οι πλανόδιοι πωλητές της Πόλης

Στην ανάρτηση για τη Λωξάντρα αναφέρθηκαν οι πλανόδιοι πωλητές της Κωνσταντινούπολης, για τους οποίους γίνεται εκτενής αναφορά στο πολύ ενδιαφέρον βιβλίο της Σούλας Μπόζη «Πολίτικη Κουζίνα».

Οι πλανόδιοι μπογατσατζήδες και οι πλανόδιοι τζιερτζήδες (αυτοί που πουλούσαν συκωταριές) ήταν πάντα Αλβανοί ή Ηπειρώτες.
Οι πλανόδιοι πωλητές τηγανητού συκωτιού ήταν συνήθως Ηπειρώτες, Σαφραμπολίτες, Καππαδόκες, Αλβανοί, Ρωμιοί και Αρμένιοι. Μέσα σε μια γυάλινη πιατέλα με καπάκι είχαν μπουκιές από τηγανητό συκώτι γαρνιρισμένες με ψιλοκομμένο μαϊντανό και κρεμμύδι (το αρναούτ-τζιερί). Στην άκρη της πιατέλας είχαν φασόλι πιάζ. Σε ένα καλάθι φύλαγαν τέταρτα από καρβέλι. Σύμφωνα με την παραγγελία, άνοιγαν το ψωμί στη μέση και το γέμιζαν, όπως το σάντουιτς.

Κάποιοι άλλοι πλανόδιοι πωλητές κουβαλούσαν μέσα σε πανέρια ή ταψιά (και πουλούσαν) λαδερά ντολμαδάκια γιαλαντζί, μύδια ή σκουμπριά γεμιστά, που τα έφτιαχναν οι ίδιοι.

Οι πλανόδιοι μπουρεκτζήδες και τυροπιτάδες κατάγονταν από τη Σαφράμπολη. Οι πλανόδιοι κανταϊφτζήδες ήταν από την ευρύτερη περιοχή της Κασταμονής.
Οι πλανόδιοι μάγειρες τηγανητής παλαμίδας είχαν τα στέκια τους σε βάρκες που στεγάζονταν στις δύο πλευρές της Γέφυρας του Γαλατά. Οι πλανόδιοι πωλητές τουρσιών κυκλοφορούσαν με τα βαρέλια στην πλάτη, κρατώντας στα χέρια άσπρα εμαγιέ δοχεία με λάχανο, αγγουράκι, ντομάτα, μελιτζανάκι και πιπεριές τουρσί. Οι πλανόδιοι πωλητές πιλαφιού γαρνιρισμένου με ρεβίθι, όπως και οι πλανόδιοι κεφτετζήδες, με τα τηγανητά κεφτεδάκια, εκτελούσαν χρέη υπαίθριου μαγειρείου στα εμπορικά κέντρα και στις λαϊκές αγορές.
Από τους πλανόδιους πωλητές είναι και ο γαλατάς με τα γυαλιστέρα «γκιούμια» του, ένα μεγάλο και ένα μικρό, που προμήθευε με γάλα τις νοικοκυρές. Ακολουθούσε ο μανάβης με το άλογο ή το γαϊδουράκι του φορτωμένο δεξιά-ζερβά με ποικιλία λαχανικών μέσα σε κοφίνια. Οι πλανόδιοι γιαουρτάδες τριγυρνούσαν τις γειτονιές κουδουνίζοντας ένα μικρό καμπανάκι, ενώ είχαν κρεμασμένα δύο τεράστια ταψιά με γιαούρτι Σηλυβρίας, μα παχύ καϊμάκι σ’ ένα κοντάρι περασμένο στους ώμους.
Οι πλανόδιοι ψωμάδες, Αρμένιοι οι περισσότεροι, πουλούσαν καρβέλια και άσπρες χάσικες φραντζόλες μέσα σε κοφίνια και αργότερα σε τσίγκινα ντουλάπια, φορτωμένα σε άλογα ή μουλάρια. Οι Χιώτες πλανόδιοι ψωμάδες, στις αρχές του 20ου αιώνα, πουλούσαν μικρές φραντζόλες μπίρας προς 20 παράδες.

 
Σερμπετζής στη γέφυρα του Γαλατά
(από το βιβλίο της Σούλας Μπόζη «Πολίτικη Κουζίνα»)

Αμέτρητοι πλανόδιοι πωλητές αλώνιζαν αδιάκοπα τις γειτονιές της Πόλης: οι χαλβατζήδες, οι στραγαλάδες, οι σερμπετζήδες, οι παγωτατζήδες (ντοντουρματζήδες), οι σαλεπιτζήδες, οι ασουρετζήδες, οι μποζατζήδες, οι σιρατζήδες, οι ματζουντζήδες (καραμελάδες), οι παγοπώλες, οι γιαουρτάδες, οι αυγουλάδες, οι καϊμακτζήδες, οι γαλατάδες, οι πωλητές φύλλου κρούστας, οι κουλουράδες, οι πωλητές βρασμένων καλαμποκιών, οι πλανόδιοι φρουτάδες και ζαρζαβατζήδες (λαχανοπώλες) με την πραμάτεια φορτωμένη σε άλογο ή γαϊδουράκι, οι ραδικούδες με ραδίκια, γούβες, ζοχούς, μολόχες, λάπατα, μαστίχες κ.ά.
Το Σεπτέμβρη εμφανίζονταν οι πωλητές σταφυλιών, φορτωμένοι με τεράστιες κούφες στολισμένες με κληματόφυλλα, διαλαλώντας τα αρωματικά ροζακιά, τα τσαούσια και τα γιαπιντζάκια. Το καλοκαίρι, ίσως οι ίδιοι πωλητές, κουβαλώντας ξύλινες ολοστρόγγυλες τάβλες στολισμένες με αμπελόφυλλα, διαλαλούσαν τα μελάτα σύκα από τα Καβάκια του Βοσπόρου ή τα μελένια μαύρα και άσπρα μούρα, προσελκύοντας γύρω τους ένα σμήνος από μέλισσες.
Γραφικό θέαμα παρουσίαζαν αυτοί που πουλούσαν σάλιαγκες, αραδιασμένους σε ξύλινους ταβλάδες, καθώς προσπαθούσαν κάθε τόσο να περιμαζέψουν τους… δραπέτες.

Ανάμεσα στις αξέχαστες παιδικές μνήμες της δεκαετίας του 1950 είναι και κάποιοι άλλοι πωλητές που την άνοιξη –το Μάη- περνούσαν από τις γειτονιές του Πέραν, κρατώντας πανέρια, όπου φύλαγαν, μέσα σε καρό πετσέτες, τα ευωδιαστά τριαντάφυλλα. Θυμάμαι την ανησυχία της μητέρας μη τυχόν και προσπεράσουν. Αν είναι δυνατόν να μην προλάβει να φτιάξει και φέτος τριαντάφυλλο γλυκό του κουταλιού, στο χρώμα του ρουμπινιού! Έπειτα ακολουθούσαν οι πωλητές με τα καλάθια γεμάτα πράσινα άγουρα συκαλάκια, τα οποία αγόραζαν ανά εκατό –αυτή ήταν η δόση για ένα κιλό ζάχαρη- οι επιτήδειες Πολίτισσες. Και πάνω απ’ όλα η μοσχομυρωδάτη μεγαρευμιώτικη φράουλα μέσα σε ειδικά καλαθάκια, μακρόστενα με ψηλό χεράκι. Αυτή τη φράουλα την περίμεναν πώς και πώς οι νοικοκυρές, μα και ολόκληρη η οικογένεια.
Παραλίγο να ξεχάσουμε το βύσσινο –«το αφιλότιμο, με το που φαίνεται, χάνεται»- για το γλυκό του κουταλιού, τη δροσιστική βυσσινάδα για τα καλοκαιρινά απογεύματα και το σπιτικό λικέρ με κανέλα και γαρίφαλα για τις χειμωνιάτικες βεγγέρες.

αποσπάσματα από το βιβλίο της ΣΟΥΛΑΣ ΜΠΟΖΗ «ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΟΥΖΙΝΑ»
Εκδόσεις ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ

Το βιβλίο περιέχει και άλλα ενδιαφέροντα κεφάλαια που αναφέρονται στη σπιτική πολίτικη κουζίνα, στα γιορτινά έθιμα, στα σαρακοστιανά εδέσματα, σε ανοιξιάτικες και καλοκαιρινές συνήθειες, στα ελληνικά εστιατόρια της Πόλης, στα καφενεία, στις γειτονιές της Πόλης, στη ζαχαροπλαστική, στα πανηγύρια και σε άλλα πολλά, που κάνουν το βιβλίο όχι ένα ακόμα βιβλίο μαγειρικής μα κυριολεκτικά μια εγκυκλοπαίδεια της καθημερινής ζωής του χαμένου ελληνισμού της Κωνσταντινούπολης!

Και, βέβαια, αφού μιλάμε για τον ελληνισμό της Κωνσταντινούπολης, δε γίνεται να μην αναφέρουμε τη συγκλονιστική αφήγηση της Ιωάννας Τσάτσου, που μέσα σε λίγες γραμμές καταφέρνει να περιγράψει είκοσι χρόνια διώξεων των Ελλήνων της Πόλης:

“Τώρα φυλάγω κόκκαλα” από την Ι. Τσάτσου

Η Ιωάννα Τσάτσου θυμάται δύο επισκέψεις της στο Πατριαρχείο στην Κωνσταντινούπολη:

Το 1951 οι Έλληνες της Πόλης είχαν καλέσει τον Κωνσταντίνο Τσάτσο να μιλήσει στην ελληνική παροικία, με θέμα “ο χώρος του Παλαμά”. Μας δέχτηκε ο Πατριάρχης Αθηναγόρας με ενθουσιασμό και αισιοδοξία. “Πόσους ορθόδοξους αριθμεί το ποίμνιό σας, Παναγιώτατε;” ρώτησα δειλά. “Σύντομα, παιδί μου, θα είναι τριακόσιες χιλιάδες. Αυτό είναι η φιλοδοξία μου”. Ήταν το πρώτο μας ταξίδι στην Πόλη, ευτυχώς πολυήμερο. Κάθε πρωί πήγαινα στην Αγιά Σοφιά. Το 1972 ήμουν πάλι στην Πόλη για δύο μέρες. Ήθελα να δω τον Αθηναγόρα. Γνώριζα πως ήταν φαρμακωμένος και οι έγνοιες του πολλές. Και του έκανα πάλι την ίδια ερώτηση. “Πόσους ορθόδοξους, Παναγιώτατε, έχετε τώρα στη Βασιλεύουσα;”. “Αμέτρητους, παιδί μου”, απάντησε με ένα πικρό χαμόγελο, “τώρα φυλάγω κόκκαλα”.

ΙΩΑΝΝΑ ΤΣΑΤΣΟΥ “ΣΤΙΓΜΕΣ ΚΑΙ ΜΝΗΜΕΣ” Εκδόσεις ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΣΤΙΑΣ

Σ’ αυτό το σημείο αξίζει να συμπεριλάβουμε και κάτι ακόμα: το πικρό παράπονο του Πέτρου Μάρκαρη σχετικά με την ονομασία της Πόλης:

 

Φτάνει να μην είναι Ισταμπούλ ή Κωνσταντινούπολη

Η κοινωνία που περιγράφει η Μαρία Ιορδανίδου δεν υπάρχει πια. Σε τέτοιο σημείο, μάλιστα, που κοντεύουμε να ακυρώσουμε και αυτό ακόμα το όνομα της Πόλης. Θα σας πω αμέσως τι εννοώ. Πέρσι πήγα να βγάλω καινούριο διαβατήριο. Στο τετραγωνάκι της αίτησης για τον τόπο γέννησης έγραψα «Ισταμπούλ». Αυτό γράφω πάντα, επειδή έτσι λέγεται πια επίσημα η Πόλη, είτε μας αρέσει είτε όχι. Η υπάλληλος που πήρε την αίτησή μου μου είπε: «Δεν μπορείτε να γράψετε Ισταμπούλ, εμείς δεν δεχόμαστε αυτή την ονομασία». «Θέλετε να γράψω Κωνσταντινούπολη;» τη ρώτησα. «Όχι, γιατί Κωνσταντινούπολη δεν το δέχονται οι Τούρκοι». «Και τι θέλετε να γράψω;» φώναξα αγανακτισμένος. Γύρισε και με κοίταξε με το χαρακτηριστικό, βαριεστημένο βλέμμα της δημόσιας υπαλλήλου. «Γράψτε ό,τι θέλετε», μου είπε. «Φτάνει να μην είναι Ισταμπούλ ή Κωνσταντινούπολη».
Αυτή είναι η ακύρωση της ίδιας της Πόλης, δεν μπορείς πια να γράψεις ούτε το όνομά της. Τουλάχιστον υπάρχουν, και χαίρομαι που υπάρχουν, τα βιβλία της Μαρίας Ιορδανίδου και η ταινία του Τάσου Μπουλμέτη, για να μας θυμίζουν ότι ο χώρος αυτός υπήρξε και αγαπήθηκε πολύ.

ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ «Η ΠΟΛΗ ΚΑΙ Ο ΟΙΚΙΑΚΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΤΗΣ. ΑΠΟ ΤΗΝ ΛΩΞΑΝΤΡΑ ΣΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΟΥΖΙΝΑ»
περιοδικό ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, τ. 1764

Έχω την τιμή να δουλεύω σε ένα δημοτικό σχολείο της Θεσσαλονίκης, το οποίο πριν από δύο χρόνια αδελφοποιήθηκε με ένα από τα παλαιότερα ελληνικά σχολεία της Κωνσταντινούπολης, το ιστορικό Ζάππειο και βλέπω, στα έγγραφα της αλληλογραφίας που ανταλλάσσουν τα δύο σχολεία, πως οι άνθρωποι του Ζαππείου έχουν βρει μια μέση λύση στο θέμα της ονομασίας της Κωνσταντινούπολης: την αναφέρουν ως «Πόλη».

Απόφοιτη του Ζαππείου -τότε Παρθεναγωγείου- ήταν και η Ελένη Χαλκούση που, στο βιβλίο της «Πόλη, αγάπη μου», διηγείται τι συνέβη στην Κωνσταντινούπολη, μετά το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου, που βρήκε τους Τούρκους στο πλευρό των ηττημένων.

Στη χώρα των Παλαιολόγων

Και μια μέρα έρχεται η μεγάλη είδηση: 11 Νοεμβρίου 1918! ΑΝΑΚΩΧΗ!
Φεύγουν τα σουβλερά κράνη και οι δρόμοι στις πόλεις γεμίζουν από Γάλλους με Berets Basques και ροδοκόκκινα Εγγλεζάκια.
Τι λέω!
Σε λίγο, στη Μεγάλη οδό του Πέραν (το σημερινό Istiklar Djadessi) εκεί που ο δρόμος στενεύει αντίκρυ στο «σοκάκι» που βρίσκεται η Αγία Τριάδα και το Ζάππειο, πριν βγεις στην πλατεία του Ταξίμ, δυο λεβέντες Κρητικοί με τα στιβάλια και τις βράκες τους, θα φυλάνε την είσοδο της Ελληνικής Αρμοστείας, όπου μια ολομέταξη Ελληνική σημαία κρέμεται από τον τέταρτο όροφο ως κάτω στο πεζοδρόμιο!
Στην υποστολή της καντήλια ανάβουν στις βιτρίνες με την εικόνα του Ελευθερίου Βενιζέλου, ο κόσμος σταυροκοπιέται γονατιστός και η κυκλοφορία σταματά επί μισή ώρα, μπρος στα κατάπληκτα μάτια των Συμμάχων.
Ο «Αβέρωφ» φουντάρει στα νερά της Προποντίδας, γεύματα και δεξιώσεις δίνονται, κόσμος πολύς πήγε και, ίσως, πρώτες και καλύτερες οι κοπέλες που φοιτούσαν στο Γερμανικό σχολείο.
Γιορτές και ανθεστήρια οργανώνονται στον κήπο του Ταξιμιού, για πρώτη φορά ευζωνάκια ψήνουν κοκορέτσι και οβελία στη χώρα των Παλαιολόγων και των Κομνηνών, και μεις που χρόνια μας νανούρισε ένα όνειρο και μας έθρεψε μια πίστη λέμε πως ήρθε η ώρα η ευλογημένη.
Ξαναγυρίζουμε στο οικοτροφείο, στις τάξεις και στους κοιτώνες, στις μεγαλοπρεπείς του αίθουσες δεξιωνόμαστε τον «δαφνοστεφή στρατηγό» Παρασκευόπουλο, μας το ανταποδίδει με πρόσκληση στο ξενοδοχείο Πέρα – Παλάς.
Και μας φαίνεται απίστευτο ότι η Ελληνική στρατιωτική μπάντα με διευθυντής ορχήστρας το Μανώλη Καλομοίρη και τενόρο τον Πέτρο Επιτροπάκη, βροντοφωνεί τα τραγούδια που περισώθηκαν ψιθυριστά από μάνα σε παιδί.

ΕΛΕΝΗ ΧΑΛΚΟΥΣΗ «ΠΟΛΗ ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ»
Εκδόσεις ΚΑΚΤΟΣ

 

 

 

 

6 Σχόλια to “οι πλανόδιοι πωλητές της Πόλης”

  1. Mary Ka Says:

    Από τη μία θέλω να πω κάτι, από την ΄’αλλη νοιώθω πως ό,τι κι αν πω, θα ακουστεί περιττό. Το αφιέρωμα στην Πόλη τα λεέι όλα.

  2. Τελευταίος Says:

    Πολύ ενδιαφέρον το άρθρο σου Θωμά. Λυπήθηκα για το κομμάτι του Πέτρου Μάρκαρη αλλά με αποζημίωσε το πρώτο μέρος, μη σου πω ότι μου άνοιξε και την όρεξη…;)

    • Θωμάς Says:

      Η θύμηση της Πόλης και των άλλων χαμένων – αλησμόνητων πατρίδων φέρνει πάντοτε λύπη και μελαγχολία.

  3. Σοφία Says:

    Προτείνω το νέο μυθιστόρημα του Γιάννη Καλπούζου » Άγιοι δαίμονες, Εις ταν Πόλιν», Μεταίχμιο

    • Θωμάς Says:

      Σοφία, ξεκίνησα τους «Ανέμους του πολέμου» του Πρέσφιλντ. Φαίνεται πολύ ενδιαφέρον.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: