ο πειρατής της Γραμβούσης

Μπορεί ο Κωνσταντίνος Ράδος (1862-1931) να είναι πλέον άγνωστος στο ευρύ αναγνωστικό κοινό,  ωστόσο στην εποχή του έγραψε αξιόλογα ναυτικά διηγήματα, κατά βάση περιπέτειες, όπως το διήγημα «Ο Πειρατής της Γραμβούσης», που θα μπορούσε άνετα να αποτελέσει σενάριο για μια πολυδάπανη και πολυδιαφημισμένη χολιγουντιανή περιπέτεια.  

Στο πρώτο πλάνο της ιστορίας η οικογένεια του καπετάν Γιάννη Νταλαμάγκα, πρώτου καραβοκύρη του νησιού –ποιου νησιού δε θα μάθουμε  ποτέ-, που η γυναίκα του, «όμορφη σαν Παναγία, ευγενικιά και καταδεχτική, είχε πάρει την ψυχή όλων των γυναικών στο νησί».

Ο καπτάν Γιάννης, ένας ανδρούκλαρος ίσα μ’ εκεί πάνω, είχε βαρύνει πια, τον είχαν πειράξει τα πόδια του και δεν τούπαιρνες πολλές κουβέντες. Μα ήταν κι αυτός καλός άνθρωπος. Στον καιρό του, ξακουστός, κυνήγαγε τους Μπαρμπαρέσους ίσα με μέσα στην Γκουλέτα και στο Σφαξ, να ξεσκλαβώσει τους χριστιανούς και μόνος αυτός πήγαινε άφοβα να φορτώσει φέσια στο Τούνεζι για τους ραγιάδες, κι οι Αμπελακιώτες, οι Θεσσαλοί μόνο σ’ αυτόν δίναν σίγουροι τα νήματα για το Τριέστι.

Οι Τούρκοι του πρότειναν να γίνει «μπας-ρεΐς στην καπιτάνα», μα ο Νταλαμάγκας δε θέλησε ποτέ να πάει με τον Τούρκο και «ταξίδι στο ταξίδι τόνα καράβι γίνηκε τρία κι ο Νταλαμάγκας μεγάλος και τρανός».

Όταν με τη βοήθεια του Θεού ήρθε το εικοσιένα, έδωσε τρία πιθάρια κολονάτα για την αρμάτα. Όλα θαν τάδινε, αν δεν είχε το κορίτσι. Έδωσε και τα καράβια και το παιδί του. Θα πήγαινε κι ο ίδιος μα η ποδάγρα τον είχε δεμένο. Μια ώρα ήθελε να πάει στην Καντσελλαρία, που ήτανε δημογέροντας, και τον βαστούσε μπράτσο κι ο γραμματικός και κοντά το παλικάρι με το σκαμνί. Πήγαινε όμως γιατί χωρίς τη γνώμη του δεν γινότανε τίποτε και το λεφούσι φώναζ’ από κάτω: «Τόπε ο καπτάν Γιάννης; Νάβγει να μας το πει ο ίδιος!»

Ο γιος του Νταλαμάγκα, ο Αχιλλέας πολεμούσε εναντίον των Τούρκων με τα ελληνικά καράβια και μόνη παρηγοριά στην οικογένεια είχε μείνει η Χρυσώ, η κόρη τους., πανέμορφη, δεκαοχτώ χρονώ κορίτσι.
Όμως τον τελευταίο καιρό μπαινόβγαινε στο σπίτι του Νταλαμάγκα ο καπετάν Γεωργίτσης ο Μπαρούς με τον αδελφό του, Ντουλτσινιώτες (δηλαδή από το Μαυροβούνιο) πειρατές, που από το εικοσιένα και μετά είχαν υποσχεθεί να κουρσεύουν μόνο τους Τούρκους μα υπήρχαν σοβαρές ενδείξεις πως χτυπούσαν και φράγκικα και ελληνικά πλοία.

Τώρα όμως τέλος-τέλος είχανε κάνει, φαίνεται, μεγάλη βρωμοδουλειά. Τους λέγανε πως είχαν βουλιάξει ένα ολλαντέζικο αφού το γδύσανε και σκοτώσανε κι όλους τους ανθρώπους. Οι ξένοι ναύαρχοι στείλανε μαντάτο, κι όταν του λόγου τους γυρίσανε φρέσκοι-φρέσκοι στο λιμάνι, η Καντσελλαρία τους έπιασε να τους εξετάσει.

Φυσικά οι Μπαρούς αρνήθηκαν κάθε ανάμειξη, μα η Καντσελλαρία κράτησε τα χαρτιά τους και δεν τους άφηνε να ξεμυτίσουν από το λιμάνι αν δεν έρθουν περισσότερα στοιχεία για την υπόθεση με το ολλανδικό πλοίο. Γι’ αυτό οι Μπαρούς κάθε μέρα πηγαινοέρχονταν στο σπίτι του Νταλαμάγκα προσπαθώντας να τον πείσουν να μεσολαβήσει ώστε να πάρουν την άδεια να σαλπάρουν. Όσο όμως πέρναγε ο καιρός κι η σκούνα τους δεν έπαιρνε την άδεια, τόσο ο καπετάν Γεωργίσης Μπαρούς γινόταν «σκυλί απ’ το κακό του». Κι όταν έμαθε πως  «η εξουσία» ήθελε κιόλας να βγάλει τα κανόνια απ’ τη σκούνα του, τότε άρχισε να σκέφτεται με ποιο τρόπο θα αντιδράσει.
Ο Μπαρούς είχε κι ένα ψυχογιό, τον Σταμάτη:

Ήταν ένα ωραιότατο παιδί, ένας λεβέντης από κείνους που δεν βγάζει πια η Άσπρη Θάλασσα (το Αιγαίο). Ήταν μαζεμένος σαν την κοπέλα μα αλίμονο όταν έβαζε το χέρι του στο γιαταγάνι. Για τον Μπαρούς ο Σταμάτης άξιζε μονάχος όσο όλη η άλλη τσούρμα μαζί.

Μα κι ο Σταμάτης τού ήταν πιστός πολύ γιατί πίστευε πως ο Μπαρούς τον είχε σώσει όταν ήταν εφτά χρονών, από πειρατές που είχαν σκοτώσει τους γονείς του και είχαν κάψει το σπίτι του. Δεν ήξερε βέβαια την αλήθεια, πως ο ίδιος ο Μπαρούς ήταν ο φονιάς των γονιών του.

O Μπαρούς, που είχε πληροφοριοδότες, έμαθε πρώτος τα δυσάρεστα γι’ αυτόν νέα. Δεν είχαν σκοτωθεί όλοι απ’  το ολλανδέζικο πλοίο. Υπήρχαν δυο επιζώντες που είχαν διηγηθεί τα γεγονότα όπως ακριβώς είχαν γίνει. Επομένως έπρεπε να φύγει απ’ το νησί όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Το σχέδιο που κατέστρωσε ήταν κυριολεκτικά πανούργο. Αποφάσισε να πάρει μαζί του και το κορίτσι του Νταλαμάγκα! Έτσι, το ίδιο βράδυ, οι πειρατές μπήκαν στο σπίτι του Νταλαμάγκα, φίμωσαν τον ίδιο και τη γυναίκα του κι έκλεψαν το κορίτσι του και την ψυχοκόρη του. Ύστερα πήραν  ένα σκοπελίτικο καράβι που βρισκόταν σε καραντίνα και έφυγαν απ’ το νησί. Όταν έλυσε τα σχοινιά ο Νταλαμάγκας και ειδοποίησε τους νησιώτες, οι πειρατές ήταν ήδη μακριά. Ωστόσο οι νησιώτες διάλεξαν 40 εθελοντές για να τους κυνηγήσουν.

Ο Αριστείδης με τα παλικάρια μπαρκάραν στη σκούνα και σαλπάρησαν. Η Καντσελλαρία έβγαλε κι ένα τρεχαντήρι να δώσει αβίζο στην αρμάτα και σ’ όλα τα πόρτα, να βάλει ντελάληδες να φωνάξουν: Ο Γεωργίτσης Μπαρούς είναι μπαντίδος αποδειγμένος και είναι όξω απ’ το Νόμο, αυτός και όλη η τσούρμα του.
Όποιος τους εύρει να τους βουλιάξει. Αν τους πάρει με τράκο να τους πάει στ’ Ανάπλι και το καράβι είναι δικό του. Όποιος πάλι φέρει το κεφάλι του Μπαρούς, έχει δέκα χιλιάδες γρόσια, κι αν είναι συμμορίτης του χαρίζεται η ζωή κι ό,τι έκανε ξεχασμένα. Όποιος πάρει απ’ τα χέρια των μπαντίδων την αρχοντοπούλα Χρυσώ Ιωάννου Νταλαμάγκα έχει δέκα χιλιάδες γρόσια απ’ τον πατέρα της κι αν είναι συμμορίτης γλυτώνει το κεφάλι του.

Όμως οι νησιώτες ψάχνανε στα τυφλά κι ο Μπαρούς ήταν μια μέρα μπροστά. Τράβηξε στην αρχή για Ρόδο κι ύστερα είχε σκοπό να πάει προς την Γιάφα. Όλη την ώρα στο καράβι τα αιχμάλωτα κορίτσια δεν είχαν φάει ούτε μπουκιά κι όλο έκλαιγαν. Στο καράβι όμως βρισκόταν και ο Σταμάτης, ο ψυχογιός του Μπαρούς. Η συνείδησή του άρχισε να εναντιώνεται.

Ο Σταμάτης είχε το γιατάκι του στην πρύμη κι όταν άκουγε την Χρυσώ να κλαίει και να λέει «μανούλα μου», ράιζε η καρδιά του και θυμότανε και τη δική του τη μάνα την αδικοσκοτωμένη. Ένας άλλος λόγος τον σεκλέτιζε πολύ. Ό,τι κάνανε ως τώρα, έλεγε με το νου του, ήταν κούρσεμα, έτσι τούλεγε δηλαδή ο ψυχοπατέρας του. Μα απ’ την ώρα που είδε να φέρνουνε τραβοκοπώντας αυτά τα δυστυχισμένα τα κορίτσια και να τα κρατούν σκλάβες, άρχιζε να εξετάζει τα πράματα κάπως αλλιώτικα, αυτή φαινότανε καθαρά μπαντίδικη δουλειά. Μα γι’ αυτό λοιπόν με στείλανε να πάρω το σκοπελίτικο καράβι; Δεν το θέλανε λοιπόν για να ελευθερωθούνε, αλλά για ν’ αρπάξουν την κόρη του Νταλαμάγκα, να πάρουνε σκλάβα την πρώτη αρχοντοπούλα του νησιού, για γρόσια! Κι ο νους του σταματούσε ώρες ολόκληρες απάνω σ’ αυτή την ωραία κοπέλα, την πιο όμορφη, που είχε δει ποτέ στη ζωή του.

Και κάνοντας αυτές τις σκέψεις ακούει δύο άντρες να προσπαθούν να μπουν στο δωμάτιο των κοριτσιών με άγριες διαθέσεις. Ήταν ο κουλός κι ο Αράπης. Όρμησε να τις υπερασπίσει. Ο Αράπης εξαφανίστηκε αμέσως, όμως ο κουλός προσπάθησε να τον μαχαιρώσει. Μετά από σύντομη πάλη ο Σταμάτης, έξαλλος από θυμό, του πήρε το μαχαίρι απ’ τα χέρια και τον κάρφωσε πολύ άσχημα. Μόλις κατάλαβε τι είχε κάνει, ο Σταμάτης άρχισε να κλαίει και να ζητάει συγχώρεση από τον ετοιμοθάνατο πειρατή.

Τι να σε συχωρέσω, βρε παιδί μου, είπε με δυνατότερη φωνή ο κουλός. Μούπρεπε, παιδί μου, να πάω απ’ το χέρι σου. Όλα πλερώνονται! Παίρνεις πίσω το αίμα των γονέων σου. Εγώ και ο Γεωργίτσης είμαστ’ οι φονιάδες τους!… Ήμουνα δούλος του πατέρα σου. Έκρυψα τον Μπαρούς στο σπίτι, πήραμε τα χρήματα και βάλαμε φωτιά κι ο Γεωργίτσης σε πήρε για να σκεπάσει το κρίμα.

Η συγκλονιστική αυτή αποκάλυψη – εξομολόγηση, οδήγησε σε πλήρη μεταστροφή του Σταμάτη που άρχισε πλέον να σκέφτεται πώς θα εκδικηθεί τον Μπαρούς και πώς θα σώσει τα κορίτσια. Την απόφαση να επέμβει την πήρε όταν συνάντησαν τον Τζοβαέρ Πασά, το δουλέμπορο, που ήθελε να αγοράσει για σκλάβα την κόρη του Νταλαμάγκα. Όταν είδε τον ίδιο τον Μπαρούς να τραβάει το κορίτσι απ’ τα μαλλιά, θόλωσε το μυαλό του και φώναξε τον Μπαρούς να σταματήσει. Ο  Μπαρούς τον αγνόησε κι ο Σταμάτης έβγαλε το σπαθί του και επιτέθηκε.

Κέρωσε για μια στιγμή ο Γεωργίτσης και κατάλαβε πως ερχότανε το τέλος του. Μα έκανε κουράγιο: τραβήχτηκε πίσω κι άφησε το γιαταγάνι για να βγάλει την πιστόλα. Μα δεν πρόφθασε να ρίξει. Ο Σταμάτης χύμησε σαν το γεράκι, τον χτύπησε με το σπαθί κι ο Γεωργίτσης Μπαρούς έπεσε τ’ ανάσκελα νεκρός και τράνταξε η κουβέρτα. Ο Σταμάτης πήδησε τότε στο κανόνι της πρύμης, το γύρισε, το γύρισε απάνω στην τσούρμα.
-Σάλπα, τους λέει. Ει δε μη βάνω φωτιά!
Όλοι πιάσαν στον αργάτη και η άγκυρα άρχισε να σηκώνεται.
-Οι τιμονιέροι εδώ! Φώναξε. Κι οι τιμονιέροι ήρθαν πίσω.
Ήτανε καπετάνιος!

Οι περιπέτειες όμως δεν τελειώνουν εδώ. Ο Σταμάτης θα οδηγήσει το καράβι έξω από τη Γραμβούσα, στην Κρήτη, όπου ήταν ένα από τα τελευταία ορμητήρια των πειρατών. (Σ’ αυτό το σημείο ο συγγραφέας βάζει στην πλοκή ένα πραγματικό ιστορικό γεγονός, την πολιορκία και κατάληψη της Γραμβούσας από αγγλικό, γαλλικό και ελληνικό στόλο, που έγινε το 1828). Ο Σταμάτης με τα κορίτσια μπαίνει σε μια βάρκα και παραδίδεται, πέφτοντας κατά σύμπτωση πάνω στον Αχιλλέα το γιο του Νταλαμάγκα. Όταν αποκαλύπτεται τι είχε συμβεί ο Αχιλλέας τον φιλάει και του προτείνει να μείνει μαζί τους και να πολεμήσει. Ο Σταμάτης αρνείται και τους ζητάει μόνο μια χάρη. Να τον αφήσουν να περάσει στην πολιορκημένη Γραμβούσα να πολεμήσει με το μέρος των πειρατών!

Ο Αχιλλέας δε βαστάχτηκε.
-Θέλεις λοιπόν, Σταμάτη, να πεθάνεις μπαντίδος;
-Δεν μπορώ να τους αφήσω. Είμαι αδελφοποιτός. Κι έπειτα τι με θέλετε; Τα χέρια μου έχουν αίματα που δεν ξεπλένονται. Εγώ είμαι σβησμένος πια…

Πραγματικά απροσδόκητο τέλος. Ο «Πειρατής της Γραμβούσης» υπακούοντας στο δικό του ηθικό κώδικα -που κάνει τον Τζακ Σπάροου να φαίνεται «λίγος» μπροστά του- , αφήνει τον πάνοπλο αγγλογαλλικό στόλο, αφήνει την όμορφη Χρυσώ κι ένα πιθανό ειδύλλιο μαζί της,  για να πολεμήσει με το μέρος των πολιορκημένων πειρατών και να συναντήσει το βέβαιο θάνατο.

«Ο Πειρατής της Γραμβούσης» του Κωνσταντίνου Ράδου κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΝΕΦΕΛΗ. Η έκδοση περιέρχει και άλλα ναυτικά διηγήματα του Κωνσταντίνου Ράδου.

 

7 Σχόλια to “ο πειρατής της Γραμβούσης”

  1. Σοφία Says:

    Σήμερα Θωμά με πιάνεις αδιάβαστη. Αυτόν τον συγγραφέα δεν τον έχω υπόψη μου. Ωραία ιστορία σαν παραμύθι. Θα ψάξω να βρω σχετικές πληροφορίες και θα προμηθευτώ και το βιβλίο βεβαίως.

  2. Θωμάς Says:

    Καλά έγραψα λοιπόν πως είναι άγνωστος.
    Τώρα για τη λογοτεχνική του αξία δεν μπορώ να εκφέρω άποψη, όμως οι ιστορίες του είναι πράγματι «σαν παραμύθι», γι’ αυτό πιστεύω πως θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν στον κινηματογράφο.

  3. Σοφία Says:

    Εσύ πού τον ξετρύπωσες; Δεν ξέρω αν ήταν καλός συγγραφέας αλλά ήταν μια σημαντική προσωπικότητα, καθηγητής Ναυτικής Ιστορίας και έχει γράψει σημαντικές μελέτες και μάλιστα η μία με θέμα τη ναυτική αρχαιολογία ( ναυτική αρχαιολογία και μάλιστα το 1895 ) και τη σχεδία του Οδυσσέα και η άλλη για το ναυτικό στο Βυζάντιο. Πολύ θα ήθελα να τις διαβάσω αλλά πού να τις βρω. Ανάμεσα στα άλλα πάντως βρήκα και κατέβασα την ομιλία του για τη Β΄Εθνοσυνέλευση στο Άστρος Κυνουρίας , που εκφώνησε το 1900 .
    Σε ευχαριστώ από τα βάθη της καρδιάς μου για τις πολύτιμες αναρτήσεις σου.

    • Θωμάς Says:

      Τώρα μου άνοιξες την όρεξη να γράψω κι άλλα για τον Κωνσταντίνο Ράδο, τα οποία θεώρησα -εσφαλμένα- πως δεν ενδιαφέρουν κανένα. Έχει γράψει και ένα βιβλίο για τη ναυμαχία της Σαλαμίνας, ενώ όπως είπες κι εσύ ήταν καθηγητής Ναυτικής Ιστορίας στη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων στη δεκαετία του 1920.
      Ο μαθητής του, Α.Γ. Σπανίδης, γράφει στο δικό του βιβλίο πως το μάθημά του ήταν καθαρή ψυχαγωγία. Αριστοκρατικά ντυμένος, ανέβαινε στην έδρα και σπάνια αποχωριζόταν το παλτό του, το καπέλο ή το μπαστούνι του με την ασημένια λαβή. Περιέγραφε τις ναυμαχίες των πολέμων τόσο ζωντανά που οι σπουδαστές του αισθάνονταν πως μεταφέρονταν στο παρελθόν και ζούσαν με τη φαντασία τους τα γεγονότα, ενώ ένιωθαν μεγάλη λύπη όταν τελείωνε το μάθημά του.

  4. Τελευταίος Says:

    Θωμά, κι εγώ αδιάβαστος είμαι…

    Απ’ ότι διάβασα, όντως κάνει για κινηματογραφική ταινία, φαίνεται να έχει μεγάλη πλοκή και όμορφες εικόνες.

    Καλό σου απόγευμα.

  5. Θωμάς Says:

    Κώστα, χαίρομαι που έχω συνοδοιπόρους σ’ αυτή τη σειρά αναρτήσεων γιατί αρχικά είχα έναν προβληματισμό για το αν τα διηγήματα εκείνης της εποχής μπορούν να προκαλέσουν το ενδιαφέρον των φίλων του blog.

    • Τελευταίος Says:

      Θωμά καλημέρα.
      Κάθε διήγημα είναι ενδιαφέρον και μάλιστα αν είναι κάτι πρωτόγνωρο έχει ακόμα μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Οπότε, συνέχισε εσύ κι εμείς ακολουθούμε, ΟΚ; 🙂

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: