ο παππούς μου (VI)

Τον Απρίλιο του 1929 ο παππούς μου εγκαθίσταται με την οικογένειά του στις Σέρρες και συνεταιρίζεται με έναν Αιγυπτιώτη ποτοποιό που είχε ποτοποιείο. Όταν μετά από λίγους μήνες ο Αιγυπτιώτης φεύγει για την Αίγυπτο, ο παππούς μου γίνεται αποκλειστικός ιδιοκτήτης του καταστήματος. Το ποτοποιείο πουλούσε χύμα κρασί, ρετσίνα, ούζο και ηδύποτα (κουαντρό, μέντα, τιντούρα και ένα ποτό που ονομαζόταν μπερδεμένο, το οποίο μάλλον ήταν κάποιο κοκτέιλ). Υπήρχαν και τραπέζια στο μαγαζί, όπου σύχναζαν, το μεσημέρι, ιδιαίτερα μορφωμένοι πελάτες: δύο απόστρατοι αξιωματικοί, ένας λογιστής, δύο δικαστικοί κλητήρες, τρεις δικηγόροι (για τον ένα δικηγόρο υπήρχε η φήμη πως περνούσε και από άλλα ποτοποιεία, πριν καταλήξει στο σπίτι του), δύο στρατιωτικοί εν ενεργεία, δύο διορθωτές ραπτομηχανών, ένας ειδικός στην επιλογή των καπνών (εξπέρ τους έλεγαν εκείνη την εποχή), ένας έμπορος ρούχων κ.ά. Φαντάζομαι, αναρωτιέστε πώς αναφέρω με τόση σιγουριά τους πελάτες και τα επαγγέλματά τους, αλλά ο πατέρας μου, που δούλευε τότε στο μαγαζί βοηθώντας τον παππού μου, θυμάται, ακόμα και τώρα, όλους τους σταθερούς πελάτες  με το όνομά τους! Κάθε μέρα οι πελάτες αυτοί περνούσαν απ’ το μαγαζί, έπιναν ένα δυο ποτηράκια, χωρίς μεζέ (μεζές δεν υπήρχε, επιτρεπόταν όμως να φέρουν μαζί τους οι πελάτες φρούτο ή τυρί) και συζητούσαν.  Οι συζητήσεις, που συνήθως αφορούσαν την ελληνική και διεθνή πολιτική, ήταν βέβαια υψηλού επιπέδου. Μάλιστα για το ποτοποιείο του παππού μου έγινε κάποτε αναφορά και στην πιο έγκυρη εφημερίδα των Σερρών, την «Πρόοδο», στην οποία ο ίδιος ο διευθυντής της, ο Σγουραμάνης, έγραψε χιουμοριστικά για την «πινική» ακαδημία που λειτουργούσε στο ποτοποιείο του Αθανασίου Μενεξέ.
Δίπλα στο ταμείο βρισκόταν ένας μικρός πίνακας όπου ο παππούς μου σημείωνε όσους αγόραζαν βερεσέ. Ειδικά για αυτούς που δεν ξοφλούσαν τα βερεσέδια τους, έλεγε ο παππούς μου πως ο μπαταχτσής όχι μόνο δε σε πληρώνει μα τον χάνεις κι από πελάτη. Και συμπλήρωνε χιουμοριστικά πως απ’ τον μπαταχτσή κι ένα τσουβάλι άχυρα να πάρεις, κέρδος θα έχεις!  

Κάθε Τρίτη γινόταν στις Σέρρες το παζάρι. Αυτή ήταν μια ειδική μέρα για το μαγαζί, που έμενε ανοιχτό και τα μεσημέρια για να δεχτεί τους διάφορους χωρικούς και κτηνοτρόφους που έρχονταν να φάνε το φαγητό τους (γι’ αυτούς γινόταν μια εξαίρεση) παραγγέλνοντας βέβαια και το κρασάκι τους. Τότε ακούγονταν στο μαγαζί διάφορες γλώσσες: ελληνικά, αρβανίτικα, βλάχικα, βουλγάρικα και ποντιακά! Μια μικρή «Βαβυλωνία» δηλαδή.
Όλη η δεκαετία του 1930 πέρασε ήρεμα χωρίς σημαντικά γεγονότα αν εξαιρέσουμε το βομβαρδισμό των Σερρών το 1935 από Έλληνα αεροπόρο! Μπορεί να ακούγεται περίεργο, αλλά όντως έγινε. Να τι είχε συμβεί: Στα 1935 έγινε το κίνημα του Βενιζέλου κατά της τότε κυβέρνησης των Τσαλδάρη – Κονδύλη. Στις Σέρρες στασίασε το 19ο Σύνταγμα και μαζί τους ενώθηκαν αρκετοί πολίτες. Οι στασιαστές έβγαλαν καινούριο Δήμαρχο και Νομάρχη ενώ έγιναν αρκετές συλλήψεις αξιωματικών και πολιτών. Στις 9 Μαρτίου η κυβερνητική αεροπορία προέβη σε «εκφοβιστικούς» βομβαρδισμούς της πόλης. Αυτή τη λέξη χρησιμοποιεί η μοναδική ιστοσελίδα που αναφέρει το περιστατικό. Ίσως πράγματι ο στόχος του βομβαρδισμού να ήταν ο εκφοβισμός των στασιαστών, γεγονός πάντως είναι ότι βρέθηκε ένας ηλίθιος αεροπόρος που βομβάρδισε, μέρα μεσημέρι, το πιο κεντρικό σημείο των Σερρών, τη διασταύρωση των οδών Ερμού και Μεραρχίας, δίπλα ακριβώς απ’ το Δημαρχείο. Αποτέλεσμα ήταν να θρηνήσουν οι Σέρρες 30 νεκρούς και τραυματίες -ανύποπτους πολίτες-, μεταξύ τους και γυναικόπαιδα που δεν είχαν καμία ανάμειξη στην ανταρσία.
Για την ιστορία ο μεν αεροπόρος που έριξε τη βόμβα ανταμείφθηκε βέβαια για την πράξη του παίρνοντας, αργότερα, ανώτερη θέση στο ΓΕΑ, το δε κίνημα του Βενιζέλου απέτυχε, δίνοντας παράλληλα την αφορμή στους φιλοβασιλικούς να αρχίσουν τη μαζική διώξη των βενιζελικών αξιωματικών από το στράτευμα, με αποτέλεσμα την επόμενη χρονιά (1936) να έχουμε το πραξικόπημα του Μεταξά.

Και καθώς τελειώνει η δεκαετία του ’30, τα μαύρα σύννεφα του πολέμου απλώνονται σιγά σιγά πάνω απ’ την Ευρώπη κι αρχίζουν να πλησιάζουν και την Ελλάδα.
-Παππού Θανάση, νόμιζες πως θα περάσεις ήσυχα τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής σου; Σε γελάσανε. Το βιβλίο της ιστορίας δεν τέλειωσε ακόμα, έχει πολλές σελίδες γραμμένες κι είναι στο ριζικό σου να τις ζήσεις όλες…

3 Σχόλια to “ο παππούς μου (VI)”

  1. Τελευταίος Says:

    Θωμά, έχω εθιστεί με την ιστορία του παππού σου, ειλικρινά! Περιμένω ανυπόμονα τη συνέχεια…

    Επιμένω πάντως ότι μπορεί να γίνει ένα υπέροχο μυθιστόρημα όλη αυτή η ιστορία. Μπορεί να θέλει «ψάξιμο», αλλά άμα το πάρεις απόφαση, θα έχεις τη βοήθειά μου! Να το κάνουμε μαζί, γιατί όχι;

    Την καλημέρα μου.

  2. Θωμάς Says:

    Μου έδωσες ιδέα. Υπό τον όρο όμως να μοιραστούμε τα κεφάλαια!

    • Τελευταίος Says:

      Χα, χα, χα… Να τα μοιραστούμε Θωμά τα κεφάλαια, ΟΚ!
      (Ελπίζω να εννοείς τα κεφάλαια του μυθιστορήματος γιατί τα κεφάλαια με την έννοια του χρήματος δεν μπορούμε να τα μοιραστούμε γιατί απλώς δεν υπάρχουν, χα, χα, χα…!!!)
      😉

      Καλό σου απόγευμα.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: