διαβάζοντας «Το μόνον της ζωής του ταξείδιον»

Όταν το μικρό ραφτόπουλο πήγε στην Κωνσταντινούπολη να δουλέψει μαθητευόμενος ράφτης ήταν πολύ χαρούμενο γιατί είχε ακούσει ιστορίες απ’ τον παππού του πως οι βασιλοπούλες ερωτεύονται τα μικρά ραφτόπουλα κι ο βασιλιάς «φορεί την κορώνα του στο κεφάλι, και πηγαίνει στα πόδια του ραφτόπουλου και «Στον Θεό και στα χέρια σου!» του κράζει! «Κάμε μου την χάρι να πάρης την κόρη μου. Κάμε μου την χάρι να γενής γαμβρός μου».
Οι διηγήσεις του παππού του ήταν τόσο ζωντανές και παραστατικές, «ωσάν να είχον συμβή χθες ακόμη», ώστε την πρώτη φορά που έφτασε το μικρό ραφτόπουλο στην Πόλη, φανταζόταν με περηφάνια πως σε λίγες μέρες θα αποχωρούσε «εν θριάμβω συνοδεύων την ωραιοτέραν βασιλοπούλαν εις το χωρίον» του.

Δυστυχώς όμως είχαν περάσει μήνες και δεν είχε γίνει τίποτε ακόμη. Έστω κι αν ο μάστορής του ήταν αρχιράπτης της Βαλιδέ-Σουλτάνας, έστω κι αν πήγαινε τακτικά –ως ο μικρότερος των συμμαθητών του- στο παλάτι κουβαλώντας φορέματα και άλλα ρούχα. Πουθενά δεν είχε αντικρίσει τη βασιλοπούλα παρά μόνο μαύρους ευνούχους «με το πλατύτατον αυτών στόμα, με τους μεγάλους οδόντας απαισίως λευκάζοντας μεταξύ των χονδροειδών χειλέων των, και με κάτι άγρια βλέμματα», που τον έκαναν να τρέμει από τη φρίκη του. Κι όσο περνούσε ο καιρός τόσο δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί η βασιλοπούλα «δεν έστελνε τέλος πάντων τον πατέρα» της να τον ζητήσει «δια σύζυγόν της, όπως έκαμαν όλαις οι βασιλοπούλαις που εγνώρισεν» ο παππούς του.


Σκηνή από την ταινία «Το μόνον της ζωής του ταξείδιον», (2001) του Λάκη Παπαστάθη. Σε αυτή την ταινία ο Ηλίας Λογοθέτης έδωσε μια σπουδαία ερμηνεία στο ρόλο του παππού.

Σα να μην έφτανε αυτό τον μάλωνε συνέχεια και ο μάστορής του όποτε επιχειρούσε  να εκτείνει «ολίγον τον μαργωμένον πόδα» του ή να ορθώσει «επί μικρόν την κατάκοπον σπονδυλική» του στήλη. Κι επειδή το ραφτόπουλο συνέχιζε «παραβαίνων τον ιερόν τούτον κανόνα ραπτικής ευπρεπείας» γνωρίστηκε και με «την παρά το πλευρόν του μαστόρου» του «κειμένην πήχην», έφαγε ξύλο δηλαδή, με μοναδικό αποτέλεσμα να φουντώσει  η αγανάκτησή του «μέχρι ασεβείας». Άρχισαν λοιπόν να έρχονται στο μυαλό του πράγματι αρκετά ασεβείς σκέψεις, ως προς τον Θεό, ο οποίος «έσχε την πρωτοβουλίαν να ράψη ιδίαις χερσίν τον περίφημον εκείνον δερμάτινον χιτώνα περί την γυμνότητα της Εύας και να δώση τοιουτοτρόπως αρχήν και γένεσιν εις το των ραπτών επάγγελμα. Εάν ήμην εγώ Θεός», σκεφτόταν το ραφτόπουλο «θα την άφινα την Εύα μου καθώς την είχα πλάσει. Τί θα μ’ έβλαπτεν τάχατες η καϋμένη, γυμνή καθώς ήτο; Θαρρώ μάλιστα, πως θα ήτο και ωραιοτέρα. Έπειτα, ενόσω είχε την γυναίκα εις τον Παράδεισον, ήγουν εις το σπίτι του ο “μαστρο-θεός”, την άφινε γυμνήν· όταν όμως απεφάσισε να την φορτώση δια παντός εις τον “γιακάν” του δυστυχούς Αδάμ, να την εβγάλη εις τον κόσμον, τότε την επροίκισε και μ’ ένα στολίδι. Δεν βλέπεις τί κακόν έχει κάμει; Ίδρυσε με τα ίδιά του χέρια το κακοδαιμονέστατον “εσνάφι” των ραπτών, καταδικάσας με να κάθημαι εδώ σταυροποδητός και εσκυμμένος από πρωΐας μέχρι βαθυτάτης νυκτός».

Τέτοιες σκέψεις έκανε το μικρό ραφτόπουλο όταν έφτασε στην Πόλη ο Θύμιος, ο υπηρέτης του παππού του για να του πει τα νέα: «Ο παππούς παλεύει με τον άγγελο! Ο παππούς ψυχομαχά και σε γυρεύει· έλα, πάμε γρήγορα. Γιατί, διες, αν δεν προφθάξης, θ’ αποθάνη και θα μείνουν ανοικτά τα μάτια του».

Ο παππούς λοιπόν χρειαζόταν βοήθεια για να παλέψει με τον άγγελο! «Πώς θα το καταφέρω;» σκεφτόταν το μικρό ραφτόπουλο. «Και πού θα παλαίσω με τον άγγελον; επάνω εις το μεντέρι του παππού, ή μέσ’ στο μαρμαρόστρωτο τ’ αλώνι;
Όχι, όχι, όχι! Φοβούμαι! Δεν βαστώ!».
Τελικά, μόλις έδωσε την άδεια ο μάστορης, το μικρό ραφτόπουλο επέστρεψε παρά το φόβο του, μαζί με το Θύμιο, στο χωριό.


«Το μόνον της ζωής του ταξείδιον» είναι αυτοβιογραφικό έργο του Γεωργίου Βιζυηνού και αναφέρεται σε ένα ταξίδι που έκανε ο ίδιος ο συγγραφέας το 1861 στην Κωνσταντινούπολη, σε ηλικία 10 ετών, για να δουλέψει παραγιός σε ένα σκληρό και τυραννικό ράφτη.

Μόλις έφτασε σπίτι του συνάντησε μόνο τη γιαγιά του και σκέφτηκε πως ο παππούς του μάλλον θα έχει πεθάνει. Όμως η γιαγιά του τον καθησύχασε λέγοντας πως ο παππούς του λιάζεται! «Λιάζει την κοιλιά του! Ο ψωμοκαταλύτης. O χαραμοφάς. O ανάξιος! ο… ο… ο… πάλιν μέχρι τέλους».  Και στην ερώτηση «πού λιάζεται;» η γιαγιά του απάντησε: «Πάνου στην Μπαήρα! Δεν τον ξεύρεις; Τον σαχλιό! Τον “σουρτούκη”! Τον “χουλούζη”… Τον… Τον… Τον…» Το μικρό ραφτόπουλο δεν περίμενε τη γιαγιά του να τελειώσει. Έφυγε τρέχοντας για την μπαήρα, ένα βραχώδες ύψωμα κοντά στο χωριό, όπου συνήθιζε να πηγαίνει ο παππούς του και να λιάζεται. Τι χαρά, τι αγαλλίαση ένιωσε ο μικρός μόλις αντίκρισε τον παππού του ζωντανό.
«― Επήγες εις την Πόλη, ψυχή μου, είπεν ο παππούς, όταν ετελείωσαν αι περιπτύξεις και τα φιλήματα, και εστέγνωσαν τα δάκρυα».
«- Ναι, παππού. Είδα την Συληβριά με το Παραπόρτι αψηλά αψηλά και με κάτι μύλους που έχουν φτερά και γυρίζουν με τον άνεμο!     ― Άς τ’ αυτά! Είπεν ο παππούς. Επέρασες από την χώρα, που ψήv’ ο ήλιος το ψωμί; Και είδες τους Σκυλοκεφάλους;»
Όχι, το μικρό ραφτόπουλο δεν είχε δει τους Σκυλοκέφαλους, που όπως έλεγε ο παππούς, από εμπρός είναι άνθρωποι και από πίσω σκύλοι, από μπρος μιλούν και από πίσω γαυγίζουν, από μπρος σε καλοπιάνουν και από πίσω σε τρώνε… Τι κρίμα… Είχε ταξιδέψει όμως με καΐκι! Είχε δει τη θάλασσα!
«― Άς τ’ αυτά! Είπεν ο παππούς πάλιν. Επέρασες από της θάλασσας τον αφαλό και είδες το νερό που γυρίζει γύρω, γύρω, γύρω, σαν που γυρίζ’ η γιαγιά σου η Χατζίδενα την άρμη στην “μπακήρα”, και γίνεται μια τρύπα μέσ’ στην μέση;     ― Όχι, παππού, δεν το είδα!     ― Ωχ! ψυχή μου! Δεν είδες τίποτε λοιπόν! ― Και πού είναι αυτό, παππού;     ― Αυτό είναι, έτσι κομμάτι παρ’ εδώ, είπεν ο παππούς δεικνύων εις τον ορίζοντα δια της χειρός ―εκεί όπου ευρίσκεται και η Φώκια, η μάνα τ’ Αλεξάνδρου. Αυτήν την είδες καν την είδες;     ― Όχι, παππού! δεν την είδα!     ― Αχ! ψυχή μου, ανεστέναξε βαθύτερον ο παππούς, τίποτε δεν είδες! τίποτε!»
Τίποτε δεν είχε δει το μικρό ραφτόπουλο, αφού δεν είχε δει ούτε τη Φώκια. Ο παππούς μπορούσε να την περιγράψει με κάθε λεπτομέρεια:
«― Από τον αφαλό και πάνου είναι η εμορφότερη γυναίκα, από τον αφαλό και κάτω είναι το φοβερώτερο ψάρι. Κάθεται στον πάτο της θάλασσας. Μα κεί που σκιαχθή κανένα καράβι που περνά από πάνω, κάμνει μία χοπ! και βγαίνει στην επιφάνεια· κάμνει μια χαπ! και αρπάζει το καράβι με το χέρι της και το σταματά. Απαί, φωνάζει τον καπετάνο και τον ερωτά: Αλεξανδρος ο Βασιλεύς ζη και βασιλεύει; Τρεις φοραίς τον ερωτά, ψυχή μου, και τρεις φοραίς ο καπετάνος σαν της ειπή πως ζη και βασιλεύει, τον αφήνει και πάγει στην δουλειά του. Σαν της ειπή πως δεν ζη, τον βουλά και τον πνίγει!     Και αναποδίσας την κάλτσαν της γιαγιάς και σείσας αυτήν ούτως, ώστε να πέση το εντός αυτής κουβάριον, μοι έδειξε πώς ναυαγούν τα πλοία ο παππούς, και ―Γιαυτό επρόσθεσε― καλλίτερα, ψυχή μου, που δεν την είδες.     ― Ω βέβαια καλλίτερα, παππού! Γιατί, διες, πώς θα επήγαινα στην Πόλη σαν ιπνίγομουν; Να ιδής δα παππού, τί μεγάλη που είναι η Πόλη, και τί λογής λογής άνθρωποι που είν’ αυτού και χανούμισσαις και βασιλοπούλ…     ― Άς τ’ αυτά!!! διέκοψεν ο παππούς πάλιν, ως εάν ωμίλουν περί πραγμάτων κοινών και τετριμμένων. Είδες τον τόπο, που είναι οι άνθρωποι οι μαρμαρωμένοι;     ― Όχι, παππού! Δεν τον είδα!     ― Αάχ! ψυχή μου. Τίποτε δεν είδες, στην ζωή σου, τίποτε!»


Γ. Βιζυηνός: «Το μόνο ταξίδι της ζωής του»
Έκδοση για παιδιά (διασκευή: Κ. Πούλος, εικονογράφηση: Σβετλίν)

Ναι, τίποτε δεν είχε δει στη ζωή του σε σύγκριση με τα θαυμαστά πράγματα που μπορούσε να διηγηθεί ο παππούς του. «Πολλά ταξείδια θα έκαμες εις την ζωήν σου!» είπε με θαυμασμό το μικρό ραφτόπουλο. Ο παππούς του ξαφνιάστηκε. «Εγώ; είπεν, εγώ ταξείδια; Η γιαγιά σου, η Χατζίδενα…»
Κι άρχισε ο παππούς να διηγείται την ιστορία των ανεκπλήρωτων ταξιδιών του. Το πρώτο ταξίδι που θέλησε να πάει ήταν στη Σαρακηνού, στο πανηγύρι. Έπρεπε όμως να πάρει και την άδεια της γιαγιάς.
«Ψυχή μου, της λέγω, ετάχθηκα να πάγω στην Σαρακηνού, στο πανηγύρι.
― Να πας βέβαια, να πας, λέγ’ αυτή. Ε; Τί σε θέλω δωπέρα; Τί σε θέλω! να κάθεσαι να με φυλάγης;»
«Ξυρίζομαι, στολίζουμαι, σελώνω τ’ άλογο, βάλλω το σταυρό μου να καβαλικέψω ― Νά σου την, και παρουσιάζεται. ― Και χαμηλώσας την φωνήν ούτως ώστε μόλις ν’ ακούεται ο παππούς,
― Μωρέ, που να πάθης, που να δείξης, πού θα πας; ―Είπε, μιμούμενος της γιαγιάς τα σχήματα.― Ε; πού θα πας;
― Στην Παναγία, ψυχή μου, στην Σαρακηνού.
Μωρέ θ’ αφήσης την αγελάδα να πας στην Παναγία; Μωρέ, τέτοιε, και τέτοιε και τέτοιε, το πανηγύρι το συλλογέσαι, και την αγελάδα, την γκαστρωμένη την αγελάδα, δεν την συλλογέσαι; Που είναι στην εβδομάδα της, δεν την συλλογέσαι;»

Είχε δίκιο, σκέφτηκε ο παππούς. Η αγελάδα τους ήταν γκαστρωμένη. Κάποιος έπρεπε να την προσέχει. Συμφώνησε λοιπόν να μην πάει στο πανηγύρι. Η γιαγιά όμως δεν είχε πει τον τελευταίο της λόγο.
«― Αμ’ ο κόσμος; ο κόσμος τί θα πή! Που έκαμες ετοιμασίας κ’ αγόρασες τα κεριά και το λάδι και το θυμίαμα! Και τ’ άλογο; τ’ άλογο τί θα πή που το καλίβωσες και το σέλωσες; Τ’ άλογο θέλει δρόμο! Είπεν ο παππούς κλείσας προς εμέ εκφραστικώς τον οφθαλμόν και περιμένων να τον εννοήσω. Και περιμένων εις μάτην.
Δεν καταλαμβάνεις; ―ανεφώνησεν επί τέλους,― ο καυγάς ήταν για το πάπλωμα! Την εσήκωσα, ψυχή μου, την εκάθισα πάνω στ’ άλογο, και την έστειλα στο πανηγύρι με τον αδελφό της.
― Κ’ εσύ παππού;
― Εγώ, ψυχή μου, εφύλαγα μέσ’ στον σταύλο να γεννήσ’ η αγελάδα».

Το ίδιο συνέβη και στα επόμενα ταξίδια που σκέφτηκε να κάνει ο παππούς. Στη Ραιδεστό, στη Συληβρία, στη Μήδεια, ακόμη και στο ταξίδι που ήταν το όνειρο της ζωής του: στους Άγιους Τόπους! «Στέλνω, ψυχή μου, στον πνευματικό κ’ έρχεται κ’ εξομολογούμαι· φωνάζω την γιαγιά σου μπροστά του και της γράφω όλον τον βιον επάνω της. Φωνάζω τους χωριανούς και παίρνω συγχώρεσι από τον καθένα, γιατί διες, ψυχή μου, το ταξείδι είναι το μακρύτερο ταξείδι του κόσμου, κ’ εμείς έχουμε ζωή και θάνατο!»
Όλα ήταν έτοιμα για το μεγάλο του ταξίδι. Μα λίγο πριν ανέβει στο άλογο…
«Σαν είδα την γιαγιά σου, την γυναίκα μου, να κλαίη, εκόπησαν τα ύπατά μου! Πώς να την αφήσω να πάγω στην άκρηα του κόσμου;
― Είμαι ταμμένος στον Άγιον Tάφο, της λέγω, ψυχή μου, πώς να κάμω τώρα; Σαν δεν πάγω θα κριματισθούμεν.
― Σαν είσαι συ ταμμένος, νοικοκύρη μου, ανδρόγυνο δεν είμασθε; ένα πράγμα είμασθε. Είτε συ επήγες, είτ’ εγώ, το ίδιο πράμμα κάνει.
Τα δάκρυα στα μάτια της! είπεν ο παππούς, αλλάξας τον τόνον της φωνής του, τί να πω! ― Την αναιβάζω, ψυχή μου, στ’ άλογο, και την στέλνω στον Άγιον Τάφο με τον αδερφό της».

Αυτή ήταν η ιστορία των ταξιδιών του παππού· των ταξιδιών που ποτέ δεν έκανε. Την επόμενη το πρωί ο παππούς πέθανε.
Η γιαγιά «εκάθητο ωχρά, βωβή, ακίνητος ως απολιθωμένη παρά το πλευρόν του. Η ταλαίπωρος! Τί δεν θα έδιδεν όπως τον εμποδίση από τούτο το ταξείδιον! Διότι το μειδίαμα του παππού ήτον η λάμψις, ην έσυρεν οπίσω της η προς ουρανόν αποδημούσα ψυχή του.
Διότι ο καϋμένος ο παππούς συνεπλήρωνε αληθώς τώρα “το μόνον της ζωής του ταξείδιον”!

8 Σχόλια to “διαβάζοντας «Το μόνον της ζωής του ταξείδιον»”

  1. Σοφία Says:

    Καλή χρονιά Θωμά. Ωραίο το ποδαρικό με το Βιζυηνό, Άλλος ένας μεγάλος της νεοελληνικής λογοτεχνίας , αρκετά παρεξηγημένος . Περιμένω με μεγάλο ενδιαφέρον τα αφιερώματά σου.

    • Θωμάς Says:

      Καλή χρονιά, Σοφία. Το αφιέρωμα θα περιλαμβάνει αποκλειστικά διηγήματα που μου άρεσαν όταν τα διάβασα για πρώτη φορά και που θεωρώ πως έχουν κάτι να πουν στο σημερινό αναγνώστη.

  2. Τελευταίος Says:

    Καλή χρονιά κι από εμένα Θωμά.

    Αρκετά ενδιαφέρον το αφιέρωμά σου στο Βιζυηνό, τον οποίο ομολογώ δεν έχω διαβάσει. Θα περιμένω κι εγώ τη συνέχεια των αναρτήσεών σου για να πάρω μια γεύση…

    Δεν μπορώ πάντως να μην πω μια καλή κουβέντα για την πολύ αξιόλογη δουλειά που κάνεις εδώ και που μοιράζεσαι απλόχερα με όλους εμάς… Μακάρι να συνεχίσεις έτσι κι ολόκληρο το 2012 και όχι μόνο!!!

    • Θωμάς Says:

      Καλή χρονιά, Κώστα. Διαθέση υπάρχει για να συνεχίσω. Ο χρόνος έχει αρχίσει να λιγοστεύει.
      Να διευκρινίσω επίσης πως το αφιέρωμα δε θα περιοριστεί στον Βιζυηνό, αλλά θα επεκταθεί και σε άλλους συγγραφείς της εποχής του.

  3. ANEMOEΣΣA Says:

    Καλή σου χρονιά Θωμά με μια αγκαλιά βιβλία .

    • Θωμάς Says:

      Καλή χρονιά, Ανεμόεσσα. Τι ωραίο όνομα για blog! Δεν ήξερα πως είναι μια από τις ονομασίες της Λήμνου, την οποία δυστυχώς δεν έχω ακόμα επισκεφθεί…

  4. Το μόνον της ζωής του ταξείδιον « Φεραιάκια Says:

    […] Πηγή: Λογομνήνων […]

  5. Konstantinos Kalaitzoglou Says:

    Μεγάλη Παρασκευή σήμερα (2015) και συγκινήθηκα διαβάζοντας τυχαία αυτό το διήγημα του Βιζυηνού. Ωραία ανάρτηση, κρίμα που δεν είχα δεί και την ταινία με τον ίδιο τίτλο.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: