1824 (I)

Τον Ιανουάριο του 1824 η επαναστατημένη Ελλάδα είχε δύο κυβερνήσεις. Μία εγκαταστημένη στο Κρανίδι -με επικεφαλής τον Γεώργιο Κουντουριώτη- που είχε ως βάση πολιτικούς της Πελοποννήσου και νησιώτες, και μία δεύτερη -την κυβέρνηση Μαυρομιχάλη- εγκαταστημένη στο Ναύπλιο που την στήριζαν στρατιωτικοί με επικεφαλής τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη.
Η μία κυβέρνηση κατηγορούσε την άλλη ως παράνομη. Όμως ο πλούτος και η δύναμη βρισκόταν στα χέρια της κυβέρνησης Κουντουριώτη που συσπείρωνε στις τάξεις της νησιώτες εφοπλιστές, Στερεοελλαδίτες οπλαρχηγούς, Πελοποννήσιους γαιοκτήμονες, Έλληνες του εξωτερικού αλλά και φιλέλληνες, οι οποίοι ουσιαστικά διαμόρφωναν την ευρωπαϊκή κοινή γνώμη. Οι στρατιωτικοί μπορεί να είχαν ηγέτη τους τον Κολοκοτρώνη αλλά η δύναμή τους ήταν περιορισμένη και μάλιστα είχαν αρχίσει να φυλλοροούν καθώς ο Κουντουριώτης δε δίσταζε υπογείως, ακόμα και με προσφορά χρημάτων, να προσπαθεί
 να προσεταιριστεί αρκετούς στρατιωτικούς, οι οποίοι σιγά σιγά αυτομολούσαν προς το Κρανίδι και δήλωναν πως αναγνώριζαν τον Κουντουριώτη ως πρόεδρο της εκτελεστικής εξουσίας. Ακόμα και ο Παπαφλέσσας, που ήταν στο Ναύπλιο υπουργός Εσωτερικών και Αστυνομίας είχε αρχίσει να σκέφτεται την αποσκίρτηση και έκανε κρυφές συνεννοήσεις με την κυβέρνηση του Κρανιδίου. Μόνο οι έμπιστοι του Κολοκοτρώνη (Νικηταράς, Πάνος Κολοκοτρώνης, Σταϊκόπουλος κ.ά.) αρνούνταν να αναγνωρίσουν τον Κουντουριώτη και επέμεναν στη σύγκληση εθνοσυνέλευσης που θα έκρινε οριστικά τις διαφορές μεταξύ των δύο παρατάξεων.
Εντωμεταξύ ο Κουντουριώτης αναζητούσε περισσότερα χρήματα ώστε να μπορέσει να στρατολογήσει κι άλλους άντρες και να προσεταιριστεί ακόμα περισσότερα στελέχη της κυβέρνησης του Ναυπλίου. Έστειλε μάλιστα επιστολή στον αδελφό του Λάζαρο Κουντουριώτη ζητώντας του 30.000 γρόσια. Στην επιστολή του έγραφε πως με 100.000 γρόσια θα κατάφερνε να «καθυποβάλει πάντας τους αντιπατριώτας».

Greece_location_map_svgΤο Κρανίδι Αργολίδας έπαιξε σημαντικό ρόλο στην Επανάσταση του 1821. Πολλοί Κρανιδιώτες συμμετείχαν στην πολιορκία του Αναπλιού, της Τριπολιτσάς, του Ακροκόρινθου, αλλά και στα Δερβενάκια. Λόγω της φυσικής του οχύρωσης και της καλής σχέσης των Κρανιδιωτών με τους νησιώτες, το Κρανίδι έγινε την περίοδο 1823-24 έδρα της κυβέρνησης Κουντουριώτη.
(από την Βικιπαίδεια)

Στις 17 Ιανουαρίου του 1824, μετά από εισήγηση του Κολοκοτρώνη, η κυβέρνηση Μαυρομιχάλη μεταφέρεται, για μεγαλύτερη ασφάλεια, στην Τριπολιτσά. Στο Ναύπλιο υπήρχε ο κίνδυνος αποκλεισμού από τα υδραίικα πλοία, ενώ στην Τριπολιτσά η κυβέρνηση βρισκόταν κοντά στην Καρύταινα, την πατρίδα του Κολοκοτρώνη, όσο και κοντά στη Μάνη που ήταν η πατρίδα του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη.
Στην Τριπολιτσά, από τις πρώτες ενέργειες της κυβέρνησης Μαυρομιχάλη, ήταν ο προσεταιρισμός των οπλαρχηγών Πλαπούτα, Ανδρούτσου και Γκούρα. Παράλληλα προσπάθησε να ματαιώσει τη σύναψη δανείου με την Αγγλία για να μη λάβει κι άλλα χρήματα η αντίπαλη παράταξη.
Όμως η μεταφορά στην Τριπολιτσά δημιούργησε αρκετά προβλήματα στην κυβέρνηση Μαυρομιχάλη καθώς υπήρχε δυσαρέσκεια πολλών κατοίκων εναντίον των ανδρών του Κολοκοτρώνη, οι οποίοι έμεναν σε σπίτια της πόλης και ζούσαν σε βάρος των κατοίκων. Η δυσαρέσκεια αυτή, υποδαυλιζόμενη βέβαια και από ανθρώπους του Κουντουριώτη, οδήγησε στην ίδρυση μιας εταιρείας με την ονομασία «Αδελφότης», που σκοπό είχε την ένοπλη αντίσταση κατά των στρατιωτών του Κολοκοτρώνη.
Ένα αιματηρό γεγονός, με αφορμή τον φόνο ενός φούρναρη από αξιωματικό της φρουράς του Παπαφλέσσα, οδήγησε σε γενικότερη στάση εναντίον της κυβέρνησης της Τριπολιτσάς και μόνο η επιστροφή του Κολοκοτρώνη έκανε τα πνεύματα να ηρεμήσουν. Όμως την αναταραχή εκμεταλλεύτηκε ο Παπαφλέσσας που, βρίσκοντας αφορμή, έφυγε στο Κρανίδι αναγνωρίζοντας τον Κουντουριώτη ως Πρόεδρο του Εκτελεστικού. Αμέσως ανταμείφθηκε από την αντίπαλη κυβέρνηση με το υπουργείο Εσωτερικών.
Εντωμεταξύ το κλίμα στην Τριπολιτσά παρέμενε βαρύ. Τα μέλη της Εταιρείας πήραν μάλιστα την απόφαση να δολοφονήσουν τον ίδιο τον Κολοκοτρώνη. Τον έσωσε από βέβαιο θάνατο ένας από τους συνωμότες, ο Αν. Σαράτσης ή Τσάτσος, που τελευταία στιγμή άλλαξε γνώμη, μπήκε μπροστά στο παράθυρο και δεν άφησε τους άλλους να πυροβολήσουν. Ο Κολοκοτρώνης αντιλήφθηκε πως χρειάζεται βοήθεια και κάλεσε αμέσως στην Τριπολιτσά τον γιο του, Γενναίο, που ήρθε από το Ναύπλιο, επικεφαλής 200 στρατιωτών.
Δεν ήταν λίγοι αυτοί που πρότειναν στον Κολοκοτρώνη να κρεμάσει για παραδειγματισμό αρκετά στελέχη της «Αδελφότητας». Ο Κολοκοτρώνης όμως αρνήθηκε γιατί ήθελε να αποφύγει την εμφύλια σύγκρουση καθώς πίστευε στη δυνατότητα συμφιλίωσης των δύο αντίπαλων παρατάξεων.

πηγές:
ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΘΝΟΥΣ
ΣΠΥΡΙΔΩΝ ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ: ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ
http://arcadia.ceid.upatras.gr/arkadia/places/palaiopirgos/agwnistes.htm
http://www.sansimera.gr/articles/402

cebdceb9cebaceb7cf84ceb1cf82-cebccf80cebbcebfceba

Νικήτας Σταματελόπουλος ή Νικηταράς:
Παρ’ όλη την υποστήριξή του στον Κολοκοτρώνη, κατά τη διάρκεια της εμφύλιας διαμάχης, ο Νικηταράς κράτησε μετριοπαθή στάση και δεν πήρε μέρος στις μάχες που έγιναν, προσπαθώντας μάλιστα να συμφιλιώσει τις δύο αντίθετες παρατάξεις.  
Η εικόνα και οι πληροφορίες που ακολουθούν είναι από την
ΑΡΓΟΛΙΚΗ ΑΡΧΕΙΑΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ

Ο Νικηταράς, ή Νικήτας Σταματελόπουλος, υπήρξε ένας από σημαντικότερους και πιο ανιδιοτελείς ήρωες της επανάστασης. Ήταν ανιψιός του Κολοκοτρώνη και από τους πιο αφοσιωμένους του άντρες. Συμμετείχε σε πολλές μάχες ενώ ήταν από τους ελάχιστους που αρνήθηκαν να πάρουν λάφυρα μετά την πολιορκία της Τριπολιτσάς. Το ίδιο και μετά τη μάχη στα Δερβενάκια, από όπου τελικά -μετά από πίεση των συντρόφων του- πήρε μια σέλα, μια ταμπακέρα ξυλόγλυπτη και ένα σπαθί. Το 1826 έλαβε μέρος, μαζί με τον Γ. Καραϊσκάκη, στη νικηφόρα μάχη της Αράχωβας και λίγο αργότερα στην άτυχη μάχη του Φαλήρου.
Μετά την απελευθέρωση ίδρυσε ένα χαρτοποιείο αλλά τόσο ο Καποδίστριας όσο και ο Όθωνας αρνήθηκαν να τον βοηθήσουν οικονομικά με αποτέλεσμα να κλείσει άδοξα την επιχείρησή του. Το 1839 κρίθηκε ένοχος συνωμοσίας κατά του Όθωνα και φυλακίστηκε στο Παλαμήδι. Το 1840 δικάστηκε, κρίθηκε αθώος αλλά οι Βαυαροί δεν δέχτηκαν την απόφαση του δικαστηρίου και με την υπογραφή του Όθωνα τον φυλάκισαν ξανά στην Αίγινα για να αποφυλακιστεί τελικά το 1841 σχεδόν τυφλός λόγω της αρρώστιας του (έπασχε από ζάκχαρο που επιδεινώθηκε στη φυλακή). Αργότερα έχασε και το κτήμα του λόγω των χρεών που είχαν δημιουργηθεί από την εποχή της χαρτοποιίας. Η Πολιτεία του έδωσε μεν τους τιμητικούς τίτλους του υποστράτηγου και του γερουσιαστή αλλά η σύνταξη που του πρόσφερε ήταν πενιχρότατη. Η τελευταία πράξη «ευγνωμοσύνης» του ελληνικού κράτους προς τον Νικηταρά ήταν η προσφορά μιας θέσης επαιτείας στην εκκλησία της Ευαγγελίστριας στον Πειραιά όπου του επέτρεπαν να επαιτεί κάθε Παρασκευή. Πέθανε το 1849 πάμφτωχος, τυφλός και ξεχασμένος.

2 Σχόλια to “1824 (I)”

  1. Όλγα Says:

    Ο Νικηταράς δίνει νόημα στη λέξη Ήρωας. Τα έδωσε όλα για την απελευθέρωση και δε ζήτησε να εξαργυρώσει τις προσπάθειές του ούτε με πολιτικά αξιώματα ούτε με χρήματα. Είναι κρίμα / ντροπή, σήμερα, όταν μιλάμε για τους ήρωες του ’21 να μην τον αναφέρουμε!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: