από το «Χθεσινό κόσμο» στην «Παναγία των Παρισίων»

Το βιβλίο του Στέφαν Τσβάιχ «Χθεσινός Κόσμος» ήταν δώρο του πατέρα μου για τα 18α γενέθλιά μου. Μου το δώρισε λέγοντάς μου πόσο απαραίτητο θεωρούσε αυτό το βιβλίο για την πνευματική μου ωρίμανση. Δυστυχώς τότε δε διάβασα περισσότερες από τριάντα ή σαράντα σελίδες. Το βρήκα κουραστικό και το παράτησα. Πού μυαλό για βιβλία στην ηλικία των 18… 
Το καλοκαίρι του 2010, σε μια από τις τακτικές μας οικογενειακές επισκέψεις στο πατρικό μου σπίτι, όπου τρώμε το φαγητό της μητέρας μου κι ύστερα αρχίζω τη συζήτηση με τον πατέρα μου -δεν είναι ακριβώς συζήτηση, ο πατέρας μου διηγείται κι εγώ τον ακούω και σχολιάζω-, ανακάλυψα ξανά στη βιβλιοθήκη το βιβλίο και αποφάσισα να το διαβάσω με καθυστέρηση 26 χρόνων. Περιττό να πω πόσο δίκιο είχε ο πατέρας μου. Αν εξαιρέσουμε τις πρώτες του τριάντα σελίδες που αναφέρεται στα τέλη του 19ου αιώνα στην Αυστρία και είναι κάπως κουραστικό, το βιβλίο στη συνέχεια αποκτάει τεράστιο ενδιαφέρον, ενώ όταν αναφέρεται στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, στην Ευρώπη του μεσοπολέμου και στην άνοδο του ναζισμού γίνεται συγκλονιστικό.

  
Ο Στέφαν Τσβάιχ (1881-1942) ήταν Αυστριακός (εβραϊκής καταγωγής) συγγραφέας. Έφυγε από την Αυστρία, λόγω των αντιναζιστικών του πεποιθήσεων και έζησε στην Αγγλία, στις ΗΠΑ και τέλος στη Βραζιλία, όπου το 1942 αυτοκτόνησε μαζί με τη γυναίκα του.

Ο Στέφαν Τσβάιχ επισκέφτηκε την Αμερική κάπου ανάμεσα στα 1900 και 1910. Στις εντυπώσεις του από το ταξίδι αυτό περιγράφει κυριολεκτικά μια «γη της επαγγελίας» σε σχέση με την εύρεση εργασίας. Και μιλάει για σχετικά εύκολες εργασίες, όχι για «περπάτημα πάνω σε ατσάλι». Βρισκόμαστε όμως πριν τον Α΄ παγκόσμιο πόλεμο και πολύ πριν το κραχ του 1929, που άλλαξε τις συνθήκες εργασίας στην Αμερική και σε άλλες χώρες.

Στο τέλος το συναίσθημα πως οι περιπλανήσεις μου ήταν άσκοπες έγινε τόσο δυνατό, ώστε για να το υπερνικήσω σκέφτηκα να το κάνω πιο ελκυστικό με τη βοήθεια ενός τεχνάσματος. Επινόησα πραγματικά ένα παιχνίδι που το έπαιζα ολομόναχος. Υπόβαλα στον εαυτό μου, καθώς περιπλανιόμουνα τελείως μόνος, ότι ήμουν ένας από τους αναρίθμητους μετανάστες που δεν ήξεραν τι θα γίνουν και πως δεν είχα παρά επτά δολάρια στην τσέπη. Κάνε λοιπόν για το κέφι σου εκείνο που αυτοί κάνουν αναγκαστικά! Φαντάσου ότι είσαι αναγκασμένος μέσα σε τρεις μέρες το πολύ να κερδίζεις το ψωμί σου. Σκέψου με τι τρόπο θα βρεις αμέσως μια απασχόληση. Όπως είσαι ξένος, χωρίς σχέσεις, χωρίς φίλους. Άρχισα να πηγαίνω από το ένα γραφείο ευρέσεως εργασίας στο άλλο, και να μελετώ τα τοιχοκολλημένα χαρτιά στις πόρτες. Εδώ γύρευαν ένα φούρναρη, εκεί έναν υπεράριθμο υπάλληλο που έπρεπε να ξέρει γαλλικά και ιταλικά, αλλού ένα βοηθό σε ένα βιβλιοπωλείο, η τελευταία αυτή δουλειά μ’ όλα ταύτα ήταν η πρώτη τύχη για το φανταστικό μου εγώ. Ανέβηκα τρία πατώματα από μια σιδερένια γυριστή σκάλα, πληροφορήθηκα για το μισθό και έκανα τη σύγκριση με την τιμή που είχαν αναγγείλει στις εφημερίδες για ένα δωμάτιο στο Μπρονξ. Ύστερα από δυο μέρες που έψαξα για να βρω δουλειά, είχα βρει θεωρητικά πέντε θέσεις που θα μπορούσαν να μου εξασφαλίσουν τη ζωή μου· έτσι μπόρεσα να πεισθώ, πολύ καλύτερα παρά αν γύριζα άσκοπα στους δρόμους, για τις πολυάριθμες δυνατότητες που προσφέρονταν σ’ αυτή τη νέα χώρα στον άνθρωπο που ήθελε να δουλέψει κι αυτό μου έκανε εντύπωση. Μπόρεσα να καταλάβω, τρέχοντας από το ένα γραφείο στο άλλο και ρωτώντας στα εμπορικά, τη θεία ελευθερία που έχαιραν σ’ αυτό το τόπο. Κανένας δε ρωτούσε να μάθει την εθνικότητά μου, τη θρησκεία μου, την καταγωγή μου…

 

Και ξεσπάει ο Α΄ παγκόσμιος πόλεμος θέτοντας τέλος στην εποχή οικονομικής ευμάρειας και «ξενοιασιάς» που ζούσαν μέχρι τότε οι άνθρωποι. Ο Στέφαν Τσβάιχ περιγράφει πώς αντιμετώπισαν οι Αυστριακοί πολίτες την κήρυξη αυτού του καταστροφικού πολέμου:

Την άλλη μέρα το πρωί στην Αυστρία! Σε κάθε σταθμό ήταν τοιχοκολλημένες οι ειδοποιήσεις που ανάγγελναν την γενική επιστράτευση. Τα τρένα γέμιζαν από νεοσύλλεκτους, που πήγαιναν να αναλάβουν υπηρεσία, οι σημαίες κυμάτιζαν, η μουσική αντηχούσε, στη Βιέννη βρήκα όλη την πόλη σε παραλήρημα. Ο πρώτος φόβος που ενέπνευσε ο πόλεμος, που κανένας δεν τον ήθελε, ούτε οι λαοί, ούτε οι κυβερνήσεις, αυτός ο πόλεμος που είχε γλιστρήσει εναντίον των προθέσεών τους από τα αδέξια χέρια των διπλωματών που έπαιζαν και μπλόφαραν μ’ αυτόν, είχε μεταμορφωθεί σ’ έναν ξαφνικό ενθουσιασμό. Στους δρόμους σχηματίζονταν διαδηλώσεις, παντού ανεμίζονταν σημαίες, ταινίες, μουσικές, οι νεοσύλλεκτοι προχωρούσαν θριαμβευτικά, και τα πρόσωπά τους ακτινοβολούσαν, γιατί στο πέρασμά τους ξεφώνιζαν χαρούμενα, γι’ αυτούς, τους μικρούς ανθρωπάκους της καθημερινής ζωής που, ως τα τότε, κανένας δεν τους είχε προσέξει και επευφημήσει.
Για να είμαι ειλικρινής, πρέπει να ομολογήσω ότι σ’ αυτό το ξεσήκωμα της μάζας υπήρχε κάτι το μεγαλοπρεπές, κάτι που σε συνέπαιρνε και που σε έθελγε, και που ήταν πολύ δύσκολο να του αντισταθείς. Και μ’ όλο το μίσος και τη φρίκη μου για τον πόλεμο, δεν θα ήθελα να στερήσω τη ζωή μου από την ανάμνηση αυτών των πρώτων ημερών. Οι χιλιάδες και οι εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι ένιωθαν όπως ποτέ, εκείνο που θα έπρεπε να το νιώθουν να το νιώθουν καλύτερα στον καιρό της ειρήνης, δηλαδή ως ποιο σημείο ήταν αλληλέγγυοι. Μια πόλη από δυο εκατομμύρια κατοίκους, μια χώρα με σχεδόν πενήντα εκατομμύρια ένιωθαν εκείνη την ώρα ότι ζούσαν μια σελίδα της παγκόσμιας ιστορίας, μια στιγμή που δεν θα ξαναρχόταν ποτέ πια, και τον καθέναν τον καλούσαν να ρίξει το ελάχιστο εγώ του σ’ αυτή τη φλεγόμενη μάζα, για να εξαγνιστεί εκεί μέσα από κάθε εγωισμό. Όλες οι διαφορές βαθμού, γλώσσας, τάξης, θρησκείας είχαν καταλυθεί για μια στιγμή από το συναίσθημα της αδερφοσύνης που μας πλημμύριζε. Άγνωστοι μιλούσαν ο ένας στον άλλον στους δρόμους, άνθρωποι που απόφευγαν χρόνια ολόκληρα  ο ένας τον άλλον έσφιγγαν τώρα τα χέρια, έβλεπα παντού ζωντανεμένα πρόσωπα. Κάθε άτομο αισθανόταν τον εαυτό του να πλαταίνει, δεν ήταν πια ο μοναχικός άνθρωπος του χθες, ήταν ενσωματωμένος σε μια μάζα, και το ως τα τότε ασήμαντο πρόσωπό του έπαιρνε μια σημασία. Ο μικρός ταχυδρομικός υπάλληλος που απ’ το πρωί ως το βράδυ δεν έκανε άλλο από να ξεχωρίζει γράμματα, και ξεχώριζε αδιάκοπα αδιάκοπα από τη Δευτέρα ως το Σάββατο, ο γραφιάς, ο παπουτσής, απόκτησαν ξαφνικά μια άλλη προοπτική, μια ρομαντική προοπτική για τη ζωή τους. Είχαν τη δυνατότητα να γίνουν ήρωες…

Όμως λίγες σελίδες παρακάτω περιγράφεται πώς επέστρεφαν οι τραυματίες:

Αλλά το πιο φοβερό απ’ όλα ήταν τα νοσοκομειακά τρένα που χρειάστηκε να πάρω άλλες δυο φορές. Α! πόσο λίγο έμοιαζαν με κείνα τα υγειονομικά τρένα, τα καλοφωτισμένα, τα ολόασπρα, τα καλοπλυμένα, όπου οι αρχιδούκισσες και οι κυρίες της καλής βιενέζικης κοινωνίας είχαν φωτογραφηθεί με στολή νοσοκόμου στην αρχή του πολέμου! Εκείνο που είδα τρέμοντας, ήταν κοινά φορτηγά οχήματα χωρίς πραγματικά παράθυρα με μόνο μια στενή χαραματιά για αερισμό, και φωτισμένα με λυχνάρια που κάπνιζαν. Πρωτόγονα φορεία, ήταν στη σειρά το ένα πλάι στο άλλο, και όλα γεμάτα από πλάσματα που βογγούσαν, ιδρωμένα, κατάχλωμα σαν πεθαμένα και που αγκομαχούσαν για λίγο αέρα μέσα στην ανυπόφορη μυρωδιά του ιδρώτα και του ιωδοφορμίου. Οι στρατιωτικοί νοσοκόμοι τρίκλιζαν παρά περπατούσαν, τόσο κουρασμένοι ήταν, δεν έβλεπες τίποτα από τα εκθαμβωτικά κρεβάτια που μας έδειχναν οι φωτογραφίες. Κάτω από τις χοντροϋφασμένες κουβέρτες, τις από καιρό καταματωμένες, οι άνθρωποι ήταν ξαπλωμένοι στο άχυρο ή στα σκληρά φορεία και μέσα σε κάθε βαγόνι είχαν κιόλας δυο ή τρεις νεκρούς ανάμεσα στους ετοιμοθάνατους και στους πληγωμένους που βογγούσαν.

ΣΤΕΦΑΝ ΤΣΒΑΪΧ «Ο ΧΘΕΣΙΝΟΣ ΚΟΣΜΟΣ»
μετάφραση Μ. ΖΩΓΡΑΦΟΥ – Κ. ΜΕΡΑΝΑΙΟΥ
Εκδόσεις ΣΥΓΧΡΟΝΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ


Το βιβλίο κυκλοφορεί πια από τις εκδόσεις Rrinta με τον τίτλο
«Ο ΚΟΣΜΟΣ ΤΟΥ ΧΘΕΣ – Αναμνήσεις ενός Ευρωπαίου»

Ο Στέφαν Τσβάιχ γράφει γιατί ανακουφίστηκε όταν έμαθε πως πέθανε η μητέρα του:

Και δεν κοκκινίζω να το πω -τόσο διάφθειρε η εποχή που ζούμε την καρδιά μας-, δεν αναρρίγησα, ούτε έκλαψα όταν μου ήρθε η είδηση του θανάτου της φτωχής γριάς μητέρας μου, που την είχαμε αφήσει στη Βιέννη. Αντίθετα, ένιωσα ένα είδος ανακούφισης, που ήξερα πως από τώρα και μπρος βρισκόταν προφυλαγμένη από όλες τις οδύνες και όλους τους κινδύνους. Ηλικίας 84 χρόνων, και σχεδόν κουφή, κρατούσε ένα διαμέρισμα στο πατρογονικό μας σπίτι, και έτσι, ακόμα και σύμφωνα με τους καινούριους «νόμους των Αρίων», δεν μπορούσαν για την ώρα να την βγάλουν έξω, και ελπίζαμε πως σε λίγο καιρό θα μπορούσαμε να καταφέρουμε να περάσει με κάποιον τρόπο στο εξωτερικό. Ένα από τα πρώτα μέτρα που πάρθηκαν στη Βιέννη, της έφεραν ένα σοβαρό κτύπημα:  ήταν 84 χρόνων, είχε αδύνατα πόδια, και γι’ αυτό, όταν έκανε τον καθημερινό της περίπατο συνήθιζε, αφού περπατούσε με κόπο πέντε – δέκα λεπτά, να ξεκουράζεται σ’ ένα πάγκο του Ριγκ, ή του πάρκου. Οκτώ μόλις μέρες αφότου έγινε ο Χίτλερ κύριος της πόλης απαγόρευαν βίαια στους εβραίους να κάθονται σε πάγκο – κι αυτό ήταν ένα από εκείνα τα μέτρα που είχανε επινοηθεί με φανερά σαδιστικό σκοπό για να βασανίσουν με δολιότητα τον κόσμο.

ΣΤΕΦΑΝ ΤΣΒΑΪΧ «Ο ΧΘΕΣΙΝΟΣ ΚΟΣΜΟΣ»
μετάφραση Μ. ΖΩΓΡΑΦΟΥ – Κ. ΜΕΡΑΝΑΙΟΥ
Εκδόσεις ΣΥΓΧΡΟΝΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ

ΥΓ: Προχθές ο πατέρας μου μου έδωσε καινούρια «παραγγελία». Μου σύστησε να διαβάσω την «Παναγία των Παρισίων» του Β. Ουγκό. Ελπίζω να μη χρειαστώ άλλα 26 χρόνια για να διαβάσω κι αυτό το βιβλίο.

 

 

  

5 Σχόλια to “από το «Χθεσινό κόσμο» στην «Παναγία των Παρισίων»”

  1. Τελευταίος Says:

    Μακάρι η Παναγία των Παρισίων να μην έχει την τύχη του Χθεσινού Κόσμου.
    Αυτή τη φορά δε θα σχολιάσω, παρά θα ρωτήσω μόνο: Τί δουλειά κάνει ή έκανε ο πατέρας σου; Δάσκαλος κι αυτός σαν τον δικό μου;

    • Θωμάς Says:

      Ο πατέρας μου ήταν γιατρός και στον ελεύθερό του χρόνο «βιβλιοφάγος». Είχε και έχει ακόμη το χάρισμα της τέλειας μνήμης -κάτι που δεν κληρονόμησα δυστυχώς- και έτσι θυμάται ακόμη και μου διηγείται ιστορίες από το 1929 που έχει τις πρώτες του αναμνήσεις.
      ΥΓ: Κώστα, μέτρησα τις σελίδες της Παναγίας των Παρισίων και είναι 615. Καλό μου κουράγιο!

      • Τελευταίος Says:

        Μπράβο στον πατέρα σου.
        Και καλό κουράγιο. Διάβασέ το να μας πεις εντυπώσεις. Εγώ δεν το έχω διαβάσει.

  2. mastermeeple Says:

    Μου έκανε εντύπωση το πως περιγράφει την ομοψυχία την περίοδο που ξεκίνησε ο πόλεμος.. Ένα βιβλίο στα υπ’ οψιν αρκεί να βρούμε χρόνο…

    • Θωμάς Says:

      mastermeeple, διαβάζοντας το απόσπασμα αυτό, είχα την εντύπωση πως διάβαζα περιγραφή από την Ελλάδα τη μέρα της κήρυξης του πολέμου του 1940. Η ίδια εθνική ομοψυχία! Τελικά οι άνθρωποι είναι παντού ίδιοι.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: