πρωτομάστορας της ελληνικής μουσικής

Ο Μανώλης Καλομοίρης (1883-1962) ήταν μεγάλος Έλληνας μουσικός και συνθέτης. Το έργο του ήταν βαθιά επηρεασμένο από την ελληνική παράδοση και το δημοτικό τραγούδι.

Μαζί με τη μάνα μου, με παράστεκε στα πρώτα μου παιδικά χρόνια η γιαγιά μου, η μάνα της μάνας μου, η Νενέ μου, όπως τη λέγανε στη Σμύρνη. Ήτανε μια γριούλα που λες και είχε βγει ίσα ίσα από το θρύλο και το παραμύθι. Πεντάρφανη μέσα στα σκοτεινά χρόνια της ελληνικής σκλαβιάς, αναστήθηκε από κάποια πλούσια Αρμένισσα και μιλούσε, εκτός από τα ωραία της ρωμαίικα δημοτικά, και τούρκικα και αρμένικα. Εγώ την πίστευα για σοφή και παντογνώστρια, κι ας μην ήξερε να διαβάζει και να γράφει – μια κι η μάνα μου δε μιλούσε παρά μόνο τα ελληνικά.
Όμως περισσότερο κι από τα τούρκικα κι από τ’ αρμένικά της, η γιαγιά μου με μάγευε με τα τραγούδια και τα παραμύθια της. Ήξερε ένα σωρό δημοτικά μας τραγούδια και κάθε βράδυ και κάθε πουρνό με νανούριζε και με ξυπνούσε πότε με το «Λύγκο το Λεβέντη τον αρχιληστή», πότε με τα «Σαράντα παληκάρια από τη Λιβαδειά», και καθισμένη δίπλα στο κρεβάτι μου μ’ αποκοίμιζε με τα παραμύθια της, που μιλούσανε όλο και για βασιλοπούλες και για δράκοντες και βασιλόπουλα κι ανεράιδες κι αραπάδες και μάγισσες και καλικαντζάρους.
«Άσ’ το, καλέ, το παιδί», τής έλεγε η μάνα μου άμα μου τραγουδούσε κλέφτικα τραγούδια. «Μήπως θα τον κάνουμε καπετάνιο; Εκείνος θα γίνει γιατρός!»

ΜΑΝΩΛΗΣ ΚΑΛΟΜΟΙΡΗΣ «Η ΖΩΗ ΜΟΥ ΚΑΙ Η ΤΕΧΝΗ ΜΟΥ»
Εκδόσεις ΝΕΦΕΛΗ

 

να νιώθω το όνειρο να γίνεται πραγματικότητα

Ο Δημήτρης Χαμουδόπουλος θυμάται την πρώτη του γνωριμία με τη μουσική του Μανώλη Καλομοίρη:

Εκείνο το αλησμόνητο πρωινό, γυρίζοντας ντυμένος τη στολή του Έλληνα προσκόπου στο σπίτι μου, που ήταν στο Πέρα της Πόλης, αντίκρισα, μόλις μπήκα, έναν Έλληνα ταγματάρχη. Ζαλισμένος από την κοπιαστική πορεία και τη συγκίνηση της μέρας εκείνης, στάθηκα σε στάση προσοχής και με πολύ σοβαρό ύφος, χαιρέτησα στρατιωτικά. Η συνάντηση αυτή ήταν σα μια συνέχεια των ψυχολογικών αναστατώσεων μέσα μου, στη θέα των Ελλήνων στρατιωτών, που εμείς οι χιλιάδες Έλληνες πρόσκοποι της λυτρωμένης πια Πόλης πήγαμε «επισήμως» να τους υποδεχτούμε¹. Ο ταγματάρχης, λοιπόν, με αντιχαιρέτησε μ’ ένα βροντερό «γεια σου, Μιμίκο μου», μ’ έσφιξε στην αγκαλιά του, με πήγε κοντά στο πιάνο μας, κάθισε, μ’ έβαλε κι εμένα να καθίσω δίπλα του, κι άρχισε να μου παίζει μια μουσική που ηχούσε παράξενα στ’ αυτιά και στην ψυχή μου. (…)
Σπούδαζα βιολί τότε, με καλό δάσκαλο της Πόλης. Και το μουσικό κλίμα μέσα στο οποίο ζούσα ήταν της δυτικής μουσικής, και πιο συγκεκριμένα, της κλασικής και της ρομαντικής. Μα αυτό που άκουσα τη στιγμή εκείνη ήταν κάτι διαφορετικό. (…)
Κοίταζα με θαυμασμό τον αξιωματικό –τον αγαπημένο μου ξάδερφο και νονό- πιστεύοντας πως ερχόταν από άλλους κόσμους, κόσμους λεύτερους και φωτεινούς, κόσμους μιας άλλης μελωδίας και άλλων ρυθμών. (…)
Ώστε αυτό που άκουα τώρα ήταν η ελληνική μουσική! Γι’ αυτό ηχούσε τόσο διαφορετικά στ’ αυτιά μου!
Δε θα ξεχάσω ποτέ τις εμπειρίες της ημέρας εκείνης: να έχω δίπλα μου τον Μανωλάκη, τον Γενικό Επιθεωρητή των Στρατιωτικών Μουσικών της Ελλάδος, ταγματάρχη Μανώλη Καλομοίρη, να μου παίζει την Εισαγωγή από το μουσικό του δράμα «Ο Πρωτομάστορας» και να τραγουδά μαζί. Να νιώθω την Πόλη μου να δονείται από εθνική ανάταση και παλμό ύστερα από τις ζοφερές μέρες του Α΄ παγκοσμίου πολέμου, να νιώθω το όνειρο να γίνεται πραγματικότητα!

Δ. ΧΑΜΟΥΔΟΠΟΥΛΟΣ «Μανώλης Καλομοίρης, εκατό χρόνια από τη γέννησή του»
περιοδικό ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, τεύχος 1339

¹ο ελληνικός στρατός εισήλθε στην Κωνσταντινούπολη τον Σεπτέμβριο του 1918. Λίγο αργότερα σκάφη του ελληνικού στόλου εισέπλευσαν στον Κεράτιο Κόλπο.

Ο Πρωτομάστορας

Η όπερα του Μανώλη Καλομοίρη «Ο Πρωτομάστορας» πρωτοπαρουσιάστηκε την Παρασκευή 11 Μαρτίου 1916 στο Δημοτικό Θέατρο Αθηνών. Το έργο ήταν αφιερωμένο στον Ελευθέριο Βενιζέλο, του οποίου θερμός υποστηρικτής ήταν ο Καλομοίρης. Ο  Πρωτομάστορας βασίστηκε σε τραγωδία του Νίκου Καζαντζάκη και ήταν γραμμένο στη δημοτική γλώσσα μια και ο Καλομοίρης εκτός από βενιζελικός ήταν και φανατικός δημοτικιστής. Την εποχή εκείνη τα πνεύματα μεταξύ βενιζελικών και βασιλοφρόνων είχαν ιδιαίτερα οξυνθεί όπως και τα πνεύματα μεταξύ δημοτικιστών και καθαρευουσιάνων.
Παράλληλα με την πρεμιέρα του Πρωτομάστορα έγινε και η πρεμιέρα του έργου του Κερκυραίου Σπύρου Σαμάρα  «Η Κρητικοπούλα». Αυτό δημιούργησε μια ακόμα διαμάχη στην αθηναϊκή κοινωνία. Αντιγράφουμε από την εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ:

Πασχάλης: Αχ! Μωρέ Μανόλη Βάγνερ Στάσου, στάσου, στάσου, στάσου, Θα σου σπάσω τα πλευρά σου Και θα πης κι ευχαριστώ
Πρωτοµάστορας: Αϊντε µπρε Σαµάρη Σπύρο Σπύρο, Σπύρο, Σπύρο, Σπύρο Θα σε γδάρω, θα σε δείρω Κι ύστερα θε να χτιστώ.
Η παραπάνω µουσική… µονοµαχία – µε µπαγκέτες αντί για ξίφη – συνέβη στη σκηνή του θεάτρου «του Φαλήρου» το καλοκαίρι του 1916 στο πλαίσιο της περίφηµης επιθεώρησης «Ξιφίρ Φαλέρ», η οποία έµελλε να µείνει στη µνήµη των Αθηναίων για πολλά χρόνια ακόµη. Το νούµερο σατιρίζει τη διαµάχη ανάµεσα στην Εθνική και στην Επτανησιακή Μουσική Σχολή έτσι όπως εκδηλωνόταν εκείνο το διάστηµα µέσα από δύο παράλληλες, σχεδόν, πρεµιέρες: αυτή του «Πρωτοµάστορα» του – γεννηµένου στη Σµύρνη – Μανώλη Καλοµοίρη και της «Κρητικοπούλας» του Κερκυραίου Σπύρου Σαµάρα. Επ’ ευκαιρίας της κοινής – µε πέντε ηµέρες διαφορά, για την ακρίβεια – παρουσίασης των δύο έργων, ο Τύπος της εποχής ήταν γεµάτος σχόλια τα οποία χαρακτήριζαν τη µεν µουσική του Καλοµοίρη βαγκνερική µε ελληνικά µοτίβα, τη δε του Σαµάρα ιταλική µε ελληνικά µοτίβα. Η εξέλιξη ωστόσο του ιδιότυπου αυτού «µουσικού εµφυλίου» έµελλε να επηρεάσει ολόκληρη την πορεία της νεοελληνικής κουλτούρας τον 20ό αιώνα…

Ι. Τουλάτου, εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ, 31/12/2011


«Ο Πρωτομάστορας»: μουσική τραγωδία του Μανώλη Καλομοίρη πάνω στο ομώνυμο έργο του Νίκου Καζαντζάκη.
(Ηχογράφηση από την Κρατική Ορχήστρα Κινηματογραφία της ΕΣΣΔ, 1990, η μουσική αρχίζει στο 0΄και 50΄΄)
 

Όπως αναφέρεται σε άρθρο του Γ. Λεωτσάκου που περιλαμβάνεται στην ιστοσελίδα του Μανώλη Καλομοίρη ο Πρωτομάστορας…
«τερματίζει μιαν ολόκληρη εποχή βίαιου, αφύσικου και απότομου εκγερμανισμού της νεοελληνικής μουσικής ζωής που φαίνεται να αρχίζει μετά τους γάμους (Οκτ. 1889) του διαδόχου Κωνσταντίνου με τη Γερμανίδα πριγκίπισσα Σοφία των Χοεντσόλερν. Τον εγκαινιάζει ουσιαστικά η πραξικοπηματική αποπομπή από τη διεύθυνση του Ωδείου Αθηνών, του συνθέτη Αλέξανδρου Κατακουζηνού (1824 – 92), που η βασίλισσα Όλγα είχε μετακαλέσει (1870) από την Οδησσό. Τον Κατακουζηνό, μουσικό ξεχωριστής παιδείας και με απόψεις ρεαλιστικότατες για το τι χρειαζόταν μουσικά η τότε ελληνική κοινωνία, αντικατέστησε ο γερμανθρεμμένος Γεώργιος Νάζος (1862 – 1934), προστατευόμενος του τραπεζίτη Ανδρέα Συγγρού, με προσόντα που αμφισβητήθηκαν εντονότατα, αργότερα (1919), φανατικός πολέμιος του Καλομοίρη. Το 1899 άνοιξε το Νέον Ωδείον, της Γερμανίδας πιανίστας Λίνας φον Λόττνερ, που ο ρόλος του στη Νεοελληνική μουσική έχει ασφαλώς υποτιμηθεί. Το περιοδικό «Απόλλων» του Ωδείου Λόττνερ (τομ. Α΄, Ιουν. 1904 – Μάιος 1905), αδιάφορο για κάθε μουσική εκδήλωση εκτός Ωδείου, είναι ουσιαστικά προπαγαδιστικό πολιτιστικό έντυπο, που θα μπορούσε κάλλιστα να εκδίδεται από τις πρεσβείες του Κάιζερ ή των Αψβούργων. και δεν θα υπήρχε τίποτε το αξιόμεμπτο σε μια, έστω καθυστερημένη, γνωριμία των Ελλήνων με τη γερμανική μουσική, αν η εισβολή της (όπως και της ιταλικής όπερας πριν 60 χρόνια περίπου) δε γινόταν αιφνιδιαστικά, απρογραμμάτιστα και με απώτερους στόχους αμφίβολης αθωότητας.
Γ. ΛΕΩΤΣΑΚΟΣ «Ο ΠΡΩΤΟΜΑΣΤΟΡΑΣ ΤΟΥ ΚΑΛΟΜΟΙΡΗ «ΜΕΓΑΣ ΣΤΑΘΜΟΣ» ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ

Για τις σχέσεις του Μανώλη Καλομοίρη με τον Δημήτρη Μητρόπουλο -που δεν ήταν πάντοτε αρμονικές- μπορείτε να διαβάσετε ένα ενδιαφέρον άρθρο του Απόστολου Κώστιου εδώ.
Σε γενικές γραμμές μπορούμε να πούμε πως ο Καλομοίρης και άλλοι Έλληνες συνθέτες της εποχής του είχαν παράπονο πως ο Μητρόπουλος δεν προσπάθησε να αναδείξει σε όλο τον κόσμο την ελληνική μουσική, παίζοντας στις συναυλίες του και έργα Ελλήνων συνθετών. Από την άλλη ο Μητρόπουλος θεωρούσε πως για να ανεβάσει έργο Έλληνα συνθέτη θα έπρεπε πρώτα ο συνθέτης αυτός να έχει ήδη πετύχει τη διεθνή καταξίωση και αναγνώριση. Όπως φαίνεται, η διαφορά τους ήταν πως οι Έλληνες συνθέτες περίμεναν από τον Μητρόπουλο να γίνει «Απόστολος» της ελληνικής μουσικής στο εξωτερικό, ενώ ο ίδιος ο Μητρόπουλος ένιωθε αποκλειστικά αφιερωμένος στη μουσική, ανεξάρτητα από την εθνική του καταγωγή.  

Κλείνουμε με ένα ακόμη απόσπασμα από τη βιογραφία του Μανώλη Καλομοίρη που, αν και δεν έχει άμεση σχέση με το θέμα, είναι ωστόσο ενδεικτικό του πολιτικού κλίματος της εποχής του:

 Η αλήθεια είναι πως σε κάποιο από τα τελευταία μου καλοκαιριάτικα ταξίδια στην Πόλη, η γριά Λεμονή, η γιαγιά του φίλου μου Μηλιώτη, μου είχε πει παίρνοντας ένα ύφος προφητικό και γεμάτο μυστήριο: «Ξέρεις, παιδί μου, στην Κρήτη υπάρχει κάποιος που τον λένε Λευτέρη, κι όλος ο κόσμος λέει πως ο Λευτέρης θα μας λευτερώσει».
Άκουσα τα λόγια της με συγκίνηση και δέος σαν αληθινή προφητεία κι όλο μου το είναι μούλεγε πως η προφητεία μια μέρα θ’ αλήθευε.
Όμως το ίδιο καλοκαίρι, στο «προξενείο» της ιδιαίτερής μου πατρίδας, της Σάμος, είδα τον πρόξενο, που κατά σύμπτωση ήτανε Κρητικός, άνθρωπος φαίνεται του τότε Ηγεμόνα Κοπάση που κι αυτός ήτανε από την Κρήτη, και τόλμησα να τον ρωτήσω αν είχε κι αυτός ακουστά για κάποια προφητεία που έλεγε πως ένας Λευτέρης, ίσα ίσα από το νησί του, θα μας λευτέρωνε!
Ο κύριος «πρόξενος» σηκώθηκε κατακόκκινος από το κακό του και μου τον αποκαλέσε «προδότη», «πουλημένο», «τσαρλατάνο» και δε θυμούμαι τι άλλο, και μου είπε πως δεν περίμενε, νέος εγώ και μορφωμένος στας «Ευρώπας», να δίδω πίστη και σημασία στα φληναφήματα των γραϊδίων. Τσακώθηκα μαζί του και ξακολούθησα να πιστεύω στην προφητεία της καλής μου, γριάς φίλης.

ΜΑΝΩΛΗΣ ΚΑΛΟΜΟΙΡΗΣ «Η ΖΩΗ ΜΟΥ ΚΑΙ Η ΤΕΧΝΗ ΜΟΥ»
Εκδόσεις ΝΕΦΕΛΗ

 

2 Σχόλια to “πρωτομάστορας της ελληνικής μουσικής”

  1. Sofia Says:

    Καλημέρα Θωμά,
    διαλεχτή και πολύ προσεγμένη και αυτή σου η ανάρτηση. Πόσοι γνωρίζουν το έργο του Καλομοίρη, το οποίο προβάλλει με το δικό του τρόπο την ελληνική παράδοση;
    Εγώ πάντως ελάχιστα και δεν νομίζω ότι έχει τύχει ανάλογης της σημασίας του προβολής.

    Μου άρεσε πολύ ο τρόπος που αναφέρεται στη γιαγιά του. Τι μεγάλο ρόλο έχει παίξει η προφορική παράδοση, τα παραμύθια, τα δημοτικά τραγούδια, η γλώσσα.

    Να’ σαι καλά

  2. Θωμάς Says:

    Συχνά σκέφτομαι πως αρκετοί σημερινοί συνθέτες δεν υστερούν σε ταλέντο. Η παιδεία είναι που τους λείπει, και ο δεσμός με την παράδοση, που -όπως στην περίπτωση του Καλομοίρη- αν δεν ξεκινήσει από μικρή ηλικία, δύσκολα επιτυγχάνεται αργότερα.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: