Archive for Σεπτεμβρίου 2012

τι παίξιμο, Θεέ μου!

08/09/2012

 
Μαρίκα Κοτοπούλη (1887-1954)

Δεν υπάρχει άνθρωπος που να είδε την Μαρίκα Κοτοπούλη στο θέατρο και να μην εξέφρασε το θαυμασμό του. Μια μικροκαμωμένη γυναίκα, με τόσο ταλέντο και τόσο σπάνια φωνή, «νέγρικη» την ονόμαζε ο Τσαρούχης. Όμως, πέρα απ’ το ταλέντο της, δεν υπάρχει επίσης άνθρωπος -ηθοποιός, συνεργάτης ή θαυμαστής- που να είπε κάτι κακό για αυτήν, που να εκστόμισε το παραμικρό παράπονο για την προσωπικότητά της.

Ο Γιάννης Τσαρούχης θυμάται την Μαρίκα Κοτοπούλη:

Είχα την τιμή και την ευτυχία να δουλέψω με την Μαρίκα Κοτοπούλη ως σκηνογράφος σε μερικά έργα που ανέβασε. Στην «Κυρία δε με μέλλει» του Σαρντού, στην «Ελισσάβετ» του Ζωσαί, που έκανα και τα κοστούμια, στην «Κάντιτα» του Μπέρναρ Σω, και στην «Στέλλα Βιολάντη» του Ξενόπουλου. Πέντε μέρες πριν πεθάνει την επισκέφτηκα ύστερα από πολλούς μήνες που είχα να την δω και μου πρότεινε να συνεργαστούμε το καλοκαίρι που ερχόταν στην «Ηλέκτρα» του Σοφοκλέους. Στην «Κυρία δε με μέλλει» με όλα της τα χαρίσματα, δεν μπόρεσε να ταυτιστεί με το ρόλο, έσπασε το καλούπι που δεν είχε αντοχή να βαστάξει το υπέρογκο βάρος του ταλέντου της. Το ίδιο και στην «Ελισσάβετ» για τις σκηνές που είναι κάπως εύθυμες και παριζιάνικα κομψές. Στις σκηνές όμως που ήταν δυνατές, ήταν αξέχαστη. Όταν της φέρνουν τα όπλα του Έσσεξ που εκτελέστηκε κατά τη διαταγή της, έλεγε: «Γονατίστε». Δε θα το ξεχάσω ποτέ. Την άκουγα στερεότυπα κάθε βράδυ. Σ’ αυτό το «Γονατίστε» υπήρχε όλο το δράμα της Ελισσάβετ. Δεν είχε ανάγκη από σκηνοθέτη, δημιουργούσε μόνη το ρόλο της.

Φάγαμε μαζί το μεσημέρι που το ραδιόφωνο ανήγγειλε την κήρυξη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου ανάμεσα από εμβατήρια ελληνικά και αγγλικά. Πριν ακούσουμε το φριχτό άγγελμα, η Κοτοπούλη είπε: «Πολλά εμβατήρια ακούω. Σε λίγο θα ακούσουμε την κήρυξη του πολέμου». Την είδα στην «Αντιγόνη» και μου έκανε κατάπληξη ο ρεαλισμός της. Την είδα ακόμη στην «Εκάβη» του Ευριπίδη, απαίσια ντυμένη, αλλά τι παίξιμο, Θεέ μου! Όλα σβήνανε μπροστά στη δύναμή της: το απαίσιο σκηνικό, τα ασήμαντα κοστούμια και ο ακατάλληλος χώρος στη σφεντόνη του Παναθηναϊκού Σταδίου. Την είδα επίσης στην «Ιφιγένεια εν Ταύροις» του Γκαίτε. Η φωνή της είχε την αμεσότητα και την ορθότητα μιας νέγρικης γλυπτικής.

«Θα ανεβάσουμε μαζί ένα έργο στην Επίδαυρο». «Την Μήδεια;» ρώτησα. «Άσ’ την αυτήν την ρουφιάνα που σκότωσε τα παιδιά της. Την Ηλέκτρα θα ανεβάσουμε μαζί», μου είπε. Λίγες μέρες μετά πέθανε.

Η Κοτοπούλη ήταν ένας τύπος λαϊκός κι ας σύχναζε στο παλάτι. Η αντίληψή της για το παλάτι ήταν ιερή. Δεν ήθελε να συζητήσει την παράδοση ενός θεσμού που σέβονταν πολλά σημαντικά κράτη. Ήταν παραδεκτή απ’ όλους για την τέχνη της και την βαθύτητά της. Άσχετο αν δήλωνε βασιλικιά. Έκανε παρέα μ’ όλο τον κόσμο ασχέτως κομμάτων. Όταν ο ηθοποιός Γιώργος Παππάς αναζητήθηκε σ’ εκείνη από τους χίτες, η Κοτοπούλη είπε: «Δεν ξέρω πού κρύβεται, αλλά κι αν ήξερα δε θα σας έλεγα. Δε θα καταδιώξω ποτέ καταδιωκομένους». Τους αριστερούς ηθοποιούς πάντοτε προστάτεψε και βοήθησε στα κυνηγητά τους από χίτες και Γερμανούς. Τηλεφωνούσε εδώ κι εκεί για να τους ελευθερώνει μετά τις συλλήψεις τους. «Είναι απαραίτητοι στο θέατρο», έλεγε. Έτσι καμουφλάριζε την ανθρωπιά της, με τη δικαιολογία του θεάτρου.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ
αποσπάσματα από κείμενο του για την Μ. Κοτοπούλη
που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό η λέξη, τεύχος 68

δε ζω παρά μόνο για το θέατρο

Ο Λυκούργος Καλλέργης θυμάται την Μαρίκα Κοτοπούλη:

Με την Κοτοπούλη είχα ιδιαίτερη φιλία. Τη θαύμαζα. Αλλά και ποιος δεν τη θαύμαζε. Ήταν μια ηθοποιός που τ’ όνομά της κυριαρχούσε και κυριαρχεί στην ιστορία του ελληνικού θεάτρου, όπως και του Βεάκη, της Κυβέλης και της Παξινού. Στη σκηνή η Μαρίκα δέσποζε, με τη φωνή και το μικροσκοπικό της σώμα, που στη σκηνή έπαιρναν μιαν άλλη διάσταση. Στη ζωή ήταν κοντή και άσχημη. Στη σκηνή όμως ήταν μια ιέρεια. Στη ζωή ήταν γιομάτη χιούμορ, φωνακλού, βωμολόχα, ελεύθερη και άνετη σε κάθε στιγμή, έτοιμη να σχολιάσει και να κοροϊδέψει, αλλά ήταν και πολύ σοβαρή και φοβερά έξυπνη. Θυμάμαι κάποτε που καθόμουν στο καμαρίνι της δίπλα της και την καμάρωνα στον καθρέφτη καθώς μακιγιάρονταν. Εκείνη πρόσεξε τη ματιά μου, σταματάει κάποια στιγμή και μου λέει μέσα από τον καθρέφτη.
-Τι με κοιτάς, Καλλέργη; Εγώ από μικρή κοίταξα τη μούρη μου στον καθρέφτη και είπα στον εαυτό μου: Εσύ, Μαρίκα μου, δεν κάνεις για τις χαρές της ζωής. Για τις χαρές του θεάτρου μόνο κάνεις. Γι’ αυτό δεν ζω πια παρά μόνο για το θέατρο.

ΛΥΚΟΥΡΓΟΣ ΚΑΛΛΕΡΓΗΣ «ΣΤΟ ΔΙΑΒΑ ΤΟΥ ΠΟΛΥΤΑΡΑΧΟΥ 20ΟΥ ΑΙΩΝΑ»
Εκδόσεις ΛΙΒΑΝΗ

ο κόσμος χειροκροτούσε, έκλαιγε, παραληρούσε

Ο Τίτος Βανδής θυμάται μια αξέχαστη παράσταση της Μαρίκας:

Στη «Σκιά» του Νικοντέμι, η Μαρίκα Κοτοπούλη έπαιζε το ρόλο μιας παντρεμένης γυναίκας, τρομερά ερωτευμένης που κάποια σπάνια αρρώστια την καθήλωσε στην αναπηρική καρέκλα για δέκα χρόνια. Στη δεύτερη πράξη η Μαρίκα γίνεται καλά σαν από θαύμα και περιμένει τον άντρα της που έλειπε σε ταξίδι, να του κάνει έκπληξη. Γι’ αυτό όταν μπαίνει στο σπίτι, ο άντρας της, τη βρίσκει να κάθεται χαμογελαστή στην αναπηρική. Όμως πριν προλάβει να του ανακοινώσει τη μεγάλη είδηση, ο άντρας της της εξομολογείται ότι τον καιρό που ήταν άρρωστη είχε δημιουργήσει ένα δεσμό με την καλύτερή της φίλη και της ζητούσε να δείξει κατανόηση και να του δώσει το διαζύγιο. Η Μαρίκα συμφωνεί και φυσικά ούτε μπαίνει στον κόπο να του πει ότι έγινε καλά και παραμένει καθιστή στην αναπηρική καρέκλα.
Μόνο όταν τελειώσει η σκηνή κι αφού φύγει ο άντρας της, στο φινάλε της δεύτερης πράξης, σηκωνόταν, ύψωνε τα χέρια στον ουρανό και φώναζε:
-Θεέ μου. Δώσ’ μου την αρρώστια μου.
Έτσι θα έπρεπε να φωνάζει η Κλυταιμνήστρα, όταν την σκοτώνει ο Ορέστης. Ο κόσμος χειροκροτούσε, έκλαιγε και παραληρούσε.

ΤΙΤΟΣ ΒΑΝΔΗΣ «ΚΟΥΒΕΝΤΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΦΙΛΟΥΣ ΜΟΥ»
Εκδόσεις ΠΡΟΣΚΗΝΙΟ

Αυτό το πραματάκι;

Στα 1905 -σε ηλικία μόλις 18 ετών- η Μαρίκα Κοτοπούλη πρωταγωνίστησε, ως Ηλέκτρα, στην Ορέστεια του Αισχύλου, σε μια παράσταση που δόθηκε στην Αλεξάνδρεια. Ανάμεσα στους θεατές ήταν ο Ίων Δραγούμης και ο Κωνσταντίνος Καβάφης. Ας παρακολουθήσουμε την πρώτη εντύπωση του Δραγούμη, όπως την περιγράφει ο Φρέντυ Γερμανός:

Μια λεπτή γυναικεία σιλουέτα είχε ξεπροβάλλει τώρα στη σκηνή:
«Προς σας θεοί
την προσευχή μου τώρα υψώνω…»
Ο Δραγούμης τινάχτηκε στο θεωρείο του, σαν να έβγαινε από ένα λήθαργο. Εκείνη η λιγνή φιγούρα έμοιαζε να στέλνει ηλεκτρικές εκκενώσεις σε όλο το θέατρο:
«Δούλη κι εγώ είμαι
όπως αυτός εδώ
ο Ορέστης
από τα πλούτη γυμνωμένος…
Ο Δραγούμης είπε σιγά: «Ποια είναι αυτή η φωνή;»
Και μετά πιο δυνατά – σχεδόν άγρια: «Ποια είναι αυτή η φωνή;»
Ο Καβάφης έσκυψε και του είπε ήσυχα, από δίπλα:
«Αυτή, Ίων, είναι η Κοτοπούλη».
Ο Δραγούμης ανοιγόκλεισε τα μάτια του σαν να πάσκιζε να αποκρυπτογραφήσει έναν αναπάντεχο θεατρικό γρίφο:
«Αυτό το πραματάκι;»

ΦΡΕΝΤΥ ΓΕΡΜΑΝΟΣ «Η ΕΚΤΕΛΕΣΗ»
Εκδόσεις ΚΑΚΤΟΣ

Τρία χρόνια αργότερα ο Ίων Δραγούμης και η Μαρίκα Κοτοπούλη θα γνωριστούν και θα ερωτευτούν παράφορα.
Δώδεκα χρόνια αργότερα, ένα μεσημέρι στο σπίτι τους στην Κηφισιά, η Κοτοπούλη θα τον παρακαλέσει, θα τον αγκαλιάσει σφιχτά, θα πέσει στα πόδια του προκειμένου να τον πείσει να μην επιστρέψει στην Αθήνα, καθώς οι Βενιζελικοί ζητούσαν εκδίκηση για την υποτιθέμενη δολοφονία του Βενιζέλου. Ο Δραγούμης δεν την άκουσε. Περήφανος και ακατάδεκτος, όπως ήταν πάντα, προτίμησε να οδηγήσει από τον ίδιο δρόμο που είχαν έρθει στην Κηφισιά, να περάσει ξανά από το σημείο που ήξερε πως τον παραμόνευαν οι άντρες του Γύπαρη και να βρει τελικά το θάνατο από τις σφαίρες των αντρών του εκτελεστικού αποσπάσματος.
Είκοσι τρεις μέρες έκρυβαν από τη Μαρίκα το φριχτό γεγονός, μέχρι που ο Γεώργιος Βλάχος, ο ιδρυτής της Καθημερινής, βρήκε το θάρρος και της είπε πως σκοτώθηκε ο Ίων. Τη συγκλονιστική συνέχεια τη διηγείται ο Δημήτρης Μυράτ:

Έπεσε κάτω στο πάτωμα κι άρχισε να το γδέρνει… έγδερνε τις σανίδες με τα νύχια της και φώναζε Ίων! Ίων! Ίων!
Μετά από πολλά χρόνια, λίγο πριν πεθάνει, μου είπε: «Ξέρεις, εκείνη τη στιγμή τι σκέφτηκα; Άραγε όταν πέφτω χάμω και κλαίω τον Ορέστη, έτσι σωστά τον κάνω; Όπως κλαίω τώρα τον Ίωνα;»

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΥΡΑΤ
από μια διηγήσή του στην εκπομπή ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΟ

Στην ίδια εκπομπή έγινε μια πολύ ευχάριστη ανακάλυψη. Βρήκαμε τη φωνή της Μαρίκας Κοτοπούλη από κάποια παράσταση αρχαίας ελληνικής τραγωδίας! Όλο κι όλο ένα λεπτό. Πολύ πιθανό, σε κάποιο αρχείο να υπάρχουν περισσότερα στιγμιότυπα, ίσως να έχει διασωθεί και ολόκληρη παράσταση, εμείς ας αρκεστούμε σήμερα σε αυτό το ένα λεπτό που υπάρχει στην εκπομπή ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΟ (από 42΄ και 14΄΄ μέχρι 43΄και 14΄΄) από το Ιστορικό Αρχείο της ΕΡΤ. 

μια ιστορική παράσταση 

Στα 1939 η Μαρίκα Κοτοπούλη αποφάσισε να ανεβάσει τη Ηλέκτρα του Σοφοκλή για να γιορτάσει τα 30 χρόνια της θιασαρχικής της καριέρας. Τη σκηνοθεσία ανέλαβε ο νεαρός τότε, Κάρολος Κουν και τα σκηνικά ο Νίκος Εγγονόπουλος. Καθώς οι πρόβες άρχισαν να εντείνονται, διαφάνηκαν τα πρώτα σοβαρά προβλήματα που είχαν να κάνουν με τη δυσκολία της Κοτοπούλη να αποστηθίσει το κείμενο.

Τέσσερις ή πέντε μέρες πριν τη γενική δοκιμή.
Η Μαρίκα ήλθε στην πρόβα. Αλλά μόλις δοκίμασε να πει απ’ έξω τους πρώτους στίχους της μετάφρασης του Μελαχροινού –που ασφαλώς δεν είναι πολύ εύκολη να την αποστηθίσεις και να την πεις- άρχισε να κομπιάζει.

Η Μαρίκα αισθανόταν μετέωρη. Σαν χαμένο πουλί.
Ήταν μια αξέχαστη οδυνηρή πρόβα που όλοι την παρακολουθήσαμε με σκυμμένο το κεφάλι και με σφιγμένη την καρδιά.

Απότομα εγκατέλειψε και πρόβα και σκηνή και έτρεξε στο καμαρίνι της.

Όταν κάποτε ηρέμησε –με τη βοήθεια του Χέλμη- της εξηγήσαμε πως ακόμη υπήρχε καιρός, πολύς καιρός… τέσσερις ολόκληρες μέρες…
Πως αν κλεινόταν στο σπίτι της ήρεμη, με τον υποβολέα βοηθό, θα πρόφθαινε σε τέσσερις ημέρες…
Ψευτιές και μωρολογίες και απάτες. Όλοι το ξέρουμε πως θαύματα δεν γίνονται στην τέχνη. Πως ένα τέτοιο κείμενο μαθαίνεται δυσκολότατα, ότι είναι εργασία πολλών ημερών και πολλών εβδομάδων.

Η καρδιά μας έτρεμε και πιο πολύ από όλων η καρδιά της Μαρίκας και του Χέλμη.

Η αγωνία μας κορυφώθηκε όταν άνοιξε η αυλαία και η Μαρίκα ξυπόλητη, ρακένδυτη, με το κουρεμένο της κεφάλι εμφανίστηκε και στηρίχτηκε στην αριστερή κολόνα του περιστυλίου των Ατρειδών. Κάπου εκεί δίπλα της, πίσω από την κολόνα, ήταν ο υποβολέας, που την παρακολουθούσε λέξη προς λέξη. Όλοι αναρωτιόμαστε τι θα γίνει αν απομακρυνθεί μια στιγμή από το περιστύλιο.
Όποιος πει ότι το βράδυ εκείνο η Μαρίκα έπαιζε την «Ηλέκτρα» του Σοφοκλή, θα πει ψέματα.
Πολλά από τα χάσματα αποδόθηκαν στη συγκίνηση της βραδιάς, άλλα σε κακή σκηνοθεσία, όπως και πολλοί στίχοι «δίχως νόημα» στην κακή μετάφραση του Μελαχροινού!!
Προσωπικά φοβόμουν πως ήταν αδύνατο η Μαρίκα να φτάσει στο τέλος της παράστασης.
Βέβαια, το τάλαντο, η πείρα, η τεχνική της, το τραγικό της πάθος, η συγκλονιστική φωνή της ήρθαν στις μεγάλες στιγμές και κάλυψαν –όσο μπορούσαν- αυτό που έλειπε από την ερμηνεία της

Όταν καμιά φορά, έκλεισε η αυλαία, μέσα σε παραληρήματα χειροκροτημάτων και το καμαρίνι της Μαρίκας πλημμύρισε από φίλους και φιλιά, συγχαρητήρια και λουλούδια, «μπράβο» και υπερθετικά θαυμασμού, όσοι ζήσαμε εκείνο το βράδυ την τραγωδία –όχι της Ηλέκτρας, αλλά της Μαρίκας- δοξάσαμε το Θεό που άντεξε τέτοια δοκιμασία.

Η δοκιμασία συνεχίστηκε. Γιατί από την άλλη μέρα άρχισε να μαθαίνει το ρόλο της, ώσπου σιγά σιγά, πήρε την οριστική του μορφή, εκεί γύρω στη δέκατη ή δέκατη πέμπτη παράσταση.
Και ο καθένας από μας πήρε το μικρό ή μεγάλο του δίδαγμα, αξέχαστο για ολόκληρη τη ζωή.

αποσπάσματα από το βιβλίο της
ΕΛΕΝΗ ΧΑΛΚΟΥΣΗ «ΘΕΑΤΡΙΚΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ»

Εκδόσεις ΚΑΚΤΟΣ

Και όμως, όσο κι αν φαίνεται περίεργο, τελικά η μόνη που κάπως γλίτωσε τα πυρά της κριτικής του Άλκη Θρύλου (Ελένης Ουράνη) ήταν η Μαρίκα Κοτοπούλη! Γράφοντας για την παράσταση στη ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, ο Άλκης Θρύλος είχε για όλους τους συντελεστές κάτι σοβαρό να προσάψει.
Για τον Κουν έγραψε πως αφαίρεσε από την Ηλέκτρα όλη της την ποίηση και την παρουσίασε σαν ένα αποκρουστικό οικογενειακό δράμα.
Για τον χορό πως δεν τον αποτελούσαν συνειδήσεις – ψυχές αλλά γυναικούλες του λαού που περιφέρονταν στη σκηνή και κουτσομπόλευαν.
Για τους υπόλοιπους ηθοποιούς πως έπαιζαν χωρίς καμία ανάταση και δεν μπόρεσαν να μεταδώσουν την πνοή του θρύλου.
Για τις σκηνογραφίες του Εγγονόπουλου πως δεν μπορούσαν να ταιριάξουν αρμονικά με το δράμα του Σοφοκλή, ενώ το ροζ σπιτάκι έμοιαζε περισσότερο με σπίτι κούκλας παρά με παλάτι.
Μόνο για την Μαρίκα Κοτοπούλη έγραψε πως, ναι μεν, είχε συγκλονιστικές στιγμές, που σκόρπισαν ρίγη αλλά είχε και στιγμές που παρασύρθηκε από το άθλιο σύνολο. 
Αυτή ήταν η Μαρίκα Κοτοπούλη. Ήξερε να ξεχωρίζει ακόμα και στις αποτυχίες της.

όλη η κριτική του Άλκη Θρύλου
καθώς και φωτογραφίες από την παράσταση υπάρχουν
στο περιοδικό
ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, τ. 310, 15/11/1939

Advertisements

χειροφίλημα στην κυρία Αρώνη

06/09/2012

Μαίρη Αρώνη (1916-1992)

Χρειάστηκε να κάνει απεργία πείνας ώστε να πείσει τη μητέρα της να της επιτρέψει να φοιτήσει στη δραματική σχολή του Εθνικού Θεάτρου. Τη δεκαετία του 1930 συνεργάστηκε για έξι χρόνια με την Μαρίκα Κοτοπούλη. Μετά τον πόλεμο επέστρεψε στο Εθνικό Θέατρο, στο οποίο έκανε μεγάλη καριέρα. Δυστυχώς έπαιξε σε ελάχιστες ταινίες, μία από αυτές η «Τρελή, τρελή οικογένεια» όπου αξέχαστη έμεινε η ερμηνεία της ως Πάστα Φλώρα.

Ένα χιουμοριστικό περιστατικό από τα γυρίσματα της ταινίας «Μικροί Μεγάλοι Εν Δράσει» διασώζει ο Γιώργος Λαζαρίδης στο βιβλίο του «Φλας Μπακ – Μια Ζωή Γυρίσματα».
Το περιστατικό επιλέχτηκε όχι μόνο γιατί είναι απολαυστικό, αλλά και γιατί απεικονίζει σε μεγάλο βαθμό το χαρακτήρα των τριών πρωταγωνιστών της ταινίας: του Λάμπρου Κωνσταντάρα, του Βασίλη Αυλωνίτη και της Μαίρης Αρώνη.

Έχουμε ορίσει άφιξη ηθοποιών για τις εννιά το πρωί και ο Κωνσταντάρας, όπως και ο Αυλωνίτης, πάντα συνεπείς, είναι εκεί από τις οχτώ και μισή, αλλά η Αρώνη αργεί. Πάει δέκα, κοντεύει έντεκα και δεν εμφανίζεται, οπότε αρχίζει ένας δικαιολογημένος εκνευρισμός, όταν σε μια στιγμή λέει ο Κωνσταντάρας βαλτός από τους άλλους:
-Κατάλαβες, κύριε, εμ αργεί και μας έχει εδώ στημένους, εμ θα πρέπει να της κάνουμε και χειροφίλημα…
-Τι χειροφίλημα; Λέει αγριεμένος ο κατά τα άλλα καλοκάγαθος Αυλωνίτης, που δεν έχει όμως ποτέ ξαναδουλέψει με την Αρώνη.
-Έτσι είναι, Βασίλη μου, συνεχίζει ο Κωνσταντάρας. Η κυρία Αρώνη είναι του Εθνικού, παίζει στην Επίδαυρο, άρα θέλει χειροφίλημα…
-Δεν είσαι καλά, ρε, που θα τη χειροφιλήσω κιόλας που μ’ έχει στημένο από το πρωί. Δεσπότης είναι ή μητροπολίτης;
Στο μεταξύ μπαίνουν και οι άλλοι στο ψιλό γαζί με στόχο τον Αυλωνίτη.
-Δε γίνεται να μην της κάνεις χειροφίλημα, Βασίλη! Είναι ικανή να θυμώσει και να φύγει… Έτσι το έχουνε στο Εθνικό: καλημέρα και χειροφίλημα…
Τούρκος ο Αυλωνίτης.
-Εγώ χειροφίλημα κομμένη! Άμα δε σα κάνω, φωνάχτε άλλον, άσε δηλαδή που θα τ’ ακούσει και χύμα μόλις έρθει… Ποια νομίζει ότι είναι η μαντάμ;
Κάποια στιγμή καταφθάνει η Αρώνη, αεράτη, φουριόζα, αξιαγάπητη, μπαίνει στην «Ωμπέρζ» και μόλις βλέπει τον Αυλωνίτη ορμάει πάνω του χωρίς να μας πει καλά καλά ούτε μια καλημέρα. Τον αγκαλιάζει ενθουσιασμένη κι αρχίζει να του λέει, εντελώς βέβαια απροειδοποίητη για όσα έχουν προηγηθεί:
-Βασίλη Αυλωνίτη! Δεν ξέρεις πόση είναι η χαρά μου που θα παίξω μαζί σου! Είσαι ο αγαπημένος μου, είσαι σπουδαίος  κωμικός, είσαι μεγάλος ηθοποιός κι αυτό ήταν πάντα το όνειρό μου, να παίξω μια μέρα με τον Βασίλη Αυλωνίτη…
Και δεν του τα έλεγε ψέματα όλα αυτά ούτε και για να δικαιολογήσει την αργοπορία της. Τα έλεγε γιατί τα πίστευε. Και τότε είδαμε όλοι μας το πιο… τρελό εκείνης της μέρας.
Ο Αυλωνίτης, που πραγματικά τα είχε χάσει μπροστά σ’ αυτό το χειμαρρώδη ενθουσιασμό, της αρπάζει το χέρι και της λέει:
-Κυρία Μαιρούλα μου! Το χεράκι σου να σου φιλήσω… Δώσ’ μου το χεράκι σου, γιατί κι εγώ αυτό έλεγα τόση ώρα, πότε θα ‘ρθεις να σε γνωρίσω κι από κοντά…

ΓΙΩΡΓΟΣ ΛΑΖΑΡΙΔΗΣ «ΦΛΑΣ ΜΠΑΚ – ΜΙΑ ΖΩΗ ΣΙΝΕΜΑ»
Εκδόσεις ΛΙΒΑΝΗ

οικογένεια ηθοποιών

05/09/2012

 Χριστόφορος Νέζερ (1887-1970)

Σπουδαίος ηθοποιός του ελληνικού θεάτρου, από τους πρώτους που εντάχθηκαν, το 1931, στο νεοσύστατο τότε Εθνικό Θέατρο.
Από το 1957 που ξεκίνησε ο Αλέξης Σολωμός την προσπάθεια για την αναβίωση της Αττικής κωμωδίας, ο Νέζερ κατάφερε να παίξει και στις 11 σωζόμενες κωμωδίες του Αριστοφάνη, τόσο στην Επίδαυρο όσο και στο Φεστιβάλ Αθηνών. Η Ελένη Χαλκούση περιγράφει τις προσπάθειές του.  

Περασμένα τα ογδόντα του, με ένα νεφρό επί τριάντα χρόνια, δίχως χοληδόχο κύστη, με κιρσούς στα πόδια, με μια μετακατοχική περιπέτεια ομηρίας που τον τσάκισε, ύστερα από εξήντα χρόνων θεατρική ζωή, εξακολουθούσε να βρίσκεται στην πρώτη γραμμή των πρωταγωνιστών και να ξεσηκώνει τα πλήθη στην Επίδαυρο και στου «Ηρώδου του Αττικού» σε αληθινό παραλήρημα.
Με μπανταρισμένα τα γόνατα και τα σφυρά, διάνυε τροχάδην χιλιόμετρα (πρόβες, παραστάσεις) στην «αρένα» της Επιδαύρου (…), έφευγε από τις γενικές δοκιμές στις τέσσερις το πρωί (τότε δεν είχαμε «συνδικαλιστικά ωράρια»), ξαναρχόταν για πρόβα στο Ηρώδειο αυγουστιάτικα, ντάλα μεσημέρι, τελείωνε την πρόβα του στις επτά το απόγευμα, και στις οκτώμιση είχε πρεμιέρα, σε ρόλους ξεθεωτικούς όπως στη Λυσιστράτη, στις Εκκλησιάζουσες, στις Θεσμοφοριάζουσες, στις Σφήκες, στους Βατράχους, στον Πλούτο.
Κι όταν ο σκηνοθέτης του έλεγε:
-Καθίστε, κύριε Νέζερ, να επαναλάβουμε τη σκηνή χωρίς εσάς…
Θύμωνε, επιστράτευε όλες του τις δυνάμεις κι απαντούσε οργισμένος:
-Εμπρός! Ξαναπάμε!
Και ξανάρχιζε από την αρχή, κάθιδρος και ασθμαίνοντας.

ΕΛΕΝΗ ΧΑΛΚΟΥΣΗ «ΘΕΑΤΡΙΚΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ»
Εκδόσεις ΚΑΚΤΟΣ

Όλο τον Χριστόφορο θα βλέπω Φιλάργυρο;

Το καλοκαίρι του 1928 ο θίασος Βεάκη – Νέζερ βρέθηκε στην Αίγυπτο για περιοδεία.
Ενώ έπαιζαν στο Ζαγαζίκ μαθαίνουν πως έχει έρθει στο Κάιρο, επικεφαλής θιάσου, ο Ντενί Ντ’ Ινές, φημισμένος ερμηνευτής του Μολιέρου. Τότε ο Βεάκης αποφασίζει να μη δώσουν παραστάσεις για τρεις μέρες ώστε να πάνε στο Κάιρο να δουν  τους Γάλλους που παίζουν Μολιέρο. Φτάνουν οι δυο τους (Βεάκης και Νέζερ) έξω από την Όπερα του Καΐρου, όπου δινόταν η παράσταση,  αλλά δεν τους επιτρέπεται η είσοδος γιατί δε φορούσαν «επίσημο ένδυμα».

-Ένδυμα επίσημον! τους λέει ο θυρωρός.
-Σε μας το λες; Ρωτά ο Βεάκης έτοιμος να αρπαχτεί.
-Μάλιστα! είναι υποχρεωτικό. Ή τουλάχιστον, σμόκιν.
-Βρε, θεατρίνοι, είμαστε, άσε μας να μπούμε! Θέλουμε να δούμε τους Γάλλους. Εμείς κλείσαμε τρεις μέρες το θέατρό μας και ξεκινήσαμε από το Ζαγαζίκ και σε μας λες: «Απαγορεύεται!»;
Λίγο ακόμη και θα ‘ρχονταν στα χέρια.
Καλείται ο Νταλμπάνι, αυτοπροσώπως, με το φράκο και τα μπιχλιμπίδια του και προσπαθεί να συγκρατήσει τον χειμαρρώδη Βεάκη.
-Βρε, τρελός είσαι που δε θα δούμε τους Γάλλους; Όλο το Χριστόφορο θα βλέπω «Φιλάργυρο»;
-Άκου, Αιμίλιε και συ Χριστόφορε, δε σας λέω να μη μπείτε στο θέατρο. Απλώς, να μη καθίσετε στην πλατεία. Να πάτε επάνω, στο υπερώο…
Ο Βεάκης θυμώνει και φεύγει. Ο Νέζερ, όμως ανεβαίνει στον έκτο εξώστη, στο κατάμεστο υπερώο, όπου μόλις και μετά βίας βρίσκει μια θεσούλα, πίσω από μια κολόνα.
Στριμώχνεται εκεί και περιμένει να δει πώς παίζουν το Μολιέρο οι Γάλλοι!
Μόλις εμφανίστηκε ο Αρπαγκόν, αρχίζει ο Νέζερ να σιγολέει από μέσα του το ελληνικό κείμενο.
Μα όταν έφτασε η σκηνή της κλεμμένης κασέλας και άρχισε ο Ντενί Ντ’ Ινές τον περίφημο μονόλογο: «Κλέφτες! Κλέφτες!» ο Νέζερ ξεχάστηκε, παρασύρθηκε και κρατώντας αγκαλιά την κολόνα άρχισε να απαγγέλει κι αυτός ελληνικά το μονόλογό του.
Και σίγουρα θα γινόταν επεισόδιο, αν οι θεατές του υπερώου, Έλληνες οι περισσότεροι, δεν αναγνώριζαν τον Νέζερ και δεν τον χειροκροτούσαν στο τέλος, όπως χειροκρότησαν τον Γάλλο συνάδελφό του.

ΕΛΕΝΗ ΧΑΛΚΟΥΣΗ «ΘΕΑΤΡΙΚΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ»
Εκδόσεις ΚΑΚΤΟΣ

Ο Χριστόφορος Νέζερ με τη Βούλα Ζουμπουλάκη σε μια ταινία του 1958 εδώ

Χριστόφορος Κ. Νέζερ (1903-1995)
(Ξάδερφος του Χ. Νέζερ)

Πήρε μέρος σε πολλές ταινίες του Θόδωρου Αγγελόπουλου. Εκτός από ταλέντο πρέπει να διέθετε και πηγαίο χιούμορ, όπως αποδεικνύεται από το περιστατικό που συνέβη στα γυρίσματα του «Θιάσου». Μας το διηγείται η Αλίκη Γεωργούλη:

Το πλάνο ήταν ένα από τα πιο δύσκολα της ταινίας, από τα πιο αλλόκοτα. Η μηχανή ξεκινούσε από ένα σημείο, έκανε μια ολόκληρη περιστροφή, έβλεπε πρόσωπα και πράγματα και έφτανε στο σημείο, απ’ όπου είχε ξεκινήσει, για να περιστραφεί ακόμα μια φορά. Τότε όλα είχαν αλλάξει. Μέσα στο ίδιο πλάνο. Σκηνικά, ηθοποιοί. Όλοι ήμαστε με κομμένη την ανάσα. Μην κάνουμε κανένα λάθος… Άσε που παρακολουθούσαμε μαγεμένοι τις αλλαγές. Νυχοπατώντας και μεθοδικά οι ειδικοί του συνεργείου, σαν αυτόματα δούλευαν γι’ αυτό. Μέσα στις αλλαγές ήταν και ο Στράτος Παχύς. Έπαιζε τον άντρα μου. Ενώ πρώτα τον βλέπαμε όρθιο, στη δεύτερη περιστροφή της μηχανής ήταν ξαπλωμένος, γυμνός, και από πάνω του κουνιόταν ρυθμικά μια κατάξανθη γυμνή κυρία. Την έκτη ίσως φορά που γυρίστηκε το πλάνο, που όλων τα νεύρα κόντευαν να σπάσουν, που ο Αρβανίτης είχε λαχανιάσει από την ένταση πάνω στη μηχανή, ακούστηκε η περίφημη φράση του κυρίου Νέζερ.
«Άλλη μια φορά αν πάει το πλάνο, κύριε Αγγελόπουλε, σας πληροφορώ ότι θα χύσωμεν».
Ξεσπάσαμε σε γέλια ασυγκράτητα. Ήταν ο κύριος Νέζερ, ο λαλήσας. Συνάδελφος σε πολύ προχωρημένη ηλικία. Του Θόδωρου δεν του άρεσαν αυτά.

ΑΛΙΚΗ ΓΕΩΡΓΟΥΛΗ «ΑΠΟ ΤΟΝ ΛΕΝΙΝ ΣΤΟΝ ΒΕΡΣΑΤΖΕ»
Εκδόσεις ΚΑΚΤΟΣ

 

Μαρίκα Νέζερ (1906-1989)
(αδελφή του δεύτερου Νέζερ και ξαδέλφη του πρώτου)

Μεγάλη ηθοποιός της επιθεώρησης και του κινηματογράφου με αστείρευτο ταλέντο. Την εκτιμούσε ιδιαίτερα η Μαρίκα Κοτοπούλη που της έλεγε: «Εσύ, τι θέλεις και παίζεις στην επίδειξη μπουτιών; Εσύ, πρέπει να παίζεις δράμα μαζί μου». Βγήκε στο θέατρο σε ηλικία 14 ετών, μαζί με την αδελφή της ως «παιδί θαύμα». Είχε την ικανότητα να μιμείται όλους τους ηθοποιούς και τους πολιτικούς της εποχής της.
Διηγείται η ίδια σε μια συγκινητική της εξομολόγηση στην Σπεράντζα Βρανά:

Εγώ, έτσι και δε με χειροκροτούσαν πολύ, έπεφτα στο θάνατο, απελπισία σκέτη, ου, ου, ου, δε με χειροκροτήσανε πολύ και τι θα κάνω τώρα, έλεγα. Αγωνία και χαρά 65 ολόκληρα χρόνια. Έχω παίξει, και τι δεν έχω παίξει! Όλα τα είδη θεάτρου, κωμωδίες, επιθεωρήσεις, οπερέτες, μόνο τραγωδία δεν έχω παίξει. Κι όμως την τελευταία φορά που έπαιξα στο θέατρο Κάπα του Νίκου Κούρκουλου, ήταν η καλύτερή μου εμφάνιση και το καλύτερό μου παίξιμο, έτσι μου ‘πε μια κυρία.

Έχω ακούσει χιλιάδες επαίνους στην καριέρα μου, αλλά αυτός ο ρόλος μου θα μου μείνει αξέχαστος, ίσως επειδή ήταν κι ο τελευταίος! Αφού είναι πολλές φορές που ξυπνάω κι αρχίζω και λέω τα λόγια του ρόλου μου, ιδίως την «εντράτα» μου! Ήταν ο τελευταίος ρόλος που έπαιξα στο θέατρο.

Έχω παίξει σε πολλές επιθεωρήσεις. Στο Ακροπόλ, στου Σαμαρτζή, στο Βέμπο, έκανα πολλά νούμερα με μεγάλη επιτυχία, αλλά ό,τι νούμερο κι αν έκανα, ο κόσμος μου φώναζε: Μιμήσεις! Μιμήσεις! Και με χειροκροτούσανε, κι εγώ πολλές φορές ξανάβγαινα μετά το νούμερο για να τους ευχαριστήσω κι έκανα και μιμήσεις, ό,τι μου ‘ρχότανε, και τότε γινότανε το σώσε…

Στην «Πρόσκληση στον Πύργο» ο Βολανάκης μ’ έβαλε και χαιρέταγα μόνη μου πριν απ’ τον Κούρκουλο που έβγαινε τελευταίος. Και τι χειροκρότημα ήταν αυτό, παιδί μου; Κι όταν καμιά φορά με πονούσε το πόδι μου, στεκόμουνα στην άκρη και πιανόμουνα απ’ την αυλαία και χαιρέταγα για να μη χάσω το χειροκρότημα…

Όλα μου τα νούμερα τα θυμάμαι απ’ έξω, και τώρα που δεν μπορώ να παίξω, γιατί, βλέπεις, τα πόδια μου δεν είναι καλά, ζω με τις αναμνήσεις μου, που είναι όλες γύρω απ’ το θέατρο και μόνον αυτό… Να, προχτές ήταν η Μεγάλη Βδομάδα, Σάββατο του Λαζάρου, και ξημέρωνε Κυριακή των Βαΐων, και λέω στην κουνιάδα μου: «Αφροδίτη, αύριο σταματάνε όλα τα θέατρα!»

ΜΑΡΙΚΑ ΝΕΖΕΡ
από το βιβλίο της Σπεράντζα Βρανά
«Ο ΟΡΓΑΣΜΟΣ ΤΟΥ ΜΠΡΑΒΟ»
Εκδόσεις ΑΓΚΥΡΑ

 Μπορείτε να απολαύσετε τη Μαρίκα Νέζερ σε μια εκπομπή του Φρέντυ Γερμανού εδώ. Διηγείται ιστορίες, κάνει μιμήσεις και τραγουδάει παλιά της νούμερα, ναι, τα θυμόταν ακόμη απ’ έξω!

αντί για δάσκαλος, θεατρίνος

03/09/2012

 

 Διονύσης Παπαγιαννόπουλος (1912-1984)

Μικρός δεν είχε ιδέα από θέατρο. Στο χωριό του, το Διακοφτό, ερχόταν μόνο ο Καραγκιόζης, τον οποίο δεν έχανε ποτέ.
Στην τελευταία τάξη του Γυμνασίου, στο Αίγιο, συμμετείχε σε μια θεατρική παραστάση κι όλοι μετά του έλεγαν μπράβο. Τότε συνειδητοποίησε για πρώτη φορά πως μάλλον είχε ένα ιδιαίτερο ταλέντο στην ηθοποιία.
Μετά το Γυμνάσιο, επέστρεψε στο χωριό του, αλλά η μητέρα του δεν τον άφηνε να σπουδάσει. Έγραψε λοιπόν σε ένα φίλο του στην Αθήνα να του στείλει στο χωριό διάφορα θεατρικά έργα. Εκείνος του έστειλε το «Κόκκινο πουκάμισο» του Μελά, τον «Αγαπητικό της Βοσκοπούλας» και διάφορα άλλα κι άρχισε μόνος του να διοργανώνει παραστάσεις. Μάζευε φίλους του, τους δίδασκε πώς να παίξουν, έφτιαξε τη σκηνή και τα σκηνικά -χωρίς να έχει δει ποτέ του πραγματικό σκηνικό- και για να μη συναντήσει αντιδράσεις, έδινε τις εισπράξεις στην εκκλησία. Μετά το τέλος των παραστάσεων, το είχε αποφασίσει πλέον να γίνει ηθοποιός αλλά είπε στη μητέρα του πως θέλει να σπουδάσει δάσκαλος, γιατί μόνο έτσι θα τον άφηνε να φύγει. Έτσι πάει στην Αθήνα και γράφεται στη Σχολή του Εθνικού.
Το πρώτο καλοκαίρι που επέστρεψε στο χωριό ως «υποψήφιος δημοδιδάσκαλος» του έκαναν και προξενιό! Ένας μακρινός του μπάρμπας του πρότεινε να παντρευτεί ένα καλό κορίτσι, μόλις βέβαια έπαιρνε το πτυχίο του δασκάλου. Του πρόσφερε μάλιστα και «προγαμιαία δωρεά», εκατό χιλιάδες δραχμές, την οποία δε δέχτηκε κι ας μην είχε φράγκο στην τσέπη.
Τον επόμενο χρόνο τελειώνει τη Σχολή του Εθνικού Θεάτρου και ο Βεάκης στέλνει στη μητέρα του συγχαρητήριο τηλεγράφημα «δι’ επιτυχία υιού σας»! Από τη χαρά της η μάνα του, που έρχεται το παιδί της δάσκαλος, κέρασε τον γραμματοκομιστή ένα πακέτο τσιγάρα. Φωνάζει και τον ηλικιωμένο δημοδιδάσκαλο του χωριού και του λέει τα νέα. «Δόξασοι ο Θεός» λέει εκείνος. «Να έρθει το παιδί, εγώ κουράστηκα». Δε διάβασε όμως ο ίδιος το γράμμα να καταλάβει τι είχε συμβεί. Αργότερα η μητέρα του πήγε στο Αίγιο και έδειξε όλο χαρά το γράμμα σε μια ξαδέλφη της και της είπε, για κοίτα εδώ, πρώτος τελείωσε ο γιος μου, δάσκαλος! Τι δάσκαλος, λέει αυτή, εδώ γράφει πως έγινε ηθοποιός! Η μάνα του τρελάθηκε. Τον αποκήρυξε η οικογένεια κι ο μπάρμπας βέβαια πήρε πίσω το προξενιό. «Δε τη σφάζω καλύτερα», είπε «που θα τη δώσω σε θεατρίνο!»  
Όταν όμως έπαιξε τον πρώτο του σημαντικό ρόλο στα «Δημιουργηθέντα Συμφέροντα» στο Εθνικό και του έγραψαν καλή κριτική στην εφημερίδα, όλα άλλαξαν. Γιατί στη διπλανή στήλη απ’ την κριτική υπήρχε ένα άρθρο για τον υπουργό των οικονομικών, τον Μιχαλακόπουλο, ο οποίος ήταν απ’ τα άνω χωριά του Διακοφτού, και όλοι τον είχαν ίνδαλμα. Όταν είδαν λοιπόν το όνομά του δίπλα στο όνομα του Μιχαλακόπουλου και διαβάζοντας πως παίζει στο Βασιλικό Θέατρο, άρα στο θέατρο του Βασιλιά, τότε μόνο αποδέχτηκαν την απόφασή του, τόσο η οικογένεια όσο και το υπόλοιπο χωριό.

για τα πόδια της Λαμπέτη

Μια άλλη σημαντική παράσταση στην οποία πήρε μέρος ήταν «Η Χάνελε πάει στον Παράδεισο» με το θίασο της Μαρίκας Κοτοπούλη, που ήταν η πρώτη θεατρική συμμετοχή της Έλλης Λαμπέτη. Ο Παπαγιαννόπουλος έκανε ένα ξυλοκόπο που βρίσκει στο δάσος -μαζί με τον Δημήτρη Μυράτ- τη Λαμπέτη λιπόθυμη. Την έπαιρνε ο Μυράτ στην αγκαλιά του, την έφερνε μπροστά στη σκηνή και την ξάπλωνε στο ντιβάνι. Με το ένα χέρι την έπιανε κάτω από τη μασχάλη και με το άλλο στα πόδια. Και τα πόδια της Λαμπέτη ήταν τόσο ωραία… Μετά από λίγες μέρες, ο Μυράτ του είπε πως επειδή είχε τα νεφρά του δεν μπορούσε να σηκώνει άλλο τη Λαμπέτη και γι’ αυτό του ζήτησε να τη σηκώνει εκείνος. Ευχαρίστως! απάντησε ο Παπαγιαννόπουλος. Έπαιρνε λοιπόν στα χέρια του τη Λαμπέτη, αλλά φτάνοντας στον καναπέ, δεν ήθελε να την αφήσει. Ο Μυράτ τον σκουντούσε, προχώρα του έλεγε, κι αυτό γινόταν όσο συνεχίζονταν οι παραστάσεις. Κάποια φορά όμως ο Μυράτ του είπε: «Ξέρεις, έγινα καλά, μπορώ να τη σηκώνω εγώ». «Όχι! του απάντησε ο Παπαγιαννόπουλος. Θέλεις να σηκώσεις τη Λαμπέτη και να ξανακυλήσεις; Μια και το συνηθίσαμε, έτσι θα γίνεται». Και τέλειωσαν οι παραστάσεις έτσι.

το ξύλο βγάζει δόντι

Στην ταινία «Το Ξύλο Βγήκε από τον Παράδεισο» ο Σακελλάριος είχε πρόβλημα στη σκηνή με τα χαστούκια που δεν του έβγαιναν πιστευτά. Ούτε ο Ορέστης Μακρής, ούτε ο Τσαγανέας, ούτε ο Γαβριηλίδης μπορούσαν να δώσουν χαστούκι σωστά και με δύναμη. Οπότε μπαίνει ο Παπαγιαννόπουλος και λέει του Σακελλάριου. Φέρε μία να της δώσω εγώ χαστούκι και φραπ! το πέτυχε με την πρώτη. Δόξασοι ο Θεός, λέει ο Σακελλάριος και γυρνάει προς τα 300 περίπου κορίτσια που συμμετείχαν στην ταινία: «Ποια θέλει να είναι η επόμενη;» Μέχρι τότε όλες ήθελαν για να κερδίσουν το γκρο πλαν, μετά όμως το χαστούκι του Παπαγιαννόπουλου, μόνο μία προσφέρθηκε. Φραπ! δίνει μία ο Παπαγιαννόπουλος και της βγάζει ένα δόντι. Α, δεν πειράζει, είπε η κοπέλα, ήταν χαλασμένο και θα πήγαινα στον οδοντίατρο να το βγάλω.

ώρα για ύπνο 

Ο Διονύσης Παπαγιαννόπουλος πήρε μέρος σε 136 ταινίες. Επειδή στην πλειοψηφία τους οι ταινίες γυρίζονταν το καλοκαίρι, κάποιες φορές γύριζε αρκετές -μέχρι και έξι- ταινίες συγχρόνως. Αμέσως μετά τη λήξη της παράστασης έφευγε για το στούντιο ή -όταν είχε εξωτερικές σκηνές- για γειτονικά επαρχιακά μέρη και γύριζε ταινίες μέχρι την άλλη μέρα που άρχιζαν οι παραστάσεις. Από το σπίτι περνούσε μόνο για να πλυθεί και να ξυριστεί. Κοιμόταν σε μία καρέκλα στα παρασκήνια, περιμένοντας πότε θα έρθει η ώρα του να βγει στη σκηνή. Ο φροντιστής τον ξυπνούσε και του έλεγε ποια ήταν η ατάκα που μόλις είχε πει ο συμπρωταγωνιστής του. Μια φορά μάλιστα, παίζοντας με τον Σταυρίδη και την Βέμπο, κοιμήθηκε όρθιος στη σκηνή και κόντεψε να πέσει κάτω. Τον κράτησε όρθιο ο Σταυρίδης κι ο Παπαγιαννόπουλος ξυπνώντας του λέει «τι λέμε;» κι ο Σταυρίδης του απαντάει «Τι να πούμε; τώρα κοιμόμαστε!»
Το να κοιμάται όρθιος δεν ήταν κάτι πρωτόγνωρο για τον Παπαγιαννόπουλο. Την είχε αυτή τη συνήθεια από τον πόλεμο της Αλβανίας. Εκεί στις ατέλειωτες νυχτερινές πορείες, έπιανε ένα μουλάρι από πίσω, του κρατούσε την ουρά και κοιμόταν ενώ περπατούσε.

οι πληροφορίες αντλήθηκαν από συνέντευξη που έδωσε ο Διονύσης Παπαγιαννόπουλος στον Φρέντυ Γερμανό
ΟΙ ΕΚΠΟΜΠΕΣ ΠΟΥ ΑΓΑΠΗΣΑ