η Τρίπολη του Πόντου (Ι)

Ξεκινάμε σήμερα το αφιέρωμά μας στις Αλησμόνητες Πατρίδες με πρώτο σταθμό την Τρίπολη του Πόντου, όπως την περιγράφει η Τατιάνα Γκρίτση Μιλιέξ στο ομώνυμο βιβλίο της που βασίζεται σε μαρτυρίες – διηγήσεις του Χατζηγιώργη Δημητριάδη, του Μιλτιάδη Λαγγίδη και άλλων (62 συνολικά) κατοίκων της Τρίπολης.
(Κάποια από τα σημερινά αποσπάσματα έχουν ήδη δημοσιευτεί στο blog μας σε παλαιότερες αναρτήσεις).

  

Οι αποφάσεις των δημογερόντων

Από τα πιο παλιά χρόνια, κι ίσαμε τα πιο τελευταία, στη δημογεροντία καταφεύγουνε όλοι οι Έλληνες για να λύσουνε τις προσωπικές τους διαφορές. Αποφεύγουνε όσο μπορούνε τα τούρκικα δικαστήρια, κι ακόμα αν γίνει έγκλημα και δεν πέσει στην αντίληψη των Τούρκων οι δημογέροντες το δικάζουν. Έτσι, όταν ο Αντ. Ιωακειμίδης σκότωσε από απροσεξία τον Ι. Εξαρχίδη, η δημογεροντία έβγαλε τούτη την απόφαση: να παντρευτεί ο Αντώνης την κόρη του σκοτωμένου. Έτσι και γίνηκε, και καμιά μάνητα δεν έμεινε ανάμεσα στις δύο οικογένειες. Μα κι αν κάποτε κάποιος δεν έμενε ευχαριστημένος από την κρίση των δημογερόντων – σπάνιο, πάρα πολύ σπάνιο πράγμα – και κατάφευγε στα τούρκικα δικαστήρια, όπου δινόντανε άλλη λύση από κείνη που είχανε βγάλει οι δημογέροντες, όλος ο κόσμος τον κατηγορούσε και έλεγε, πως ύπουλα κέρδισε την υπόθεση, αφού αλλιώτικα την είχανε κρίνει οι δικοί του. Μα γίνονταν και τούτο το χαρακτηριστικό: κάποιες φορές, αν δυο Έλληνες παρουσιαζόντανε στον καδή, εκείνος τους ρωτούσε πώς είχε κρίνει την υπόθεσή τους η δημογεροντία κι ανάλογα έβγαζε και κείνος την απόφασή του.

ΤΑΤΙΑΝΑ ΓΚΡΙΤΣΗ – ΜΙΛΛΙΕΞ “Η ΤΡΙΠΟΛΗ ΤΟΥ ΠΟΝΤΟΥ”
Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ

η Εταιρεία

Μοναδική Τράπεζα στην Τρίπολη ήταν η Γεωργική Τράπεζα Τουρκίας “Ζεραάτ Παγκαασί” που έδινε μακροπρόθεσμα δάνεια μόνο στους γεωργούς με υποθήκη ακινήτων. Πολλές φορές έμποροι και επαγγελματίες Έλληνες βρισκόντουσαν σε δύσκολη θέση από στενότητα χρήματος. Άλλοι πάλι είχαν τα κεφάλαιά τους που έμεναν νεκρά. Ίδρυσαν λοιπόν μιαν “Εταιρεία” η οποία βοηθούσε εκείνους που είχανε ανάγκη και χρησίμευε έτσι και για την κίνηση των νεκρών κεφαλαίων. Βγάλανε μετοχές και κάθε εταίρος είχε την υποχρέωση, επί πέντε χρόνια, να δίνει κάθε μήνα από 20 γρόσια. Μετά από κανονικές καταβολές και ύστερα από 5 χρόνια ο καταθέτης μπορούσε να αποσύρει τη μετοχή του ή να μείνει μέτοχος της Εταιρείας δίχως να καταβάλει άλλα χρήματα, αποκομίζοντας μόνο τα κέρδη του μεριδίου του. Οι συνέταιροι είχανε το δικαίωμα να παίρνουνε δάνεια μικροπρόθεσμα, ίσαμε τριών μηνών, και αφού δυο άλλοι συνέταιροι είχανε προσυπογράψει. Τα δάνεια δίνονταν ανάλογα με την οικονομική επιφάνεια που είχε ο δανειζόμενος και αφού το είχε εγκρίνει το διοικητικό συμβούλιο. Το διοικητικό συμβούλιο έβγαινε κάθε χρόνο μέσα από τους εταίρους. Τούτη η εταιρεία καρποφόρησε γιατί ο καθένας που είχε λίγα χρήματα, αντίς να τ’ αφήνει ανεκμετάλλευτα, τα έβαζε στην Εταιρεία, κι έπαιρνε το μερίδιό του από τα κέρδη, χωρίς να περιφρονεί καθόλου και τη δανειστική ευκολία που μπορούσε να του κάνει.
Μέσα σε τρία χρόνια η Εταιρεία γίνεται γνωστή και γίνονται μέτοχοι και Τούρκοι και Αρμένιοι. Οι εργαζόμενοι παίρνουνε συχνά δάνεια και πληρώνουν τόκους, όμως είναι πάλι καλύτερα από τους παλιούς σαράφηδες και τοκογλύφους που είχανε άλλοτε. Οι μετοχές όλο και παίρνανε αξία και τα κορίτσια αγοράζουνε μετοχές για να φτιάξουνε τα προικιά τους σαν έρθει η ώρα.

ΤΑΤΙΑΝΑ ΓΚΡΙΤΣΗ – ΜΙΛΛΙΕΞ “Η ΤΡΙΠΟΛΗ ΤΟΥ ΠΟΝΤΟΥ”
Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ

 

Κάθε Μάρτη ο παπάς της Τρίπολης, όπως και πριν από την κατάργηση του χαρατσιού, πρέπει να καταθέσει στο τούρκικο ληξιαρχικό μητρώο το «Νοφούς Μεμουρού», τον κατάλογο των παιδιών που γεννηθήκανε μέσα στη χρονιά. Με βάση τούτο το μητρώο, η τουρκική αρχή καταρτίζει το στρατιωτικό φόρο (μπεντέλι) που θα πληρώσουνε κατά κεφάλι οι Έλληνες και τον παραδίνει στο μουχτάρη της περιφέρειας.
Αν υποθέσουμε πως οι στρατευόμενοι της χρονιάς είναι 10 και το «μπεντέλι» 50 λίρες, θα έπρεπε ο μουχτάρης να μαζέψει το ποσόν των 500 λιρών από τους στρατευομένους. Αυτός όμως παραδίνει τον κατάλογό τους στους δημογέροντες που κάνουν κατανομή του ποσού αυτούς σε όλους τους άρρενες Τριπολίτες από 15 χρονώ κι απάνω, ανάλογα με την οικονομική κατάσταση του καθενός.
Όταν μαζευτεί το συνολικό ποσόν που ζητούν οι Τούρκοι, προσθέτουν και το 10% που είναι η αμοιβή του μουχτάρη και του τα παραδίνουν.
(Ο μουχτάρης ήταν Έλληνας που εκλεγόταν με υπόδειξη της δημογεροντίας.)

Μετά το 1908, όταν γίνεται το τουρκικό σύνταγμα, καταργείται το «μπεντέλι», οι χριστιανοί γίνονται Τούρκοι υπήκοοι και υποχρωτικά υπηρετούν στον τούρκικο στρατό. Η θητεία όμως εξαγοράζεται με το λεγόμενο αντισήκωμα. Καθένας είναι τώρα υπεύθυνος για τον εαυτό του με αποτέλεσμα την κατάργηση του μουχτάρη.
(Στον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο το αντισήκωμα καταργήθηκε και οι Πόντιοι είχαν δύο επιλογές: ή να καταταγούν στον τουρκικό στρατό για να καταλήξουν στα τάγματα εργασίας ή να γίνουν φυγόστρατοι και να αρχίσουν να κρύβονται στα βουνά ή σε κρυψώνες).

Η κοινότητα της Τρίπολης ήτανε πολύ πλούσια. Πριν την καταστροφή είχε περιουσία 52.000 λίρες. Ο προϋπολογισμός της χρονιάς έφτανε από 160-200 λίρες εκτός από τη σχολική συνδρομή. Στο μεταξύ είχε και πολλά εισοδήματα από ακίνητα, φουντουκιώνες και τόκους, έξω από τις κληρονομιές και τις δωρεές που της κάνανε.
Τα ταχτικά έξοδα της κοινότητας ήτανε οι μισθοί των πέντε δασκάλων, των ψαλτάδων, του καντηλανάφτη, του κλητήρα της κοινότητας και του νυχτοφύλακα, μοναδικό όργανο τάξης που τους επιτρεπόταν να έχουνε.
Έκτακτα πάλι έξοδα ήτανε τα βοηθήματα που δίνανε στους φτωχούς, χρέη των ορφανών που πληρώνανε, και μερικές υποτροφίες που δίνανε από καιρό σε καιρό σε νέους της πόλης τους. Τέτοια ήτανε να πούμε ο Γ. Σαράφης που τον εστείλανε και σπούδασε στην Τραπεζούντα Μαθηματικά και σαν γύρισε γίνηκε δάσκαλος στην Αστική Σχολή Τριπόλεως, ο Κυριάκος Τσιτελίδης που είχε όμορφη φωνή και τον στείλανε στην Πόλη να μάθει μουσική και άλλοι.
Απ’ το κοινοτικό ταμείο συντηρούνταν και διατηρούνταν το σχολείο και η εκκλησία κι ακόμα, στις μεγάλες ανάγκες του πληθυσμού της Τρίπολης -όπως, να πούμε, σαν ζητούσαν ξαφνικά οι Τούρκοι αντισήκωμα- το κοινοτικό ταμείο δάνειζε εκείνους που είχαν ανάγκη. Έτσι στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, η κοινότητα έδωσε σε όλους χρήματα, γιατί είχανε κλείσει τα ταμεία, οι τράπεζες και οι άλλες εταιρείες. Επειδή μάλιστα έτυχε να μην υπάρχουνε ρευστά χρήματα στα χέρια του Μαυρίδη, που ήταν ο ταμίας της κοινότητας, τον υποχρέωσαν να δανειστεί προσωπικά για να διευκολυνθεί ο πληθυσμός.

tripoli-pontou-cebcceb1cf81cebaceb1cf81ceb9cf83cebcceb5cebdceb7

Η Τρίπολη του Πόντου (2004)
(η φωτογραφία είναι από το Πόντος έν, άστρον φωτεινόν)

 

«Σε μας μόνο με προξενιά παντρεύονταν οι γυναίκες. Τον θέλαμε δεν τον θέλαμε παίρναμε τον άντρα που μας δίνανε, αγάπες και τα τέτοια δεν περνούσανε. Ήξερες όμως πως ο άντρας που σε διάλεξε, σε διάλεξε για σένα, γιατί στον τόπο μας την προίκα οι άντρες δεν την ξέρανε, παίρναν γυναίκα τότε, κι όχι ασκί λεφτά» και η πληροφορήτριά μας (Ωραιοζήλη )προσθέτει περήφανα: «Εδώ στην Ελλάδα μάθανε κι οι δικοί μας να ζητούνε προικιά, μα αν κάνει τέτοιο πράγμα ο γιος μου, θε να πεθάνω από ντροπή».

Την Παρασκευή γίνεται το λούσιμο της νύφης, κι είναι τούτο το έθιμο από τα πιο σπαρταριστά. Αυτή την ημέρα νοικιάζεται από τον πατέρα της νύφης ολόκληρο το Χαμάμ και για όλη την ημέρα. Μόλις λοιπόν ξεκινήσει η νύφη με τις φιλενάδες της για να πάνε στο λουτρό τις οδηγούνε οι κεμεντζέδες -έναν πληρώνει ο γαμπρός, τον άλλο ο κουμπάρος, αν έχει κι άλλον τον πληρώνουνε της νύφης τα γονικά- κι από πίσω έρχονται όλες οι νέες συγγένισσες της νύφης και του γαμπρού να λουστούν κι αυτές, πιο πίσω ακουλουθούσανε τα κοφίνια με τα «χτένια» και λουκούμια, τα ταψιά με τα γλυκά που θα τρώγανε οι κοπέλες μετά το λουτρό και το καλάθι με τα σαπούνια όπου θα έπαιρνε η καθεμιά για να λουστεί. Σαν τελείωνε το λουτρό πάλι με τα όργανα γυρίζανε στο σπίτι της νύφης όπου συναγμένοι ο γαμπρός και οι φίλοι του τις περιμένανε για να συνεχίσουνε το φαγοπότι και το γλέντι. Κι ενώ εκείνοι γλεντούσανε ο κοσμάκης έτρεχε να λουστεί δωρεάν στο νοικιασμένο Χαμάμ που λειτουργούσε όλη την ημέρα με τα έξοδα της νύφης. «Σαν λουζόταν νύφη κι όλη η Τρίπολη λούζονταν», λέει χαμογελώντας η πληροφορήτριά μας.

Ένα από τα έθιμα που έπρεπε να τηρούν οι νύφες στην Τρίπολη ήταν να μη μιλάνε στα πεθερικά τους:

Και πρώτα πρώτα εκείνο το φοβερό «μας» -η συνήθεια να μη μιλάνε στα πεθερικά- που άρχιζε από την πρώτη γνωριμία. Τώρα χρόνια και χρόνια, ίσαμε δέκα, (η νύφη) δεν θα πει ούτε μια κουβέντα στην πεθερά, στον πεθερό, και τα μεγάλα της κουνιάδια, σε ένδειξη σεβασμού. Τούτο το έθιμο το κρατούσανε σ’ όλο τον Πόντο, κι ίσαμε την Έξοδο δεν το παραλείψανε ποτέ. Όσα περισσότερα χρόνια λοιπόν κρατούσανε το «μας», τόσο καλύτερες λέγανε πως είναι οι νυφάδες. Τούτη τη συνήθεια την είχε υπαγορεύσει στην αρχή μια ανάγκη άμυνας των πεθερικών που οπωσδήποτε μέσα στο σπίτι τους θα ερχόντουσαν να κατοικήσουν και μια και δυο νύφες και μπορούσανε να έρθουνε σε λόγια και να καταντήσει αδύνατη η συμβίωση.
(…) Όταν αποφασίζανε να λύσουνε το «μας», κάνανε ένα μικρό τσιμπούσι με τους στενούς συγγενείς. Άλλη συνήθεια ήτανε η νύφη να πλένει τα πόδια των μεγάλων, κι όχι μόνον σαν της το ζητούσανε, αλλά και μόνη της έπρεπε να καταλαβαίνει πότε είχανε ανάγκη και να έχει έτοιμο νερό να τους τα πλύνει.

ΤΑΤΙΑΝΑ ΓΚΡΙΤΣΗ – ΜΙΛΛΙΕΞ “Η ΤΡΙΠΟΛΗ ΤΟΥ ΠΟΝΤΟΥ”
Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ

Οι Χατζήδες

Οι Χριστιανοί ξεκινούσανε για τα Ιεροσόλυμα συνήθως την Καθαρή Δευτέρα ή λίγο πιο νωρίς για να βρεθούν στα Άγια χώματα τις ημέρες των Παθών, “και να ξαναβαδίσουν πάνω στα χνάρια του μαρτυρίου Του”. Το ταξίδι τους διαρκούσε μια εβδομάδα και γυρίζανε πίσω την Κυριακή του Θωμά ή στα μέσα της βδομάδας της Διακαινησίμου.
Το ξεκίνημα από την Τρίπολη γινότανε με πολύν επισημότητα. Άρχιζε με ευχέλαιο στην εκκλησία για να είναι καλό το ταξίδι τους, εκεί μαζεμένος όλος ο κόσμος με αναμμένα κεριά τους περίμενε να βγουν για να τους συνοδέψει ίσαμε το μώλο και να τους ευχηθεί κατευόδιο. Καθένας από κείνους που ξεκινούσε για να γίνει Χατζής έπρεπε να μην έχει κανένα εχθρό, γι’ αυτό τη μέρα της αναχώρησης όλοι οι μαλωμένοι μονοιάζανε και ζητούσανε συγγνώμη απ’ όλους “για να ‘χουνε την ψυχή τους καθαρή και το βήμα ελεύθερο”. Από την εκκλησία ίσαμε το μώλο οι διαλεχτοί που φεύγανε έπρεπε να μοιράζουνε χρήματα στους φτωχούς, και για τούτο, όσοι φεύγανε για το χατζηλίκι έπρεπε να έχουν τον τρόπο τους, αλλιώτικα δεν ήτανε δυνατό να τα βγάλουνε πέρα, γιατί και στο γυρισμό έπρεπε να φέρουν ένα σωρό πράγματα μαζί τους από τον Άγιο τόπο για τους δικούς και για τους φίλους.
Έτσι τιμημένα φεύγανε από τον τόπο τους, μα ο γυρισμός ήτανε πολύ πιο θριαμβευτικός.
Μόλις φαινότανε από μακριά το καράβι που έφερνε τους Χατζήδες, κατέβαινε στο μουράγιο όλος ο πληθυσμός με αναμμένα κεριά, μεταξύ τους και οι παπάδες, γιατί σεβόντουσαν πολύ εκείνους που γυρίζανε και τους θεωρούσανε πιο κοντά στο Θεό. Σ’ όλο το διάστημα της αναμονής ο συναγμένος κόσμος έψελνε τροπάρια. Μόλις άραζε το καράβι, όλοι με μια φωνή τους καλωσορίζανε φωνάζοντας: “Άξιον το προσκύνημά σας” και κείνοι απαντούσανε “καλώς σας βρήκαμε, ο Θεός να σας αξιώσει και σας να το κάνετε”. Από το γιαλό ανηφορίζανε ανάμεσα στον παρατεταγμένο κόσμο και οι στενοί συγγενείς τους κρατούσανε από το μπράτσο τιμητικά ίσαμε την εκκλησία όπου πηγαίνανε να κάνουνε τη λειτουργία του γυρισμού. Μετά τη λειτουργία χωριζόντουσαν πια οι Χατζήδες και καθένας πήγαινε σπίτι του, όπου τον περιμένανε όλοι οι συγγενείς για να πάρουν τα δώρα τους. Και ήταν πολλά και λογιώ λογιώ τα πράγματα που φέρνανε μαζί τους. Πρώτα πρώτα σάβανο γι’ αυτούς τους ίδιους και τις γυναίκες τους, ρούχα που τους είχανε δώσει για να τα πλύνουνε στον ποταμό, κι έτσι ν’ αγιαστούνε, χαϊμαλιά, κομπολόγια, σταυρούς, “επιστολές του Χριστού”, εικονισματάκια, σμύρνα και άγιο χώμα. Οι πιο πλούσιοι φέρνανε και για την εκκλησία καντήλια, εικονίσματα, ή κάποιο άλλο ιερό σκεύος. Απ’ όλα αυτά τα δώρα που φέρνανε δεν επιτρεπότανε να δεχτούν χρήματα, γιατί ο Χατζής έχει υποχρέωση να είναι ανοιχτοχέρης, τσιγγούνη και σφιχτοχέρη δεν τον θέλανε για Χατζή, και πολλές φορές παρατηρήθηκε γυρνώντας από το ταξίδι τους πολλοί άνθρωποι ν’ αλλάζουνε χαρακτήρα και να γίνονται πολύ πιο απλόχεροι, γιατί εκείνοι που εξακολουθήσανε να είναι τσιγγούνηδες δεν είχανε δικαίωμα στον τίτλο του Χατζή, μόνο ψευτοχατζήδες τους αποκαλούσανε κι ήτανε τούτο μεγάλη προσβολή.

ΤΑΤΙΑΝΑ ΓΚΡΙΤΣΗ – ΜΙΛΛΙΕΞ “Η ΤΡΙΠΟΛΗ ΤΟΥ ΠΟΝΤΟΥ”
Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ

3 Σχόλια to “η Τρίπολη του Πόντου (Ι)”

  1. GBatz Says:

    Ωστόσο η εν λόγω κουλτούρα τής ΓΚΡΙΤΣΗ – ΜΙΛΛΙΕΞ στην οποία αναφέρεσαι δεν έχει ανάλογη ανταπόκριση στην άτυπη ή τυπική εκπαίδευση αλλά ούτε στη πολιτική, πιθανόν εξαιτίας διαφορετικών συνθηκών οι οποίοι σε αυτή την εποχή έχουν καλύτερη τύχη

  2. Όλγα Says:

    Αλληλεγγύη. Αυτή η λέξη μου έρχεται διαβάζοντας τα παραπάνω.

    • Θωμάς Says:

      Έτσι δούλευαν οι κοινότητες και στην τουρκοκρατούμενη Ελλάδα. Με τον ίδιο αλληλέγγυο τρόπο.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: