«εθυμιάτιζον» τα αγάλματα!

Σήμερα, Παρασκευή, εγκαινιάζουμε την καινούρια διαδικτυακή χρονιά με μια αλλαγή στον τρόπο επιλογής των θεμάτων. Σκέψη μου είναι, δεν ξέρω αν τελικά τα καταφέρω, να υπάρχει ένα θέμα κάθε εβδομάδα, αντί της λογικής των «ατάκτως ερριμμένων» αναρτήσεων.
Θέμα λοιπόν της πρώτης εβδομάδας είναι η αρχαιολογία και ένας άνθρωπος που ήξερε να κάνει την αρχαιολογία συναρπαστική ήταν βέβαια ο Μανόλης Ανδρόνικος (1919-1992).
Η σημερινή μας ανάρτηση περιλαμβάνει δύο ενδιαφέροντα αποσπάσματα από το βιβλίο του «Ιστορία και ποίηση», εκδόσεις ΕΡΜΗΣ. Το πρώτο απόσπασμα μιλάει κυριολεκτικά από μόνο του, γι’ αυτό έδωσε και τον τίτλο στην ανάρτηση.

Στις 21 Οκτωβρίου 1829, προτού ακόμα συντελεσθεί επίσημα η διεθνής αναγνώριση του ελληνικού κράτους, ο Ιωάννης Καποδίστριας ιδρύει στην Αίγινα το πρώτο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, όπου συγκεντρώνονται για πρώτη φορά αρχαία έργα τέχνης. Αξιοσημείωτη και χαρακτηριστική για τη στάση των απλών ανθρώπων απέναντι στην πολιτιστική τους κληρονομιά είναι η προσφορά ενός ιερέα, του Οικονόμου Λεβαντή από τα Θερμιά της Κύθνου. Γράφει ο ίδιος προς τον Κυβερνήτη: «…προσφέρω και αφιερώ εις το Μουσείον τούτο τα δύο αγάλματα, τα οποία, αναμοχλεύσας το έδαφος της νήσου μου και ανακαλύψας, μετεκόμισα εις τον οίκον μου, και τα διεφύλαττον όχι μόνον ως κόρην οφθαλμού, αλλά από ενθουσιασμόν και τα εθυμιάτιζον» (!). Και προσθέτει: «Πολλοί κατά καιρόν διαβάντες από την νήσον περιηγηταί με εζήτησαν επιμόνως προσφέροντές μου ικανήν ποσότητα χρημάτων και υποσχόμενοι να εξαποστείλωσιν ένα των υιών μου εις την Ευρώπην να σπουδάση με ιδικά των έξοδα, αλλά ποσώς δεν υπέμεινα να αποξενώσω τα μόνα κειμήλια και ως αληθώς αγάλματα και εγκαλλωπίσματα της οικίας μου. Αλλά σήμερον, ότε ήλθε το πλήρωμα του χρόνου και ηυδόκησεν ο Ύψιστος να με καταξιώση να ιδώ το Έθνος μου πάλιν να ανατρέχη προς την παλαιάν του δόξαν, … να συσταίνωνται καταστήματα και μουσεία προς εκπαίδευσιν της ελληνικής νεολαίας, προσφέρω και ο δούλος σας το οποίον έχω πολυτιμότερον…»

ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΔΡΟΝΙΚΟΣ «ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ ΠΟΙΗΣΗ»
Εκδόσεις ΕΡΜΗΣ


Το Ορφανοτροφείο της Αίγινας χτίστηκε το 1828 και στο ίδιο κτίριο συστεγάστηκε το 1829 το πρώτο Αρχαιολογικό Μουσείο της Ελλάδας. Διευθυντής ήταν ο Κερκυραίος Ανδρέας Μουστοξύδης.
(η φωτογραφία είναι από το http://www.aegina.com.gr/sightseings/)

Το δεύτερο απόσπασμα από το βιβλίο του Μανόλη Ανδρόνικου αναφέρεται σε ένα περιστατικό που έχει σχέση με τη δεύτερη πολιορκία της Ακρόπολης (1821-22) από τους Έλληνες, ένα περιστατικό όμως που υπάρχουν αρκετές αμφιβολίες για το αν πράγματι συνέβη έτσι ακριβώς όπως το διηγήθηκε ο Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής στην κηδεία του αρχαιολόγου Κυριάκου Πιττάκη.

Στην πολιορκία της Ακρόπολης της Αθήνας από τους Έλληνες, τους πρώτους κιόλας μήνες της Επανάστασης του 1821, ο κίνδυνος για τα μνημεία της Ακρόπολης ήταν μεγάλος. «Γι’ αυτό η Προσωρινή Διοίκηση ζήτησε από το συνταγματάρχη Voutier, τον αρχηγό του πυροβολικού των Ελλήνων, να σεβαστεί τα αρχαία μνημεία, κατά την επίθεσή του εναντίον των Τούρκων, που ήταν κλεισμένοι μέσα στην Ακρόπολη». Κι αυτή όμως η ενέργεια, τόσο χαρακτηριστική για το ήθος των επαναστατημένων Ελλήνων, ξεπερνιέται από ένα απίστευτο κι όμως αληθινό περιστατικό που συμπτωματικά μνημονεύεται στον επικήδειο του Κυριάκου Πιττάκη. Κι αυτό σχετίζεται με την πολιορκία της Ακρόπολης. Όταν οι πολιορκητές πληροφορήθηκαν πως οι Τούρκοι πελεκούσαν τα αρχαία κτίρια για να βγάλουν το μολύβι που υπάρχει στους συνδέσμους των λίθων, ύστερα από υπόδειξη του Πιττάκη, τους έστειλαν βόλια για να σταματήσουν την καταστροφή!

ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΔΡΟΝΙΚΟΣ «ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ ΠΟΙΗΣΗ»
Εκδόσεις ΕΡΜΗΣ


Η δεύτερη πολιορκία της Ακρόπολης έληξε στις 10 Ιουνίου του 1822. Ένας σημαντικός λόγος της παράδοσής της ήταν η έλλειψη νερού που αντιμετώπιζαν οι Τούρκοι. Ήδη από το Νοέμβριο του 1821 οι πολιορκητές είχαν καταλάβει τα πηγάδια του Σερπεντζέ και τα αχρήστευσαν ρίχνοντας μέσα πτώματα Τούρκων. Το βρόχινο νερό που χρησιμοποίησαν οι Τούρκοι ήταν λίγο και εξαντλήθηκε. Στην εικόνα των Π. Ζωγράφου – Ι. Μακρυγιάννη απεικονίζεται η κατάληψη του Σερπεντζέ από τους Έλληνες.
(από την Ιστορία του Ελληνικού Έθνους)

Τι συνέβη τελικά στη πολιορκία της Ακρόπολης; Έδωσαν πράγματι οι Έλληνες επαναστάτες βόλια στους Τούρκους για να μη βγάλουν το μολύβι από τους συνδέσμους των λίθων;
Το περιστατικό δε μνημονεύτηκε μόνο από τον Α. Ρ. Ραγκαβή το 1863 στην κηδεία του Πιττάκη, αλλά και από τον Αριστοτέλη Βαλαωρίτη, ο οποίος σε μια επιστολή του στα 1859 προς τον Ανδρέα Λασκαράτο γράφει μεταξύ άλλων:

Εξύπνησαν κάποια παλληκάρια του Οδυσσέως πρωί πρωί και ρίχνοντας κατά τύχη το μάτι επάνω εις την Ακρόπολι, ροδοκόκκινη από το πρώτο γλυκοχάραμα έμειναν εκστατικά, βλέποντας τους Τούρκους επάνω εις τον Παρθενών και εργαζομένους με μεγάλη βία να χαλούν τα ωραία εκείνα μνημεία. Τόσο παράξενη και ακατανόητη τους εφάνη τέτοια ανωφελής βαρβαρότης, όπου έτρεξαν αμέσως να ειδοποιήσουν τον Οδυσσέα. Αφού ο στρατηγός εβεβαιώθηκε με τα μάτια του απόλυσε τρία τέσσαρα από τα παλληκάρια του να πλησιάσουν εις την Ακρόπολι και να ερωτήσουν τους Τούρκους διατί έδειχναν τέτοια αγριότητα με μάρμαρα, τα οποία δεν τους επροξενούσαν καμμιά βλάβη. Επέταξαν με μιας εκείνοι οι γενναίοι και ύστερα από λίγη ώρα έφεραν εις το στρατηγό την απόκρισι ότι οι Τούρκοι μη έχοντας άλλο μολύβι διά να χύσουν βόλια και ξανοίξαντες ότι μέσα εις εκείνα τα μάρμαρα ευρίσκετο τούτο το μέταλλο, χυμένο επίτηδες διά να δίδη δύναμι και σταθερότητα, είχαν αποφασίσει να προστρέξουνε εις εκείνο το χαλασμό διά να δυνηθούνε να εξακολουθήσουνε τον πόλεμο.
Τέτοια απόκρισι επροξένησε μεγάλη απελπισία εις τους Έλληνας και αφού εστοχάστηκαν τι να πράξουν διά να σώσουν από τον όλεθρον τα μνημεία του μεγαλείου των, όλοι με μια φωνή αποφάσισαν να μηνύσουν εις τους αποκλεισμένους να παύσουν την καταστροφή και ήσαν έτοιμοι να τους προμηθεύσουν όσο μολύβι τους εχρειάζετο διά την υπεράσπισί τους. Ούτω και εγένετο. Έστερξαν οι Τούρκοι και οι Έλληνες εξαγόρασαν με το αίμα τους, δίδοντες εις τους εχθρούς βόλια διά να τους σκοτώσουν, τα πολύτιμα εκείνα μάρμαρα, τα οποία ήσαν προωρισμένα να ζήσουν διά να ιδούν και πάλιν αναστημένο ολόγυρά τους εκείνο το έθνος, το οποίο από τόσους αιώνας εφαίνετο βυθισμένο εις λήθαργο.

Η διήγηση του Βαλαωρίτη διασώζεται σε μελέτη του Ηλία Βουτιερίδη (1874-1941) που δημοσιεύτηκε στο τεύχος 820 του περιοδικού ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, (1/9/1961), ο Βουτιερίδης όμως εκφράζει τις αμφιβολίες του για την αλήθεια του περιστατικού καθώς η Ακρόπολη παραδόθηκε στους Έλληνες τον Ιούνιο του 1822, ενώ ο Ανδρούτσος έφτασε εκεί τον Αύγουστο του ίδιου έτους.
Ακόμα όμως και ως μύθευμα, γράφει ο Βουτιερίδης, δείχνει πως οι Έλληνες επαναστάτες δεν έμειναν ασυγκίνητοι μπροστά στην καταστροφή των αρχαίων μνημείων.
Αντιθέτως δεν αμφισβητείται ιστορικά η εντολή της επαναστατικής κυβέρνησης προς τον συνταγματάρχη Voutier να σεβαστεί τα μνημεία της Ακρόπολης. Ο Voutier είχε μαζί του δύο πυροβόλα όπλα, τα οποία όμως δίσταζε να χρησιμοποιήσει εναντίον της Ακρόπολης, αφενός γιατί φοβόταν μήπως σκοτώσει αρκετούς από τους άμαχους Τούρκους που είχαν καταφύγει στην Ακρόπολη, αφετέρου για να προστατέψει τα αρχαία μνημεία.  

Εις τους δισταγμούς του Voutier οι πολιορκηταί Αθηναίοι απήντων: «Δεν έχουμε κι εμείς γυναίκες, παιδιά και πατέρες, που μαραίνονται στην ξενιτιά και στη δυστυχία, ενώ ο θάνατος τους φοβερίζει από παντού; Όσο για τα μνημεία των προγόνων μας, αν είναι ανάγκη, ας θυσιάσουμε τ’ απομεινάρια τους για ν’ αποκτήσουμε την ελευθερία που θα μας δώσει τους Μεταγένηδές μας και τους Καλλικράτηδές μας.
Αι αντιρρήσεις αύται των Αθηναίων διέλυσαν τους δισταγμούς του Voutier διά την χρησιμοποίησιν των πυροβόλων του, τα οποία έστησεν επί του λόφου της Πνυκός, αφού άλλως τε, ως λέγει ο ίδιος, έβλεπε «καθ’ εκάστην τους Τούρκους να θραύωσι τα μάρμαρα του Παρθενώνος ίνα αφαιρώσι τον μόλυβδον, όστις συνέδεε ταύτα, και κατασκευάζωσιν εξ αυτών σφαίρας».

Η παραπάνω διήγηση, που ανήκει στον ίδιο τον Voutier, περιλαμβάνεται στη μελέτη του Βουτιερίδη και σίγουρα αποτελεί ένα ακόμη στοιχείο που κλονίζει την αξιοπιστία της ιστορίας.

Ο Κυριάκος Σιμόπουλος στο βιβλίο του «Η λεηλασία και η καταστροφή των ελληνικών αρχαιοτήτων» προχωράει ένα βήμα περισσότερο, γράφοντας με σιγουριά πως η ιστορία της προσφοράς μολυβιού στους Τούρκους είναι ψεύδος και ως απόδειξη αναφέρει την απολύτως όμοια μεταχείριση που επεφύλαξαν στα αρχαία μνημεία τόσο οι Έλληνες όσο και οι Τούρκοι κατά τη διάρκεια των διαφόρων πολιορκιών της Ακρόπολης:

Οι πολιορκημένοι Τούρκοι γκρέμιζαν τους κίονες των ναών και κυλούσαν τους σπονδύλους από το τείχος πάνω στα ελληνικά οχυρώματα. Οι Έλληνες έσκαβαν λαγούμια, τα γέμιζαν με μπαρούτη και προκαλούσαν σεισμικές εκρήξεις. Οι Τούρκοι θρυμμάτιζαν τα μάρμαρα των αρχαίων ναών, αφαιρούσαν τους γόμφους, τον συνδετικό μόλυβδο, και τον έλιωναν για την κατασκευή βλημάτων. Οι Έλληνες πολιορκητές κατέστρεφαν τα αρχαία υδραγωγεία για τον ίδιο σκοπό.

Κανόνια από το λόφο του Φιλοπάππου, τον Άρειο Πάγο, το Θησείο και την Πύλη του Ανδριανού εξαπέλυαν κατά του φρουρίου χιλιάδες «τόπια» γκρεμίζοντας ή τραυματίζοντας τα μνημεία. Ο πόλεμος δεν αφήνει περιθώρια για πολιτιστικούς συναισθηματισμούς. Ο κίνδυνος ζωής, η ανάγκη, το μίσος, η οργή, η αυτοπροστασία εξαγριώνουν, τυφλώνουν, αποθηριώνουν. Τα μνημεία που κατακρημνίζονται, τα έργα τέχνης που θρυμματίζονται δεν προκαλούν ηθικές αναστολές. Η καταστροφή του αντιπάλου με όλα τα μέσα, η σωτηρία των μαχητών που απειλούνται με θάνατο κυριαρχούν σε κάθε πολεμική σύγκρουση.

Δε διάβασα ολόκληρο το βιβλίο του Σιμόπουλου ώστε να έχω πλήρη άποψη των επιχειρημάτων του, παρά μόνο το  απόσπασμα που υπάρχει στην ιστοσελίδα: http://www.hellenicpantheon.gr/Simopoulos.htm
Ωστόσο στο απόσπασμα αυτό υπάρχει και μια συγκλονιστική περιγραφή του αυτόπτη αγωνιστή Νικ. Καρώρη που μιλάει για την πολιορκία του 1826 όταν οι ρόλοι είχαν αλλάξει. Οι Έλληνες ήταν τώρα πολιορκούμενοι και οι Τούρκοι πολιορκητές. Ίσως είναι ο καλύτερος επίλογος σε μια όμορφη ιστορία που μάλλον δε θα μάθουμε ποτέ με σιγουριά αν συνέβη ή δε συνέβη.

«21 Ιουλίου 1826. Με θλίψιν μας παρατηρούμεν να κτυπούν διάφοροι βόμβαι εις τον Παρθενώνα, εις το Πανδρόσιον και λοιπάς αρχαιότητας του φρουρίου και να βλάπτουν οπωσδήποτε αυτάς. Ομοίως και το μνημείον του Φιλοπάππου εις το Μουσείον κατακτυπιέται και αυτό από σφαίρας κανονίου από το φρούριον.
22 Οκτωβρίου 1826. Εδούλευε κατά το σύνηθες το μικρόν εχθρικόν κανόνι, σκοπεύει δε πάντοτε το εδικόν μας κανονοστάσιον έμπροσθεν του μεγάλου Ναού, και αι σφαίραι κτυπούν αι περισσότεραι και συντρίβουν τα μάρμαρα του κτιρίου.
23 Νοεμβρίου. Το δειλινόν ο εχθρός έρριψεν ολίγες κανονιές με το μικρόν του κανόνι κατά της ντάπιας του Ναού αι δε σφαίραι κτυπούν όλαι κατά δυστυχίαν εις τας στήλας του Ναού».

Ναι, άσχετα με το αν συνέβη ή δε συνέβη τελικά η προσφορά μολυβιού στους Τούρκους, όπως φαίνεται από τη διήγηση του Καρώρη, οι Έλληνες δεν έμειναν ασυγκίνητοι στην καταστροφή των αρχαίων μνημείων του βράχου της Ακρόπολης.

Ετικέτες:

4 Σχόλια to “«εθυμιάτιζον» τα αγάλματα!”

  1. Τελευταίος Says:

    Θωμά καλή αρχή.

    Η ιστορία με την προσφορά του μολυβιού προκειμένου να μην καταστραφούν τα μνημεία δεν ξέρω αν είναι αληθινή ή όχι, πάντως προδίδει, ακόμα αν δεχτούμε ότι ήταν μυθοπλασία, ανθρώπους που είχαν κατανοήσει τη μεγάλη αξία και σημασία τους.

    Την καλημέρα μου.

  2. Θωμάς Says:

    Πράγματι είχαν κατανοήσει από πολύ παλιά την αξία των μνημείων τους όπως δείχνει και η πρώτη ιστορία.

  3. Ο ΠΑΠΑΣ ΠΟΥ ΘΥΜΙΑΤΙΖΕ ΤΑ ΑΓΑΛΜΑΤΑ | ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ Says:

    […] Ἠλεκτρονική πηγὴ : https://logomnimon.wordpress.com/ […]

  4. Ανώνυμος Says:

    ήθος περασμένων εποχών…

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: