ο παππούς μου (VII): ένας άνθρωπος που έζησε την Ιστορία

Τον Μάρτιο του 1941 οι Γερμανοί ετοιμάζονται για εισβολή -μέσω της Βουλγαρίας- στην Ελλάδα. Ένα βράδυ, ο παππούς Θανάσης, γυρίζοντας απ’ το μαγαζί, ανακοινώνει στην οικογένεια:
«Μόλις έρθουν εδώ οι Γερμανοί, τα μέρη αυτά, από Έβρο μέχρι Στρυμώνα, θα τα δώσουν στους Βουλγάρους. Γι’ αυτό πρέπει να φύγουμε όσο γίνεται πιο γρήγορα».
Τα πράγματα εξελίχτηκαν ακριβώς όπως τα προέβλεψε ο παππούς μου, που μπορεί να ήταν του δημοτικού, όμως διάβαζε κάθε μέρα εφημερίδα, άκουγε επίσης τις συζητήσεις των πελατών του και βέβαια ήταν γνώστης των επεκτατικών διαθέσεων της Βουλγαρίας. Ήξερε πως οι Βούλγαροι είχαν ήδη καταλάβει δύο φορές τις Σέρρες, μία το 1913 -για έξι μήνες- και άλλη μία με τη βοήθεια των Γερμανών, την περίοδο 1916-18 , όταν οι Σέρρες υπέφεραν πολλά.


1913: Οι Σέρρες πυρπολημένες από τους Βουλγάρους
(η φωτογραφία είναι από το http://www.serrelib.gr/serres2.htm)

Την επόμενη Κυριακή (προς τα τέλη Μαρτίου) ο παππούς παίρνει ένα ταξί και πηγαίνει στο Σοχό, που βρίσκεται πέρα απ’ το Στρυμώνα, προς τη μεριά της Θεσσαλονίκης. Εκεί νοικιάζει ένα δωμάτιο σε αγροτικό σπίτι, με χρήση κουζίνας και αυθημερόν επιστρέφει στις Σέρρες. Δυο τρεις μέρες αργότερα νοικιάζει αυτή τη φορά φορτηγό, φορτώνει η οικογένεια τα εντελώς απαραίτητα έπιπλα και τα είδη νοικοκυριού και ξεκινάνε όλοι μαζί – μια ακόμα προσφυγιά- για τον Σοχό.
Λίγο πριν φύγουν, συνέβη το περιστατικό με το εικονοστάσι:
Στο εικονοστάσι του σπιτιού υπήρχαν δυο τρία μικρά εικονίσματα και μια μεγάλη επίχρυση εικόνα της Παναγίας με το Χριστό στην αγκαλιά. Προσπάθησαν τόσο η γιαγιά Λίτσα όσο κι ο παππούς να βγάλουν την εικόνα αλλά δεν τα κατάφεραν. Προφανώς η εικόνα είχε σφηνώνει λόγω της διαστολής απ’ τη θερμότητα που έβγαζε το άσβηστο, μέρα νύχτα, καντήλι, που έκαιγε συνέχεια απ’ το 1929, δηλαδή δώδεκα ολόκληρα χρόνια. Η πρώτη σκέψη του παππού ήταν να διαλύσει το εικονοστάσι -πώς θα έφευγαν χωρίς την εικόνα της Παναγίας;- αλλά η πάντα θεοσεβούμενη γιαγιά Λίτσα σταυροκοπήθηκε και είπε:
-Θανάση, η Παναγία έκανε το θαύμα της, μεγάλη η Χάρη της! Αυτό είναι σημάδι πως θα γυρίσουμε μια μέρα σπίτι μας. Η Παναγία δε θέλει να φύγει!
Και πράγματι το σημάδι επαληθεύτηκε γιατί μετά από τριάμισι χρόνια επέστρεψαν στις Σέρρες και μάλιστα βρήκαν το σπίτι ακριβώς όπως το είχαν αφήσει. Χωρίς να λείπει ούτε καρφίτσα από τα πράγματά τους. Τα τριάμισι αυτά χρόνια στο σπίτι έμενε ένας Βούλγαρος αξιωματικός της χωροφυλακής με την οικογένειά του.
Το αντίθετο συνέβη με το μαγαζί. Εκεί φεύγοντας ο Βούλγαρος προσωρινός ιδιοκτήτης, πήρε μαζί του ό,τι μπορούσε να μεταφέρει.

Η βουλγαρική κατοχή των Σερρών (1941-44) υπήρξε ιδιαίτερα δύσκολη γιατί απ’ την αρχή φάνηκε πως οι Βούλγαροι δεν είχαν έρθει για κατοχή αλλά για προσάρτηση και στόχος τους ήταν η αλλοίωση του πληθυσμού της πόλης. Με το που μπήκαν στην πόλη (Απρίλιο του 41) έκλεισαν σχολεία και εκκλησίες, αντικατέστησαν δημοτικές και διοικητικές αρχές, άλλαξαν υπηρεσίες, οδούς, πινακίδες, ακόμα και τις πινακίδες των καταστημάτων, με χαρακτηριστικό παράδειγμα το φημισμένο βιβλιοπωλείο Βαγουρδή, το οποίο είχε την επιγραφή του στα πλακάκια μπροστά στην είσοδο έτσι ώστε σε κάθε πλακάκι να αντιστοιχεί κι ένα γράμμα. Όχι μόνο έκλεισαν το βιβλιοπωλείο, μα ξήλωσαν και τα πλακάκια και τα αντικατέστησαν με άλλα! Και βέβαια, δε δίστασαν να παραδώσουν τους 475 Εβραίους της πόλης (συν 19 από τη Νέα Ζίχνη) στους Γερμανούς. Οι Εβραίοι μεταφέρθηκαν στην Πολωνία και εξοντώθηκαν όλοι…
Όσοι Σερραίοι είχαν τη δυνατότητα, εγκατέλειψαν τις Σέρρες και κατέφυγαν σε άλλες περιοχές: στο Σοχό, στη Νιγρίτα, ακόμα και στη Θεσσαλονίκη.
Πώς όμως πέρασε η οικογένεια το χειμώνα του 41-42 στο Σοχό, αφού ο παππούς δε δούλευε πλέον και δε διέθετε άλλο εισόδημα; Εκτός από κάποιες χρυσές λίρες που φαίνεται πως είχε κρυμμένες, και με τις οποίες πλήρωνε κάθε μήνα το ενοίκιο για το δωμάτιο που έμεναν, αξίζει να αναφερθεί και ο τρόπος με τον οποίο προνόησε ο παππούς να μη λείψει τίποτα απ’ τη διατροφή της οικογένειας. Με το που έφθασαν στο Σοχό, αγόρασε ένα μεγάλο αρνί, μάλιστα το βοσκούσε ο ίδιος το καλοκαίρι και το φθινόπωρο του 41, κι όταν έφτασε ο χειμώνας, το έδωσε στο χασάπη να το σφάξει. Το κρέας το πάστωσε, ένα μέρος το έκανε λουκάνικα, ενώ τα εντόσθια με κομματάκια ψαχνό, πιπέρι, πράσο και κρεμμύδι το έκανε καβουρμά που διατηρείται σε πήλινα δοχεία για πολύ καιρό. Είχαν αγοράσει και 500 οκάδες σιτάρι (περίπου 640 κιλά) που τους έφτασε για δυο χρόνια και έτσι έβγαλαν το δύσκολο χειμώνα του 41-42. Φυσικά η πείνα που θέρισε Θεσσαλονίκη και Αθήνα δεν έφτασε ποτέ στο Σοχό ούτε στα υπόλοιπα χωριά, αλλά αυτό δε σημαίνει πως στην ύπαιθρο ζούσαν πλουσιοπάροχα.


Βούλγαροι στρατιώτες στο σιδηροδρομικό σταθμό των Σερρών.
(η φωτογραφία είναι από το http://www.serrelib.gr/serres2.htm)

Επειδή τα αρχεία του Γυμνασίου Σερρών είχαν μεταφερθεί στο Ε΄ Γυμνάσιο της Θεσσαλονίκης, στην Ανάληψη, ο παππούς μου έστειλε τον πατέρα μου να τελειώσει την πέμπτη Γυμνασίου στη Θεσσαλονίκη (μια «κουτσή» σχολική χρονιά: τα μαθήματα ξεκίνησαν το Μάιο, έγινε διακοπή για το καλοκαίρι και συνεχίστηκαν από Σεπτέμβριο μέχρι Δεκέμβριο του 41). Στη Θεσσαλονίκη ο πατέρας μου έμενε σε μια θεία του στο Βαρδάρη και πήγαινε στην Ανάληψη κάθε μέρα με το τραμ, εκτός αν είχε διακοπή του ηλεκτρικού οπότε έφτανε σχολείο με τα πόδια! Η γιαγιά Λίτσα τού έστελνε, μέρα παρά μέρα, με το λεωφορείο της γραμμής Θεσσαλονίκης – Σοχού, φαγητό και ζυμωτό ψωμί.
Η επόμενη σχολική χρονιά άρχισε το Μάρτιο του ’42, κι ο παππούς αποφάσισε να στείλει τον πατέρα μου, που θα φοιτούσε έκτη Γυμνασίου, στο Γυμνάσιο Νιγρίτας. Κάθε Δευτέρα πρωί ξεκινούσε ο πατέρας μου απ’ το Σοχό, παρέα με το Γιαννάκη, το γιο του φαρμακοποιού, κι έκαναν τρεις ώρες ποδαρόδρομο μέχρι να φτάσουν στη Νιγρίτα. Την Παρασκευή το μεσημέρι επέστρεφαν, μόνο που τώρα έκαναν τέσσερις ώρες γιατί έπρεπε να ανέβουν τον Βερτίσκο, το βουνό που στέκει μεταξύ Νιγρίτας και Σοχού. Τα αναφέρω αυτά γιατί θέλω να φτάσω στην τελευταία σημαντική απόφαση του παππού μου, την πιο γενναία κατά τη γνώμη μου, στην οποία αναφέρθηκα ήδη σε προηγούμενη ανάρτηση. Η ιστορία έχει ως εξής:
Νοέμβριος του 1942. Ο πατέρας μου έχει τελειώσει την έκτη Γυμνασίου και είναι έτοιμος πλέον να αναζητήσει κάποια εργασία. Για το πανεπιστήμιο απαιτούνται εισαγωγικές εξετάσεις που για χίλιους λόγους δε γίνεται να τις δώσει. Ο παππούς μου, μάλιστα, έχει βρει στο Σοχό έναν παλιό του πελάτη που διαθέτει μεγάλο «μέσο», ο οποίος του ρίχνει την ιδέα:
-Θανάση, θέλεις να διορίσω το γιο σου γραφέα στο ειρηνοδικείο Σοχού;
Του παππού μου του άρεσε η ιδέα. Οικογενειακό συμβούλιο βέβαια δε γινόταν, ο παππούς απλώς ανακοίνωνε τις αποφάσεις του στα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας. Όταν λοιπόν ανακοίνωσε αυτό το νέο, όλοι χάρηκαν γιατί επιτέλους, μετά από καιρό, θα ερχόταν κάποιο εισόδημα στην οικογένεια, έστω πενιχρό. Μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα φτάνει και το επίσημο χαρτί του διορισμού κι ο πατέρας μου, το βράδυ πριν την ανάληψη των καθηκόντων του, πέφτει να κοιμηθεί, έτοιμος και χαρούμενος για τη νέα του καριέρα. Το ίδιο βράδυ όμως ο παππούς διαβάζει στην εφημερίδα -ναι, διάβαζε ακόμα και τότε εφημερίδα!- πως καταργούνται οι εισαγωγικές εξετάσεις στα πανεπιστήμια. Το πρωί όλα έχουν αλλάξει. Η οικογένεια ακούει εμβρόντητη την καινούργια απόφαση του παππού:
-Θα πάμε στη Θεσσαλονίκη. Ο γιος μου θα σπουδάσει στο πανεπιστήμιο!
Καινούρια προσφυγιά για την οικογένεια -καημένη γιαγιά Λίτσα, τράβηξες κι εσύ!-
Τέλη του ’42 έρχονται στη Θεσσαλονίκη, την πιο δύσκολη ίσως περίοδο της κατοχής, ένα χρόνο μετά την πείνα που θέρισε κόσμο και κοσμάκη και λίγο πριν τη μαζική εξόντωση των Εβραίων από τους Γερμανούς. Ο πατέρας μου γράφεται στη γεωπονική σχολή.
Βέβαια, ο χειμώνας  του 42-43 ήταν αισθητά καλύτερος από το χειμώνα του 41-42, σε ό,τι αφορά το κρύο και την πείνα, κάτι που όμως ο παππούς μου, εκείνη τη στιγμή, δεν μπορούσε να ξέρει, γι’ αυτό θεωρώ την απόφασή του για μετακόμιση στη Θεσσαλονίκη την πιο γενναία της ζωής του.
Στη Θεσσαλονίκη, το πρώτο χρονικό διάστημα, έμειναν στο σπίτι ενός φίλου γανωματή. Τα δωμάτια ήταν κλειστά, όμως όλη η οικογένια βολεύτηκε στην ευρύχωρη κουζίνα του σπιτού. Ο γανωματής αυτός βλέποντας τα σκούρα στη Θεσσαλονίκη, προτίμησε να ακολουθήσει την αντίθετη πορεία απ’ τον παππού μου και να μετακομίσει στο Σοχό, όπου δεν υπήρχε γανωματής.
Αργότερα η οικογένεια νοίκιασε, από την Πρόνοια, ένα δωμάτιο σε σπίτι που κατοικούσαν άλλοτε Εβραίοι, τους οποίους είχαν ήδη περιορίσει οι Γερμανοί στα δύο γκέτο της πόλης. Στο δεύτερο δωμάτιο του σπιτιού έμενε μια άλλη προσφυγική οικογένεια από τις Σέρρες. Κουζίνα και τουαλέτα ήταν κοινή και για τις δύο οικογένειες.
Ευτυχώς ο παππούς μου διέθετε ακόμη την άδεια του ποτοποιού, χάρη στην οποία προμηθευόταν κάθε μήνα από το Χημείο ένα βαρέλι οινόπνευμα, σε πολύ φθηνή τιμή, και στη συνέχεια το μεταπωλούσε στον Τσάνταλη. Έτσι έβγαλε η οικογένεια εκείνο το χειμώνα όπως και τον επόμενο. Ο πατέρας μου παράλληλα τρεφόταν με το φοιτητικό συσσίτιο καθώς και με τα συσσίτια του κατηχητικού.
Το Μάρτιο του ’43 ιδρύεται η Ιατρική Σχολή Θεσσαλονίκης και ο πατέρας μου -όπως και πολλοί συμφοιτητές του- αποφασίζει να μεταγραφεί στην ιατρική. Όταν έμαθε το νέο ο παππούς μου, του είπε:
-Καλά έκανες. Και στην Κίνα αιχμάλωτος να βρεθείς, θα σε κάνουν γιατρό των αιχμαλώτων!!
Ποια άλλη συμβουλή μπορούσε να δώσει ένας άνθρωπος που πέρασε στη ζωή του τόσες προσφυγιές, αιχμαλωσίες, κατοχές και πολέμους; Ένας άνθρωπος που δε χρειάστηκε να διαβάσει Ιστορία, γιατί την έζησε την Ιστορία…

Εδώ τελειώνει η εξιστόρηση του βίου του παππού μου. Άλλες περιπέτειες δεν έζησε. Η οικογένεια επέστρεψε κάποια στιγμή στις Σέρρες, ο παππούς μου ξανάνοιξε το μαγαζί του κι έζησε ειρηνικά -επιτέλους!- τα τελευταία 20 χρόνια της ζωής του.
Πέθανε το 1964 στη Θεσσαλονίκη, δίπλα στα αγαπημένα του πρόσωπα.

10 Σχόλια to “ο παππούς μου (VII): ένας άνθρωπος που έζησε την Ιστορία”

  1. atheofobos Says:

    Η ζωή μπορεί να γράψει το καλύτερο μυθιστόρημα από οποιονδήποτε συγγραφέα.
    Και ο παππούς έγραψε το πιο γνήσιο μυθιστόρημα με την ζωή του το οποίο προσωπικά δεν το διάβασα, αλλά απλά το ρούφηξα!

  2. Θωμάς Says:

    Ευχαριστώ, Αθεόφοβε, χαίρομαι που η γνώμη σου συμφωνεί με του Τελευταίου και των άλλων φίλων του blog.
    Η εξιστόρηση του βίου του παππού μου υπήρξε για μένα μια επίπονη διαδικασία. Ατελείωτες συζητήσεις, ολόκληρο το καλοκαίρι, κοίταγμα των σημειώσεων που είχα κρατήσει ένα δυο χρόνια πριν, αμέτρητες διευκρινιστικές ερωτήσεις, κι όλα αυτά πριν ξεκινήσω τη φάση του γραψίματος, για την οποία είχα τη γνώμη πως θα μου έπαιρνε μία εβδομάδα αλλά -σε συνδυασμό με την ιστορική τεκμηρίωση- μου πήρε τελικά σχεδόν ένα μήνα.
    Όμως φαίνεται πως τελικά άξιζε τον κόπο.

  3. Αταίριαστος Says:

    Θωμά, σε ευχαριστούμε που μοιράστηκες μαζί μας την ιστορία του παππού σου. Εμείς οι νεότεροι που μεγαλώσαμε σε απείρως ευνοϊκότερες συνθήκες καλό είναι να θυμόμαστε τις ιστορίες των ανθρώπων που η Ιστορία πέρασε από πάνω τους σαν οδοστρωτήρας αλλά κατάφεραν να σταθούν όρθιοι.

    • Θωμάς Says:

      …και κατάφεραν επίσης να διατηρήσουν την ανθρωπιά τους. Είναι κι αυτό νομίζω σημαντικό.
      Εγώ σ’ ευχαριστώ, Αταίριαστε, που διάβασες την ιστορία του παππού μου. Μακάρι να μπορούσα να καταγράψω και την ιστορία του άλλου μου παππού.

  4. newagemama Says:

    Καταπληκτική η διήγηση! Ωρα να τα «δέσεις» σε βιβλίο (αληθινό βιβλίο- hard copy εννοώ). Αφορά εξάλλου ένα κομμάτι της ιστορίας μας για το οποίο ελάχιστα έχουμε διδαχτεί στα σχολειά.

    Συγχαρητήρια και πάλι!

    • Θωμάς Says:

      Ευχαριστώ, newagemama, όπως έχω ξαναγράψει η ιστορία του δικού σου παππού μου έδωσε το έναυσμα για να γράψω για τον παππού μου.
      Τώρα για να «δέσω» σε κανονικό βιβλίο όλο αυτό το υλικό χρειάζεται και μυθοπλασία. Εδώ τα πράγματα δυσκολεύουν αν και ήδη έχω βρει τον Κώστα (Τελευταίο) που είναι πρόθυμος να με βοηθήσει στη συγγραφή!

  5. Τελευταίος Says:

    Πολύ δύσκολη η ιστορία του παππού σου Θωμά, αλλά πολύ όμορφη η εξιστόρησή της. Εύχομαι ολόψυχα να δω κι άλλα τέτοια αντίστοιχα κείμενα σου στο υπέροχο αυτό ιστολόγιο!

    Και τώρα κάτι δύσκολο…
    Ο παππούς σου μέσα σε ένα βράδυ πήρε μια μεγάλη απόφαση κι έστειλε τον πατέρα σου στο Πανεπιστήμιο αντί να τον κάνει υπάλληλο. Οπότε τώρα Θωμά, θα σου θέσω ένα δίλημμα: Θα αφήσεις όλη αυτή την ιστορία να ξεθωριάσει ή θα προσπαθήσεις να την κάνεις ένα ωραίο ιστορικό μυθιστόρημα; Τι θα γράψει άραγε ο εγγονός σου ότι μου απάντησες…;

    (Χα, χα, χα…, ξέρω ότι σε φέρνω σε δύσκολη θέση, αλλά όπως ήδη σου είπα είμαι διατεθειμένος να βοηθήσω😉 )

    • Θωμάς Says:

      Περίληψη πρώτου κεφαλαίου:
      Ζαλούφι, Αν. Θράκη, 1888
      Χωρικοί κλαδεύουν τα αμπέλια τους. Φυσάει έντονος άνεμος. Μια γυναίκα έγκυος βλέπει να της τρέχουν αίματα. Δεν έχει έρθει ακόμη η ώρα της, πρόκειται για πρόωρη γέννα. Φωνάζει τον άντρα της, αυτός τη βάζει στο κάρο και επιστρέφουν πίσω στο χωριό. Ειδοποιούν τη μαμή που έρχεται αμέσως. Δύσκολη περίπτωση. Μετά από ώρες αγωνίας η γυναίκα γεννάει. Το μωρό είναι πρόωρο και ασθενικό. Η μαμή κουνάει το κεφάλι. Μάλλον δε θα επιζήσει, τους λέει. Ο πατέρας παίρνει ένα μπουκάλι κρασί κι αρχίζει να πίνει στεναχωρημένος. Η μεγαλύτερη όμως από τις 4 κόρες αρπάζει το μωρό, το πάει έξω και το βαπτίζει στον άνεμο. Το ονομάζει Αθανάσιο ώστε να κερδίσει την αθανασία. Τελικά το μωρό σώζεται και καθώς μεγαλώνει παίρνει το παρατσούκλι «το παιδί του ανέμου».
      Κάπως έτσι φαντάζομαι το πρώτο κεφάλαιο. Δυστυχώς δεν έχω ιδέα από αρβανίτικα ώστε να το πλαισιώσω με κάποιες φράσεις ή κάποια δικά τους έθιμα.
      Λοιπόν, Κώστα, τι λες; Μπορείς να το ξεκινήσεις;

  6. giannis Says:

    υπαρχει ακομα η ποτοποιια?

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: