟΝΙΚΟ»
από το βιβλίο της Ι. Τσάτσου «ΑΘΗΝΑΪΣ»
Εκδόσεις ΕΣΤΙΑ

Αυτά συνέβησαν το 421. Η «ασπροτάτη ωσεί χιών» Αθηναΐς ασπάσθηκε το χριστιανισμό, έλαβε το όνομα Ευδοκία και στη συνέχεια παντρεύτηκε τον αυτοκράτορα Θεοδόσιο Β΄. Η κοινή συζυγική τους ζωή κράτησε μέχρι το 441 ή λίγο αργότερα γιατί η Ευδοκία…

«Κατηγορήθηκε ότι διατηρούσε ερωτικό δεσμό με τον μάγιστρο των θείων οφικίων και παιδικό φίλο του αυτοκράτορος Παυλίνο, ο οποίος καθαιρέθηκε, εξορίσθηκε και λίγο αργότερα (444) θανατώθηκε ύστερα από εντολή του Θεοδοσίου, ενώ η αυτοκράτειρα υποχρεώθηκε να αποσυρθεί στα Ιεροσόλυμα (443), όπου παρέμεινε ως το τέλος της ζωής της (460), επιδιδόμενη σε αγαθοεργίες.

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΘΝΟΥΣ
Εκδοτική Αθηνών 1978


Θεοδόσιος Β΄

Υπήρξε όμως ποτέ αυτός ο ερωτικός δεσμός ή ήταν μια «βυζαντινή» συνωμοσία που εξύφανε ο ευνούχος πριμικήριος και κατόπιν σπαθάριος Χρυσάφιος, άνθρωπος με έντονη επιρροή πάνω στον άβουλο αυτοκράτορα; Η Ιστορία του Ελληνικού Έθνους δεν ασχολείται με αυτό το ερώτημα. Αφιερώνει όμως αρκετές σειρές στη θετική συμβολή της Ευδοκίας. Έργα της θεωρούνται το Πανεπιστήμιο Κωνσταντινούπολης -μεγάλης σημασίας γιατί αναγνωριζόταν για πρώτη φορά ο ελληνικός πολιτιστικός χαρακτήρας της Κωνσταντινούπολης- και ο Θεοδοσιανός κώδικας.

Η Ιωάννα Τσάτσου στο βιβλίο της «Αθηναΐς»  αν και στην αρχή αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο να υπήρξε κάτι μεταξύ της Ευδοκίας και του Παυλίνου, στη συνέχεια υποστηρίζει το ενδεχόμενο της σκευωρίας:

Η Πουλχερία φανερά πια την αντιπαθεί. Γιατί;
Είναι εκείνη η παλιά διάδοση ότι αγαπά τον Παυλίνο αληθινή; Ποιος ξέρει; Όμως αυτή η καθημερινή παρουσία εκείνου κοντά στην Άνασσα της είναι δυσάρεστη. Το έχουν καταλάβει οι ευνοούμενοί της και καθημερινά σταλάζουν δηλητήριο στην ανήσυχη σκέψη της. -«Αργά πολύ αργά πέρασε χτες από το ονοπόδιο ο μάγιστρος.» «-Πού ήταν;» -«Πάλι στης Αυγούστας Ευδοκίας.» Και η Πουλχερία ακούει χωρίς να ρωτά. Είναι το έργο της Αθηναΐδος που παίρνει διαστάσεις γιγάντιες;
(…..)

το μήλο που έφερε την καταστροφή

 Μια μέρα ξεσπάει το κακό. Παράλογο, ανόητο, φριχτό, όπως συμβαίνει πάντα. Γιορτάζονται τα Θεοφάνεια. Ο Αύγουστος πάει στην εκκλησιά μόνος με την ακολουθία του, γιατί ο μάγιστρος Παυλίνος έχει δυνατούς πόνους στο πόδι του και είναι υποχρεωμένος να μένει ακίνητος. Κάποιος φτωχός στο δρόμο προσφέρει στον άνακτα ένα πελώριο μήλο της Φρυγίας. Ο καρπός κάνει εντύπωση στο Θεοδόσιο και στην ακολουθία του. Ο βασιλιάς το αγοράζει και ερωτευμένος πάντα το στέλνει στη βασίλισσα. Εκείνη πάλι γνωρίζοντας πως ο Παυλίνος είναι άρρωστος, το στέλνει σ’ αυτόν. Και ο Παυλίνος το θαυμάζει τόσο που θέλει να το θαυμάσει και ο Θεοδόσιος. Μη γνωρίζοντας την προέλευσή του, αθώος, το στέλνει στον αυτοκράτορα.
Ποιος είναι κοντά στο βασιλά εκείνη τη στιγμή; Ποιος, όταν τον βλέπει ταραγμένο, χαμογελά πονηρά; Ποιος είπε τη φράση: «Έκανε τον άρρωστο ο Παυλίνος για να μείνει κοντά στην Αυγούστα; Ο Χρυσάφιος; Άνθρωπος της Πουλχερίας;
Ένα θολό μαύρο σύννεφο καλύπτει την κρίση και το νου του Θεοδόσιου, ένα μαύρο σύννεφο τυλίγει την φωτεινή γυναίκα που τόσο αγάπησε. Εισβάλλουν αδυσώπητες οι Εριννύες, η υποψία, η ζήλεια. Δε θα τον αφήσουν πια.
Καλεί την Αυγούστα Ευδοκία και με ύφος ιεροεξεταστού την ρωτά: «Τι έκανες το μήλο που σού στειλα;» Εκείνη ήσυχα απαντά «Παυλίνω τω πιστοτάτω ημών δέδωκα»¹. Την κοιτάζει μ’ εκείνα τα φιλύποπτα μάτια του σαν να τη βλέπει για πρώτη φορά, βέβαιος πως έχει διαπράξει το αίσχιστο έγκλημα. Κι εκείνη νιώθει την υποψία σαν ύβρη, την άμυνα σαν ξεπεσμό. Πώς όλοι είναι τόσο μικροί; Πώς είναι δυνατόν να έχουν τέτοιες σκέψεις για κείνην, την Αυγούστα, τη χριστιανή; Όμως θέλει να πείσει τον άντρα της, πως είναι αθώα. Δεν είναι δυνατόν μια ανόητη παρεξήγηση να διαλύσει την ευτυχία τους, την εμπιστοσύνη τόσων χρόνων.
Μα τα συμφέροντα είναι μεγάλα και οι εχθροί της αγρυπνούν. Το ‘χουν καλά καταστρώσει το σχέδιο της καταστροφής της. Καθημερινά σκαλίζουν την τραυματισμένη ψυχή του Θεοδόσιου με καινούριες υποψίες. Μικρές φράσεις σιγανές ψιθυρίζονται γύρω του, δήθεν για να μην τις ακούει:
-«Γι’ αυτό σαν έλειπε η Αυγούστα είχε εξαφανιστεί ο Παυλίνος».
-«Τους είδαν μαζί στο μέγαρο του Λαύσου…».
Μαύρη η ζωή του αυτοκράτορα. Δε μπορεί πια να λογικευθεί. Δε μπορεί να σκεφθεί απλά πως ο Παυλίνος ένοχος δε θα ‘στελνε ποτέ το μήλο σ’ εκείνον τον ίδιο.

ΙΩΑΝΝΑ ΤΣΑΤΣΟΥ «ΑΘΗΝΑΪΣ»
Εκδόσεις ΕΣΤΙΑ

¹Η Ι. Τσάτσου εμπιστεύεται τη μαρτυρία του Γεωργίου Κοδινού, όμως άλλοι χρονικογράφοι ισχυρίζονται πως η Ευδοκία απάντησε «το έφαγα», εκδοχή που η Ι. Τσάτσου απορρίπτει γιατί θεωρεί πως είναι αδύνατο μια τόσο έξυπνη γυναίκα να έχει δώσει μια τόσο αφελή απάντηση.

.

Η ανάρτησή μας όμως δεν τελειώνει εδώ, γιατί ο Καραγάτσης στο μυθιστόρημά του ΣΕΡΓΙΟΣ ΚΑΙ ΒΑΚΧΟΣ «απογειώνει» την ιστορία, στήνοντας ένα «ουράνιο» δικαστήριο στα πρόθυρα του Παραδείσου -με κριτές τους αγίους- που γίνεται για να αποφασιστεί αν η Ευδοκία είναι άξια να διαβεί τις πύλες του Παραδείσου ή πρέπει να περάσει την υπόλοιπη αιωνιότητα στην κόλαση. Η όλη σύλληψη είναι πραγματικά μεγαλοφυής -αντάξια ενός Καραγάτση-, αυτό όμως που καθηλώνει τον αναγνώστη είναι το απροσδόκητο, συγκινητικό μα και «αιρετικό» τέλος:

ΘΕΟΔΟΣΙΟΣ: Πώς μιλάς έτσι; Αφού πήρες ψεύτικον όρκο! Αφού αποδείχτηκε πως πήρες ψεύτικον όρκο!
ΕΥΔΟΚΙΑ: (κατεβάζει το κεφάλι): Έχεις δίκιο! Πήραν ψεύτικον όρκο.
ΘΕΟΔΟΣΙΟΣ: Γιατί το ‘κανες αυτό;
ΕΥΔΟΚΙΑ: Κι αν σου ‘λεγα την αλήθεια, θα την πίστευες; Θα πίστευες πως το μήλο που μου χάρισες, το χάρισα στον Παυλίνο χωρίς να είμαι ερωμένη του;
ΘΕΟΔΟΣΙΟΣ: (σκύβει το κεφάλι): Όχι, δεν θα το πίστευα. Πώς γινόταν ένα δώρο που σου έκανα εγώ, ο σύζυγός σου, να το χάριζες σ’ έναν άντρα που δεν αγαπούσες;
ΕΥΔΟΚΙΑ: (ήρεμα): Είπα πως δεν ήμουν ερωμένη του Παυλίνου, κι όχι πως δεν τον αγαπούσα…
ΘΕΟΔΟΣΙΟΣ: Ώστε ομολογείς;
ΕΥΔΟΚΙΑ: Σε τούτο το Δικαστήριο, μπορεί να μείνει τίποτα κρυφό; Δεν ομολογώ, μα παραδέχομαι εκείνο που όλοι γνωρίζουν (δείχνει τους αγίους).
(…)
ΘΕΟΔΟΣΙΟΣ (στην Ευδοκία): Γιατί δεν μου είπες την αλήθεια εξ αρχής; Θα καταλάβαινα…
ΕΥΔΟΚΙΑ: Όχι, δεν θα καταλάβαινες. Σου ήταν αδύνατο να παραδεχτείς πως αγαπούσα τον Παυλίνο χωρίς να είμαι ερωμένη του. Σου ήταν αδύνατο να παραδεχτείς πως αγαπούσα τον Παυλίνο…
ΘΕΟΔΟΣΙΟΣ: Ναι, μου ήταν αδύνατο. Τι κι αν εξουσίαζα το κορμί σου δίχως την ψυχή σου;
ΕΥΔΟΚΙΑ: Αν δεν ήσουν αυτοκράτορας, θα γύρευα διαζύγιο και θα παντρευόμουνα τον Παυλίνο. Τη δική μου πορφύρα ήμουν πρόθυμη να την θυσιάσω για να χαρώ το μεγάλο και μοναδικό έρωτά μου. Το δικό σου όμως στέμμα, Θεοδόσιε; Τι χτύπημα για την αυτοκρατορική σου μεγαλειότητα!
ΘΕΟΔΟΣΙΟΣ: Κάτι τέτοιο δεν θα επέτρεπα ποτέ όχι μόνο να γίνει, μα ούτε να μαθευτεί. Θα έπαιρνα όλα τα μέτρα για να μη μαθευτεί.
ΕΥΔΟΚΙΑ: Τα ξέρω τα μέτρα: κάποια αρρώστια, κάποιο δυστύχημα, που θα ‘στελνε στον τάφο τον άνθρωπο που αγαπούσε η γυναίκα σου, η αυτοκράτειρα… Να, γιατί πήρα ψεύτικον όρκο: για να σώσω τη ζωή του Παυλίνου.
ΘΕΟΔΟΣΙΟΣ: Δεν το κατάφερες.
ΕΥΔΟΚΙΑ: Δεν το κατάφερα. Μου τον σκότωσες…
Η Ευδοκία ξεσπάει σε λυγμούς. Οι άγιοι σιωπούν φανερά συγκινημένοι.
ΘΕΟΔΟΣΙΟΣ: (στην Ευδοκία): Τόσο πολύ τον αγαπούσες;
ΕΥΔΟΚΙΑ: Τόσο πολύ!
(…)
ΠΑΥΛΟΣ: Η αμαρτία. Υπάρχει η αμαρτία…
Ο Βάκχος πετάγεται και τον αντικόβει.
ΒΑΚΧΟΣ: Άκου, άγιε Παύλο μου. Χριστιανός είσαι κι εσύ όπως εγώ· άγιος είσαι, όπως είμαι. Τα ίδια που μας δίδαξε ο Ιησούς πιστεύεις και πιστεύω. Μα εσύ γεννήθηκες στην Παλαιστίνη κι εγώ στην Ελλάδα. Για μας τους Έλληνες, η ομορφιά δεν είναι αμαρτία· από την ομορφιά δεν μπορεί να εκπηγάσει αμαρτία. Η ομορφιά εξαγνίζει τα πάντα. Η ομορφιά, κι ο έρωτας που την παραστέκει…
Ο έρωτας… Τούτος ο λόγος, ο ολότελα ασυνήθιστος εκεί πάνω, έκανε τη χορεία των αγίων να συγκλονιστεί από ρίγος μυστικό. Όλα τα μάτια, συνεπαρμένα, κοιτούσαν μακριά, κάποιο όραμα αόρατο. Ο Παύλος κατάλαβε πως έχασε τη μάχη.
ΠΑΥΛΟΣ: Δεν επιμένω στο κατηγορητήριο. Οι πύλες του Παραδείσου ας ανοίξουν για την Ευδοκία…
Η νεκρή αυτοκράτειρα πάλι χαμογέλασε πικρά· κι είπε:
ΕΥΔΟΚΙΑ: Δεν είμαι πια η Ευδοκία· δεν είμαι πια αυτοκρατόρισσα. Είμαι η Αθηναΐς, η θυγατέρα του φιλόσοφου Λεόντιου του εθνικού, του Αθηναίου. Η Αθήνα που με γέννησε κι έθρεψε με τα νάματα του υπέρτατου και γαλήνιου στοχασμού της, του διαπνεόμενου απ’ τη λατρεία του Κάλλους, με καλεί ξανά στο μεθυστικό πανηγύρι της πνευματικής λευτεριάς. Θεοί μου είναι η Αφροδίτη, ο Απόλλων κι ο Διόνυσος. Ο θάνατος δεν μπορεί να χωρίσει δυο ψυχές που κοινώνησαν στην πανάγιαν αμαρτία του Κάλλους και του Έρωτα. Η θέση μου, για την αιωνιότητα, είναι κοντά σ’ εκείνον· κι η θέση εκεινού είναι κοντά στα μεγάλα κι ελεύθερα πνεύματα που έπλασαν το μοναδικό πολιτισμό των ανθρώπων. Βάκχε, Βάκχε, Ίακχε! Ιού! Ιού! Ευοί ευάν! (στον Παυλίνο). Έλα καλέ μου! Πάμε.
Πέρασε η Αθηναΐδα το χέρι της στη μέση του Παυλίνου· εκείνος αγκάλιασε τους θεϊκούς ώμους της. Και με περπατησιά αργή, σταθερή και ήρεμη πήραν το δρόμο που οδηγεί στην Κόλαση.
Οι άγιοι, άφωνοι, παρακολούθησαν το μισεμό τους. Κι άξαφνα σηκώθηκαν όλοι μαζί· και με μάτια δακρυσμένα, χέρια σειναμένα ξέσπασαν σε φωνή μυριόστομη:
-Κατευόδιο, Ομορφιά! Ώρα καλή, Κάλλος! Κάθε ευτυχία σού ευχόμαστε, Λευτεριά: Την ευκή μας να έχεις, Έρωτα!
Ο Βάκχος, πεσμένος μπρούμυτα σ’ ένα σύννεφο, έκλαιγε με λυγμούς.

Μ. ΚΑΡΑΓΑΤΣΗΣ «ΣΕΡΓΙΟΣ ΚΑΙ ΒΑΚΧΟΣ»
Εκδόσεις ΕΣΤΙΑ


Η Πουλχερία ασκούσε μεγάλη επιρροή στον αδελφό της αυτοκράτορα Θεοδόσιο Β΄-μέχρι που τέθηκε στο περιθώριο λόγω της ισχυρής επιβολής στον αυτοκράτορα του ευνούχου Χρυσάφιου. Στην Πουλχερία οφείλονται τα σκληρά μέτρα που έλαβε ο Θεοδόσιος Β΄εναντίον εθνικών, αιρετικών και Ιουδαίων. Επι των ημερών της παντοδυναμίας της συνέβη το 415 στην Αλεξάνδρεια η δολοφονία της Υπατίας.

Ετικέτες:

4 Σχόλια to “μια ιστορία αγάπης”

  1. Τελευταίος Says:

    Σήμερα βρήκα χρόνο για να διαβάσω την ανάρτησή σου Θωμά. Υπέροχη κι αυτή όπως κι οι άλλες. Ένας ύμνος στον έρωτα.

    Αναρωτιέμαι αν μου επιτρέπεις να την αναπαράγω στο δικό μου ιστολόγιο, εκεί στα «Διαμάντια».

  2. Θωμάς Says:

    Φυσικά και σου επιτρέπω. Είναι τιμή για μένα, όπως τιμή είναι και η «διαδικτυακή» μας φιλία.

  3. Δημήτρης Παπαδόπουλος Says:

    Είναι τυχαίο που ξεκίνησες με την Ευδοκία και τελείωσες με την Υπατία;

  4. Θωμάς Says:

    Η αλήθεια είναι πως ήταν τυχαίο.
    Κι ήταν πραγματικά έκπληξη για μένα η ανακάλυψη πως το ίδιο νοσηρό περιβάλλον που οδηγήσε την Ευδοκία στην εξορία ήταν υπεύθυνο ή τουλάχιστον επέτρεψε τη δολοφονία της Υπατίας.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: