1824 (VII)

Το καλοκαίρι του 1824 συνεχίστηκαν οι επιτυχίες του ελληνικού ναυτικού εναντίον των Τούρκων με αποκορύφωμα τη νικηφόρα ναυμαχία του Γέροντα, ενώ επίσης οι Ρουμελιώτες οπλαρχηγοί πέτυχαν σημαντικές νίκες στη Στερεά Ελλάδα.
Όμως το φθινόπωρο είχαμε την αναζωπύρωση του εμφύλιου πολέμου.
Η αφορμή δόθηκε τον Οκτώβριο του 1824. Οι κάτοικοι της Κυπαρισσίας αρνήθηκαν να  πληρώσουν τους φόρους που είχε ορίσει η κυβέρνηση Κουντουριώτη και το γεγονός αυτό -συν το ότι οι οπλαρχηγοί της περιοχής ήταν φίλοι του Κολοκοτρώνη- έκανε την κυβέρνηση να χαρακτηρίσει την ανυπακοή ως ανταρσία και να στείλει στην Κυπαρισσία τον Παπαφλέσσα επικεφαλής ενόπλων. Οι δυνάμεις ήταν ισχυρές και ενισχυμένες με τον Καρατάσο, τον Μακρυγιάννη και τους Βουλγάρους του Χατζηχρήστου.
Η αντίσταση που συνάντησαν όμως ήταν σκληρή. Οι Μοραΐτες δεν έδειχναν διάθεση να υποχωρήσουν. Μάλιστα είχαν παρατήσει την πολιορκία της Πάτρας για να πολεμήσουν εναντίον του Παπαφλέσσα. Η κυβέρνηση Κουντουριώτη σε ενίσχυσή του έστειλε τον Μαυροβουνιώτη με χίλιους άντρες, ενώ λίγο αργότερα ήρθαν να βοηθήσουν τους αντικυβερνητικούς ο Πάνος Κολοκοτρώνης, ο Κανέλλος Δεληγιάννης κι ο εκπορθητής του Ναυπλίου, ο Στάικος Σταϊκόπουλος. Σύντομα η σύρραξη γενικεύτηκε με μάχες γύρω από την Τριπολιτσά, το Ναύπλιο και την Κόρινθο.

Το απροσδόκητο και τραγικό περιστατικό συνέβη στις 3 του Νοέμβρη, 4 η ώρα το απόγευμα. Ο Πάνος Κολοκοτρώνης πηγαίνοντας στη Σιλίμνα να συνεννοηθεί με τον πατέρα του, βρισκόταν στην κοίτη ενός ποταμού, μαζί με τον Βατικιώτη και τον Σαμαρώνη όταν μια σφαίρα τον χτύπησε στο κεφάλι και τον γκρέμισε από το άλογό του αφήνοντάς τον νεκρό. Ο χαμός του Πάνου τσάκισε το ηθικό των αντικυβερνητικών, οι οποίοι τον λάτρευαν. Όλος ο Μοριάς τον έκλαψε, αλλά κυρίως ο πατέρας του, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, που έχασε το κουράγιο του και παραιτήθηκε από κάθε πολεμική ενέργεια. Άρχισαν έτσι κι οι υπόλοιποι Μοραΐτες οπλαρχηγοί ή να τα παρατάνε ή να δέχονται τις λίρες του δανείου δηλώνοντας υποταγή στην κυβέρνηση Κουντουριώτη. Ο Κωλέττης μάλιστα μοίραζε εκτός από λίρες και διπλώματα αξιωματικών. Έφτασε η Ελλάδα να έχει χιλιάδες αξιωματικούς, οι περισσότεροι από τους οποίους δεν είχαν ρίξει ούτε μια τουφεκιά εναντίον των Τούρκων. Και σα να μην έφτανε αυτό, κάλεσε στον Μοριά για ενίσχυση τους Ρουμελιώτες οπλαρχηγούς. Στην επιστολή του ο Κωλέττης έγραφε μεταξύ άλλων:
Οι Μοραΐτες λύσσαξαν από τα πολλά πλούτη, τα οποία ήρπασαν από τους Τούρκους. Και σεις, τρέχετε αυτού χωρίς ψωμί, χωρίς τσαρούχι. Τι περιμένετε λοιπόν;… Άλλην αρμοδιωτέραν περίστασιν δεν θέλει εύρετε ποτέ, διά να πλουτίσετε μεγάλοι και μικροί. Τώρα άνοιξαν διά εσάς δύο πηγαί πλούτου. Οι λίρες του δανείου και τα πλούσια λάφυρα του Μορέως. Τι άλλο πλέον επιθυμείτε;…

Οι Ρουμελιώτες οπλαρχηγοί πέρασαν τον Ισθμό στις 23 του Νοέμβρη του 1824 και συγκρούστηκαν πρώτα με τα στρατεύματα του Λόντου (που είχε στο μεταξύ -μαζί με τον Ζαΐμη- αλλάξει στρατόπεδο) και του Νοταρά.
Λόντος και Νοταράς είδαν με έκπληξη τους μισθοφόρους Ρουμελιώτες στρατιώτες τους να λιποτακτούν, με αποτέλεσμα να υποχωρήσουν. Επακολούθησαν άγριες λεηλασίες στην έδρα των Νοταράδων, τα Τρίκαλα Κορινθίας.
Σειρά είχε μετά η Αιγιαλεία και ύστερα η Αχαΐα όπου στην Κερπινή είχαν οχυρωθεί οι δυο Αντρέηδες, ο Λόντος κι ο Ζαΐμης. Όταν και αυτοί τράπηκαν σε φυγή με τις οικογένειές τους, οι Ρουμελιώτες εισέβαλαν στην Κερπινή για να ακολουθήσουν φοβερές σκηνές: εγκλήματα, βιασμοί, βασανισμοί και λεηλασίες σπιτιών.
Επόμενο θύμα της ορμής των Ρουμελιωτών στάθηκε η πατρίδα των Δεληγιαννέων κι ύστερα η Γαστούνη όπου έγινε ένα πρωτοφανές πλιάτσικο εναντίον του πλούσιου κάμπου της.
Για τα γεγονότα αυτά έγραψε ο Φωτάκος:
Ήρκει μόνον ότι όλοι ήσαν Μοραΐται και όλους τους εγύμνωναν και τους εκαταφρόνουν»
Ενώ ο Σπυρίδων Τρικούπης έγραψε:
«Η εισβολή των πέραν του Ισθμού στρατευμάτων δοθέντων εις αρπαγήν ανακάλεσεν εις την μνήμην των παθόντων όσα κακά έπαθαν επί της εισβολής των Αλβανών οι πατέρες αυτών».

1825 (Ι) και τελευταίο

Ο επίλογος του δράματος παίχτηκε τον Ιανουάριο του 1825. Στις 23 Ιανουαρίου ο Κολοκοτρώνης παραδόθηκε στην κυβέρνηση Κουντουριώτη και φυλακίστηκε στο μοναστήρι του Προφήτη Ηλία, στην Ύδρα. Μαζί του φυλακίστηκαν ο Γρίβας, οι Σισίνηδες, οι Νοταράδες, οι Δεληγιανναίοι και αρκετοί άλλοι.

Έχοντας φυλακίσει όλους τους πολιτικούς της αντιπάλους η κυβέρνηση Κουντουριώτη είχε πετύχει μια πολύ μεγάλη νίκη, αλλά παρέμενε εντελώς ανίκανη να αντιμετωπίσει τα αιγυπτιακά στρατεύματα του Ιμπραήμ που ετοιμαζόταν να εισβάλει στην Πελοπόννησο. Έτσι τον Μάιο του 1825 η κυβέρνηση αναγκάστηκε να διατάξει την αποφυλάκιση των αντιπάλων της.

πηγές:

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΘΝΟΥΣ
NATIONAL GEOGRAPHIC: ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ
ΣΠ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ: ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ
Γ. ΜΑΡΑΒΕΛΕΑΣ: Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1821 ΣΕ ΣΑΡΑΝΤΑ ΜΟΝΟΓΡΑΦΙΕΣ

2 Σχόλια to “1824 (VII)”

  1. Όλγα Says:

    Καλησπέρα Θωμά, στην τελευταία πρόταση » Έτσι τον Μάιο του 1824 η κυβέρνηση αναγκάστηκε…», πρέπει να είναι 1825.

    Όσο για τον Κωλέττη, ο μόνος σίγουρος χαρακτηρισμός που μπορεί να του αποδοθεί, είναι ότι πρόκειται για αμφιλεγόμενο πρόσωπο. Σε πολλούς αγωνιστές φέρθηκε με πολύ αισχρό τρόπο (Μ. Μαυρογένους, Ανδρούτσο, Κολοκοτρώνη).

  2. Θωμάς Says:

    Όπως έγραψες και σε ένα παλιότερο σχόλιο οι πολιτικοί ήταν από τότε υπαίτιοι αρκετών δεινών για την Ελλάδα.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: