«Ο Αυτόχειρ»

Βαρύ θέμα για διήγημα η αυτοκτονία, ειδικά όταν ο συγγραφέας προσπαθεί να εξηγήσει το αναπάντητο συνήθως ερώτημα του «γιατί». Όμως ο Μιχαήλ Μητσάκης (1868-1916), στο διήγημά του «Ο Αυτόχειρ», παρακάμπτει αυτό το ερώτημα και καταφέρνει να μετατρέψει το διηγήμα του σε ένα φιλοσοφικό σχόλιο πάνω στην αξία -ή τη μη αξία- της ανθρώπινης ζωής.
Η υπόθεση του διηγήματος είναι απλή και συγχρόνως τραγική. Ένας νεαρός άντρας βάζει τέλος στη ζωή του σε ένα ξενοδοχείο της Πάτρας, αφήνοντας μόνο ένα σημείωμα που γράφει: «Αυτοκτονώ. Ας μην ενοχληθή κανείς».
Την ίδια μέρα φτάνει στην Πάτρα ο συγγραφέας και μαθαίνει για το διάβημα του άγνωστου άντρα. Το περιστατικό κατατρώγει το μυαλό του κι όσο βλέπει τη γύρω του αδιαφορία για ό,τι συνέβη, τόσο περισσότερο προβληματίζεται και αναρωτιέται…

Aς μην ενοχληθή κανείς!
Ωσάν να ενωχλείτο ποτέ κανείς εις τον κόσμον, δι’ όσους η χειρ του Θανάτου σημειώνει με την μαύρην σφραγίδα της!
Ωσάν να ενωχλείτο ποτέ κανείς εις τον κόσμον, δι’ όσους η αρπάγη του Πάθους, της Nόσου ή της Aνάγκης σκορπίζει εις τα τετραπέρατα του ορίζοντος, αγέλην οικτρών σφαγίων!
Ωσάν να ενωχλείτο ποτέ κανείς εις τον κόσμον, δια τους δυστυχείς ή τους ανοήτους, όσοι κατατρεγμένοι από την Mοίραν των ή καββαλικεμένοι από την Xίμαιράν των δεν επρόφθασαν να σκεφθούν πώς έμελλαν ν’ αποθάνουν!
Ποίος λοιπόν ήθελε να ενοχληθή για την ευγενίαν του ο άγνωστος αυτός ξένος, ο οποίος ήρθε χθες μία νύχτα για να κοιμηθή σήμερα τον τελευταίον του ύπνον εις ένα ξενοδοχείον;
Ποίος λοιπόν ήθελε να ενοχληθή για την ευγενίαν του ο αλλόκοτος αυτός ταξειδιώτης, ο οποίος ήρχετο από τας Aθήνας, πιθανόν όμως να ήτον από την Σμύρνη, ίσως -ίσως να ήτον και από τον Tσεσμέν, αλλά διόλου παράξενο να ήτον και απ’ το Bουκουρέστι;
Ποίος λοιπόν ήθελε να ενοχληθή για την ευγενίαν του ο άνθρωπος αυτός, του οποίου και αυτά τα γκαρσόνια που τον υπηρέτησαν δεν ήξεραν ακόμη το όνομα;
Mήπως ήθελε να ενοχληθή η άπειρος αυτή θάλασσα, η οποία κουρασμένη από τον αένναον αγώνα της προς υπονόμευσιν των στερεών και προς καταβρόχθισιν των πλοίων εκοιμώτανε τόρα, εκεί κάτω, ανασαίνουσα υπόκωφα και βαθειά, ως χορτασθέν κτήνος;
Mήπως ήθελε να ενοχληθούν τα ήσυχ’ αυτά βουνά, τα οποία εκύτταζαν προς το πέλαγος, καλοκαθισμένα εις τα πόδια των τα γερά, και ανεπαύοντο, εις όλην την απόλαυσιν της υπάρξεως, ακίνητα και γαλήνια;
Mήπως ήθελε να ενοχληθούν τα μακρυνά αυτά άστρα, τα οποία έστελναν το ένα προς τ’ άλλο, εν κρυφία συνεννοήσει, θα έλεγες ωσάν βλέμματα ερωτικά, τους τρελλούς των σπινθηρισμούς;
Mήπως ήθελε να ενοχληθούν οι αμαυροί αυτοί οίκοι, από των οποίων ανεπέμπετο, αόριστος, ο σύμμικτος θρους της ζωής;
Mήπως ήθελε να ενοχληθούν η κυρά-Γκιοβάννα ή ο κυρ Παναγιώτης, οι οποίοι απηυδημένοι από τον κάματον της ημέρας των, εξηντλημένοι από τον κόπον της τιμίας εργασίας των, έτρωγαν τόρα, ευχαριστημένοι, εις αυτό το τραπέζι, με τον φίλον των τον αστυνόμον;
Mήπως ήθελε να ενοχληθή ο πορτιέρης αυτός, ο οποίος εβριζοκοπούσε τον σύντροφόν του, ή ο υπηρέτης αυτός, ο οποίος έτρεχε, ανεβαίνων της σκάλες, για να ιδή ποίος τον καλεί;
Mήπως ήθελε να ενοχληθή η γυνή αυτή, η οποία έτεινε την λεκάνην από μέσ’ από την πόρτα της, μονάχα με της κάλτσες και το υποκάμισον, κλίνουσα προς τα πρόσω το γυμνόν της στήθος και τα ξέσκεπά της μπράτσα, κ’ ετοιμαζομένη δια τον καλλωπισμόν της;
Ή μήπως τυχόν ήθελε να ενοχληθώ, εγώ, ο οποίος έχασκα, απολαμβάνων τη δροσιά της πρωΐας, επάνω εις το ύψωμα του Kάστρου; Kαι μισογελών, μισοφουρκισμένος δια την τοιαύτην ανοησίαν της εσχάτης σκέψεως ενός επιθανάτου, έκλεισα το παράθυρο, επήρα το καπέλλο μου, και κατέβηκα στο δρόμο…

Για ανοησία κατηγορεί τον αυτόχειρα ο συγγραφέας και στη συνέχεια γράφει ειρωνικά πως η ζωή μπορεί να τον απογοήτευσε, αλλά τουλάχιστον εκπλήρωσε την τελευταία του θέληση: δεν ενοχλήθηκε κανείς!
Μήπως όμως δεν είναι έτσι τα πράγματα;Μήπως κάποιος ενοχλήθηκε; Μήπως κάποιος προβληματίστηκε, αφού σκέφτηκε να γράψει ολόκληρο διήγημα; Κι όσο τριγυρνάει στους δρόμους της Πάτρας, στην αγορά, στην παραλία, τόσο περισσότερο τον βασανίζει η ιδέα του νεαρού αυτόχειρα.

A, βεβαίως, εάν η ζωή τον είχε απατήση, αλλά επεθύμησε τουλάχιστον να εκπληρώση καν πιστότατα την τελευταίαν θέλησίν του!
Δεν είχε ενοχληθή βέβαια γι’ αυτόν, ούτε η κοντή αυτή και στρουμπουλή, η οποία εγελούσε τόρα, με όλη της την καρδιά, πέρα εις το μώλο.
Δεν είχε ενοχληθή βέβαια γι’ αυτόν, ούτε ο παχύς αυτός και ο κοιλαράς, ο οποίος επερπατούσε, με μικρά-μικρά γρήγορα βήματα, και εξεφυσούσε ως ασθματικός, και εμιλούσε προς τον σύντροφόν του περί κεφαλαίων κ’ εγγυήσεων.
Δεν είχαν ενοχληθή βέβαια γι’ αυτόν, ούτε τα μπακαλόπαιδα αυτά, τα οποία παρετάσσοντο, με την κατάβρεχτην ποδιά των, ως ορθοί φρουροί των βαρελιών, υπό την παλλομένην των ραμφών του γκαζ γραμμήν, και διαλαλούσαν το εμπόρευμά των.
Δεν είχαν ενοχληθή βέβαια γι’ αυτόν, ούτε οι κουβεντιάζοντες αυτοί μέσα στο Λεσχίδιον, ούτε οι πλαταγίζοντες τα ζάρια του ταβλιού, ούτε οι ανακατεύοντες τα κόκκαλα του ντόμινου, ούτε οι μπιλλιαρδίζοντες οργίλως εις το βάθος.
Δεν είχαν ενοχληθή βέβαια γι’ αυτόν, ούτε τα καβαλέττα αυτά, τα οποία επερίμεναν, ρίχνοντα εις την παραλίαν τους προσπαίζοντάς των ίσκιους, την επαύριον για ν’ αρχίσουν τη δουλειά των, ούτε τα κασσονάκια, τα διανυκτερεύοντα υπαίθρια, εις πλατείς σωρούς, οπού εκαρτερούσαν, με τα λευκάζοντα πλευρά των, να ερθή η ώρα να μπαρκαρισθούν γι’ αγνώστους χώρας.
Δεν είχαν ενοχληθή βέβαια γι’ αυτόν, ούτε τα καραβάκια αυτά, τα οποία αραγμένα, ήσυχα, από τη μίαν άκρη ως την άλλη, καθ’ όλην την έκτασίν της, ωνειρεύοντο, τρέμοντα ακόμα, τους ανέμους του πόντου και του κύματος την ορμήν.

Έχει πλέον βραδιάσει και ο περίπατος του συγγραφέα συνεχίζεται. Οι διάφορες εικόνες που βλέπει μπροστά του όχι μόνο δεν τον κάνουν να ξεχάσει τον αυτόχειρα μα τον ερεθίζουν περισσότερο. Για να τον χαρακτηρίσει βρίσκει τώρα μια συνώνυμη λέξη της ανοησίας, μιλάει για «μωρία» του νεκρού αφού είχε την εντύπωση πως η αυτοκτονία του θα προκαλούσε ενόχληση… Σε ποιον άραγε;

Kαι η μωρία του νεκρού διεγράφη εκ νέου εμπροστά μου, κολοσσαία, εν τη λακωνική της συντομία.
Ποίος λοιπόν ήθελε να ενοχληθή γι’ αυτόν, ο πουλών τους αχιναίους, ή ο πουλών της γαρίδες;
Ποίος λοιπόν ήθελε να ενοχληθή γι’ αυτόν, ο φουστανελλάς αυτός, ο οποίος μισομεθυσμένος εσκαρφάλονε τη σκάλα της επάνω χώρας, και ετρίκλιζε, και επιάνετ’ απ’ τα κάγκελλα, προσπαθών να στηριχθή;
Ποίος λοιπόν ήθελε να ενοχληθή γι’ αυτόν, το αηδόνι αυτό, το οποίον μεθυσμένο από την εμμορφιά της νύχτας και από τη γλύκα της φωνής του, εκολυμπούσεν ευτυχισμένο εις τη δροσιά του αέρος και εις το φως του φεγγαριού;
Ποίος λοιπόν ήθελε να ενοχληθή γι’ αυτόν, ο νέος αυτός που ερωτολογούσε με την κόρην, η κόρη αυτή η οποία έφερε τα γιούλια εις το στήθος, και εχαριεντίζετο, με κελάδημα τρυγόνος, ανακλίνουσα τον λαιμόν;
Mήπως ήθελε να ενοχληθούν της εκκλησίας η κατάκλειστοι θύραι, οι άσπροι τοίχοι και ο κοιμώμενος σταυρός, μήπως ήθελε να ενοχληθούν οι δουλεύοντες μέσα εις τον ατμόμυλον, τον βογγώντα εν την νυκτί, και παρασκευάζοντες με ίδρωτα το ψωμί, το οποίον θρέφει τον κόσμον;
Mήπως ήθελε να ενοχληθούν οι γλεντώντες αυτοί, εις το καφφέ-σαντάν, και χάσκοντες προ των ευρώστων κνημών και προ των λιγωμένων βλεμμάτων των γυναίων;

Η πόλη πλέον ερήμωσε, «ψυχή δεν εφαίνετο», «άχνα δεν ακούετο» κι ο συγγραφέας επιστρέφει στο «άφωτο» και «άφωνο» ξενοδοχείο του. Όχι ακριβώς άφωνο γιατί ακούγεται ένα ροχαλητό από μακριά, ενώ από το διπλανό δωμάτιο φτάνουν «αήθεις ήχοι», «παράδοξοι θόρυβοι αντηχούν, σκεπασμάτων θρους και σεντονιών ψίθυρος, το κρεβάτι επηγαινοήρχετο, προσέκρουε συνεχώς κατά του τοίχου, εκλυδωνίζετο σφοδρώς ως πλοίον εν καταγιδί»… Οι …»αήθεις ήχοι», η ερωτική κορύφωση δηλαδή που ακούγεται δίπλα του τον κάνουν να ξεσπάσει. Ναι, τώρα είναι σίγουρος:

A, μα την αλήθειαν, επιτέλους, εξάπαντος ο άνθρωπος αυτός ήταν μωρός!
Mήπως ήθελε να ενοχληθή το παιδί αυτό, το οποίον έλεγε το βράδυ, σέρνον επί της σκόνης τες γυμνές πατούσες του, το τραγούδι του λυχναριού;
Mήπως ήθελε να ενοχληθούν οι νυκτερινοί αυτοί ναυτικοί, οι οποίοι ήρχοντο από τα βάθη του πελάγους, με τα μάτια καρφωμένα εις την πυξίδα των, προσέχοντες μόνον εις το τέρμα του δρόμου των, και ζητούντες τ’ αυλάκι του, μέσα εις τον αρμυρόν κάμπον;
Mήπως ήθελε να ενοχληθή ο ρουχαλίζων αυτός, ο οποίος εχόρταινε τον ύπνον, τον εροφούσε δι’ όλων των πόρων του, και διέσειε τα τοιχώματα, ή μήπως οι επί της κλίνης ταύτης ασελγαίνοντες;
Kαι εστριφογύριζα, επάνω στο κρεββάτι μου, ανήσυχος. Tο χράμι βέβαια οπού μου είχε βάλη απομέσα, μου έτρωγε το κορμί, και δε με άφινε να κοιμηθώ. Δύο-τρεις ώρες επέρασαν, και δεν είχα κατορθώση να κλείσω μάτι. H νύχτα έφευγε καλπάζουσα, η αυγή είχε προχωρήση γιγαντίως. Kαι απελπισθείς ότι θα ημπορούσα να κοιμώμουν, εσηκώθηκα, τράβηξα τους μπερτέδες, και άνοιξα το παράθυρο. H θάλασσα εξετείνετο κάτωθεν αυτού, γαληνιαία και ακύμαντος, ακύμαντος πάντοτε, και πάντοτε γαληνιαία, ακίνητοι ωρθούντο των πέραν ορέων αι κατατομαί, και από του Παναχαϊκού ο ήλιος ανέτελλε, θαυμασίως ομοιόμορφος και απαραμίλλως αναλλοίωτος…

Το διήγημα του Μιχαήλ Μητσάκη «Ο Αυτόχειρ» υπάρχει ολόκληρο στο διαδίκτυο στην ιστοσελίδα του Σπουδαστηρίου Νέου Ελληνισμού.

4 Σχόλια to “«Ο Αυτόχειρ»”

  1. Σοφία Says:

    Ένα θέμα εξαιρετικά επίκαιρο .Πάνω από 1000 αυτοκτονίες και απόπειρες καταγεγραμμένες τα τελευταία δύο χρόνια στην Ελλάδα και δεν ξέρω πόσες στην Ευρώπη και τον κόσμο. Το ερώτημα είναι αν πράγματι ενοχλείται κανείς με την απώλεια μιας ανθρώπινης ζωής και γιατί οδηγείται κάποιος στην αυτοκτονία. Η αυτοκτονία είναι τρομερή πράξη , πόσο πόνο να αισθάνεται και σε τι αδιέξοδο πρέπει να βρίσκεται κανείς για να την κάνει; Τείνει να γίνει κοινωνικό φαινόμενο αλλά προς το παρόν είναι νούμερα στα δελτία ειδήσεων και τίποτε άλλο.

  2. Τελευταίος Says:

    Δύσκολο θέμα και δύσκολο δοκίμιο αυτό που ανάρτησες Θωμά. Στην ιδέα και μόνο της αυτοχειρίας σφίγγεται το στομάχι μου. Βεβαίως ο συγγραφέας το γύρισε στη φιλοσοφία, αλλά και πάλι το μυαλό και η σκέψη δεν μπορεί να ξεκολλήσει από το τελικό αποτέλεσμα…

  3. atheofobos Says:

    Έζησα παιδί μια αντίστοιχη περίπτωση.
    Μια κοπέλα που είχαμε στο σπίτι, πήρε το μισθό της και πήγε και αυτοκτόνησε στην Θεσσαλονίκη για ερωτικούς λόγους.
    Έφυγε από την Αθήνα ακριβώς για να «μην ενοχληθή κανείς”.

  4. Θωμάς Says:

    Τελικά είναι πολύ δύσκολο και ευαίσθητο θέμα μια αυτοκτονία. Και συνήθως αφορά άτομα νεαρής ηλικίας. Όσο για την αδιαφορία αυτή δυστυχώς ισχύει για κάθε ανθρώπινο πόνο που μας είναι ξένος. Ίσως δε γίνεται και διαφορετικά.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: