για την Αμάσεια

Η Ευδοκία Επέογλου Μπακαλάκη γράφει για την Αμάσεια, μια πόλη του Πόντου, 70 χιλιόμετρα νότια της Σαμψούντας, στην οποία το 1905 κατοικούσαν 22.000 Τούρκοι, 18.000 Αρμένιοι και 2.500 τουρκόφωνοι Έλληνες.

 

DSC02430

 Αμάσεια
(Φωτογραφία από το http://globalgreek.blogspot.gr/2010/08/27-28-2010.html)

 

τα καραμανλίδικα

Οι Έλληνες της Αμάσειας, όπως είπαμε, ήταν τουρκόφωνοι. Οι περισσότεροι ήξεραν μόνο λίγες ελληνικές λέξεις μεμονωμένες: ψωμί, νερό, θέλω, έλα κ.τ.λ., απομεινάρια των όσων είχαν μάθει στα παιδικά τους χρόνια στο νηπιαγωγείο και τα είχαν ξεχάσει. Λιγότεροι ήταν αυτοί που μπορούσαν να σχηματίσουν απλές προτάσεις.

Όλοι σχεδόν όμως οι άντρες όπως και αρκετές γυναίκες, προπάντων οι νεότερες, ήξεραν να γράφουν και να διαβάζουν τα ελληνικά γράμματα, άσχετα αν δεν καταλάβαιναν αυτά που διάβαζαν, αν ήταν γραμμένα στην ελληνική γλώσσα. Συλλαβίζοντας με κόπο μάθαιναν τις προσευχές απ’ τα προσευχητάρια ή τις μάθαιναν, κυρίως οι γυναίκες προφορικά η μία απ’ την άλλη, πολλές φορές και με φωνητικά λάθη, για να τις διδάξουν στα παιδιά τους.

Η γραπτή γλώσσα των Ελλήνων της Αμάσειας ήταν τα καραμανλίδικα. Μια και δεν ήξεραν να διαβάζουν και να γράφουν τα ελληνικά γράμματα, έγραφαν με ελληνικά στοιχεία την τουρκική γλώσσα που μιλούσαν.
Η χρήση των καραμανλίδικων, και στην Αμάσεια και σ’ άλλα τουρκόφωνα μέρη, δεν νομίζω πως ήταν ένα απλό βόλεμα της ανάγκης. Το ότι προτίμησαν να αποδίδουν την τουρκική, που αναγκαστικά μιλούσαν, στον γραπτό λόγο μ’ ελληνικά στοιχεία, παρά να μάθουν τα τουρκικά γράμματα πήγαζε από μια συνειδητή λαχτάρα κι επιμονή να κρατηθούν Έλληνες.

αποσπάσματα από το βιβλίο της ΕΥΔΟΚΙΑΣ ΕΠΕΟΓΛΟΥ ΜΠΑΚΑΛΑΚΗ “Η ΑΜΑΣΕΙΑ”
Εκδόσεις ΑΔΕΛΦΩΝ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗ

 

σχολεία

Η Αμάσεια δεν έμεινε χωρίς σχολεία ως την πυρκαγιά του 1915¹. Ο Φ. Νιξαρλής σημειώνει: «Στην Αμάσεια υπήρχε νηπιαγωγείο μέχρι και αστική σχολή, της οποίας οι απόφοιτοι πηγαίνοντας σε άλλα κέντρα όπου υπήρχαν γυμνάσια, όπως στο Ζιντζί Ντερέ, στην Τραπεζούντα, στην Πόλη, στη Σμύρνη, αργότερα και στη Σαμψούντα, γίνονταν δεκτοί στην πρώτη τάξη του γυμνασίου.

Σε ομαλούς καιρούς, τα σχολεία λειτουργούσαν τελείως ανεξάρτητα, χωρίς κανένα ενοχλητικό έλεγχο ή επίβλεψη απ’ τις τουρκικές αρχές. Τα μαθήματα που διδάσκονταν ήταν: υποχρεωτικά τα τούρκικα, ελληνικά, μαθηματικά, θρησκευτικά, γεωγραφία και χειροτεχνία. Απαγορευόταν η διδασκαλία της ελληνικής ιστορίας.

Όπως λένε όλες οι πληροφορίες και όσο εγώ η ίδια θυμάμαι, μετά την πυρκαγιά (1915) δεν λειτούργησε κανένα ελληνικό σχολείο επίσημα. Το σχολικό κτήριο είχε καεί, ο διωγμός των Αρμενίων είχε αφήσει πίσω του ένα πανικό, ο Α΄ παγκόσμιος πόλεμος ήδη βρισκόταν στο β΄ έτος του. Κι αν ακόμη οι Τούρκοι θα επέτρεπαν τη λειτουργία κάποιου ελληνικού σχολείου, δεν το τολμούσε η δημογεροντία.

Με όλες όμως αυτές τις οικονομίες και τις πολιτικές δυσκολίες, η αφανής πια εφορεία φρόντισε να λειτουργήσει ένα υποτυπώδες σχολείο για τ’ αγόρια κι ένα άλλο για τα κορίτσια, όπου κατά διαστήματα πήγα κι εγώ -πρέπει να ήμουνα πέντε ή έξι χρονών. Λέγω κατά διαστήματα, γιατί μια έφταιγε κάποια επιδημία, μια κάποιος ύποπτος φόνος ενός Έλληνα ή Τούρκου, μια οι πολιτικές εξελίξεις που έκαναν τους Τούρκους ολιγότερο ανεκτικούς, και το σχολείο έκλεινε τις πόρτες του.

Εκτός από τις δυσκολίες που παρουσίαζε όλο το πρόβλημα της διδασκαλίας γενικά, και οι εξωτερικές συνθήκες ήταν πάρα πολύ δύσκολες, προπαντός το χειμώνα που σ’ αυτά τα μέρη και πολύ χιόνι πέφτει και πολύ κρύο κάνει. Μικρά παιδιά, κουκουλωμένα απ’ την κορυφή ως τα νύχια, περπατούσαμε μεγάλες αποστάσεις για τα χρόνια μας, κρατώντας στο ένα χέρι το μεσημεριανό μας φαγητό δεμένο σε μια πετσέτα και το λέγαμε «τσικί». Το τσικί απαραίτητα περιείχε και πετμέζι που απ’ το κούνα κούνα ως που να φτάσουμε στο σχολείο χυνόταν όλο. Στο άλλο χέρι κρατούσαμε την πάνινη τσάντα μας και σε μια μασχάλη ένα ξύλο για τη σόμπα.

¹Η συγγραφέας εννοεί την πυρκαγιά που ακολούθησε τη γενοκτονία των Αρμενίων.

αποσπάσματα από το βιβλίο της ΕΥΔΟΚΙΑΣ ΕΠΕΟΓΛΟΥ ΜΠΑΚΑΛΑΚΗ “Η ΑΜΑΣΕΙΑ”
Εκδόσεις ΑΔΕΛΦΩΝ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗ

 

Να παίρνουν στο στόμα τους το Χριστό και την Παναγία

Η σχέση τους με τους Ελλαδίτες εκφραζόταν με το «εμείς» και «εκείνοι». Δεν ένιωθαν και δεν ήταν δυνατό να νιώθουν, έτσι όπως ήταν απομονωμένοι μέσα στα βουνα, ότι ανήκαν στον ελλαδικό χώρο και κόσμο. Εκείνοι ήταν Έλληνες – Γιονάν, λίγο πολύ «φραγκεμένοι», ενώ αυτοί ήταν Έλληνες Ρουμ, πιο γνήσιοι και πιο αμιγείς. «Καλά είναι να υπάρχει η Ελλάδα να υπερασπίζει τα δίκαιά μας, αλλά με τους «εκεί» Έλληνες πώς να ταιριάξουμε;»

Ακούγοντας λοιπόν για τη λιτή διαίτα των Ελλήνων με λάδι, ελιές και ρέγγες, για το μέρα ψώνιζε – μέρα φάγε, για την απλυσιά τους μια και δεν είχαν χαμάμια, για την αχτενισιά των γυναικών μη χαλάσουν οι ψιλές κοτσίδες που έπλεκαν τα μαλλιά τους, και το πιο αδιανόητο, να μην έχουν “αναγκαίον” (αποχωρητήριο) στα σπίτια τους, κι αυτά όλα σε μια χώρα που την έκαιγε ο ήλιος και να μην είχαν κι “αμπέλια” να παραθερίζουν, έβλεπαν ότι σε τίποτε δεν τους έμοιαζαν, κι ας ήταν κι “εκείνοι” Έλληνες. Τίποτε δεν τους ταίριαζε κι η διαφορά μεγάλωνε και βάθαινε. Και πάνω απ’ όλα ακούγοντας ότι οι Ελλαδίτες πάνω στο θυμό τους μπορούσαν να παίρνουν στο στόμα τους το Χριστό και την Παναγία και να βρίζουν τα ιερά και τα όσια, διαφοροποιούσαν θρησκευτικά τον εαυτό τους, και φυσικά θεωρούσαν τους Γιονάν όχι καλούς χριστιανούς όπως ήταν οι Ρουμ.

ΕΥΔΟΚΙΑ ΕΠΕΟΓΛΟΥ ΜΠΑΚΑΛΑΚΗ “Η ΑΜΑΣΕΙΑ”
Εκδόσεις ΑΔΕΛΦΩΝ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗ

 

η Ανάσταση

Σχεδόν σ’ όλα τα μέρη της Μ. Ασίας η Ανάσταση γιορταζόταν νωρίς την Κυριακή το πρωί. Τότε τα παίρνανε πίσω και τα διαβασμένα αυγά, ο καθένας τσούγκριζε το δικό του με τους άλλους κι αντάλασσαν ευχές. Η συνήθεια της μαγειρίτσας, το Σάββατο τα μεσάνυχτα, ήταν άγνωστη στην Αμάσεια και στην Άγκυρα.
Η λειτουργία γινόταν σε μικτή γλώσσα. Ορισμένα μέρη τα διάβαζε ο παπάς στα ελληνικά. Άλλα πάλι, όπως το “Πάτερ ημών”, το “Πιστεύω” και τους “Χαιρετισμούς” τα διάβαζε στα καραμανλίδικα.

απόσπασμα από το βιβλίο της ΕΥΔΟΚΙΑΣ ΕΠΕΟΓΛΟΥ ΜΠΑΚΑΛΑΚΗ “Η ΑΜΑΣΕΙΑ”
Εκδόσεις ΑΔΕΛΦΩΝ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗ

Ο χάρτης είναι από το βιβλίο “Η ΑΜΑΣΕΙΑ” της Ευδοκίας Επέογλου Μπακαλάκη
Εκδόσεις ΑΔΕΛΦΩΝ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗ

οι φυλακές της Αμάσειας

Σε λίγες μέρες γέμισαν οι περίφημες φυλακές της Αμάσειας απ’ την αφρόκρεμα του ελληνισμού του Πόντου, κυρίως απ’ τη Σαμψούντα, Πάφρα, Ακ Νταγ, Οινόη, Ορδού, Χατζηκιόι, Τραπεζούντα, Κερασούντα κ. ά. Σε κάθε φυλακισμένο αντιστοιχούσε χώρος δύο πήχεις μάκρος κι ένα πλάτος. Κρύο, υγρασία, αρρώστιες, ψείρα. Όλοι αυτοί οι φυλακισμένοι προορίζονταν για εκτέλεση.
Στις 2 Σεπτεμβρίου 1921 στήθηκε το περιβόητο Δικαστήριο της Ανεξαρτησίας (Ιστικλάλ Μαχκεμεσί). Μαχαίρι δεν άνοιγε το στόμα κανενός, θαρρείς και τα πάντα τα πλάκωνε μια βαριά σιωπή. Μόνο που τώρα άρχιζαν να ταράζουν τη νεκρική σιγή της νύχτας το σπαραχτικό τρίξιμο απ’ τις βοϊδάμαξες που συνόδευαν τους φρουρούς των εξορίστων. Καραβάνια ολόκληρα, χώρια οι γυναίκες, χώρια οι άντρες διέσχιζαν το δρόμο απ’ τη μια άκρη του ποταμού ίσαμε την άλλη και τραβούσαν κατά πως λέγαν «πιο μέσα…». Ξυπόλητοι, ξεσκισμένοι, παραμορφωμένοι απ’ την πείνα και τα βασανιστήρια, μόλις έσερναν τα πόδια τους, παπάδες, δάσκαλοι, επιστήμονες, έμποροι μέσα στον άλλο όχλο, θλιβερά απομεινάρια της πείνας και της βίας.

 

γιατί δεν έγινε σφαγή

Έίδα τους 69 κρεμασμένους απ’ τη μια άκρη της όχθης του ποταμού ως την άλλη, ανάμεσα τους και πολλοί φίλοι της οικογένειάς μας. Είδα στην αλυσίδα των εξορίστων να μαστιγώνουν μικρά παιδιά, άρρωστους γέρους και γριές για να περπατάν πιο γρήγορα. Ανάφερα για τις γυναίκες που πέταξαν τα μωρά τους στον Ίρη, για να τα απαλλάξουν απ’ το βάρος της ζωής, και να απαλλαγούν κι αυτές. Μα πιο πολύ απ’ όλα φοβήθηκα το τάγμα του Τοπάλ Οσμάν, όταν ξαφνικά μια μέρα, βρεθήκαμε μπροστά του, την ώρα που πηγαίναμε με τη μητέρα μου κάπου. Και φυσικά γυρίσαμε πίσω. Ήταν η ώρα που, ύστερα απ’ τη σφαγή στη Μερζεφούντα, έμπαινε στην Αμάσεια για να συνεχίσει το μακελειό του.
Ένα θέαμα επιβλητικό, αλλά τρομαχτικό, που σε παρέλυε. Μαυροντυμένοι όλοι απ’ την κορυφή ως τα νύχια με φυσεκλίκια αστραφτερά, καβάλα σε πανομοιόμορφα νεαρά άλογα αραβικής ράτσας, και πρώτος ο αρχηγός τους. Όλοι οι Ρωμιοί -φυσικά τα γυναικόπαιδα, γιατί οι άντρες ήταν εξόριστοι- πίστεψαν πως είχαν πια την απάντηση στην επαναλαμβανόμενη απορία τους: “Άραγε θάρθει κι εδώ!” Ο σφαγέας ήταν πια μέσα στην πόλη. Χριστιανός χριστιανό δεν είδε, δεν του μίλησε κείνη τη μέρα. Κλειδομανταλωμένοι όλοι στα σπίτια μας περιμέναμε τη νύχτα, την ώρα της σφαγής. Στον παραμικρό θόρυβο κάποιος τιναζόταν: “Έρχονται!”. Κι οι άλλοι ξεψυχισμένα επαναλάμβαναν: “Ακόμα… ακόμα…;” Ήταν πραγματικά μια νύχτα που ακόμα την “τρέμει ο λογισμός”. Το ξημέρωμα επιτέλους μας βρήκε ζωντανούς!
Η γυναίκα του Μουτασαρίφη (νομάρχη) της Αμάσειας Εμίν-Μπέη, που ήταν βαριά άρρωστη, είχε παρακαλέσει τον άντρα της να μην επιτρέψει τη σφαγή, για να μη κλάψει τόσες καλές φίλες της!

ΕΥΔΟΚΙΑ ΕΠΕΟΓΛΟΥ ΜΠΑΚΑΛΑΚΗ “Η ΑΜΑΣΕΙΑ”
Εκδόσεις ΑΔΕΛΦΩΝ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗ

 

2 Σχόλια to “για την Αμάσεια”

  1. atheofobos Says:

    Είναι εντυπωσιακό πως οι τουρκόφωνοι Έλληνες από τις αρχές του 18ου αιώνα για δύο ολόκληρους αιώνες έβγαζαν βιβλία, κυρίως θρησκευτικά, αλλά και ιστορικά δοκίμια, διηγήματα και λεξικά, ακόμα και εφημερίδες σε τουρκική γλώσσα, αλλά με ελληνικούς χαρακτήρες, που μπορούσαν να τα διαβάζουν και να τα κατανοούν.
    Προφανώς αυτό γινόταν γιατί τους ήταν δύσκολο να μάθουν το αραβικό αλφάβητο που χρησιμοποιούσαν οι Τούρκοι μέχρι να καθιερώσει το λατινικό ο Κεμάλ.

    • Θωμάς Says:

      Ένα παλιό ανέκδοτο έλεγε πως στο καράβι του ξεριζωμού των Τουρκόφωνων Ελλήνων ο προεστός του χωριού, λίγο πριν φτάσουν στην Ελλάδα, τους μάζευε στο καράβι και τους έλεγε:
      -Κοιτάξτε, τώρα που φτάνουμε στην Ελλάδα, να μη μιλάτε τούρκικα. Να μιλάτε ελληνικά, εντάξει;
      -Έβετ, απαντούσαν όλοι με μια φωνή.
      Πέρα από αστεία όμως, το ότι μιλούσαν τούρκικα, τους δημιούργησε πολλά προβλήματα στην προσπάθειά τους να ζήσουν στην Ελλάδα.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: