Archive for Οκτώβριος 2011

Θεσσαλονίκης (προσφυγική) ιστορία (IV)

28/10/2011

μια προπολεμική γειτονιά

Φέρνω τώρα στο νου μου μια συγκεκριμένη προπολεμική γειτονιά και θυμούμαι, όσο μπορώ, τους ανθρώπους που περιείχε. Είχε οικογένειες από τη Σμύρνη, από την Πέργαμο, από την Πάνορμο, τη Σηλύβρια, τη Ραιδεστό, την Κεσσάνη, τις Σαράντα Εκκλησίες, την Αδριανούπολη -την Αντριανού, όπως την έλεγαν τρυφερά-, τη Φιλιππούπολη, τη Βάρνα, το Μοναστήρι, το Κρούσοβο, τη Γευγελή, την Κορυτσά, ακόμα και το Πλοέστι. Όλοι τους, όχι μόνο είχαν να διηγηθούν ιστορίες πολλές, δυστυχίας και καταδίωξης, ακόμα και ευτυχίας, αλλά ήταν φορείς πανάρχαιων λαϊκών πολιτισμών και τρόπων ζωής, που καθώς είχαν μείνει σχεδόν χωρίς αντικείμενο και πεδίο δράσης συγκρούονταν μέσα τους, αλλά και με τον πολιτισμό του πλησίον.
Εκεί μέσα, πάντως, εκυοφορείτο η σημερινή Θεσσαλονίκη· η νέα μορφή της, η νοοτροπία της και ο ψυχισμός της.

 Οι πρόσφυγες έχουν αρχίσει να συρρέουν σ’ αυτή την ευλογημένη ελληνική πόλη σχεδόν αμέσως μετά την απελευθέρωσή της. Από το 1914 αρχίζουν να έρχονται. Και μέσα σε μια δεκαετία από τότε απαρτίζεται το μέγα και πολυποίκιλο προσφυγικό πλήρωμα και η Θεσσαλονίκη ξεκινάει.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ «Η ΠΡΩΤΕΥΟΥΣΑ ΤΩΝ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ»
Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ


Έλληνες πρόσφυγες στη Θεσσαλονίκη το 1918. Η φωτογραφία είναι του Αμερικανού Λιούις Χάιν.
από το http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=16133

οι Πόντιοι στην Καλαμαριά

«… Εδώ κατέβασαν το ανθρωπομάνι από το Βατούμ. Άλογα τουμπανιασμένα κείτονταν χάμω. […] Πρασινισμένα βαλτονέρια στους χωματόλακκους, όπου κουνούπια και σκνίπες έχουν γιατάκι και μόνιμο στέκι. Ούτε δρόμος, ούτε μονοπάτι. Μονάχα λακκούβες γεμάτες λάσπη. […]
Από το Λοιμοκαθαρτήριο, ίσια στην Καλαμαριά, στους θαλάμους. Εξήντα οι θάλαμοι. […] Όλοι ξυλοδεσιά. πισσόχαρτο στη στέγη. Στηρίζονται σε πάσσαλους, μισό μέτρο πάνω απ’ τη γης. […] Στη μέση τα κοινόχρηστα αποχωρητήρια. […]
Αυτοί, που στο στόμα τους ζουν ακόμα τα υπολείμματα της γλώσσας του Όμηρου, αυτοί που δούλευαν τη μέρα στο χωράφι, στο μαγαζί, και τη νύχτα στητοί φρουρούσαν με τα μάνλιχερ τα πανάρχαια ελληνικά χώματα, τις πανάρχαιες ελληνικές ρίζες, […] αυτοί εδώ στην πανερημιά, στην εγκατάλειψη θα ζήσουν; Οι γυναίκες κάνανε τον πόνο δύναμη και βάλθηκαν να συγυρίζουν. Να βολέψουν την οικογένειά τους σε μια κόχη. Η πρώτη τους δουλειά να στουμπώσουν με παλιόχαρτα και κουρέλια τις τρύπες στα σανίδια. Να μην μπαινοβγαίνουν ο αγέρας, οι σκόνες, τα ποντίκια, οι σκορπιοί, τα μαμούνια.»

Ιφιγένεια Χρυσοχόου, «Το χρονικό της προσφυγιάς στη Θεσσαλονίκη», Φιλιππότης
από τη διαδραστική εφαρμογή του ΕΛΙΑ
http://www.wow.gr/projects/thessaloniki/index.htm


Η Καλαμαριά στα 1950. Στο βάθος φαίνεται ο ναός της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος.
(η φωτογραφία είναι από το http://my-blo.pblogs.gr/tags/kalamaria-gr.html)

βρωμισμένοι μα αποκαθαρμένοι

Από το 1914 ως το 1924, κι ακόμα πιο πέρα, πήραν να καταφθάνουν μεμονωμένα ή σε μικρές ομάδες στην αρχή, κοπαδιαστά και άτακτα αργότερα, με αραμπάδες, ζώα, βάρκες, καΐκια, βαπόρια, ακόμα και με τα πόδια, σε χάλι κακό, βρωμισμένοι μα αποκαθαρμένοι, λουσμένοι μες στο αίμα τους, από τις ελληνικές πατρίδες της Ανατολής, την Ελλάδα μάλλον της Ανατολής, χιλιάδες των χιλιάδων κυνηγημένοι, ληστεμένοι, βιασμένοι, απορφανισμένοι άνθρωποί μας, αναζητώντας μια νέα γωνιά μες στην ελεύθερη πατρίδα. Υπήρξαν, βέβαια, κι εκείνοι που έφτασαν σχετικώς άνετα είτε γιατί είχαν τον τρόπο, είτε γιατί ήταν κατατοπισμένοι και προβλεπτικοί, είτε γιατί στάθηκαν τυχεροί είτε και γιατί τα είχαν καλά με τον Τούρκο. Αρκετοί έβαλαν πλώρη ή οδηγήθηκαν σε μάλλον άσχετους τόπους, ακόμα και στον Μοριά, όμως στη Θεσσαλονίκη προσέτρεξαν αυθόρμητα οι πιο πολλοί, και προπάντων ρίζωσαν, όχι μονάχα γιατί υπήρχαν κάπως οι ανάλογες συνθήκες, αλλά τους τράβηξε η πολιτεία που την ένιωθαν, τη γνώριζαν, κι ας μη την είχαν επισκεφθεί, τη συζητούσαν και την ένωναν στους θρήνους με την Κωνσταντινούπολη, ήταν και η δική τους συμπρωτεύουσα, συμβασιλεύουσα έστω, η δεύτερη πολιτεία της ασφυκτικής –φευ- μα τελικά ελληνικής, εις τους αιώνας των αιώνων, αυτοκρατορίας.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ «Η ΠΑΡΕΛΑΣΗ ΤΩΝ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ»
από το βιβλίο «ΤΟ ΔΙΚΟ ΜΑΣ ΑΙΜΑ»
Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ


Καταυλισμός προσφύγων, Μακεδονία, 1922.
από το http://dimitrisdoctor2.blogspot.com/2008/05/blog-post_4371.html

τα στρατόπεδα καραντίνας

Για τους πρόσφυγες που έρχονταν από πολύ μακριά, επομένως μετά τον πανικό, μια κι έφταναν αρκετόν καιρό αργότερα, τους Πόντιους, Καυκάσιους, Καππαδόκες, δημιουργήθηκαν στρατόπεδα καραντίνας, λοιμοκαθαρτήρια διάφορα, στο Καραμπουρνάκι, Κερατσίνι, Μακρόνησο, όπου τους κρατούσαν απομονωμένους με άγρια συρματοπλέγματα και γεμάτα όπλα, επί μήνες και μήνες, μέσα σε άθλιες σκηνές, ώσπου να βεβαιωθούν ότι έπαψε κάθε κίνδυνος για μεταδοτικές αρρώστιες ανατολίτικες, που δήθεν οι εδώ δεν είχαν. Όσο κι αν τα μέτρα εκείνα ήταν δικαιολογημένα, η εγκατάλειψη και η αθλιότητα ήταν εντελώς αδικαιολόγητη και εξαιρετικά εύγλωττη ως προς τα αισθήματα των αφεντικών, που εντούτοις έφταιγαν για τα πάντα. Πέθαναν πάρα πολλοί εκεί στα στρατόπεδα μέσα, που πραγματικά έμειναν γερά φραγμένα για τους ανθρώπους, όχι όμως και για τα κουνούπια, τους ανωφελείς κώνωπες. Οι παρθενικοί μα τόσο πια εξασθενημένοι οργανισμοί αυτών των προσφύγων άρπαξαν το μικρόβιο της ελονοσίας, κάτι που τους ήταν ολότελα άγνωστο. Και για πολλούς άρχισε η κατρακύλα.

Από την ανατολή γυροφέρνοντας προς τη δύση είναι οι προσφυγικοί συνοικισμοί: Αρετσού, Καλαμαριά, Νέα Κρήνη, Τούμπα, Τριανδρία, Σαράντα Εκκλησιές, Άγιος Παύλος, Συκιές, Νέα Βάρνα, Νεάπολη, Σταυρούπολη, Πολίχνη, Νέα Ευκαρπία, Επτάλοφος, Νέα Μενεμένη, Αμπελόκηποι, Νέο Κορδελιό, Ξηροκρήνη, Νέα Μαγνησία και άλλοι μικρότεροι, βέβαια.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ «Η ΠΑΡΕΛΑΣΗ ΤΩΝ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ»
από το βιβλίο «ΤΟ ΔΙΚΟ ΜΑΣ ΑΙΜΑ»
Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ

τουρκόσπορους!

Στις 6 Δεκεμβρίου του 1930 συνέβη ένα αιματηρό περιστατικό, που δείχνει το μίσος που επικρατούσε, εκείνη την εποχή στην Ελλάδα, μεταξύ ντόπιων και προσφύγων αλλά και μεταξύ βασιλικών και βενιζελικών.

Όπως διαβάζουμε στην εφημερίδα ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ (7/12/1930), σε άρθρο που είχε τίτλο «ΟΙ ΒΑΣΙΛΟΦΡΟΝΕΣ ΔΟΛΟΦΟΝΟΥΝ ΑΠΟ ΤΗΣ ΧΘΕΣ ΤΟΥΣ ΠΡΟΣΦΥΓΑΣ», ένας πρώην δήμαρχος, βασιλικών φρονημάτων, είχε τη γιορτή του και κάλεσε στο σπίτι του φίλους και οπαδούς. Φαίνεται πως μαζεύτηκε αρκετός κόσμος γιατί ο πρώην δήμαρχος βρέθηκε κάποια στιγμή να μιλάει από τη σκάλα στους παρευρισκομένους «βρίζων χυδαιότατα την κυβέρνησιν και τον κ. Βενιζέλον». Έλα όμως που κοντά στο σπίτι του πρώην δημάρχου βρίσκονταν παραπήγματα ενός προσφυγικού συνοικισμού! Πρόσφυγες βγήκαν από τις παράγκες τους και άρχισαν να πλησιάζουν με άγριες διαθέσεις. Μόλις τους είδε ο πρώην δήμαρχος άρχισε να τους λέει τουρκόσπορους, αχάριστους, αγνώμονες  και άλλα πολλά. Αυτά τα έλεγε γιατί θεωρούσε πως όσο ήταν δήμαρχος τους είχε βοηθήσει. «Σας έφερα νερό, σας έβαλα φώτα και βοήθησα πολλούς νηστικούς από σας». Οι πρόσφυγες που φαίνεται δε συμφωνούσαν με την άποψή του, άρχισαν να φωνάζουν «κάτω οι μαύροι!» και διάφορα άλλα. Οι οπαδοί του πρώην δημάρχου άρχισαν να βρίζουν και σε λίγο επακολούθησε γενική συμπλοκή, μέχρι που κάποιος από τους βασιλόφρονες πυροβόλησε και τραυμάτισε σοβαρά στο κεφάλι ένα πρόσφυγα 24 ετών. Οι πρόσφυγες έλεγαν πως ο ίδιος ο πρώην δήμαρχος πυροβόλησε με το δίκαννό του, άλλοι πως το είχε κάνει κάποιος από τους μπράβους του. Η αστυνομία πάντως είχε συλλάβει τρεις από τους μπράβους του. Μια ενδιαφέρουσα λεπτομέρεια είναι πως ανάμεσα στα προσωπικά αντικείμενα του τραυματία που συνέλεξε η αστυνομία ήταν και μια μικρή κεχριμπαρένια πίπα με ζωγραφισμένη επάνω την ελληνική σημαία!

στο Καράμπουρνου

Εκεί στο οχυρωμένο, πάντοτε, Καράμπουρνου, τη Μαύρη Μύτη, είχαν οι ελληνικές αρχές στήσει την καραντίνα και τα στρατόπεδα για τους πρόσφυγες. Πόντιους και Μικρασιάτες, το Είκοσι Δύο. Κόσμος και κοσμάκης, τουρκομερίτες και τουρκόγλωσσοι ακόμα Γιουνάνιδες, διέσχισε στεριές και θάλασσες, γλίτωσε από το μαχαίρι, και ήρθε για ν’ αφήσει την τελευταία του πνοή εδώ, κάτω από πλούσιο παλιοελλαδίτικο βρισίδι.

ω Νύμφη

Δεν έχεις, βέβαια, τις αρχαιότητες της Αθήνας ούτε τις δόξες της, όμως ασύγκριτα ευρύτερη έκταση παλαιάς καθημερινότητας σε σκεπάζει. Οι συνοικίες σου δεν είναι φρέσκες και αδούλευτες, χωράφια με υπολείμματα από ελαιώνες, αλλά πασπαλισμένες γκρίζα σκόνη, στάχτη και τριμμένα κόκκαλα, μούχλα και κατουρλιά των αιώνων. Περπατώντας εντός σου, χάνεται κανείς μες στη μακεδονίτικη σαλάτα των λαών και το λαβύρινθο των χρόνων. Έφαγες και έφαγες ανθρώπους, εσύ, ω Νύμφη, εκατομμύρια πατίκωσες μες στην ανωνυμία και τη λησμονιά.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ «ΜΕ ΤΑ ΣΗΜΑΔΙΑ ΤΗΣ ΑΠΑΝΩ ΜΟΥ»
από το βιβλίο «ΤΟ ΔΙΚΟ ΜΑΣ ΑΙΜΑ»
Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ

Advertisements

Θεσσαλονίκης ιστορία (ΙΙΙ): προαύλιο μνήμης

26/10/2011

Όλα ξεκίνησαν διαβάζοντας το εξαιρετικό, αλλά δυστυχώς πολύ …μικρό,  βιβλίο της Σοφίας Νικολαΐδου «Απόψε δεν έχουμε φίλους», εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ. Η Νικολαΐδου λοιπόν στη σελίδα 34 γράφει για την ιστορία της Αγίας Σοφίας της Θεσσαλονίκης:

Το προαύλιο της Αγίας Σοφίας περιέχει την ιστορία της πόλης. Χώρος αναψυχής, περιπάτων, συλλαλητηρίων. Νοσοκομείο, ξενώνας, καφενείο. Κατάλυμα προσφύγων ή σεισμοπαθών. Άσυλο φονιάδων. Νεκροταφείο, μοναστήρι, τόπος μαχών και βασανιστηρίων. Εκεί στρατωνίστηκαν το 1913 εκατόν πενήντα Βούλγαροι στρατιώτες. Το κατέλαβαν. Σκότωσαν τρεις Κρητικούς χωροφύλακες. Οι συνάδελφοί τους μάνιασαν, όρμησαν στους Βούλγαρους, τους έσφαξαν με τις ξιφολόγχες μες στην εκκλησιά. Ώρες μετά έπλεναν το δάπεδο, να καθαρίσει από τα αίματα. Και μετά, το 1922, εκεί καταυλίστηκαν καραβιές Μικρασιάτες πρόσφυγες, το 1932 εκεί κατέφυγαν οι ξεσπιτωμένοι από το σεισμό της Ιερισσού, το 1936, επί Μεταξά, λίγο μετά τη διαδήλωση των καπνεργατών στις 9 Μαΐου, εκεί έγινε η υποδοχή της ολυμπιακής φλόγας, που κατέληξε στο Βερολίνο του Χίτλερ.
-Πληροφορίες, άχρηστες πληροφορίες. Γεγονότα για να θαμπώνεις τους αγράμματους, σχολίασε ο καθηγητής.
-Αυτό το προαύλιο είναι ο βιωμένος χώρος της πόλης, επέμεινε ο Σουκιούρογλου. Αποτυπώνει τις μνήμες, τις ανάγκες, τις φαντασιώσεις των κατοίκων της. Να συμπληρώσω μια αθησαύριστη πληροφορία: το αριστερό κλίτος λειτούργησε ως σχολείο.

ΣΟΦΙΑ ΝΙΚΟΛΑΪΔΟΥ «ΑΠΟΨΕ ΔΕΝ ΕΧΟΥΜΕ ΦΙΛΟΥΣ»
Εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ

Το απόσπασμα περιέχει πολλές πληροφορίες -όπως σχολιάζει και ο ήρωας του βιβλίου, καθηγητής Αστερίου-, όλες σημαντικές, αλλά, όπως έχετε ήδη καταλάβει, μία μου «κέντρισε» το ενδιαφέρον και με ώθησε να «την ψάξω» περισσότερο. Αναφέρομαι βέβαια στη σφαγή των Βούλγαρων στρατιωτών. Συνέβη πράγματι ή μήπως είναι υπερβολή; Η Ιστορία του Ελληνικού Έθνους δε γράφει τίποτα, ούτε και κάποια ιστορικά βιβλία που έτυχε να διαθέτω στη βιβλιοθήκη μου, ούτε και η Βικιπαίδεια. Βρήκα όμως στο διαδίκτυο, μετά από πολύ ψάξιμο, κάποια άκρη. Η εφημερίδα ΡΕΘΕΜΝΙΩΤΙΚΑ ΝΕΑ δημοσίευσε στις 18/5/2010 ένα εξαιρετικό άρθρο του Στάθη Γαγάνη, που, βασισμένος σε κάποιες διηγήσεις της γιαγιάς του(!), έψαξε κι αυτός να διαπιστώσει την αλήθεια. Το άρθρο του αναφέρεται στο περιστατικό, μάλιστα γράφει και την ακριβή χρονολογία που συνέβη ενώ παραπέμπει και σε εφημερίδες της εποχής που έγραψαν για το συμβάν.
Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Στις 17 Ιουνίου του 1913 ξεσπάει ο Β΄ Βαλκανικός Πόλεμος.  Ο στρατηγός Καλάρης στέλνει αμέσως τελεσίγραφο στους Βουλγάρους που βρίσκονταν ακόμα στη Θεσσαλονίκη να παραδοθούν, αλλά πολλές ομάδες Βούλγαρων στρατιωτών αγνόησαν το τελεσίγραφο. Την εξουδετέρωση τους ανέλαβαν οι 2.500 Κρήτες που είχε ανεβάσει στη Θεσσαλονίκη ο Βενιζέλος από τον Οκτώβρη του 1912. Τα βουλγαρικά αποσπάσματα είχαν οχυρωθεί στην Αγία Σοφία, στη Ροτόντα, στο τουρκικό σχολείο της οδού Κασσάνδρου, στο βουλγαρικό προξενείο και σε άλλα σημεία της Θεσσαλονίκης. Στα περισσότερα σημεία οι Βούλγαροι παραδόθηκαν όταν τους τέλειωσαν τα πυρομαχικά. Όμως στην Αγία Σοφία -που ήταν τότε τζαμί- η μάχη ήταν σκληρή.
Αντιγράφω από τα Ρεθεμνιώτικα Νέα (ο ίδιος ο συγγραφέας του άρθρου αποκαλεί την πηγή για το παρακάτω περιστατικό ως «προπαγανδιστική κατά της Ελλάδας βουλγαρική ιστοσελίδα», χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει πως δεν πρέπει να δώσουμε βάση σε όσα γράφει):

Ιδιαίτερα σκληρή ήταν η μάχη στον ναό της Αγίας Σοφίας στο κέντρο της πόλης. Ισχυρή μονάδα της Κρητικής χωροφυλακής υπό τον υπενοματάρχη Αβάτζο κύκλωσαν την εκκλησία που είχε μετατραπεί σε τζαμί. Κάποια στιγμή υψώθηκε σημαία παράδοσης καθώς όμως οι χωροφύλακες πλησίασαν δέχθηκαν πυρά με αποτέλεσμα τον τραυματισμό δύο εξ αυτών.

Ακολούθησε έφοδος των χωροφυλάκων με εφ’ όπλου λόγχη. Αυτόπτες μάρτυρες ανέφεραν ότι σημειώθηκαν επί τόπου εκτελέσεις δεκάδων Βούλγαρων με λογχισμό ακόμα και μετά την παράδοσή τους.

από τα ΡΕΘΕΜΝΙΩΤΙΚΑ ΝΕΑ, 18/5/2010

Εννοείται, δε γίνεται να σφάξεις 150 ένοπλους στρατιώτες αν πρώτα δεν έχουν παραδοθεί, άρα το περιστατικό -αν συνέβη, που, όπως φαίνεται, συνέβη- είναι αποτρόπαιο έγκλημα. Έχω όμως την εντύπωση -να το πω ελπίδα;- πως δεν ήταν τόσοι πολλοί οι Βούλγαροι. Η ίδια ιστοσελίδα αναφέρει πως σφάχτηκαν δεκάδες ενώ λίγο παρακάτω γράφει πως οι συνολικές απώλειες των Βουλγάρων σε όλα τα επεισόδια της Θεσσαλονίκης -που ήταν αρκετά- ήταν 100 νεκροί. Και βέβαια είχαν και οι Έλληνες 40 νεκρούς. Εφόσον αληθεύει, λοιπόν, το ότι οι Βούλγαροι είχαν 100 νεκρούς σε όλη τη Θεσσαλονίκη, δεν μπορεί να σφάχτηκαν 150  μόνο στην Αγία Σοφία. Τώρα, βέβαια, δεν ξέρω αν έχει τόση σημασία ο αριθμός, πάντως συνεχίζοντας την έρευνά μου βρήκα το φύλλο της εφημερίδας ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ (19/6/1913), που γράφει πως στον περίβολο της Αγίας Σοφίας βρίσκονταν οχυρωμένοι 26 Βούλγαροι στρατιώτες, οι οποίοι αμύνονταν μέσα από τα παράθυρα του μιναρέ του ναού. Μόλις οι Κρήτες κατάφεραν να εισέλθουν στον περίβολο, τότε οι Βούλγαροι κλείστηκαν στο ναό και συνέχισαν από εκεί τη μάχη. Αφού σκοτώθηκαν κάποιοι -δε διευκρινίζει πόσοι-, γύρω στις 10 το βράδυ, οι υπόλοιποι παραδόθηκαν. Όμως η ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ γράφει και κάτι άλλο. Πως απέναντι από την Αγία Σοφία, στην οικία Ρεκανάτη, βρισκόταν το βουλγαρικό φρουραρχείο. Εκεί είχαν οχυρωθεί άλλοι 40 Βούλγαροι στρατιώτες και αρκετοί κομιτατζήδες, οι οποίοι πυροβολούσαν συνεχώς και έριχναν χειροβομβίδες. Και αυτοί παραδόθηκαν γύρω στα μεσάνυχτα. Φυσικά η εφημερίδα δεν αναφέρει το παραμικρό για σφαγή αιχμαλώτων, ούτε καν πόσοι σκοτώθηκαν και από τις δύο πλευρές.
Αυτά λοιπόν για το επεισόδιο της Αγίας Σοφίας. Με χαρά θα προσθέσω στο άρθρο οποιαδήποτε άλλη αξιόπιστη ιστορική πηγή για τα γεγονότα.

Θεσσαλονίκης ιστορία (ΙΙ): η πόλη που η εβδομάδα είχε τρεις Κυριακές

23/10/2011

Τα κείμενα που δημοσιεύονται στη σημερινή ανάρτηση προέρχονται από την εξαιρετική διαδραστική εφαρμογή: «Θεσσαλονίκη, πόλη των Βαλκανίων, 1900-1930» που εκπονήθηκε από το ΕΛΙΑ και περιλαμβάνει σημαντικό φωτογραφικό υλικό. Η εφαρμογή αναρτήθηκε στο blog Έρρωσο της φιλολόγου Σοφίας Κανταράκη.


διαδραστική εφαρμογή για την ιστορία της Θεσσαλονίκης:
http://www.wow.gr/projects/thessaloniki/index.htm

1900-1911

Οι εργασίες και το εμπόριο –κυρίως το εμπόριο- συνεχίζονται ακόμα και την Κυριακή, η οποία δεν είναι όπως στα μέρη μας μια ήσυχη μέρα αργίας που κυλάει σε αργούς ρυθμούς μέσα στην πλήξη και τη νύστα υπό τους ήχους των καμπανών. Κι αυτό γιατί στη Θεσσαλονίκη η μέρα αργίας επαναλαμβάνεται τρεις φορές μέσα στην εβδομάδα για τους πιστούς τριών διαφορετικών θρησκειών. Την Παρασκευή αργούν οι Μουσουλμάνοι, το Σάββατο οι Εβραίοι, και την Κυριακή οι Χριστιανοί –καθολικοί και ορθόδοξοι- έχουν τον ελεύθερο χρόνο να βολτάρουν. Θα μπορούσαμε έτσι να πούμε πως στη Θεσσαλονίκη η εβδομάδα έχει τρεις Κυριακές.

Marcelle Tinayre «Ένα καλοκαίρι στη Θεσσαλονίκη (Απρ. – Σεπ. 1916) Ασσίνη
από το http://www.wow.gr/projects/thessaloniki/index.htm

.

Οι τρεις εθνότητες μπορούν να διακριθούν με βάση τα πνευματικά χαρακτηριστικά τους. Όσον αφορά στην ευελιξία, οι πιστοί του Μωυσή κατέχουν αναμφίβολα τα πρωτεία, αφήνοντας τους υπόλοιπους πολύ πίσω. Οι Εβραίοι είναι τρίγλωσσοι. Μπορούν να μιλήσουν εξίσου άνετα και εξίσου άσχημα τα ισπανικά, τα ελληνικά και τα τουρκικά. Οι Έλληνες μπορούν να εκφράσουν τις σκέψεις τους σε δύο γλώσσες, τα ελληνικά και τα τούρκικα. Οι Τούρκοι μοιράζονται με τους θεούς και τους Άγγλους το προνόμιο του να έχουν μία μόνο γλώσσα…

ΤΖΟΡΤΖ ΦΡΕΝΤΕΡΙΚ ΑΜΠΟΤ «Ένας Άγγλος στη Μακεδονία του 1900» Στοχαστής
από το http://www.wow.gr/projects/thessaloniki/index.htm

.

«…Αν οι Εβραίοι θεωρούνται ως ρυθμιστές του εμπορίου της Θεσσαλονίκης, οι Έλληνες μπορούν δικαίως να διεκδικήσουν τη θέση των κύριων εκπροσώπων της πνευματικής καλλιέργειας. Σε αριθμό και σε πλούτο οι τελευταίοι υστερούν ανυπολόγιστα έναντι των Εβραίων, αλλά ό,τι τους λείπει σε αυτούς τους τομείς αναπληρώνεται με το παραπάνω από τις λογοτεχνικές επιδόσεις και την αγάπη τους για την πρόοδο. Οι Έλληνες διατηρούν αρκετά εξαιρετικά ιδρύματα για τη μόρφωση των νέων τους και οι μαθητές και των δύο φύλων που φοιτούν σε αυτά ετησίως ανέρχονται σε 2.000. Εκτός απ’ αυτούς, ένας αριθμός αγοριών και κοριτσιών φοιτούν σε γαλλικά και ιταλικά σχολεία, για να εκμάθουν και ξένες γλώσσες.»

Τζωρτζ Φρέντερικ Άμποτ, «Ένας Άγγλος στη Μακεδονία του 1900»,
Στοχαστής

.

«… Η Θεσσαλονίκη έχει τις αντιθέσεις της. Κοντά στην προκυμαία, όπου βρίσκονται τα μεγάλα ξενοδοχεία και βουλεβάρτα, πίνουν ηδύποτα και κυκλοφορούν ιππήλατα τραμ, υπάρχει μια αίσθηση Ευρώπης. Στο εσωτερικό της πόλης οι δρόμοι στενεύουν και είναι σκεπαστοί. Τα παζάρια είναι σκοτεινά, ανατολίτικα και δύσοσμα, όσο πιο ανατολίτικα τόσο πιο δύσοσμα. […] Σε ένα τμήμα της Θεσσαλονίκης μπορείς να απολαύσεις ένα ωραίο γαλλικό γεύμα. Αν πηδήξεις σε ένα τραμ, μέσα σε πέντε λεπτά βρίσκεσαι σε άλλη χώρα, όπου δεν υπάρχουν καρέκλες και τραπέζια, ούτε τίποτε άλλο, παρά μόνον ψάθες, τουρκικό φαγητό και ο βαρύς αποχαυνωτικός καπνός των μουσουλμάνων με τα τουρμπάνια, που καπνίζουν ναργιλέδες.»

John Foster
Fraser, Pictures from the Balkans, 1907

(Από το Η Θεσσαλονίκη των περιηγητών, 1430-1930, Μίλητος)

1912-1913

«… Χθες, ακόμα, η πόλη ήταν κομμάτι της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Δεν έχει σχεδόν περάσει χρόνος από τότε που την επισκέφθηκε ο Σουλτάνος, κι όλοι, μικροί και μεγάλοι, σ’ όποια φυλή κι αν ανήκαν, ό,τι Θεό κι αν προσκυνούσαν, είχαν παραταχθεί στην Μπουλβάρ χαμιδιέ να τον υποδεχθούν και να τον δουν να περνά με τη χρυσή του άμαξα. Επίσημα στολισμένη η πόλη, με τεράστιες αψίδες… στου Αλατίνη, στο Συντριβάνι, παντού. Μα πότε πρόλαβε αυτή η πόλη να γίνει ελληνική;

27 Οκτωβρίου 1912

«… Τ’ αμάξι έτρεχε με κρότο στα βρεμένα καλντερίμια του έρημου δρόμου της Θεσσαλονίκης. Ο Τούρκος του αμαξιού μού έδειξε δεξιά την Αγία Σοφία που είναι τζαμί, μα που θα ξαναγίνει εκκλησία πάλι. Περάσαμε τον καινούργιο Μητροπολιτικό ναό, που δεν έχει τελειώσει ακόμη. Γυρίσαμε αριστερά και η πρώτη πόρτα ήταν του Ελληνικού Προξενείου και δίπλα η αυλή της Μητρόπολης. […] Επήγαμε στο ξενοδοχείο “Σπλέντιτ” στον παραλιακό δρόμο. Αχ θάλασσα, θάλασσα… με ηδονή ανασαίνω τη μυρωδιά σου. […] Στηθήκαμε στο καταφώτιστο ξενοδοχείο του Ρόμπαπα. Κοσμοπλημμυρισμένο κυρίες με βραδινές όμορφες φορεσιές και , κυρίως ξένους, αλλά και Έλληνες με καθαρά πουκάμισα».

29 Οκτωβρίου 1912

«… Ήμουνα με τη Νάτα στα πλούσια εμπορικά του δρόμου Σαμπρή πασά (Βενιζέλου) κι αγόραζα εσώρουχα, όταν έξαφνα ακούσαμε ταραχή, στρατιωτικές μουσικές, ζητωκραυγές, σούσουρο. Πεταχτήκαμε έξω και τι να δούμε; Πολύ βουλγαρικό στρατό που έμπαινε βαδίζοντας δίπλα δίπλα με τον ελληνικό –δεξιά ο δικοί μας, αριστερά οι Βούλγαροι–, με ξεδιπλωμένες σημαίες και ύφος καταχτητάδων. […] Το διοικητήριο είναι μεγαλόπρεπο κτήριο με πλούσια αλλά ακαλαίσθητη επίπλωση. Το είχαν επισκευάσει και ανακαινίσει όταν ήλθε στη Θεσσαλονίκη ο Σουλτάνος ο Μεχμέτ και από τότε άφησαν την κεντρική είσοδο του σιδερένιου καγκελωτού περιβόλου κλειστή, για να μην περάσει άλλος θνητός μετά τον Χαλίφη».

από το ημερολόγιο του Φίλιππου Δραγούμη
από το http://www.wow.gr/projects/thessaloniki/index.htm

Η δολοφονία του βασιλιά Γεωργίου:

…Ο Διοικητής Χωροφυλακής Μομφεράτος κρατούσε γερά την τάξη με τους χίλιους περίπου Κρητικούς χωροφύλακες και παντού βασίλευε χαρά και ευθυμία, γιατί η πόλη γιόρταζε την κατάληψη του Μπιζανιού.
Ο Βασιλιάς Γεώργιος εξακολουθεί, πεισματικά μπορεί να πει κανείς, ν’ απαγορεύει να τον συνοδεύουν και να τον φρουρούν από απόσταση μικρότερη των 40-50 βημάτων στους περιπάτους του, που έβγαινε μόνο με τον υπασπιστή του Φραγκούδη. Έτσι δεν ήταν δύσκολο στο δολοφόνο να ρυθμίσει το πού και πότε θα τον χτυπήσει.
Στις 4:30 περίπου ο Βασιλιάς επέστρεφε στην έπαυλή του, όταν στην περιοχή Κερίμ Εφέντη, κοντά στο καφενείο Πασά Λιμάν, στη διασταύρωση Πύργων Αγίας Τριάδος, πάνω στο δεξί πεζοδρόμιο και όχι μακρυά από το Αστυνομικό Τμήμα, ο δολοφόνος παραμόνευε καθισμένος στο καφενείο δίπλα σε δυο τρεις Τούρκους, έφυγε βιαστικά και από απέναντι προσπέρασε τη συνοδεία, βαδίζοντας αντίθετα. Μόλις προσπέρασε ο Βασιλιάς τη γωνία, τον πλησίασε και τον πυροβόλησε
από πίσω, από απόσταση δύο-τριών βημάτων, με μια μαυροβουνιώτικη κουμπούρα Καρά Νταγ, τα βλήματα της οποίας είναι από μολύβι και ασφαλώς ο δολοφόνος τα χάραξε, γιατί όταν το βλήμα πέρασε την καρδιά και βγήκε από το στήθος, δημιούργησε μια τεράστια πληγή.
Παραπατώντας ο Βασιλιάς, γονατίζει κι αμέσως τρέχουν όσοι ήταν κοντά του και τον συγκρατούν, ενώ άλλοι στρέφονται για να λυντσάρουν το δολοφόνο, που τότε προσπάθησε να σκοτώσει και τον υπασπιστή Φραγκούδη.
Φαίνεται όμως ότι τα χέρια του έτρεμαν, γιατί η σφαίρα αστόχησε κι ο υπασπιστής τον άρπαξε, του πήρε το όπλο και τον παρέδωσε στους χωροφύλακες, ενώ ταυτόχρονα φώναξε: «Ένα αμάξι, γρήγορα, ένα αμάξι».
Ο Βασιλιάς μόλις που πρόλαβε να ρίξει μια ματιά σ’ ένα στρατιώτη που τον ανασήκωσε και να του σφίξει το χέρι. Σε αφασία τον μετέφεραν στο ΠΑΠΑΦΕΙΟ που είχε μετατραπεί σε νοσοκομείο λόγω του πολέμου, κι εκεί τον υποδέχτηκε ο ανθυπίατρος Μαλαμίδης…»

Γεωργίου Σταμπουλή, «Η ζωή των Θεσσαλονικέων πριν και μετά το 1912», Διόσκουροι 1984

από το http://www.wow.gr/projects/thessaloniki/index.htm

Θεσσαλονίκης ιστορία (Ι)

21/10/2011

Στο βιβλίο του Μαρκ Μαζάουερ «Θεσσαλονίκη, η πόλη των φαντασμάτων», εκδόσεις Αλεξάνδρεια, υπάρχουν ενδιαφέροντα στοιχεία για την κατάσταση που επικρατούσε στη Θεσσαλονίκη μετά την απελευθέρωσή της από τον ελληνικό στρατό (26 Οκτωβρίου 1912):

Παρότι  ο ελληνικός στρατός είχε μπει στη Θεσσαλονίκη από τις 26 Οκτωβρίου 1912, οι Έλληνες επέτρεψαν για αρκετές εβδομάδες στους Τούρκους χωροφύλακες να περιπολούν οπλισμένοι στους δρόμους και να φροντίζουν για την αστυνόμευση της πόλης. Επίσης αρκετές βυζαντινές εκκλησίες παρέμειναν τζαμιά για αρκετό καιρό μετά τον Οκτώβρη του 1912. Αυτό συνέβη διότι, όπως διευκρινίζει ο Μαζάουερ, τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, φόβητρο για τους Έλληνες δεν ήταν πλέον οι Τούρκοι, αλλά οι Βούλγαροι που είχαν φτάσει κι αυτοί στη Θεσσαλονίκη μόλις με 8 ώρες καθυστέρηση.


Η θριαμβευτική είσοδος του βασιλιά Γεωργίου στη Θεσσαλονίκη (δίπλα του ο διάδοχος Κωνσταντίνος) δεν έγινε στις 26, αλλά στις 29 Οκτωβρίου.
(η φωτογραφία είναι από το http://www.agiasofia.com/1922/1922.php)

Το έργο του εξελληνισμού της Θεσσαλονίκης στάθηκε δύσκολο. Η συγκρότηση μιας σύγχρονης ελληνικής γραφειοκρατίας πήρε χρόνο. Απευθείας σιδηροδρομική σύνδεση της Θεσσαλονίκης με την υπόλοιπη Ελλάδα δεν υπήρχε (για πρώτη φορά πραγματοποιήθηκε τέσσερα χρόνια αργότερα, το 1916), το ταχυδρομείο έκανε εβδομάδες να φτάσει -κάποιες φορές και μήνες- και το τουρκικό νόμισμα συνέχισε να χρησιμοποιείται παράλληλα με το ελληνικό για αρκετά χρόνια. Γεγονός είναι πως κηρύχθηκε «πόλεμος στο φέσι». Έτσι απολύονταν όσοι υπάλληλοι τρένων, τραμ και ηλεκτρικού συνέχιζαν να το φορούν την ώρα που δούλευαν. Επίσης απολύθηκαν όσοι αρνήθηκαν να πάρουν την ελληνική υπηκοότητα, κυρίως οι Τούρκοι, γιατί οι Βούλγαροι είχαν φύγει ενώ οι Εβραίοι εργάτες συμμορφώθηκαν όλοι.

Εντωμεταξύ έρχονταν καθημερινά από τον Πειραιά, με σκάφη, αστυνομικοί, χωροφύλακες, δικαστές και δικηγόροι, οι περισσότεροι από την Κρήτη και την Πελοπόννησο, με σκοπό να αποτελέσουν το διοικητικό μηχανισμό της πόλης.

 
Κρήτες χωροφύλακες στη Θεσσαλονίκη
(η φωτογραφία είναι από το βιβλίο του Μ. Μαζάουερ «Θεσσαλονίκη, η πόλη των φαντασμάτων», εκδόσεις ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ)

Η απογραφή του 1913 μας δίνει μια πρώτη εθνολογική σύσταση της Θεσσαλονίκης:  157.889 άνθρωποι (40.000 Έλληνες, 45.867 Μουσουλμάνοι και 61.439 Εβραίοι). Κάτι άλλο ενδιαφέρον που βγαίνει από αυτή την απογραφή είναι ο υψηλός βαθμός μικτής κατοίκησης. Δεν υπήρχαν δηλαδή γκέτο στη Θεσσαλονίκη, οι θρησκευτικές κοινότητες ζούσαν αλληλένδετες.

οι πληροφορίες αντλήθηκαν από το βιβλίο του ΜΑΡΚ ΜΑΖΑΟΥΕΡ «ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΠΟΛΗ ΤΩΝ ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΩΝ», μετάφραση: Κ. Κουρεμένος, εκδόσεις ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ

Ενδιαφέρον όμως έχει και η μαρτυρία του Μαρίνου Γερουλάνου, που υπηρετώντας ως γιατρός στον ελληνικό στρατό, ήταν απ’ τους πρώτους στρατιωτικούς που μπήκαν στη Θεσσαλονίκη:

Έφθασε το μεσονύκτιον και μόνον αφού παρεδόθη και ο τελευταίος τραυματίας, εσκέφθημεν τι θα κάμωμεν και ημείς. Ήτο νύκτα, σκότος, ευρισκόμεθα σχεδόν μόνοι εις τον σταθμόν εις άγνωστον υπό εχθρικού στρατού μέχρι της χθες κατεχομένην πόλιν, με εχθρικόν πληθυσμόν, όταν μας πλησιάζει καλοενδεδυμένος μεσήλιξ κύριος ο οποίος απευθυνόμενος προς εμέ ερωτά πού εσκεπτόμεθα να κατευθυνθώμεν. Του απήντησα, παρακαλών να μας οδηγήση εις τι ξενοδοχείον. “Ούτε εις την είσοδον ξενοδοχείου θα δυνηθήτε να εισέλθετε”, μας απαντά, “όλα είναι υπερπλήρη από στρατιωτικούς, αλλά αν επιθυμήτε, να έλθετε να μείνετε σπίτι μου”. Ενόμιζα μήπως ήτο παλαιός ασθενής μου, όστις με ανεγνώρισεν και τον ηρώτησα σχετικώς: “Όχι, δεν σας γνωρίζω”, απήντησεν. Έβλεπεν Έλληνες υγειονομικούς και ήθελεν να τους εξυπηρετήση. Του συνεστήθημεν και τον ευχαριστήσαμεν αποδεχόμενοι την ευγενή πρόσκλησίν του.
(…)
Ο οικοδεσπότης μάς ηρώτησεν εάν είχομεν να φάγωμεν από πολλού και μας παρεκάλεσε να υπομείνωμεν ολίγον ακόμη έως ότου ετοιμάσουν κάτι. Εν των μεταξύ, έφερεν καφέν και γλυκό και ενεφανίσθη ηλικιωμένη κυρία με τη συνήθη τοπικήν ενδυμασίαν. Αποτεινόμενος προς αυτήν, είπον:
-Πολύ λυπούμαι διότι τοιαύτην ώραν, περασμένα μεσάνυκτα, ήλθομεν να σας ανησυχήσωμεν. Και εκείνη μου απαντά: -Μπα, παιδάκι μου, ημείς πεντακόσια χρόνια σας επεριμέναμε και τώρα λέτε πως μας ανησυχείτε;

ΜΑΡΙΝΟΣ ΓΕΡΟΥΛΑΝΟΣ “ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ (1867-1957) ΣΕΛΙΔΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΝΕΩΤΕΡΗΣ ΙΑΤΡΙΚΗΣ” Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ


Η εικόνα-σύμβολο της απελευθέρωσης της Θεσσαλονίκης. Τον πίνακα ζωγράφισε ο Κενάν Μεσαρέ, γιος του Τούρκου (αλβανικής καταγωγής) στρατηγού Χασάν Ταχσίν πασά, που παρέδωσε στους Έλληνες την πόλη.

Όπως ήδη αναφέρθηκε, η θριαμβευτική παρέλαση του βασιλιά Γεωργίου στη Θεσσαλονίκη δεν έγινε στις 26 Οκτωβρίου, αλλά στις 29. Ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες για το τι συνέβη εκείνες τις μέρες στη Θεσσαλονίκη αναφέρονται σε άρθρο του Χρίστου Ζαφείρη στο http://www.pressinaction.gr/thessalonikiinaction/item/
350-i-apeleytherosi-tis-thessalonikis-1912
:

Ο πρώτος Έλληνας αξιωματικός που μπήκε στην πόλη ήταν ο υπομοίραρχος Κωνσταντίνος Μανωλκίδης, ο οποίος επικεφαλής ενός μικρού αποσπάσματος διέσχισε έφιππος την Εγνατία το βράδυ τη 26ηςΟκτωβρίου, τέσσερις ώρες πριν από την υπογραφή της συμφωνίας, ενώ εκατοντάδες έκπληκτοι Θεσσαλονικείς ακολουθούσαν τον έφιππο αξιωματικό. Ο Μανωλκίδης είχε διαταγή να παραλάβει και να συνοδεύσει τους Τούρκους αξιωματικούς προς το ελληνικό στρατηγείο στο Τόψιν (σημ. Γέφυρα), στο πλαίσιο των ελληνοτουρκικών διαπραγματεύσεων για την παράδοση της πόλης. Διανυκτέρευσε μάλιστα το βράδυ στο ξενοδοχείο «Όλυμπος Παλλάς», στην πλατεία Ελευθερίας, ενώ πολλοί Έλληνες κάτοικοι τη πόλης συνωστίζονταν στις τζαμαρίες του ξενοδοχείου για να δουν από κοντά τον ένστολο Έλληνα αξιωματικό.

Από τα μεσάνυχτα ακόμη της 26ης Οκτωβρίου είχαν εισέλθει τα πρώτα τμήματα των μακεδονομάχων πολεμιστών με επικεφαλής τον Κων. Μαζαράκη. Μετά την υπογραφή της συμφωνίας, μια ίλη του 1ου συντάγματος Ιππικού υπό τον ίλαρχο Βερύκιο έφτασε ως την πλατεία Ελευθερίας. Τμήματα της έβδομης μεραρχίας κατέλαβε το Διοικητήριο και άλλα δημόσια κτίρια, ενώ ο Θεσσαλονικιός Αλέξανδρος Ζάννας ύψωσε με τη βοήθεια ενός ναυτόπουλου την ελληνική σημαία στον ιστό του Λευκού Πύργου.

Το μεσημέρι της 27ης Οκτωβρίου μπήκαν επίσημα στην πόλη, υπό δυνατή βροχή, τα πρώτα τμήματα του ελληνικού στρατού που έγιναν δεκτά με ενθουσιασμό από χιλιάδες Θεσσαλονικείς που πανηγύριζαν για την απελευθέρωσή τους.

Τη Δευτέρα 29 Οκτωβρίου με ειδικό τρένο από τη Βέροια έφτασε στην πόλη ο βασιλιάς Γεώργιος, τον οποίο υποδέχτηκαν οι αρχές και χιλιάδες κόσμου που είχε παραταχθεί κατά μήκος των πεζοδρομίων ως την βίλα Χατζηλαζάρου, στην περιοχή της Ανάληψης, όπου κατέλυσε η βασιλική οικογένεια. «Ολόκληρος η πόλις, έγραφαν οι εφημερίδες, είχε διακοσμηθεί πλουσίως και εορταστικώς, από πρωίας δε, παρά την πίπτουσαν βροχήν, είχε προσλάβει όψιν πρωτοφανώς πανηγυρικήν». Η λαμπρή δοξολογία για την απελευθέρωση της πόλης, «χοροστατούντος του μητροπολίτου Γενναδίου και παρουσία του ανωτάτου άρχοντος, της βασιλικής οικογενείας, των τοπικών και προξενικών αρχών και πλήθους ενθουσιώδους λαού», έγινε στην εκκλησία του Αγίου Μηνά στις 30 Οκτωβρίου. Ο βασιλιάς Γεώργιος Α΄ επισφράγισε την κατάληψη της Θεσσαλονίκης με την είσοδό του και τη μόνιμη παραμονή του στην πόλη ως την ανεξιχνίαστη ακόμη δολοφονία του το Μάρτιο του 1913.

αποσπάσματα από το άρθρο του ΧΡΙΣΤΟΥ ΖΑΦΕΙΡΗ «Η ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΤΟ 1912»
http://www.pressinaction.gr/thessalonikiinaction/item/350-i-apeleytherosi-tis-thessalonikis-1912

ένα παιδί της κατοχής…

17/10/2011

Ο Αντώνης Δούκας ήταν γυμναστής μου στο γυμνάσιο. Δεν έτυχε ποτέ να κάνει γυμναστική στο τμήμα μου, όμως την εποχή εκείνη (τέλη του ’70)  -δε γνωρίζω τι συμβαίνει τώρα- ο ρόλος του γυμναστή ήταν ο σημαντικότερος σ’ ένα γυμνάσιο. Στην πρωινή προσευχή ησυχία δε γινόταν αν δεν έπιανε το μικρόφωνο ο γυμναστής· στις διάφορες επισκέψεις μας, τάξη δεν επικρατούσε αν δεν ήταν παρών και ο γυμναστής· και βέβαια σ’ όλες τις αθλητικές μας εκδηλώσεις (φοίτησα σ’ ένα γυμνάσιο με μεγάλη παράδοση στον αθλητισμό¹) ο ρόλος του γυμναστή ήταν καθοριστικής σημασίας.
Διαβάζοντας στο βιβλίο του, πως από μικρός τον έβαζαν οι φίλοι του να κάνει το διαιτητή και πως η απόφασή του γινόταν αμέσως αποδεκτή απ’ όλους, θυμήθηκα πόση σημασία έδινε στην τήρηση των κανόνων κάθε αθλήματος, στην τήρηση του ευ αγωνίζεσθαι και στην καλλιέργεια της άμιλλας. Σκέφτηκα όμως και κάτι ακόμα. Πως η γενιά μου είχαμε την τύχη να διαπαιδαγωγηθούμε από δασκάλους σαν τον Αντώνη Δούκα που πέρασαν δύσκολες καταστάσεις, έζησαν απάνθρωπα γεγονότα, και επέζησαν διατηρώντας ταυτόχρονα την αξιοπρέπειά τους και -ίσως το σημαντικότερο- την ανθρωπιά τους. Αν είχα διαβάσει τότε το βιβλίο του, έχω την εντύπωση πως αλλιώς θα έβλεπα τον Αντώνη Δούκα. Σίγουρα με περισσότερο δέος, δε γράφω σεβασμό, γιατί απ’ ό,τι θυμάμαι, ο Αντώνης Δούκας ήταν από τους δασκάλους που κέρδιζαν -με την προσωπικότητά τους- από την πρώτη μέρα το σεβασμό των μαθητών του.
Σήμερα ο Αντώνης Δούκας διατηρείται ακόμη σε άριστη σωματική και πνευματική κατάσταση, διαβάζει, γράφει βιβλία, ασχολείται με τη ζωγραφική, τη φωτογραφία, και παραμένει ένας δραστήριος και ευαίσθητος άνθρωπος.

¹ αναφέρομαι στο γυμνάσιο του Αμερικανικού Κολλεγίου Ανατόλια, στο οποίο είχα γυμναστή τον εξαίρετο παιδαγωγό, κ. Κασαπίδη.

Αντώνης Δούκας: «Ένα παιδί της Κατοχής θυμάται…»

Το Νοέμβριο του 1940, ο Αντώνης Δούκας, με την οικογένειά του, μετακόμισε στην Αθήνα, στη συνοικία του Κολωνού, όπου έμενε η γιαγιά του, μητέρα της μητέρας του. Από τα έξι αδέλφια της μητέρας του, τα πέντε είχαν επιστρατευτεί στον ελληνοϊταλικό πόλεμο. Μετά από λίγο επιστρατεύτηκε και ο πατέρας του. Στις δύσκολες εκείνες μέρες, όλη η συνοικία του Κολωνού έδειξε αξιοθαύμαστη συμπαράσταση προς την ηρωική γυναίκα που είχε στείλει πέντε παιδιά στο μέτωπο. Διαβάζοντας τη διήγηση του Αντώνη Δούκα, βλέπουμε μια, πρωτοφανή για τα σημερινά δεδομένα, αλληλεγγύη:

Στο καθημερινό κυνηγητό για το μεσημεριανό φαγητό πολύ σοβαρό ρόλο έπαιξε η συγκινητική συμπαράσταση, όχι μόνο της γειτονιάς, αλλά και ολόκληρης της συνοικίας του Κολωνού, προς την αξιοσέβαστη και τιμημένη αυτή μάνα -τη γιαγιά μου-, που είχε προσφέρει πέντε από τα παιδιά της στην υπηρεσία της πατρίδας μας.
Πολύ συχνά στο σπίτι μας, κατέφταναν και κάποιοι, που από το υστέρημά τους πρόσφερναν ό,τι μπορούσαν: ξύλα, κάρβουνα, χορταρικά, αλεύρι, ζάχαρη, λίγη έτοιμη σούπα, λίγη μπομπότα, λίγο πετρέλαιο, ακόμη και κρασί.
Και κάτι άλλο που έζησα μαζί της ήταν όταν στις καθημερινές μας «εξόδους» -με έπαιρνε πάντοτε μαζί της- με τα σχετικά κουπόνια ή δελτία για κάθε είδος χωριστά, δεν την άφηναν να κάτσει καθόλου στην ουρά, αλλά την έβαζαν πρώτη, ώστε, μόλις ανοίξει το μαγαζί, να σερβιριστεί πρώτη.

ΑΝΤΩΝΗΣ ΔΟΥΚΑΣ «ΕΝΑ ΠΑΙΔΙ ΤΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ ΘΥΜΑΤΑΙ…»

Για την πείνα που βασάνισε τις πόλεις της Ελλάδας, κατά τη διάρκεια της κατοχής, πολλά είναι γνωστά. Οι περισσότερες μαρτυρίες αναφέρονται στο χειμώνα του ’41-’42, ωστόσο από τη διήγηση του Αντώνη Δούκα βγαίνει το συμπέρασμα πως η πείνα θέριζε την Αθήνα από πιο νωρίς.

Είναι Αύγουστος του 1941. Ανήμερα της Παναγίας. Έχει περάσει ένας χρόνος από την ύπουλη και άνανδρη ενέργεια του Ιταλικού ναυτικού, τον τορπιλισμό του καταδρομικού μας «ΕΛΛΗ» μέσα στο λιμάνι της Τήνου.
Ο θείος μου ο Γιώργος είχε ρεπό από τη δουλειά του και σκέφτηκε να με πάρει να πάμε βόλτα μέχρι το Ζάππειο. Καλύτερα να μη γινότανε ποτέ αυτή η βόλτα, εξαιτίας της εμπειρίας που μου άφησε. Όταν περνούσαμε από την Ομόνοια, κοντοστάθηκα αποσβολωμένος από το θέαμα που αντίκρισα. Δύο αγόρια, λίγο πιο μεγάλα από μένα, ξυπόλητα, ρακένδυτα και αδυνατισμένα, να κουβαλούν ένα καρότσι ξύλινο, από εκείνα με δύο χερούλια και μία μόνο ρόδα μπροστά, δύο σκελετωμένα πτώματα που είχαν μαζέψει προφανώς από κάποιο κοντινό πεζοδρόμιο. Το οδηγούσαν και οι δύο μαζί και το πήγαιναν στα κάρα της Δημαρχίας που περίμεναν λίγο παρακάτω. Το παρέδωσαν σε κάποιο υπεύθυνο κι αυτός τους έδωσε ένα κομμάτι ψωμί, το αντίτιμο ασφαλώς για το φορτίο που παρέδωσαν.

ΑΝΤΩΝΗΣ ΔΟΥΚΑΣ «ΕΝΑ ΠΑΙΔΙ ΤΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ ΘΥΜΑΤΑΙ…»

Τον Αύγουστο του 1941 η οικογένεια του Αντώνη Δούκα επιστρέφει στη Θεσσαλονίκη, όπου εκεί βέβαια η κατάσταση δεν ήταν καλύτερη. Ο πατέρας του βρήκε μεν μια σταθερή δουλειά, ωστόσο τα αναγκαία καθημερινά τρόφιμα δύσκολα εξασφαλίζονταν. Έτσι ο μικρός Αντώνης αποφάσισε να βγει στη βιοπάλη. Αρχικά μοίραζε καφέδες και ποτά, στη συνέχεια όμως φορτώθηκε ένα κασελάκι με φαρδύ λουρί για να μην πονούν οι ώμοι του, το γέμισε τσιγάρα, σπίρτα, κουλούρια, καραμέλες και ζαχαρωτά, κι άρχισε να γυρίζει τους δρόμους της Θεσσαλονίκης πουλώντας την πραμάτεια του. Έτσι μπόρεσε να επιβιώσει η οικογένεια. Υπήρξε όμως και η θαυμαστή βοήθεια του καλόκαρδου Γερμανού μάγειρα Φριτζ, ο οποίος αφού μοίραζε το συσσίτιο στους στρατιώτες της φρουράς, έδινε τα περισσεύματα -κρυφά απ’ τους ανωτέρους του- στα παιδιά της γειτονιάς και ανάμεσά τους βέβαια στον Αντώνη Δούκα.

Και φτάνουμε στο μεγαλύτερο, στο πιο απεχθές έγκλημα που διέπραξαν οι Γερμανοί στη Θεσσαλονίκη: ο εκτοπισμός και στη συνέχεια η εξόντωση της συντριπτικής πλειοψηφίας των 50.000 Εβραίων της πόλης. Η εξόντωσή τους έγινε με μοναδικό, για τη μεθοδικότητα και την οργάνωση, τρόπο. Περιγράφει ο Αντώνης Δούκας:

Έτσι μόλις οι Γερμανοί στρογγυλοκάθισαν στη Θεσσαλονίκη άρχισαν να εφαρμόζουν τα αντισημτικά μέτρα τους: Σημάδεψαν τα μαγαζιά και τα σπίτια τους. Κατάσχεσαν τα ραδιόφωνα και τα τηλέφωνα και απαγόρευσαν την είσοδό τους σε δημόσιους χώρους (καφενεία, ζαχαροπλαστεία, γήπεδα, σινεμά). Τους υποχρέωσαν, όταν αλλάζουν τόπο διαμονής, να είναι εφοδιασμένοι με σχετική άδεια. Τους απαγόρευσαν τη χρήση των τραμ και όλων των μεταφορικών μέσων της εποχής. Επέβαλαν το κίτρινο αστέρι στο στήθος από 5 ετών και επάνω με την απειλή να τουφεκίζεται επί τόπου όποιος δεν φορούσε το αστέρι.
(…) Εμείς οι Θεσσαλονικείς βλέποντας τους σημαδεμένους με κίτρινο αστέρι Εβραίους τότε μόνο διαπιστώσαμε πόσο πολλοί ήταν οι Εβραίοι της Θεσσαλονίκης.

ΑΝΤΩΝΗΣ ΔΟΥΚΑΣ «ΕΝΑ ΠΑΙΔΙ ΤΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ ΘΥΜΑΤΑΙ…»

Την ίδια ανάμνηση έχει και ο Γιώργος Ιωάννου που στο αφήγημά του «Εν ταις ημέραις εκείναις» γράφει πως η Θεσσαλονίκη, για ένα μικρό χρονικό διάστημα -γιατί στη συνέχεια οι Εβραίοι κλείστηκαν σε γκέτο-, είχε πλημμυρίσει από κίτρινα, κινούμενα άστρα.

Ο Αντώνης Δούκας συνεχίζει την αφήγησή του με μια ακόμη αποτρόπαια πράξη, στην οποία δυστυχώς υπήρξαν Έλληνες συνεργοί:

Στις αρχές Δεκεμβρίου συνεργεία του Δήμου σύλησαν το περίφημο Εβραϊκό νεκροταφείο, που βρισκόταν εκεί από τον 15ο αιώνα. (…) Σε ό,τι αφορά τα μνημεία του νεκροταφείου, τα περισσότερα μνημεία (στήλες και επιγραφές) καταστράφηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν ως υλικά οικοδομών ή ρείθρα πεζοδρομίων. Τα ονόματα και οι μνήμες προσώπων, ραβίνων, δασκάλων και άλλων χάθηκαν για πάντα. Ακόμη με τις πλάκες μνημείων με εντολή των Γερμανών κατασκεύασαν μέσα στο χώρο νεκροταφείου και πισίνα για την ψυχαγωγία των στρατιωτών.

ΑΝΤΩΝΗΣ ΔΟΥΚΑΣ «ΕΝΑ ΠΑΙΔΙ ΤΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ ΘΥΜΑΤΑΙ…»


11 Ιουλίου 1942: Οι Γερμανοί συγκεντρώνουν τους Εβραίους στην Πλατεία Ελευθερίας.
(η φωτογραφία είναι από τη Βικιπαίδεια)

Η 11η Ιουλίου του 1942 υπήρξε μια μαύρη μέρα για την ιστορία, όχι μόνο των Εβραίων, αλλά της Θεσσαλονίκης γενικότερα. Οι Γερμανοί διέταξαν όλους τους Εβραίους άνδρες από 18 μέχρι 45 ετών να προσέλθουν στην πλατεία Ελευθερίας ώστε να τους καταγράψουν, με σκοπό βέβαια να τους εκτοπίσουν αργότερα στα διάφορα στρατόπεδα συγκεντρώσεως. Ο Αντώνης Δούκας υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας αυτού του γεγονότος, το οποίο, όπως είναι φυσικό, χαράχτηκε μέσα του.

Το πεπρωμένο μου τα έφερε έτσι, ώστε να είμαι παρών κι εγώ εκεί και να ζήσω ανατριχιαστικές στιγμές στη ζωή μου. (…) Όλη η περιοχή είχε αποκλειστεί από ένοπλους Γερμανούς με τα αυτόματα όπλα στο χέρι στραμμένα στην πλατεία και δυο – τρεις από αυτούς προς εμάς, που απαγόρευαν να προχωρήσουμε περισσότερο προς το πεζοδρόμιο της παραλίας. Γύρω από την πλατεία μυδραλιοβόλα και μικρά κανόνια συμπλήρωναν την κορνίζα του ανατριχιαστικού αυτού πίνακα. Κατάφερα να χωθώ σιγά, σιγά μέχρι την άκρη της περίφραξης του λιμανιού, εκεί που αρχίζει η θάλασσα.
(…) Ανάμεσα στους συγκεντρωμένους Εβραίους ξεχώριζαν άλλοι Γερμανοί στρατιώτες, που κρατούσαν κι ένα βούρδουλα στο χέρι τους, που έδιναν διαταγές για «γυμναστικές ασκήσεις». Στην πραγματικότητα επρόκειτο για σκληρό στρατιωτικό καψόνι. Κάτω από το ζεστό ήλιο του Ιουλίου και χωρίς καπέλο στους περισσότερους «προσκεκλημένους» άρχισαν να φαίνονται τα σημάδια της εξάντλησης, κυρίως στους μεγαλύτερους και ανήμπορους. Όλα αυτά τα συνόδευαν οι αγριοφωνάρες των Γερμανών και οι βουρδουλιές που έπεφταν στα κορμιά αυτών που δεν εκτελούσαν τα προστάγματά τους. Όταν όμως άρχισε να προχωράει η μέρα και η ζέστη να γίνεται ανυπόφορη, μέσα σ’ εκείνο το στριμωξίδι των χιλιάδων ανθρώπων, το «καψόνι» γινόταν εξαντλητικό για τους περισσότερους και τότε έβλεπες κάποιους απ’ αυτούς να πέφτουν στο έδαφος. Τότε ακριβώς ακολουθούσε ο κουβάς με το νερό -όλα μελετημένα- επάνω στους πεσμένους, για να ξανασηκωθούν και ν’ αρχίζουν τις ασκήσεις. Για όσους δεν τα κατάφερναν ο βούρδουλας έπεφτε μέχρι λιποθυμίας των.

ΑΝΤΩΝΗΣ ΔΟΥΚΑΣ «ΕΝΑ ΠΑΙΔΙ ΤΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ ΘΥΜΑΤΑΙ…»


11 Ιουλίου 1942: Γερμανοί στρατιώτες κτυπούν Εβραίους στην πλατεία Ελευθερίας.
(η φωτογραφία είναι από το http://www1.yadvashem.org/yv/en/education/languages
/greek/lesson_plans/after_the_rain.asp
)

Εγώ είχα μαρμαρώσει από ό,τι έβλεπα και ζούσα. Και κάποια στιγμή που άρχισαν τα γαβγίσματα των λυκόσκυλων και οι αγριοφωνάρες των Γερμανών με τα ράους… ράους…, «ξύπνησα» από τον εφιάλτη των σκηνών του «έργου» που παιζόταν μπροστά μου. Ο πολύς κόσμος, όπως φαίνεται, άρχισε να τους ενοχλεί με την παρουσία του. Φοβούνταν ίσως κάποια αντίδρασή του που θα χαλούσε την «παράσταση» που με τόση φροντίδα είχαν προετοιμάσει, και δόθηκε η εντολή να απομακρυνθεί ο κόσμος. Αρκέστηκαν σ’ αυτό το μείγμα βίας και μίσους, που μας έδωσαν ακόμη και για παραδειγματισμό μας. Να προσέχουμε δηλαδή τη συμπεριφορά μας, όσο θα βρισκόμασταν υπό την κατοχή τους.
Όλη αυτή την ώρα κρατούσα με τα δυο μου χέρια το σκεπασμένο κασελάκι μου, και τραβώντας τα χέρια μου από αυτό πρόσεξα ότι τα δάχτυλά μου δεν άνοιγαν από το σφίξιμο τόσες ώρες που το κρατούσα, από την υπερένταση. Ακόμη ένιωθα άσχημα το στομάχι μου, το στεγνό στόμα κι ένα κόμπο στο λαιμό.

Η αποστολή των Εβραίων στα στρατόπεδα του Μπιργκενάου και του Άουσβιτς, στην Πολωνία ξεκίνησε τον Μάρτιο του 1943.

Ένα πρωινό, καθώς ξεκινούσα για το δικό μου ποδαρόδρομο, έτυχε να δω ένα τέτοιο καραβάνι μελλοθανάτων να περνά από τη γειτονιά μου, επί της οδού Σιδηροδρομικού Σταθμού. Άνδρες, γυναίκες και παιδιά όλων των ηλικών και μανάδες με μωρά στην αγκαλιά τους, να κρατούν ένα μπογαλάκι ή μια βαλίτσα. Με αργά βήματα και απελπισμένο ύφος, έδειχναν να γνωρίζουν τον προορισμό τους.

ΑΝΤΩΝΗΣ ΔΟΥΚΑΣ «ΕΝΑ ΠΑΙΔΙ ΤΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ ΘΥΜΑΤΑΙ…»

Το δράμα των Εβραίων της Θεσσαλονίκης καλύπτει ένα σημαντικό μέρος του βιβλίου του Αντώνη Δούκα, κάτι απολύτως φυσιολογικό. Πώς θα μπορούσε να ξεχάσει ένας ευαίσθητος άνθρωπος τόσο τραγικές εικόνες; Πώς θα μπορούσε να κλείσει τα μάτια του μπροστά σε τόσα ανθρώπινα δράματα;
Διαβάζοντας το βιβλίο του θυμήθηκα κάποιες άλλες προσωπικές μου εμπειρίες που με κάνουν να πιστεύω πως οι Εβραίοι της Θεσσαλονίκης μπορεί να εξολοθρεύτηκαν, η θύμηση του δράματός τους όμως παρέμεινε για αρκετό καιρό στις μνήμες των κατοίκων αυτής της πόλης. Δε θα ξεχάσω -ήταν θυμάμαι τέλη της δεκαετίας του ’80- το παρακάτω περιστατικό: ένα βράδυ βλέπαμε όλη η παρέα στην τηλεόραση τον αγώνα μπάσκετ Άρη – Μακάμπι και κάποιος κάτι «πέταξε» εναντίον των Εβραίων. Αμέσως η μητέρα του φίλου μου, που μας ετοίμαζε μεζέδες στην κουζίνα, ήρθε να μας μαλώσει, γιατί θυμόταν ακόμη το καραβάνι των Εβραίων μελλοθάνατων που τους είχαν πάρει απ’ τη γειτονιά της για να τους οδηγήσουν στα κρεματόρια. Και την ώρα που μας μάλωνε τα μάτια της είχαν γεμίσει δάκρυα.
Μερικά χρόνια αργότερα άκουσα κι απ’ τη δική μου μητέρα, να μιλάει με δακρυσμένα μάτια για ένα ίδιο καραβάνι, όταν με αφορμή κάποια εισβολή του ισραηλινού στρατού στη Γάζα, είπα κι εγώ κάτι -ή ο αδελφός μου, δε θυμάμαι- εναντίον των Εβραίων. Μάλιστα η μητέρα μου θυμόταν ακόμη και τις εβραιοπούλες φίλες της που τελείωσαν τη ζωή τους με τόσο σκληρό και απάνθρωπο τρόπο. Δυο γυναίκες λοιπόν που δε γνωρίστηκαν ποτέ, αλλά έτυχε να έχουν την ίδια ηλικία (και οι δύο ήταν γύρω στα 8 όταν συνέβη το δράμα των Εβραίων), είχαν σαράντα χρόνια αργότερα χαραγμένο στη μνήμη τους τον ίδιο εφιάλτη.

Το βιβλίο του Αντώνη Δούκα περιέχει πολλές ακόμη εικόνες, όπως η «σκαλομαρία» που έκαναν οι πιτσιρικάδες στα τραμ, οι προσπάθειές τους να δουν χωρίς εισιτήριο τους ποδοσφαιρικούς αγώνες, το πρώτο βράσιμο των κουκιών από τη γιαγιά, ώστε να βγουν στην επιφάνεια τα μαμούνια, το τραγούδι «πατάω ένα κουμπί και βγαίνει μια χοντρή και λέει στα παιδάκια νιξ φαΐ», η χειροβομβίδα που λίγο έλειψε να σκοτώσει το μικρό Αντώνη Δούκα, ο βομβαρδισμός των Εγγλέζων (21/9/1944), εικόνες δηλαδή μιας εποχής που ευχόμαστε ολόψυχα να μην ξαναδούμε ποτέ στην πατρίδα μας, αλλά ταυτόχρονα εικόνες που πρέπει να γνωρίζουμε γιατί η Ιστορία μαθαίνεται ολοκληρωμένα μέσα από τις ιστορίες των ανθρώπων και όχι μέσα από τα βιβλία Ιστορίας.

ο παππούς μου (VII): ένας άνθρωπος που έζησε την Ιστορία

09/10/2011

Τον Μάρτιο του 1941 οι Γερμανοί ετοιμάζονται για εισβολή -μέσω της Βουλγαρίας- στην Ελλάδα. Ένα βράδυ, ο παππούς Θανάσης, γυρίζοντας απ’ το μαγαζί, ανακοινώνει στην οικογένεια:
«Μόλις έρθουν εδώ οι Γερμανοί, τα μέρη αυτά, από Έβρο μέχρι Στρυμώνα, θα τα δώσουν στους Βουλγάρους. Γι’ αυτό πρέπει να φύγουμε όσο γίνεται πιο γρήγορα».
Τα πράγματα εξελίχτηκαν ακριβώς όπως τα προέβλεψε ο παππούς μου, που μπορεί να ήταν του δημοτικού, όμως διάβαζε κάθε μέρα εφημερίδα, άκουγε επίσης τις συζητήσεις των πελατών του και βέβαια ήταν γνώστης των επεκτατικών διαθέσεων της Βουλγαρίας. Ήξερε πως οι Βούλγαροι είχαν ήδη καταλάβει δύο φορές τις Σέρρες, μία το 1913 -για έξι μήνες- και άλλη μία με τη βοήθεια των Γερμανών, την περίοδο 1916-18 , όταν οι Σέρρες υπέφεραν πολλά.


1913: Οι Σέρρες πυρπολημένες από τους Βουλγάρους
(η φωτογραφία είναι από το http://www.serrelib.gr/serres2.htm)

Την επόμενη Κυριακή (προς τα τέλη Μαρτίου) ο παππούς παίρνει ένα ταξί και πηγαίνει στο Σοχό, που βρίσκεται πέρα απ’ το Στρυμώνα, προς τη μεριά της Θεσσαλονίκης. Εκεί νοικιάζει ένα δωμάτιο σε αγροτικό σπίτι, με χρήση κουζίνας και αυθημερόν επιστρέφει στις Σέρρες. Δυο τρεις μέρες αργότερα νοικιάζει αυτή τη φορά φορτηγό, φορτώνει η οικογένεια τα εντελώς απαραίτητα έπιπλα και τα είδη νοικοκυριού και ξεκινάνε όλοι μαζί – μια ακόμα προσφυγιά- για τον Σοχό.
Λίγο πριν φύγουν, συνέβη το περιστατικό με το εικονοστάσι:
Στο εικονοστάσι του σπιτιού υπήρχαν δυο τρία μικρά εικονίσματα και μια μεγάλη επίχρυση εικόνα της Παναγίας με το Χριστό στην αγκαλιά. Προσπάθησαν τόσο η γιαγιά Λίτσα όσο κι ο παππούς να βγάλουν την εικόνα αλλά δεν τα κατάφεραν. Προφανώς η εικόνα είχε σφηνώνει λόγω της διαστολής απ’ τη θερμότητα που έβγαζε το άσβηστο, μέρα νύχτα, καντήλι, που έκαιγε συνέχεια απ’ το 1929, δηλαδή δώδεκα ολόκληρα χρόνια. Η πρώτη σκέψη του παππού ήταν να διαλύσει το εικονοστάσι -πώς θα έφευγαν χωρίς την εικόνα της Παναγίας;- αλλά η πάντα θεοσεβούμενη γιαγιά Λίτσα σταυροκοπήθηκε και είπε:
-Θανάση, η Παναγία έκανε το θαύμα της, μεγάλη η Χάρη της! Αυτό είναι σημάδι πως θα γυρίσουμε μια μέρα σπίτι μας. Η Παναγία δε θέλει να φύγει!
Και πράγματι το σημάδι επαληθεύτηκε γιατί μετά από τριάμισι χρόνια επέστρεψαν στις Σέρρες και μάλιστα βρήκαν το σπίτι ακριβώς όπως το είχαν αφήσει. Χωρίς να λείπει ούτε καρφίτσα από τα πράγματά τους. Τα τριάμισι αυτά χρόνια στο σπίτι έμενε ένας Βούλγαρος αξιωματικός της χωροφυλακής με την οικογένειά του.
Το αντίθετο συνέβη με το μαγαζί. Εκεί φεύγοντας ο Βούλγαρος προσωρινός ιδιοκτήτης, πήρε μαζί του ό,τι μπορούσε να μεταφέρει.

Η βουλγαρική κατοχή των Σερρών (1941-44) υπήρξε ιδιαίτερα δύσκολη γιατί απ’ την αρχή φάνηκε πως οι Βούλγαροι δεν είχαν έρθει για κατοχή αλλά για προσάρτηση και στόχος τους ήταν η αλλοίωση του πληθυσμού της πόλης. Με το που μπήκαν στην πόλη (Απρίλιο του 41) έκλεισαν σχολεία και εκκλησίες, αντικατέστησαν δημοτικές και διοικητικές αρχές, άλλαξαν υπηρεσίες, οδούς, πινακίδες, ακόμα και τις πινακίδες των καταστημάτων, με χαρακτηριστικό παράδειγμα το φημισμένο βιβλιοπωλείο Βαγουρδή, το οποίο είχε την επιγραφή του στα πλακάκια μπροστά στην είσοδο έτσι ώστε σε κάθε πλακάκι να αντιστοιχεί κι ένα γράμμα. Όχι μόνο έκλεισαν το βιβλιοπωλείο, μα ξήλωσαν και τα πλακάκια και τα αντικατέστησαν με άλλα! Και βέβαια, δε δίστασαν να παραδώσουν τους 475 Εβραίους της πόλης (συν 19 από τη Νέα Ζίχνη) στους Γερμανούς. Οι Εβραίοι μεταφέρθηκαν στην Πολωνία και εξοντώθηκαν όλοι…
Όσοι Σερραίοι είχαν τη δυνατότητα, εγκατέλειψαν τις Σέρρες και κατέφυγαν σε άλλες περιοχές: στο Σοχό, στη Νιγρίτα, ακόμα και στη Θεσσαλονίκη.
Πώς όμως πέρασε η οικογένεια το χειμώνα του 41-42 στο Σοχό, αφού ο παππούς δε δούλευε πλέον και δε διέθετε άλλο εισόδημα; Εκτός από κάποιες χρυσές λίρες που φαίνεται πως είχε κρυμμένες, και με τις οποίες πλήρωνε κάθε μήνα το ενοίκιο για το δωμάτιο που έμεναν, αξίζει να αναφερθεί και ο τρόπος με τον οποίο προνόησε ο παππούς να μη λείψει τίποτα απ’ τη διατροφή της οικογένειας. Με το που έφθασαν στο Σοχό, αγόρασε ένα μεγάλο αρνί, μάλιστα το βοσκούσε ο ίδιος το καλοκαίρι και το φθινόπωρο του 41, κι όταν έφτασε ο χειμώνας, το έδωσε στο χασάπη να το σφάξει. Το κρέας το πάστωσε, ένα μέρος το έκανε λουκάνικα, ενώ τα εντόσθια με κομματάκια ψαχνό, πιπέρι, πράσο και κρεμμύδι το έκανε καβουρμά που διατηρείται σε πήλινα δοχεία για πολύ καιρό. Είχαν αγοράσει και 500 οκάδες σιτάρι (περίπου 640 κιλά) που τους έφτασε για δυο χρόνια και έτσι έβγαλαν το δύσκολο χειμώνα του 41-42. Φυσικά η πείνα που θέρισε Θεσσαλονίκη και Αθήνα δεν έφτασε ποτέ στο Σοχό ούτε στα υπόλοιπα χωριά, αλλά αυτό δε σημαίνει πως στην ύπαιθρο ζούσαν πλουσιοπάροχα.


Βούλγαροι στρατιώτες στο σιδηροδρομικό σταθμό των Σερρών.
(η φωτογραφία είναι από το http://www.serrelib.gr/serres2.htm)

Επειδή τα αρχεία του Γυμνασίου Σερρών είχαν μεταφερθεί στο Ε΄ Γυμνάσιο της Θεσσαλονίκης, στην Ανάληψη, ο παππούς μου έστειλε τον πατέρα μου να τελειώσει την πέμπτη Γυμνασίου στη Θεσσαλονίκη (μια «κουτσή» σχολική χρονιά: τα μαθήματα ξεκίνησαν το Μάιο, έγινε διακοπή για το καλοκαίρι και συνεχίστηκαν από Σεπτέμβριο μέχρι Δεκέμβριο του 41). Στη Θεσσαλονίκη ο πατέρας μου έμενε σε μια θεία του στο Βαρδάρη και πήγαινε στην Ανάληψη κάθε μέρα με το τραμ, εκτός αν είχε διακοπή του ηλεκτρικού οπότε έφτανε σχολείο με τα πόδια! Η γιαγιά Λίτσα τού έστελνε, μέρα παρά μέρα, με το λεωφορείο της γραμμής Θεσσαλονίκης – Σοχού, φαγητό και ζυμωτό ψωμί.
Η επόμενη σχολική χρονιά άρχισε το Μάρτιο του ’42, κι ο παππούς αποφάσισε να στείλει τον πατέρα μου, που θα φοιτούσε έκτη Γυμνασίου, στο Γυμνάσιο Νιγρίτας. Κάθε Δευτέρα πρωί ξεκινούσε ο πατέρας μου απ’ το Σοχό, παρέα με το Γιαννάκη, το γιο του φαρμακοποιού, κι έκαναν τρεις ώρες ποδαρόδρομο μέχρι να φτάσουν στη Νιγρίτα. Την Παρασκευή το μεσημέρι επέστρεφαν, μόνο που τώρα έκαναν τέσσερις ώρες γιατί έπρεπε να ανέβουν τον Βερτίσκο, το βουνό που στέκει μεταξύ Νιγρίτας και Σοχού. Τα αναφέρω αυτά γιατί θέλω να φτάσω στην τελευταία σημαντική απόφαση του παππού μου, την πιο γενναία κατά τη γνώμη μου, στην οποία αναφέρθηκα ήδη σε προηγούμενη ανάρτηση. Η ιστορία έχει ως εξής:
Νοέμβριος του 1942. Ο πατέρας μου έχει τελειώσει την έκτη Γυμνασίου και είναι έτοιμος πλέον να αναζητήσει κάποια εργασία. Για το πανεπιστήμιο απαιτούνται εισαγωγικές εξετάσεις που για χίλιους λόγους δε γίνεται να τις δώσει. Ο παππούς μου, μάλιστα, έχει βρει στο Σοχό έναν παλιό του πελάτη που διαθέτει μεγάλο «μέσο», ο οποίος του ρίχνει την ιδέα:
-Θανάση, θέλεις να διορίσω το γιο σου γραφέα στο ειρηνοδικείο Σοχού;
Του παππού μου του άρεσε η ιδέα. Οικογενειακό συμβούλιο βέβαια δε γινόταν, ο παππούς απλώς ανακοίνωνε τις αποφάσεις του στα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας. Όταν λοιπόν ανακοίνωσε αυτό το νέο, όλοι χάρηκαν γιατί επιτέλους, μετά από καιρό, θα ερχόταν κάποιο εισόδημα στην οικογένεια, έστω πενιχρό. Μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα φτάνει και το επίσημο χαρτί του διορισμού κι ο πατέρας μου, το βράδυ πριν την ανάληψη των καθηκόντων του, πέφτει να κοιμηθεί, έτοιμος και χαρούμενος για τη νέα του καριέρα. Το ίδιο βράδυ όμως ο παππούς διαβάζει στην εφημερίδα -ναι, διάβαζε ακόμα και τότε εφημερίδα!- πως καταργούνται οι εισαγωγικές εξετάσεις στα πανεπιστήμια. Το πρωί όλα έχουν αλλάξει. Η οικογένεια ακούει εμβρόντητη την καινούργια απόφαση του παππού:
-Θα πάμε στη Θεσσαλονίκη. Ο γιος μου θα σπουδάσει στο πανεπιστήμιο!
Καινούρια προσφυγιά για την οικογένεια -καημένη γιαγιά Λίτσα, τράβηξες κι εσύ!-
Τέλη του ’42 έρχονται στη Θεσσαλονίκη, την πιο δύσκολη ίσως περίοδο της κατοχής, ένα χρόνο μετά την πείνα που θέρισε κόσμο και κοσμάκη και λίγο πριν τη μαζική εξόντωση των Εβραίων από τους Γερμανούς. Ο πατέρας μου γράφεται στη γεωπονική σχολή.
Βέβαια, ο χειμώνας  του 42-43 ήταν αισθητά καλύτερος από το χειμώνα του 41-42, σε ό,τι αφορά το κρύο και την πείνα, κάτι που όμως ο παππούς μου, εκείνη τη στιγμή, δεν μπορούσε να ξέρει, γι’ αυτό θεωρώ την απόφασή του για μετακόμιση στη Θεσσαλονίκη την πιο γενναία της ζωής του.
Στη Θεσσαλονίκη, το πρώτο χρονικό διάστημα, έμειναν στο σπίτι ενός φίλου γανωματή. Τα δωμάτια ήταν κλειστά, όμως όλη η οικογένια βολεύτηκε στην ευρύχωρη κουζίνα του σπιτού. Ο γανωματής αυτός βλέποντας τα σκούρα στη Θεσσαλονίκη, προτίμησε να ακολουθήσει την αντίθετη πορεία απ’ τον παππού μου και να μετακομίσει στο Σοχό, όπου δεν υπήρχε γανωματής.
Αργότερα η οικογένεια νοίκιασε, από την Πρόνοια, ένα δωμάτιο σε σπίτι που κατοικούσαν άλλοτε Εβραίοι, τους οποίους είχαν ήδη περιορίσει οι Γερμανοί στα δύο γκέτο της πόλης. Στο δεύτερο δωμάτιο του σπιτιού έμενε μια άλλη προσφυγική οικογένεια από τις Σέρρες. Κουζίνα και τουαλέτα ήταν κοινή και για τις δύο οικογένειες.
Ευτυχώς ο παππούς μου διέθετε ακόμη την άδεια του ποτοποιού, χάρη στην οποία προμηθευόταν κάθε μήνα από το Χημείο ένα βαρέλι οινόπνευμα, σε πολύ φθηνή τιμή, και στη συνέχεια το μεταπωλούσε στον Τσάνταλη. Έτσι έβγαλε η οικογένεια εκείνο το χειμώνα όπως και τον επόμενο. Ο πατέρας μου παράλληλα τρεφόταν με το φοιτητικό συσσίτιο καθώς και με τα συσσίτια του κατηχητικού.
Το Μάρτιο του ’43 ιδρύεται η Ιατρική Σχολή Θεσσαλονίκης και ο πατέρας μου -όπως και πολλοί συμφοιτητές του- αποφασίζει να μεταγραφεί στην ιατρική. Όταν έμαθε το νέο ο παππούς μου, του είπε:
-Καλά έκανες. Και στην Κίνα αιχμάλωτος να βρεθείς, θα σε κάνουν γιατρό των αιχμαλώτων!!
Ποια άλλη συμβουλή μπορούσε να δώσει ένας άνθρωπος που πέρασε στη ζωή του τόσες προσφυγιές, αιχμαλωσίες, κατοχές και πολέμους; Ένας άνθρωπος που δε χρειάστηκε να διαβάσει Ιστορία, γιατί την έζησε την Ιστορία…

Εδώ τελειώνει η εξιστόρηση του βίου του παππού μου. Άλλες περιπέτειες δεν έζησε. Η οικογένεια επέστρεψε κάποια στιγμή στις Σέρρες, ο παππούς μου ξανάνοιξε το μαγαζί του κι έζησε ειρηνικά -επιτέλους!- τα τελευταία 20 χρόνια της ζωής του.
Πέθανε το 1964 στη Θεσσαλονίκη, δίπλα στα αγαπημένα του πρόσωπα.

ο παππούς μου (VI)

04/10/2011

Τον Απρίλιο του 1929 ο παππούς μου εγκαθίσταται με την οικογένειά του στις Σέρρες και συνεταιρίζεται με έναν Αιγυπτιώτη ποτοποιό που είχε ποτοποιείο. Όταν μετά από λίγους μήνες ο Αιγυπτιώτης φεύγει για την Αίγυπτο, ο παππούς μου γίνεται αποκλειστικός ιδιοκτήτης του καταστήματος. Το ποτοποιείο πουλούσε χύμα κρασί, ρετσίνα, ούζο και ηδύποτα (κουαντρό, μέντα, τιντούρα και ένα ποτό που ονομαζόταν μπερδεμένο, το οποίο μάλλον ήταν κάποιο κοκτέιλ). Υπήρχαν και τραπέζια στο μαγαζί, όπου σύχναζαν, το μεσημέρι, ιδιαίτερα μορφωμένοι πελάτες: δύο απόστρατοι αξιωματικοί, ένας λογιστής, δύο δικαστικοί κλητήρες, τρεις δικηγόροι (για τον ένα δικηγόρο υπήρχε η φήμη πως περνούσε και από άλλα ποτοποιεία, πριν καταλήξει στο σπίτι του), δύο στρατιωτικοί εν ενεργεία, δύο διορθωτές ραπτομηχανών, ένας ειδικός στην επιλογή των καπνών (εξπέρ τους έλεγαν εκείνη την εποχή), ένας έμπορος ρούχων κ.ά. Φαντάζομαι, αναρωτιέστε πώς αναφέρω με τόση σιγουριά τους πελάτες και τα επαγγέλματά τους, αλλά ο πατέρας μου, που δούλευε τότε στο μαγαζί βοηθώντας τον παππού μου, θυμάται, ακόμα και τώρα, όλους τους σταθερούς πελάτες  με το όνομά τους! Κάθε μέρα οι πελάτες αυτοί περνούσαν απ’ το μαγαζί, έπιναν ένα δυο ποτηράκια, χωρίς μεζέ (μεζές δεν υπήρχε, επιτρεπόταν όμως να φέρουν μαζί τους οι πελάτες φρούτο ή τυρί) και συζητούσαν.  Οι συζητήσεις, που συνήθως αφορούσαν την ελληνική και διεθνή πολιτική, ήταν βέβαια υψηλού επιπέδου. Μάλιστα για το ποτοποιείο του παππού μου έγινε κάποτε αναφορά και στην πιο έγκυρη εφημερίδα των Σερρών, την «Πρόοδο», στην οποία ο ίδιος ο διευθυντής της, ο Σγουραμάνης, έγραψε χιουμοριστικά για την «πινική» ακαδημία που λειτουργούσε στο ποτοποιείο του Αθανασίου Μενεξέ.
Δίπλα στο ταμείο βρισκόταν ένας μικρός πίνακας όπου ο παππούς μου σημείωνε όσους αγόραζαν βερεσέ. Ειδικά για αυτούς που δεν ξοφλούσαν τα βερεσέδια τους, έλεγε ο παππούς μου πως ο μπαταχτσής όχι μόνο δε σε πληρώνει μα τον χάνεις κι από πελάτη. Και συμπλήρωνε χιουμοριστικά πως απ’ τον μπαταχτσή κι ένα τσουβάλι άχυρα να πάρεις, κέρδος θα έχεις!  

Κάθε Τρίτη γινόταν στις Σέρρες το παζάρι. Αυτή ήταν μια ειδική μέρα για το μαγαζί, που έμενε ανοιχτό και τα μεσημέρια για να δεχτεί τους διάφορους χωρικούς και κτηνοτρόφους που έρχονταν να φάνε το φαγητό τους (γι’ αυτούς γινόταν μια εξαίρεση) παραγγέλνοντας βέβαια και το κρασάκι τους. Τότε ακούγονταν στο μαγαζί διάφορες γλώσσες: ελληνικά, αρβανίτικα, βλάχικα, βουλγάρικα και ποντιακά! Μια μικρή «Βαβυλωνία» δηλαδή.
Όλη η δεκαετία του 1930 πέρασε ήρεμα χωρίς σημαντικά γεγονότα αν εξαιρέσουμε το βομβαρδισμό των Σερρών το 1935 από Έλληνα αεροπόρο! Μπορεί να ακούγεται περίεργο, αλλά όντως έγινε. Να τι είχε συμβεί: Στα 1935 έγινε το κίνημα του Βενιζέλου κατά της τότε κυβέρνησης των Τσαλδάρη – Κονδύλη. Στις Σέρρες στασίασε το 19ο Σύνταγμα και μαζί τους ενώθηκαν αρκετοί πολίτες. Οι στασιαστές έβγαλαν καινούριο Δήμαρχο και Νομάρχη ενώ έγιναν αρκετές συλλήψεις αξιωματικών και πολιτών. Στις 9 Μαρτίου η κυβερνητική αεροπορία προέβη σε «εκφοβιστικούς» βομβαρδισμούς της πόλης. Αυτή τη λέξη χρησιμοποιεί η μοναδική ιστοσελίδα που αναφέρει το περιστατικό. Ίσως πράγματι ο στόχος του βομβαρδισμού να ήταν ο εκφοβισμός των στασιαστών, γεγονός πάντως είναι ότι βρέθηκε ένας ηλίθιος αεροπόρος που βομβάρδισε, μέρα μεσημέρι, το πιο κεντρικό σημείο των Σερρών, τη διασταύρωση των οδών Ερμού και Μεραρχίας, δίπλα ακριβώς απ’ το Δημαρχείο. Αποτέλεσμα ήταν να θρηνήσουν οι Σέρρες 30 νεκρούς και τραυματίες -ανύποπτους πολίτες-, μεταξύ τους και γυναικόπαιδα που δεν είχαν καμία ανάμειξη στην ανταρσία.
Για την ιστορία ο μεν αεροπόρος που έριξε τη βόμβα ανταμείφθηκε βέβαια για την πράξη του παίρνοντας, αργότερα, ανώτερη θέση στο ΓΕΑ, το δε κίνημα του Βενιζέλου απέτυχε, δίνοντας παράλληλα την αφορμή στους φιλοβασιλικούς να αρχίσουν τη μαζική διώξη των βενιζελικών αξιωματικών από το στράτευμα, με αποτέλεσμα την επόμενη χρονιά (1936) να έχουμε το πραξικόπημα του Μεταξά.

Και καθώς τελειώνει η δεκαετία του ’30, τα μαύρα σύννεφα του πολέμου απλώνονται σιγά σιγά πάνω απ’ την Ευρώπη κι αρχίζουν να πλησιάζουν και την Ελλάδα.
-Παππού Θανάση, νόμιζες πως θα περάσεις ήσυχα τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής σου; Σε γελάσανε. Το βιβλίο της ιστορίας δεν τέλειωσε ακόμα, έχει πολλές σελίδες γραμμένες κι είναι στο ριζικό σου να τις ζήσεις όλες…