το θέατρο στην κατοχή

Η Ελένη Χαλκούση περιγράφει την άνθηση του θεάτρου κατά την περίοδο της γερμανικής κατοχής:

Όλοι πιστεύαμε πως η Κατοχή θα σήμαινε το θάνατο του θεάτρου. Τι σημασία είχε άλλωστε, αφού καθημερινά πέθαιναν παιδιά από την πείνα, αφού εκτελούσαν ομαδικά όσους πίστευαν για εχθρούς τους… Αφού… αφού… αφού…
Ιδιαίτερα για το Ρεξ, όπου δεν λειτουργούσαν τα ασανσέρ και οι σκοτεινές του σκάλες φωτίζονταν με πυγολαμπίδες ασετυλίνης, χωρίς θέρμανση το χειμώνα, χωρίς εξαερισμό το καλοκαίρι, ποιος τρελός θα ανέβαινε πεινασμένος, με τα ξύλινα χοντροπάπουτσα, τα εκατό σκαλιά για να φύγει μες στο σκοτάδι με κίνδυνο της ζωής του και να γυρίσει στο σπίτι του, σ’ ένα σπίτι κρύο σκοτεινό, χωρίς φαγητό, χωρίς παρηγοριά;
Κι όμως!
Τα θέατρα, όλα τα θέατρα, δούλεψαν καταπληκτικά στην Κατοχή.
Κι όλοι οι θεατρικοί επιχειρηματίες των μαύρων εκείνων χρόνων θησαύρισαν!
Οι καταπληκτικές εισπράξεις γίνονταν αμέσως χρυσές λίρες. Από ώρα σε ώρα πολλαπλασιαζόταν η αξία τους κι έφτανε να καθυστερήσουν τις πληρωμές τους δυο τρεις μέρες (κι αυτό συνέβαινε συστηματικά με τη μισθοδοσία των ηθοποιών) για να τους ξεπληρώσουν με το τίποτα.
Ο πληθωρισμός οργίαζε, το ίδιο και η μαύρη αγορά. Οι μισθοί παρέμεναν οι ίδιοι. Ωσότου γίνουν αναπροσαρμογές και ωσότου πάρουν τα λεφτά τους οι ηθοποιοί δεν μπορούσαν να αγοράσουν τίποτα! Τίποτα! Ευτυχώς που υπήρχε το νερόβραστο συσσίτιο με τα φασόλια και το φασουλόζουμο του «Κουρτουλούζ»…


Ελένη Χαλκούση (1901-1993)

Όσο απίστευτο κι αν φαίνεται σήμερα, χωρίς ηλεκτρικό, χωρίς θέρμανση, χωρίς ασανσέρ, με τις σκάλες του Ρεξ μισοσκότεινες, με τη σκηνή φωτισμένη από λάμπες ασετυλίνης, η μεγάλη αίθουσα του Ρεξ γέμιζε ασφυκτικά, τόσο που το καλοκαίρι του 1942 ο θίασος της Μαρίκας χωρίστηκε σε δύο τμήματα.
Το ένα έμεινε στο Ρεξ και θριάμβευε με τις μουσικές κωμωδίες και το άλλο, με επικεφαλής το Βασίλη Λογοθετίδη, μεταφέρθηκε στο θερινό θέατρο Παρκ, στη γωνία των οδών Χέυδεν και Μαυροματαίων.
Οι παραστάσεις στο ύπαιθρο, λόγω συσκότισης, δίνονταν μόνο απόγευμα και πολλές φορές οι σειρήνες και οι αεροπορικές επιδρομές μας ανάγκαζαν να τις διακόψουμε στη μέση.
Πότε συνεχίζονταν μετά τη λήξη του συναγερμού και πότε θεατές και ηθοποιοί παραμέναμε στα καταφύγια ωσότου μας βρει η νύχτα και πάμε στα σπίτια μας.

Και κείνο τον κατοχικό Νοέμβριο ήταν τόσο ανυπόφορο το κρύο στην ανοιχτή σκηνή του Ρεξ που θυμάμαι ότι σ’ ένα δραματικό ντουέτο που είχαμε με τη Μαρίκα χτυπούσαν τόσο τα δόντια μου κι έτρεμαν τα γόνατά μου, που η Μαρίκα με λυπήθηκε και μου ψιθύρισε σε μια στιγμή:
-Μην τα λες όλα! Πήγαινε στο καμαρίνι μου που είναι πιο ζεστά!

ΕΛΕΝΗ ΧΑΛΚΟΥΣΗ «ΘΕΑΤΡΙΚΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ»
Εκδόσεις ΚΑΚΤΟΣ

Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η αφήγηση του Λυκούργου Καλλέργη:

Στην καρδιά εκείνου του ανελέητου χειμώνα, με το φοβερό κρύο και το χιόνι, με τη μεγάλη πείνα, την τρομοκρατία, τις συλλήψεις και τις εκτελέσεις, ο κόσμος παγωμένος και πεινασμένος γέμιζε τα θέατρα, παρακολουθούσε τις επιθεωρήσεις αλλά και το δραματικό και κλασικό θέατρο, σαν μια λύτρωση από τη στέρηση και την ανασφάλεια. Κι εμείς συνεχίζαμε τις παραστάσεις με την ίδια πίστη και το ίδιο πάθος.

Τρομοκρατία, συλλήψεις, εκτελέσεις, ένας μόνιμος εφιάλτης. Τεράστια τανκς, με κανόνια, γυροφέρνανε στην πόλη σαν φαντάσματα, προκαλώντας τρόμο και πανικό. Τα όσα συνέβαιναν εκείνη την περίοδο στην Ελλάδα και στην Ευρώπη δεν περιγράφονται. Ήταν πρωτοφανή για την ανθρωπότητα. Ήταν μια παραφροσύνη. Ένας άγχος ατέλειωτο. Μέσα σ’ αυτή την ατμόσφαιρα, μέσα σ’ αυτό το σκοτεινό περιβάλλον της πείνας και του τρόμου, εμείς κάναμε πρόβες στην «Αγριόπαπια». Αυτό είναι ένα γεγονός αποκαλυπτικό. Ο άνθρωπος διαθέτει ασύλληπτες δυνάμεις, ως πνεύμα και ως οργανισμός.

Είχαμε πίστη και αισιοδοξία, αλλά και τη μανία να προβάλουμε κάποιο φως μέσα από το σκοτάδι. Άλλοι από μας κάτι έβρισκαν να φάνε, άλλοι έμεναν νηστικοί. Θυμάμαι στην πρόβα του θεάτρου Αλίκης: Κάποιος κατάφερνε να βρει και ν’ αγοράσει μισή οκά –όπως μετρούσαν τότε- σταφίδες. Γινόταν διάλειμμα και ριχνόμασταν όλοι πάνω στις σταφίδες. Άλλοι τις καθάριζαν, άλλοι τις έτρωγαν έτσι, όπως ήταν. Ο Κουν τις έτρωγε αφηρημένος, περιμένοντας να αρχίσει η πρόβα. Ήταν μια εικόνα παράξενη και τραγική. Για όλα αυτά οι παραστάσεις του Θεάτρου Τέχνης στην Κατοχή αποτελούσαν την πιο σημαντική προσφορά, απόλαυση αλλά και ανάταση που η Αθήνα μπορούσε να προσφέρει στο δοκιμαζόμενο θεατρικό κοινό.

ΛΥΚΟΥΡΓΟΣ ΚΑΛΛΕΡΓΗΣ «ΣΤΟ ΔΙΑΒΑ ΤΟΥ ΠΟΛΥΤΑΡΑΧΟΥ 20ου ΑΙΩΝΑ»
Εκδόσεις ΛΙΒΑΝΗ

 

Λυκούργος Καλλέργης (1914-2011)

Κλείνουμε με ένα ακόμη ενδιαφέρον απόσπασμα από το βιβλίο της Ελένης Χαλκούση:

Κάποιο απόγευμα, ενώ η παράσταση είχε αρχίσει και ο διάλογος που είχαμε –ο Βασίλης κι εγώ- προχωρούσε κανονικά, ακούστηκε ξαφνικά μια έντονη συζήτηση στην πόρτα. Φασαρία! Σαν κάποιοι να ήθελαν να μπουν διά της βίας και δεν τους άφηναν! Κι ευθύς αμέσως βαριά σταθερά βήματα κατακτητή, που έκαναν τα χαλίκια να τρίζουν και θόρυβος σιδερικών που ολοένα δυνάμωνε όσο πλησίαζε προς τη σκηνή.
Κοιταχτήκαμε έντονα ο Βασίλης κι εγώ, σαν να ρωτούσαμε ο ένας τον άλλον: «Τι γίνεται;» κι εξακολουθήσαμε μηχανικά το διάλογο της κωμωδίας, δίχως να τολμούμε να κοιτάξουμε προς την πλατεία του θεάτρου, για να εξακριβώσουμε τι ακριβώς συνέβαινε. Πόσα λεπτά κράτησε αυτή η αβεβαιότητα δεν ξέρω. Πάντως, μας φάνηκε αιώνας!
Όταν ξαφνικά ακούω το Βασίλη να μου ψιθυρίζει ανάμεσα σε δύο φράσεις του κειμένου: «Μαυραγορίτης εν όψει!» και βλέπω το σπαθάτο μάτι του αξέχαστου κωμικού να μου χαμογελάει καθησυχαστικά, ενώ πονηρά μου έγνεφε να κοιτάξω στην πλατεία, ακριβώς στο μεσαίο κάθισμα της πρώτης σειράς.
Ένας καλοθρεμμένος μαυραγορίτης, καθυστερημένος και αναιδής, προσπαθούσε όχι μόνο να στρογγυλοκαθίσει στη θέση του, όπου δύσκολα χωρούσε, αλλά αναστάτωνε και τους διπλανούς του, ωσότου τοποθετήσει, κάτω από την ψάθινη καρέκλα του, μια ζυγαριά σεβαστού μεγέθους, με όλα της τα εξαρτήματα.
Η πλάστιγγα, οι αλυσίδες, το αντίβαρο, τα χαλίκια, η ταραγμένη μας συνείδηση –αν θέλετε- μας είχε κάνει να οραματισθούμε δραματικούς ηρωισμούς, ενώ επρόκειτο απλούστατα, για το «εμπορικό δαιμόνιο» του Έλληνα, ανάμειχτο με …καλλιτεχνικές προτιμήσεις. Ύστερα από το μόχθο και τις επικίνδυνες συναλλαγές της ημέρας, ήρθε να θεατρισθεί! Μετά την «κερδώον» απογευματινή ανάπαυλα, με τον «Λόγιον Ερμήν»…
Στο διάλειμμα, ο Βασίλης Λογοθετίδης κάλεσε το θυρωρό του θεάτρου στο υπαίθριο καμαρίνι του.
-Γιατί αφήνετε αυτούς τους σαλταδόρους και μπαίνουν στο θέατρο μαζί με το μαγαζί τους και μας αναστατώνουν; Δεν μπορούν να το αφήνουν στην πόρτα;
-Του το είπα κι εγώ κυρ-Βασιλάκη, να την αφήσει τη ζυγαριά στο ταμείο, μουρμούρισε ο θυρωρός, αλλά χάλασε τον κόσμο και φώναξε: «Αυτή η μπαλάντζα είιναι το ψωμί μου και θα την αφήσω σε ξένα χέρια;» Δεν ήθελε να την αποχωρισθεί!

ΕΛΕΝΗ ΧΑΛΚΟΥΣΗ «ΘΕΑΤΡΙΚΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ»
Εκδόσεις ΚΑΚΤΟΣ

 

3 Σχόλια to “το θέατρο στην κατοχή”

  1. Τελευταίος Says:

    Δύσκολες οι στιγμές της εποχής που περιγράφεις και είναι πραγματικά εκπληκτικό το πως γέμιζαν τα θέατρα. Ίσως να αποτελούσαν μια όαση που έκανε το μυαλό να ξεχαστεί η ώρα της παράστασης…

    Την καλημέρα μου.

  2. Όλγα Says:

    Είναι εντυπωσιακό που παρά τις στερήσεις, τις κακουχίες και την πείνα, οι άνθρωποι είχαν ανάγκη και από πνευματική τροφή!

  3. Θωμάς Says:

    Περίτρανη απόδειξη της ευεργετικής επίδρασης του θεάτρου!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: