ομηρικές παρομοιώσεις (ΙΙ)

Τώρα, πέστε μου, Μούσες, που έχετε την κατοικία σας στον Όλυμπο γιατί είστε κι εσείς θεές και βρίσκεστε παντού και ξέρετε τα πάντα, πέστε μου πώς θα μπορέσω να περιγράψω τη μαστοριά του Ομήρου, πώς θα φανώ άξιος να αποτυπώσω έστω και στο ελάχιστο την ικανότητα αυτού του αξεπέραστου παραμυθά. Φοβάμαι πως ακόμα και δέκα γλώσσες και δέκα στόματα κι αστείρευτο ταλέντο αν είχα μέσα μου, πάλι δε θα μπορούσα να τα καταφέρω¹.
Αχ Μούσες που είστε κόρες του Δία με την τρομερή ασπίδα, βοηθήστε με λίγο, γιατί νιώθω αδύναμος και μικρός, βοηθήστε με ν’ αρχίσω ν’ ανιστορώ τι συνέβη εκεί στον κάμπο του Σκαμάνδρου, στον ένατο χρόνο του πολέμου, λίγο μετά τα λόγια των τριών μεγάλων Δαναών: του πολυδοξασμένου γιου του Ατρέως, του αρχιστράτηγου Αγαμέμνωνα, του θεϊκού και πολυμήχανου Οδυσσέα και του σοφού γερήνιου, αρματομάχου Νέστορα. Και οι τρεις τους έδωσαν κουράγιο στους Αχαιούς μα πιο πολύ απ’ όλους ο θεϊκός Οδυσσέας, όχι μόνο με τα λόγια του, μα και με την πράξη του να ξυλοκοπήσει τον άθλιο Θερσίτη που είχε το θράσος να πει πως ο Αγαμέμνων, ενώ έχει στη σκηνή του θησαυρούς και όμορφα θηλυκά, βάζει τους Αχαιούς να πολεμούν και να σκοτώνονται, όχι πως ήταν ψέματα, αλλά να, ο Θερσίτης βιάστηκε μερικές εκατοντάδες χρόνια να πει αυτές τις αλήθειες.
Κι ύστερα οι πολεμιστές γύρισαν στις σκηνές τους κι άρχισαν να περιποιούνται και να γυαλίζουν τα όπλα τους και το φεγγοβόλημα απ’ το γυάλισμα έφτανε μέχρι τον ουρανό σαν φεγγοβόλημα από καταστρεπτική φωτιά που κατακαίει δάσος σε κορφοβούνι και λάμπει από πολύ μακριά.
Και μόλις τέλειωσε η ετοιμασία των όπλων ξεχύθηκαν όλοι στον κάμπο του Σκαμάνδρου για να πάρουν τις θέσεις τους, σαν κοπάδια φτερωτών πουλιών από γερανούς ή χήνες ή κύκνους που πετάνε με τις φτερούγες τους καμαρωτά πότε εδώ και πότε εκεί και κραυγάζουν κι ύστερα καθίζουν και το λιβάδι αντιλαλεί.
Κι όπως σμήνη ολόκληρα από μύγες η μια κοντά στην άλλη, πετούν ολόγυρα στη στάνη, σε ανοιξιάτικη εποχή όταν χύνεται το γάλα στις καρδάρες, τόσοι Αχαιοί στέκονταν απέναντι στους Τρώες με την ελπίδα να τους καταξεσκίσουν.
Κι ύστερα έρχονταν οι άρχοντες να τους τοποθετήσουν σε σειρά όπως οι γιδοβοσκοί στα βοσκοτόπια ξεχωρίζουν τα σκόρπια κοπάδια κατσικιών όταν αυτά ανακατώνονται.
Κι ανάμεσα στους άρχοντες ξεχώριζε ο Αγαμέμνων, που έμοιαζε στα μάτια και στο κεφάλι με τον Δία, στη μέση με τον Άρη και στα πόδια με τον Ποσειδώνα και θύμιζε βόδι αρσενικό που ετοιμάζεται για βάτεμα σε κοπάδι.
Κι άρχισαν οι Αχαιοί να βαδίζουνε στον κάμπο, σηκώνοντας απ’ τη σκόνη ομίχλη, σαν την καταχνιά που φέρνει ο Νοτιάς στα κορφοβούνια, καθόλου ευχάριστη για τους βοσκούς, μα ό,τι πρέπει για τους κλέφτες².

¹Η επίκληση στις Μούσες αποτελεί παράφραση της επίκλησης του Ομήρου προς τις Μούσες (Ιλιάδα, Β, 485-495).
²Οι παρομοιώσεις που αναφέρθηκαν πιο πάνω προέρχονται από τη ραψωδία Β της Ιλιάδας (στίχοι 455-485).
Η μετάφραση που χρησιμοποιήθηκε ήταν των Α. Παπαγιάννη – Ν. Σηφάκι των εκδόσεων ΠΑΠΥΡΟΣ 


Ο Αχιλλέας περιποιείται το τραυματισμένο χέρι του Πατρόκλου
(παράσταση σε κύπελο του Ζωγράφου του Σωσία)
από την Βικιπαίδεια 

Τώρα βοηθήστε με, Μούσες, που κατοικείτε στον Όλυμπο και κάνετε παρέα τους αιώνιους θεούς, εσείς που είστε κόρες της Μνημοσύνης, βοηθήστε με να θυμηθώ τα γεγονότα και τι ακριβώς συνέβη όταν οι Τρώες, παίρνοντας θάρρος από την απουσία του γοργοπόδαρου Αχιλλέα, έφτασαν στα καράβια των Αχαιών προσπαθώντας να τα κάψουν.
Ο Πάτροκλος έχυνε δάκρυα θερμά σα νεροπηγή που ρίχνει το σκούρο νερό της κάτω από βράχο απότομο. Κι ο ο θεϊκός Αχιλλέας, ενώ τον μάλωσε πως κλαίει σαν κοριτσάκι που τραβάει απ’ το πανωφόρι τη μητέρα του για να το πάρει αγκαλιά, τελικά δέχτηκε
να του δώσει τα όπλα του, τα άλογά του και τους γενναίους Μυρμιδόνες για να πολεμήσει εκείνος στη θέση του.
Κι όταν άκουσαν οι Μυρμιδόνες πως θα βγουν ξανά στη μάχη, άρχισαν να τρέχουν γύρω από τον Πάτροκλο σαν λύκοι που τρώνε σάρκες ωμές κι ορμάνε να κατασπαράξουν ελάφι στα βουνά κι έπειτα, με τα μάγουλα κόκκινα απ’ το αίμα, τρέχουν σε νεροπηγή να πιουν νερό να ξεδιψάσουν.
Κι ύστερα, μαζί με τον Πάτροκλο, χύμηξαν πάνω στους Τρώες σα σφήκες που τις ερέθισαν τα παιδιά κι αυτές όλες μαζί πετούν μπροστά κι ορμάνε σ’ όποιον διαβάτη βρεθεί στο δρόμο τους.
Κι άρχισαν να σβήνουν τις φωτιές απ’ τα καράβια και να διώχνουν τους Τρώες, όπως όταν από ψηλή κορφή μεγάλου βουνού ο αστραποβόλος Δίας μετακινήσει ένα πυκνό σύννεφο και τότε προβάλλουν όλες οι σκοπιές κι οι άκρες ψηλά των βουνών, κι όταν οι Τρώες έκαναν πίσω, όρμησαν πάνω τους, όπως χύνονται λύκοι καταστρεπτικοί πάνω σε πρόβατα ή κατσίκια που σκόρπισε στα όρη η αμυαλιά του τσοπάνη, κι εκείνοι έφευγαν μακριά απ’ τα πλοία, όπως προχωρεί ένα σύννεφο πέρ’ απ’ τον Όλυμπο προς τα μέσα του ουρανού, όταν ο Δίας φέρνει κακοκαιρία.
Ο Πάτροκλος τότε σκότωσε αμέτρητους Τρώες, όπως τον Θέστορα που τον χτύπησε με το δόρυ στο δεξί μάγουλο κι ως πέρα του τρύπησε το μέσο των δοντιών του, κι αφού τον έπιασε με το δόρυ, τον έσυρε έξω απ’ την άμαξα και τον τραβούσε σαν ψαράς που βγάζει ψάρι απ’ το γιαλό μ’ αγκίστρι κι ύστερα τον πέταξε άψυχο κάτω.
Όλοι οι Τρώες δείλιασαν, μόνο ο Σαρπηδόνας δεν άντεξε να βλέπει τους συντρόφους του να σκοτώνονται και πήδηξε αμέσως απ’ το άρμα του στη γη. Ο Πάτροκλος μόλις τον είδε, πήδηξε κι αυτός από την άμαξά του. Κι όρμησαν κραυγάζοντας ο ένας πάνω στον άλλο, όπως δυο γύπες, με νύχια γυριστά και ράμφη αγκυλωτά, μάχονται με βοή μεγάλη πάνω σε υψηλό βράχο.
Δυο φορές αστόχησε ο Σαρπηδόνας, ο Πάτροκλος όμως τον πέτυχε με το δόρυ στην καρδιά. Κι έπεσε ο Σαρπηδόνας κάτω όπως πέφτει ένας δρυς ή μια λεύκα ή ένα πεύκο πανύψηλο που το κόψαν ξυλουργοί με νιοτρόχιστα τσεκούρια για να γίνει ξύλο καραβιού.
Ο Πάτροκλος συνέχισε να κυνηγά τους Τρώες προς τα τείχη και τότε ο Απόλλωνας στάθηκε από πίσω του, του χτύπησε με την παλάμη τη ράχη, έριξε απ’ το κεφάλι του το κράνος και του έλυσε το θώρακα. Ο Πάτροκλος ένιωσε σύγχυση και παρέλυσαν τα άκρα του. Έτσι βρήκε ευκαιρία ο Εύφορβος και τον χτύπησε από πίσω με μυτερό κοντάρι, χωρίς όμως να τον σκοτώσει. Ήρθε έπειτα ο Έκτορας και τον χτύπησε με το δόρυ του στο λαγόνι και του πέρασε το χαλκό από μέσα ως έξω. Έτσι του πήρε τη ζωή όπως ένα λιοντάρι νικά έναν άγριο χοίρο μετά από μονομαχία σε βουνό ψηλά για μια βρύση μικρή απ’ όπου θέλουν κι οι δυο τους να πιουν νερό, και το λιοντάρι τον αποτελειώνει λαχανιασμένο, πολύ κάτω απ’ τις δυνάμεις του, έτσι σκότωσε τον Πάτροκλο ο Έκτορας, ο γιος του Πριάμου.

Οι παραπάνω παρομοιώσεις περιέχονται στη ραψωδία Π της Ιλιάδας. Για την απόδοσή τους χρησιμοποιήθηκαν οι μεταφράσεις: α) Α. Παπαγιάννη – Ν. Σηφάκι των εκδόσεων ΠΑΠΥΡΟΣ και β) Αλ. Πάλλη

7 Σχόλια to “ομηρικές παρομοιώσεις (ΙΙ)”

  1. Τελευταίος Says:

    Πολύ όμορφη ανάρτηση Θωμά, νομίζω ότι εδώ τα λόγια περιττεύουν. Είναι πάντως θαυμαστό το πως περιγράφονται τα γεγονότα και αντιστοιχίζονται με πράγματα από το φυσικό κόσμο.

    …σαν κοπάδια φτερωτών πουλιών από γερανούς ή χήνες ή κύκνους που πετάνε με τις φτερούγες τους καμαρωτά,
    …όπως οι γιδοβοσκοί στα βοσκοτόπια ξεχωρίζουν τα σκόρπια κοπάδια κατσικιών όταν αυτά ανακατώνονται,
    …σα νεροπηγή που ρίχνει το σκούρο νερό της κάτω από βράχο απότομο,
    … όπως ένα λιοντάρι νικά έναν άγριο χοίρο μετά από μονομαχία σε βουνό ψηλά.

    Για όλα υπάρχει μια αντιστοίχιση, κι αυτό είναι καταπληκτικό. Αφενός δείχνει τη στενή σχέση του ανθρώπου με το περιβάλλον του κι αφετέρου διαφαίνεται έντονα η επιρροή που ασκεί κάθε τι φυσικό τόσο στη ζωή όσο και στις εκφάνσεις αυτής, τέχνη, πολιτική, καθημερινότητα, πόλεμος κλπ.

    Καλό σου βράδυ.

  2. Σοφία Says:

    Με ωραίο τρόπο εστιάζεις στις παρομοιώσεις. Έχεις υπόψη σου το κείμενο του Ι.Θ.Κακριδή για τις ομηρικές παρομοιώσεις; Αντιγράφω ένα πολύ μικρό απόσπασμα, που συμπληρώνει και το σχόλιο του Τελευταίου » …με την παρομοίωση, είτε ποικίλλει τη διήγησή του με αυτήν ο ποιητής, είτε μας ξυπνάει την ψυχική διάθεση που θέλει, είτε τονώνει τη δράση, είτε εκφράζει ό,τι αλλιώτικα θα έμενε ανέκφραστο – με την παρομοίωση ο ποιητής ένα πράγμα πάντα κάνει: καταξιώνει τη διήγηση του. Η καταξίωση είναι ο βαθύτερος σκοπός σε κάθε παρομοίωση. Τί θα πει αυτό; Το περιστατικό που περιγράφεται από τον Όμηρο ….με την παρομοίωση χάνει τη συμπτωματικότητα του, παύει να είναι κάτι λεπτομερειακό και ασήμαντο και αποχτά αξίαν απόλυτη. Γιατί η παρομοίωση ποτέ δεν αναφέρεται σε κάτι συμπτωματικό ή ατομικό κι αυτή. Ποτέ την καρτερία των πολεμιστών μπροστά στο Ίλιο δε θα τη δούμε να παρομοιάζεται με την καρτερία των πολεμιστών ενός άλλου, όσο γνωστού και μεγάλου πολέμου. Θα τη δούμε να παρομοιάζεται με την καρτερία ενός δέντρου που δέχεται ακλόνητα τη θύελλα, με του σύννεφου που στεφανώνει την κορυφή του βουνού ακίνητο, με του βράχου που όσο και να τον χτυπούν τα κύματα κρατιέται ασάλευτος.
    Έτσι θα εξηγήσουμε και γιατί η παρομοίωση – η παρομοίωση γενικά, όχι του Ομήρου μόνο – είναι λίγο πολύ παρμένη από κόσμους, όπου υπάρχει όχι συμπτωματικότητα, μόνο αυστηρή νομοτέλεια: από τη φύση και τον άνθρωπο που ζει μέσα στη φύση. Από την αυστηρή αυτή νομοτέλεια που παρουσιάζει η παρομοίωση παίρνει τώρα η κύρια διήγηση καθολικότητα, στερεώνεται, γίνεται πιο αληθινή, πιο μεγάλη, γιατί της φύσης τα έργα είναι πάντα μεγάλα και θαυμαστά…
    Ωστόσο …δεν αποκτούν μονάχα τα έργα των ανθρώπων αξία μεγαλύτερη` αποχτούν και τα έργα της φύσης…έρχεται η ανθρώπινη ενέργεια να μεταδώσει στο φυσικό φαινόμενο κάτι από το δικό της κόσμο, τον ηθικό κόσμο.
    Τί είναι η πάλη των στοιχείων και των θηρίων μέσα στη φύση; Μια ενέργεια απρόσωπη και ανεύθυνη, ηθικά όλως διόλου άχρωμη. Η σύγκριση όμως με τον αγώνα του ανθρώπου, που είναι συνειδητός πάντα, σαν να χαρίζει στην κίνηση των στοιχείων και των θηρίων τη μοναδικότητα και την υπευθυνότητα της ανθρώπινης πράξης.»
    (Ι.Θ.Κακριδής, Ομηρικά θέματα, Αθήνα 1954)

    Καλό βράδυ

    • Τελευταίος Says:

      Σοφία το σχόλιό σου είναι καταπληκτικό και ο Κακριδής είναι πραγματικά εξαίσιος. Νομίζω ότι θα αναζητήσω τα Ομηρικά θέματα, δεν υπάρχουν στη βιβλιοθήκη μου και θα το μελετήσω. Μου άνοιξες την όρεξη! Σε ευχαριστώ.

      • Θωμάς Says:

        Τώρα εγώ τι να πω που με το θράσος του πρωτάρη καταπιάστηκα με τον Όμηρο χωρίς να διαβάσω ούτε Κακριδή ούτε Μαρωνίτη; Διάβασα όμως Ζακλίν ντε Ρομιγί που μου έδωσε το έναυσμα.

  3. Τελευταίος Says:

    Θωμά, γνώμη μου είναι ότι τον Όμηρο πρέπει να τον μελετάμε χωρίς καμιά απολύτως επιρροή από πουθενά. Όταν καταλήξουμε ότι τον κάναμε κτήμα μας, τότε είναι η ώρα για τον Κακριδή. Οπότε καλά κάνεις και γράφεις για τον Όμηρο και θα περιμένουμε και τη συνέχεια.🙂

    (Θα σε τιμωρήσουμε αργότερα για το θράσος σου… χα, χα, χα…)

    Καλό τριήμερο.

  4. Σοφία Says:

    Πολύ μετριόφρων είσαι Θωμά. Εσύ μου δίνεις την αφορμή συνέχεια. Νομίζεις ότι θα ξανακοίταζα ορισμένα θέματα αν δεν ήταν οι αναρτήσεις σου στη μέση; Επιπλέον εγώ τα δίδαξα πριν ενα χρόνο οπότε τα έχω και πιο πρόσφατα. Αλλά έχω ορισμένα βιβλία που δεν ξέρω αν κυκλοφορούν σε νέες εκδόσεις. Τα είχα βρει στη βιβλιοθήκη του Φιλολογικού στο Πανεπιστήμιο και τα φωτοτύπησα. Όπως αυτό που είναι έκδοση του 1954.Μήπως θέλεις να σου κάνω καμιά αποστολή; Θα βρω τρόπο.

    Καλημέρα

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: