1824 (III)

Πώς γίνεται να ξεκινάς έναν εμφύλιο πόλεμο και να φορτώνεις την ευθύνη στον αντίπαλο; Πολύ απλό. Ανακοινώνεις πως μεταφέρεις την πρωτεύουσά σου από το Κρανίδι στο Ναύπλιο και ζητάς από τον φρούραρχο του Ναυπλίου -τον Πάνο Κολοκοτρώνη- όχι να σου παραδώσει την πόλη, αυτό θα ήταν έμμεση παραδοχή πως έχει ήδη ξεκινήσει ο εμφύλιος, αλλά ζητάς να σου ετοιμάσει καταλύματα για το βουλευτικό και το εκτελεστικό σου. Και μάλιστα του αφήνεις προθεσμία μιας ώρας να απαντήσει. Αν αυτός αρνηθεί τότε τον καταγγέλεις ως αποστάτη, αντιπατριώτη και εχθρό του έθνους, στέλνεις δυο χιλιάδες άντρες να αποκλείσουν την πόλη και ετοιμάζεις τα καράβια σου για κανονιοβολισμούς.

Έτσι έγιναν τα γεγονότα στις αρχές του Μάρτη του 1824, μόνο που ο Πάνος Κολοκοτρώνης ήξερε από πολιτική και απάντησε στην κυβέρνηση Κουντουριώτη πως το φρούριο του Ναυπλίου του το είχε εμπιστευτεί μια κυβέρνηση εκλεγμένη από εθνοσυνέλευση, άρα δεν μπορούσε να το παραδώσει σε κυβέρνηση που δεν ήταν εκλεγμένη από εθνοσυνέλευση. Πετυχημένη η απάντησή του, αλλά οι Κουντουριωτικοί ήταν αποφασισμένοι να ξεκαθαρίσουν το τοπίο. Αμέσως τα κανόνια των πλοίων άρχισαν να βαράνε, ενώ ξεκίνησε ο αποκλεισμός και οι πρώτες μάχες. Σύντομα έπεσαν οι Μύλοι, έξω από το Ναύπλιο, και εκεί εγκαταστάθηκε η κυβέρνηση Κουντουριώτη που δεν έδειχνε βιασύνη να καταλάβει το Ναύπλιο. Ήταν γνωστό πως οι στρατιώτες του Π. Κολοκοτρώνη δεν ήταν καλά πληρωμένοι και ήδη είχαν αρχίσει τα πρώτα κρούσματα απειθαρχίας. Το πρόβλημα δεν ήταν μόνο οικονομικό αλλά και επισιτιστικό. Στους Μύλους βρίσκονταν οι αποθήκες δημητριακών που προμήθευαν με σιτάρι το Ναύπλιο, την Κόρινθο και το Άργος. Έτσι αρκετοί στρατιώτες άρχισαν σιγά σιγά να εγκαταλείπουν το Ναύπλιο για να καταφύγουν στο αντίπαλο στρατόπεδο. Μέσα σε διάστημα λίγων ημερών από τους 1.100 άντρες του Π. Κολοκοτρώνη είχαν παραμείνει στο Ναύπλιο μόνο 600.

Στις 13 Μαρτίου οι Κουντουριωτικοί κατέλαβαν -χωρίς αντίσταση- το Άργος και μετέφεραν εκεί την κυβέρνησή τους· λίγο αργότερα, στις 19 Μαρτίου, πήραν και την Κόρινθο, χωρίς μάχη. Απλώς υποσχέθηκαν στον φρούραρχο του Ακροκόρινθου πως θα πληρώσουν τους μισθούς των στρατιωτών του κι αυτός τους παρέδωσε το φρούριο.
Τώρα στόχος ήταν η Τριπολιτσά. Το Ναύπλιο μπορούσε να περιμένει. Σε μια εντυπωσιακή επίδειξη δύναμης αποφάσισαν να χτυπήσουν τον εχθρό στην ίδια του την έδρα, στέλοντας μωραΐτικα και ρουμελιώτικα στρατεύματα να αποκλείσουν την Τριπολιτσά. Στην επιχείρηση μετείχαν γνωστοί οπλαρχηγοί (Γιατράκος, Αναγνωσταράς, Πετμεζάς, Μελετόπουλος, Νοταράς κ.ά.). Αρχηγός τους ήταν ο Ανδρέας Λόντος· Μωραΐτης· ανιδιοτελής σαν τον Νικηταρά· που με τις αποφάσεις του θα προκαλούσε εκνευρισμό στον Κουντουριώτη· αλλά ας μην προτρέχουμε.

Στην Τριπολιτσά βρίσκονταν οχυρωμένοι ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ο γιος του, Γενναίος, ο Νικηταράς, ο Δεληγιάννης, οι Γριβαίοι και χίλιοι περίπου στρατιώτες. Στις 21 Μαρτίου ο Κολοκοτρώνης έκανε μια τελευταία προσπάθεια για συμβιβασμό, η οποία όμως πάλι απέτυχε. Στις 24 Μαρτίου οι Κουντουριωτικοί κατέλαβαν τα προάστεια της Τριπολιτσάς και τα σπίτια που ήταν κοντά στο φρούριο. Οι πρώτες εχθροπραξίες διεξήχθησαν χωρίς πείσμα και θύματα. Και οι μεν και οι δε έδειχναν πως δεν είχαν διάθεση για αιματοχυσία. Όχι όλοι όμως. Υπήρχαν αρκετοί που ακόνιζαν τα μαχαίρια τους. Πώς αλλιώς να εξηγηθεί η στάση του άμαχου πληθυσμού της Τριπολιτσάς που συγκεντρώθηκε έξω από το σπίτι του Μαυρομιχάλη ζητώντας του να να συμβιβαστεί; Η αλήθεια είναι πως η κατάσταση ήταν δύσκολη για τους πολιορκούμενους. Ούτε χρήματα είχαν, ούτε πολεμοφόδια, ούτε επάρκεια τροφίμων αλλά αυτό που φόβιζε τους αμάχους ήταν οι απειλές ενός μέρους των πολιορκητών για πλιάτσικο και καταστροφές. Απειλές, που όπως αποδείχτηκε αργότερα είχαν βάση. 

Προς το παρόν έξω απ’ την Τριπολιτσά, αρχηγοί των πολιορκητών, ήταν «οι δυο Ανδρέηδες»,  ο Ανδρέας Λόντος -είπαμε γι’ αυτόν- κι ο Ανδρέας Ζαΐμης, επίσης Μωραΐτης και θανάσιμος εχθρός του Κολοκοτρώνη, μέχρι που τα τσούγκρισε με τον Κουντουριώτη και άλλαξε στρατόπεδο, αλλά πάλι προτρέχουμε.
Και οι δύο Ανδρέηδες ήθελαν τον συμβιβασμό και τον επιδίωκαν. Όχι με τους όρους του Κουντουριώτη, που αξίωνε να συλληφθούν οι οπλαρχηγοί της Τριπολιτσάς, αλλά με αξιοπρεπείς όρους, που μόνο Μωραΐτες προς Μωραΐτες
θα έθεταν σε έναν συμβιβασμό. Συμφωνήθηκε λοιπόν να διαλυθεί η κυβέρνηση της Τριπολιτσάς και καθένας από τα μέλη της να αποχωρήσουν με τους στρατιώτες του για τις επαρχίες τους, οι δε πολιορκητές δεσμεύτηκαν να μην μπουν στην πόλη ώστε να παραμείνει η Τριπολιτσά ουδέτερη.
Η αξιοπρεπής αυτή συμφωνία εξαγρίωσε τους Κουντουριωτικούς που στις 31 Μαρτίου έστειλαν άρον άρον στην Τριπολιτσά επιτροπή που την αποτελούσαν οι Κωλέττης, Ζαφειρόπουλος και Καλαμαριώτης, η οποία αξίωνε την τοποθέτηση φρουράς στην Τριπολιτσά και την παράδοση όλων των «αντιπατριωτών». Ευτυχώς, ο Λόντος δεν τους επέτρεψε να επιβάλουν τους όρους τους, γνωρίζοντας πως κανείς οπλαρχηγός δε θα δεχόταν να συλληφθεί σαν κοινός κακοποιός, αντιθέτως θα προτιμούσε να πολεμήσει λυσσαλέα για όσο καιρό αντέχει.

Έτσι στις αρχές Απριλίου η κυβέρνηση Μαυρομιχάλη αποχώρησε ειρηνικά από την Τριπολιτσά. Ακριβώς τις ίδιες μέρες ο Μπάιρον πέθαινε στο Μεσσολόγγι, μετά από υψηλό πυρετό, ο Καραϊσκάκης άκουγε την ετυμηγορία του -οργανωμένου από τον Μαυροκορδάτο¹- δικαστηρίου, που τον καταδίκαζε ως επίβουλο και προδότη της πατρίδας, ο Οδυσσέας Ανδρούτσος αναγκαζόταν να λύσει την πολιορκία της Χαλκίδας -παραδίδοντας ουσιαστικά την Εύβοια στους Τούρκους- μετά από την εμφάνιση στον κόλπο του Ευρίπου οθωμανικού στόλου αποτελούμενου από 34 πλοία, ενώ στην Κρήτη ο Μανόλης Τομπάζης έφευγε οριστικά από το νησί, μη μπορώντας να αντιμετωπίσει τον Χουσεΐν πασά που εκμεταλλευόμενος την εμφύλια διαμάχη στην Πελοπόννησο, συνέχιζε ανενόχλητος τις σφαγές και τις λεηλασίες σε βάρος της Κρήτης.
Όσο για τον συμβιβασμό που έγινε στην Τριπολιτσά καμιά από τις δύο παρατάξεις δεν τήρησε τους όρους της συμφωνίας. Οι Κολοκοτρώνης και Μαυρομιχάλης αναχώρησαν αμέσως για τις επαρχίες τους με σκοπό να ανασυντάξουν τις δυνάμεις τους και να συνεχίσουν τον πόλεμο, ενώ ο Λόντος επέτρεψε σε στρατιωτικά σώματα να εισέλθουν στην Τριπολιτσά. 300 Ρουμελιώτες και Βούλγαροι  από το σώμα του Χατζηχρήστου μπήκαν σαν κατακτητές στην πόλη προκαλώντας καταστροφές και βιαιοπραγίες. Δυστυχώς ο άμαχος πληθυσμός της Τριπολιτσάς δε γλύτωσε από αυτό που φοβόταν… Και η εμφύλια διαμάχη βρισκόταν ακόμη στην αρχή της…

¹Ο Παπαρρηγόπουλος στο βιβλίο του για τον Καραϊσκάκη γράφει πως ο Μαυροκορδάτος πιέστηκε από άλλους οπλαρχηγούς που βρίσκονταν σε σύγκρουση με τον Καραϊσκάκη.

πηγές:

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΘΝΟΥΣ
Σ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ: ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ
Γ. ΜΑΡΑΒΕΛΕΑΣ: Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1821

Kolokotronis01

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης (1770-1843)
Κατά τη διάρκεια του ρωσοτουρκικού πολέμου και έχοντας πάρει την έγκριση του επικεφαλής των ρωσικών δυνάμεων, -προφανώς ελληνικής καταγωγής- στρατηγού Παπαδόπουλου, ο Κολοκοτρώνης με το πλοίο του άρχισε τις επιδρομές στα παράλια της Αχαΐας σε φρουρές, αποθήκες και κάστρα των Τούρκων, ακόμα και σε πλοία τους. Οι Ζακυνθινοί όμως, που είχαν τακτικό εμπόριο με την Πελοπόννησο, δεν είδαν με καλό μάτι τη δράση του Κολοκοτρώνη και παραπονέθηκαν στον στρατηγό Παπαδόπουλο. Εκείνος όχι μόνο ζήτησε από τον Κολοκοτρώνη να σταματήσει τη δράση του αλλά απαίτησε να του παραδώσει το σπαθί του.
(Το περιστατικό, που συνέβη γύρω στα 1805, διασώθηκε από τον Κωνσταντινουπολίτη λόγιο, Φιλήμονα, που γνώριζε τον Κολοκοτρώνη).

«Όταν μίαν ημέραν ευρίσκετο εις την Λευκάδα, έφθασε εκεί και ο Κολοκοτρώνης με το πλοίον του. Ο Παπαδόπουλος εκάλεσε τον Κολοκοτρώνην να παρουσιασθή εμπρός του κι αυτός επήγε αμέσως διότι δεν εφαντάζετο τι τον επερίμενε. Ο στρατηγός τον εκοίταξεν αυστηρά και του είπεν ότι δεν έπρεπε να κουρσεύη τα παράλια της Αχαΐας. Ο Κολοκοτρώνης δεν ήτο άνθρωπος που εδέχετο να του ομιλούν με αυτόν τον τρόπον. Έγινε κατακόκκινος και καρφώνοντας τα μάτια εις τον Παπαδόπουλον τον ερώτησε:
-Και τα χαρτιά που μούδωσες τι λένε;
-Δεν ξέρω τι λένε, ξέρω τι δεν ήταν σωστό να κάμης.
Ο Κολοκοτρώνης έγινε τώρα καταπόρφυρος από αγανάκτησιν. Εσηκώθηκε και κτυπώντας το χέρι του απήντησεν:
-Τότε να μη μου δίνατε τα χαρτιά που μου δώσατε και όταν μου τα δώσατε να μου λέγατε τι έπρεπε να κάμω και όχι μόνον να χτυπώ τον εχθρό όπου μπορώ.
Ο Παπαδόπουλος αδιαφόρησε για τα λόγια του Κολοκοτρώνη και του είπε:
-Σε παρακαλώ, να βγάλεις το σπαθί σου και να το αφήσης εδώ. Μετά να πας στις φυλακές του κάστρου, προς τιμωρίαν σου γι’ αυτό που έκαμες.
-Εγώ δεν ξέρω νάκανα τίποτε. Έκανα ό,τι όριζαν τα χαρτιά που έχω στα χέρια μου. Ούτε το σπαθί μου παραδίνω, ούτε στο κάστρο πηγαίνω να φυλακιστώ.
-Πρέπει να πας, του είπε ο Παπαδόπουλος, γιατί σ’ αυτό πηγαίνουν και αυτοί οι βασιλιάδες.
-Κι εγώ ήμουν βασιλιάς του λόγγου. Τον εκυβέρνησα χωρίς να έχω γραμμένους νόμους. Όμως κανένα δεν ετιμώρησα άδικα. Οι βασιλιάδες που μπαίνουν σε φυλακή στα κάστρα μπαίνουν γιατί παραβίασαν τους νόμους και έπρεπε να παιδευτούν. Εγώ κανένα νόμο δεν παραβίασα.
Ο Παπαδόπουλος όμως ήταν ανένδοτος.
-Θα κάνεις, του έλεγε, αυτό που όρισα.
-Κι εγώ σου λέω, γκενεράλε, πως δεν θα το κάνω.
Η συζήτησις εκράτησε πολλή ώρα και στο τέλος ο Παπαδόπουλος κατόρθωσε να πείση τον Κολοκοτρώνη ότι έπρεπε να υπακούση και ως μόνη υποχώρησή του δεχόταν να περιορισθή ο γέρος στο πλοίο του και όχι στο κάστρο.
-Το σπαθί μου όμως, απήντησεν ο Κολοκοτρώνης, δεν το παραδίνω. Το έχω αγοράσει με τα χρήματά μου πριν χρόνια. Είναι δικό μου, καταδικό μου, και δεν το ντρόπιασα ποτέ.
Όσο για τη φούντα του σπαθιού μου έστω κι αν την έχω και αυτήν αγορασμένη σας την παραδίνω. Έτσι κι έτσι δεν θέλω να φορώ τέτοιες φούντες. Θέλω να φορέσω όταν θα μου την δώσει ο δικός μου βασιλιάς.
(…) Έρριψε τότε εκστομών τα λόγια που είπε εις τον Παπαδόπουλον την φούντα εις το τραπέζι και κρατών το σπαθί του ως ατίμητον θησαυρόν έφυγε και ετράβηξε διά το πλοίον του. Αργότερα αντάμωσαν εκ νέου ο Κολοκοτρώνης με τον Παπαδόπουλον. Τότε τον εκάλεσεν πάλιν ο Παπαδόπουλος και του είπε να πάρη την φούντα και να την κρεμάση εις το σπαθί του. Ο Κολοκοτρώνης όμως δεν εδέχθη να την πάρη και είπεν υπερήφανα εις τον Παπαδόπουλον:
-Πράγμα που το εξουσιάζουν άλλοι και ημπορούν να μου το παίρνουν, ανάλογα με την όρεξίν τους, δεν το φορώ. Τότε μόνο θα το φορέσω, όταν θα με αξιώση ο θεός να ιδώ ελεύθερη την πατρίδα μου. Τότε που θα την υπηρετώ, δεν θα το κατεβάζω εύκολα και χωρίς λόγον».

πηγή: εφημερίδα ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ, 13/12/1959

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: