3 ταινίες, 3 ιστορίες

Στην ταινία «Straight Story» (1999) (σκηνοθεσία: Ντέιβιντ Λιντς, σενάριο: John Roach, Mary Sweeny) ο Ρίτσαρντ Φάρνσγουορθ (Άλβιν Στρέιτ) διηγείται μια ανάμνησή του από τα χρόνια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Η συγκλονιστική εισαγωγή της ιστορίας δεν υπάρχει στη σκηνή:

Ένα πράγμα που δεν μπορώ να ξεχάσω είναι τα νεαρά πρόσωπα των φίλων μας. Όσο πιο πολλά χρόνια ζω, τόσο πιο πολλά έχουν χάσει. Και δεν είναι πάντα που βλέπω πρόσωπα φίλων, βλέπω και πρόσωπα Γερμανών. Στο τέλος σκοτώναμε αμούστακα παιδάκια…


η σκηνή υπάρχει στο
http://www.youtube.com/watch?v=EU_x7KQ6hdw&feature=related
από την αρχή ως το 2΄και 30΄΄

Ήμουν ελεύθερος σκοπευτής. Στην πατρίδα μου μαθαίναμε καλό σημάδι, κυνηγώντας. Με είχαν στήσει μπροστά, κοντά στις γραμμές τους. Και καθόμουν με τις ώρες… Κι είναι εκπληκτικό τι βλέπεις ενώ κάθεσαι. Αναζητούσα αξιωματικούς, ασυρματιστές, πυροβολητές. Συχνά εντόπιζα πολυβολεία απ’ τον καπνό, και έριχνα. Καμιά φορά μια κίνηση στο δάσος.
Είχαμε έναν ανιχνευτή… έναν κοντούλη. Κοτζ τον έλεγαν. Ήταν Πολωνός από το Μιλγουόκι. Και ήταν καταπληκτικός στις αναγνωρίσεις. Πολλές φορές μας είχε σώσει. Ήταν κοντούλης. Είχαμε περάσει από συστάδες θάμνων. Είχαμε περάσει γρήγορα τα ανοιχτά και είχαμε μπει στο δάσος. Αρχίσαμε να τραβάμε τα πυρά του εχθρού. Εγώ πήρα τη συνηθισμένη μου θέση κι είδα κάτι να κουνιέται πολύ αργά. Περίμενα δέκα λεπτά… κουνήθηκε πάλι, πυροβόλησα. Η κίνηση σταμάτησε. Το άλλο πρωί βρήκαμε τον Κοτζ με σφαίρα στο κεφάλι. Επέστρεφε στις γραμμές μας. Όλοι πίστεψαν ότι τον είχαν σκοτώσει οι Γερμανοί… όλοι, όλα αυτά τα χρόνια… όλοι εκτός από μένα…

 

Στην ταινία «Το Παχνίδι των Λυγμών» (1992) σε σενάριο και σκηνοθεσία του Νιλ Τζόρνταν, ο Φόρεστ Γουιτάκερ διηγείται την ιστορία του βάτραχου και του σκορπιού:

 
από το http://www.youtube.com/watch?v=M0I44-XPk2A

Ο σκορπιός θέλει να περάσει το ποτάμι αλλά δεν ξέρει κολύμπι. Βρίσκει ένα βάτραχο που ξέρει να κολυμπάει και του ζητάει να τον περάσει απέναντι. Ο βάτραχος του λέει: «Αν σε κουβαλήσω στην πλάτη μου, θα με τσιμπήσεις». Ο σκορπιός του απαντάει: «Δε με συμφέρει να σε τσιμπήσω. Αν το κάνω θα πνιγούμε και οι δύο». Ο βάτραχος σκέφτεται για λίγο, βρίσκει λογική την απάντηση του σκορπιού και δέχεται να τον κουβαλήσει. Πέφτουν στο νερό. Κάπου στη μέση ο βάτραχος νιώθει ένα καυτό τσίμπημα στην πλάτη και αντιλαμβάνεται πως ο σκορπιός τελικά τον τσίμπησε! Καθώς βυθίζονται και οι δύο στα κύματα, ο βάτραχος ρωτάει κλαίγοντας το σκορπιό: «Γιατί με τσίμπησες, κύριε σκορπιέ; Τώρα θα πνιγούμε και οι δύο». Και ο σκορπιός του απαντάει: «Δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς. Είναι στη φύση μου».

 

Στην ταινία «Καπνός» (1995) (σκηνοθεσία Γουέιν Γουάνγκ, σενάριο Πολ Όστερ) ο Χάρβεϊ Καϊτέλ διηγείται μια χριστουγεννιάτικη ιστορία, διαφορετική απ’ τις συνηθισμένες.


από το http://www.youtube.com/watch?v=A-eWoLImTNI&feature=related

Θα σου πω την ιστορία όπως συνέβη. Ήταν καλοκαίρι του 76, όταν πρωτοάρχισα να δουλεύω για τον Βίνι. Ένα αγόρι ήρθε στο μαγαζί κάποιο πρωί κι άρχισε να κλέβει πράγματα. Έβαζε κρυφά περιοδικά κάτω από τη μπλούζα του. Στην αρχή δεν τον είδα γιατί είχα κόσμο. Μόλις όμως κατάλαβα τι έκανε άρχισα να φωνάζω. Εξαφανίστηκε αμέσως και έτρεξα κι εγώ έξω απ’ το μαγαζί, και τον κυνήγησα στην 7η Λεωφόρο. Άντεξα περίπου μισό τετράγωνο και σταμάτησα. Του έπεσε κάτι καθώς έτρεχε, και καθώς δεν μπορούσα άλλο να τρέξω, έσκυψα να δω τι ήταν. Ήταν το πορτοφόλι του. Δεν υπήρχαν λεφτά μέσα, αλλά υπήρχε μια άδεια οδήγησης και τέσσερις φωτογραφίες. Θα μπορούσα να καλέσω την αστυνομία να τον συλλάβει. Είχα το όνομά του και τη διεύθυνσή του, αλλά αισθάνθηκα λύπη γι’ αυτόν. Ήταν ένας αλητάκος. Ξανακοίταξα τις φωτογραφίες.

Ρότζερ Γκουντγουίν. Αυτό ήταν το όνομά του. Σε μια από τις φωτογραφίες στεκόταν δίπλα στη μητέρα του. Σε μια άλλη κρατούσε ένα κύπελλο που είχε κερδίσει στο σχολείο. Δεν πήγαινε η καρδιά μου να τον καταδώσω. Ένα φτωχό παιδί από το Μπρούκλιν ήταν. Στο κάτω κάτω ποιος νοιαζόταν για μερικά βρωμοπεριοδικά; Έτσι κράτησα το πορτοφόλι… Κάθε λίγο και λιγάκι μου ερχόταν η παρόρμηση να του το στείλω πίσω αλλά συνέχεια το καθυστερούσα.

Και ήρθαν τα Χριστούγεννα… Δεν έχω να κάνω τίποτα. Ο Βίνι θα με καλούσε σε γεύμα, αλλά η μητέρα του αρρώστησε ενώ η γυναίκα του πήγε στο Μαϊάμι την τελευταία στιγμή. Έτσι κάθομαι στο διαμέρισμά μου εκείνο το πρωί, στεναχωρημένος. Και τότε βλέπω το πορτοφόλι του Ρότζερ Γκουντγουίν επάνω σε ένα ράφι. Και σκέφτομαι, τι στο διάλο, ας κάνω μια φορά και μια καλή πράξη. Βάζω το παλτό μου και πηγαίνω να επιστρέψω το πορτοφόλι.

Η διεύθυνση ήταν κάπου στο Boerum Hill. Έκανε παγωνιά εκείνη τη μέρα, και θυμάμαι δεν μπορούσα να βρω το σωστό κτίριο. Όλα έμοιαζαν ίδια. Τελικά το βρήκα. Χτυπάω το κουδούνι, τίποτα. Σκέφτομαι, κανείς δεν είναι μέσα. Ξαναχτυπάω το κουδούνι για να σιγουρευτώ. Κι ακούω τη φωνή μιας γριάς να λέει: «Ποιος είναι;» και απαντάω: «Ψάχνω τον Ρότζερ Γκουντγουίν». «Εσύ είσαι, Ρότζερ;» μου λέει. Και αφού ξεκλειδώνει 15 φορές, μου ανοίγει.

Ήταν τουλάχιστον 80 ετών, μπορεί και 90 και το πρώτο που παρατήρησα ήταν ότι ήταν τυφλή. «Ήξερα ότι θα ερχόσουν, Ρότζερ», μου λέει. «Ήξερα ότι δε θα ξεχνούσες τη γιαγιά σου, τώρα τα Χριστούγεννα». Κι ανοίγει τα χέρια της να με αγκαλιάσει.

Όπως καταλαβαίνεις, δεν έχω χρόνο να σκεφτώ. Πρέπει κάτι να πω, γρήγορα. Και πριν προλάβω να σκεφτώ, ακούω να βγαίνουν από το στόμα μου αυτά τα λόγια: «Ναι, γιαγιά, ήρθα να σε δω για τα Χριστούγεννα».

Μη με ρωτάς γιατί το είπα. Δεν έχω ιδέα. Ξαφνικά, η γριά μ’ αγκαλιάζει, εκεί μπροστά στην πόρτα και την αγκαλιάζω κι εγώ. Ήταν σα να αποφασίσαμε κι οι δύο να παίξουμε αυτό το παιχνίδι χωρίς να συζητήσουμε πρώτα τους κανόνες. Εννοώ ότι ήξερε ότι δεν ήμουν ο εγγονός της. Εντάξει, ήταν γριά, τα ‘χε και λίγο χαμένα, αλλά όχι και να μην μπορεί να ξεχωρίσει έναν εντελώς άγνωστο από τον ίδιο τον εγγονό της. Την έκανε όμως ευτυχισμένη να υποκρίνεται. Και μια και δεν είχα κάτι καλύτερο να κάνω, συνέχισα το παιχνίδι.

Μπήκαμε, λοιπόν, μέσα στο διαμέρισμα και περάσαμε τη μέρα μαζί. Κάθε φορά που με ρωτούσε πώς τα περνούσα, της έλεγα ψέματα. Της είπα πως είχα βρει μια καλή δουλειά σε ένα κατάστημα με τσιγάρα. Της είπα πως ετοιμαζόμουν να παντρευτώ. Της είπα εκατό χαριτωμένες ιστορίες και έδειχνε να τις πιστεύει όλες. «Πολύ ωραία, Ρότζερ», μου έλεγε κουνώντας το κεφάλι της και χαμογελώντας. «Πάντα το ήξερα πως τα πράγματα θα πάνε καλύτερα για σένα».

Ύστερα από λίγο άρχισα να πεινάω. Μια και δεν υπήρχε φαγητό στο σπίτι, κατέβηκα στη γειτονιά και αγόρασα από ένα μαγαζί διάφορα φαγητά. Ένα μαγειρεμένο κοτόπουλο, σούπα λαχανικών, πατατοσαλάτα και άλλα. Η γιαγιά Έθελ είχε κανά δυο μπουκάλια κρασί κι έτσι οι δυο μας φάγαμε ένα αξιοπρεπές χριστουγεννιάτικο γεύμα. Θυμάμαι, ζαλιστήκαμε και λίγο από το κρασί. Μόλις το γεύμα τελείωσε, πήγε και κάθισε στον καναπέ της, που ήταν πιο αναπαυτικά.

Μου ήρθε να κατουρήσω κι έτσι πήγα στην τουαλέτα στην άκρη του διαδρόμου… Κι εκεί η ιστορία αλλάζει τροπή. Ό,τι έκανα ήταν εντελώς τρελό και δε συγχώρησα ακόμη τον εαυτό μου.

Μπαίνω μες στο μπάνιο και βλέπω δίπλα στην ντουζιέρα έξι ή εφτά φωτογραφικές κάμερες, ολοκαίνουριες των 35 χιλιοστών, ακόμα μέσα στα κουτιά τους! Μέχρι τότε δεν έχω φωτογραφίσει τίποτε στη ζωή μου, και φυσικά ούτε έχω κλέψει οτιδήποτε, μα μόλις είδα αυτές τις κάμερες να στέκονται στο μπάνιο, αποφασίζω να πάρω μία για τον εαυτό μου. Έτσι απλά. Και χωρίς καν να το σκεφτώ, παίρνω μία κάμερα, τη βάζω κάτω απ’ τη μασχάλη και επιστρέφω στο σαλόνι.

Δεν είχαν περάσει ούτε τρία λεπτά αλλά η γιαγιά Έθελ είχε κοιμηθεί. Μάλλον έφταιγε το Κιάντι. Πήγα στην κουζίνα κι έπλυνα τα πιάτα. Όλη την ώρα κοιμόταν σα μωράκι. Δεν υπήρχε λόγος να την ενοχλήσω, έτσι αποφάσισα να φύγω. Δεν της έγραψα γράμμα που να της λέω αντίο μια κι ήταν τυφλή. Έτσι απλά έφυγα. Άφησα το πορτοφόλι του εγγονού της στο τραπέζι, πήρα ξανά την κάμερα και βγήκα έξω απ’ το διαμέρισμα.

Κι αυτό είναι το τέλος της ιστορίας.

Παρακάτω υπάρχει η δραματοποίηση της ιστορίας, παράλληλα με τους τίτλους τέλους. Από τις πιο συγκινητικές στιγμές μιας σπουδαίας ταινίας. Η βραχνή φωνή που τραγουδάει το πανέμορφο τραγούδι ανήκει στον Tom Waits.


από το http://www.youtube.com/watch?v=61pp51kxvVM

 

2 Σχόλια to “3 ταινίες, 3 ιστορίες”

  1. newagemama Says:

    Πιο πολύ απ΄όλες με συγκίνησε η χριστουγεννιάτικη ιστορία με τη γιαγιά. Οσο για τους χαρακτήρες, …άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου!
    Γεμάτη αντιφάσεις, ικανή για το καλύτερο και το χειρότερο την ίδια στιγμή…

  2. Θωμάς Says:

    Και μένα η χριστουγεννιάτικη ιστορία είναι η αγαπημένη μου. Από μια εξίσου αγαπημένη ταινία.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: