τιμητικά αξιώματα

Οι Βυζαντινοί αποκαλούσαν τα τιμητικά αξιώματα «αξίας διά βραβείων» γιατί η απονομή τους γινόταν στη διάρκεια τελετής κατά την οποία ο αυτοκράτορας έδινε στο τιμώμενο πρόσωπο ένα αντικείμενο που συμβόλιζε το νέο του αξίωμα (π.χ. ο σπαθάριος έπαιρνε ένα σπαθί, ο στράτωρ ένα χρυσό μαστίγιο).

Το τιμητικό αξίωμα (ύπατος, δισύπατος, σπαθαροκουβικουλάριος, μάγιστρος, πραιπόσιτος κ.λ.π.) ήταν ισόβιο αλλά όχι κληρονομικό και έδινε, σε όποιον το είχε, το δικαίωμα να εισέρχεται στο παλάτι, να παρίσταται σε διάφορες τελετές και να έρχεται έτσι σε προσωπική σχέση με τον αυτοκράτορα. Επίσης -το σημαντικότερο- συνοδευόταν από ετήσιο μισθό που πληρωνόταν από τον ίδιο τον αυτοκράτορα στους αξιωματούχους. Η συνήθεια αυτή -που ως ένα σημείο ήταν κατάλοιπο του παρελθόντος- στήριζε τη δημόσια οικονομία και αποτελούσε το σύστημα με το οποίο ο αυτοκράτορας πραγματοποιούσε συνεχώς εσωτερικά δάνεια. Κι αυτό γιατί για να αποκτήσει κανείς ένα τιμητικό αξίωμα ήταν υποχρεωμένος να καταβάλει στο κράτος ένα σημαντικό ποσό το οποίο δεν μπορούσε πια να του επιστραφεί. Σε αντάλλαγμα έπαιρνε το ισόβιο αξίωμα και δικαιούνταν κάθε χρόνο να εισπράττει τον μισθό του. Για παράδειγμα ένας πρωτοσπαθάριος (που ήταν υψηλό αξίωμα) τον 10ο αιώνα έπρεπε να καταβάλει από 12 ως 18 λίτρες χρυσού και εισέπραττε μία λίτρα το χρόνο (δηλαδή μια απόδοση που κυμαινόταν μεταξύ 5,5% και 8,3% του αρχικού κεφαλαίου).
Στα κατώτερα αξιώματα η απόδοση του κεφαλαίου ήταν χαμηλότερη (περίπου 3,25%). Συνεπώς η απόκτηση ενός τιμητικού αξιώματος ήταν ταυτόχρονα και ένας τρόπος για επένδυση χρημάτων. Η ετήσια απόδοση ήταν ανάλογη προς τον νόμιμο τόκο και φυσικά ήταν εγγυημένη από το κράτος. Το μειονέκτημα ήταν ότι το αρχικό κεφάλαιο που είχε δοθεί στο κράτος χανόταν οριστικά, ενό ο μισθός πληρωνόταν μόνο στον δικαιούχο και όχι στους κληρονόμους του.

Ο δικαιούχος του τιμητικού αξιώματος είχε και άλλα σημαντικά οφέλη, κοινωνικά και οικονομικά. Ξεχώριζε από τον κοινό λαό μια και γινόταν «έντιμος» (είχε «τιμήν» σε αντίθεση προς τους «ατίμους» που δεν είχαν αξίωμα), είχε προνομιακή μεταχείριση στις δημόσιες υπηρεσίες και στα δικαστήρια (π.χ. απαγορευόταν να βασανιστεί για να ομολογήσει ένα έγκλημα, εκτός της προδοσίας), ενώ αν ξεπερνούσε τον βαθμό του πρωτοσπαθαρίου γινόταν αυτόματα μέλος της συγκλήτου και ανήκε πλέον στη βυζαντινή αριστοκρατία. Επιπλέον έμπαινε στο παλάτι και μπορούσε πια να διεκδικήσει υψηλές θέσεις στη δημόσια διοίκηση, από τις οποίες ο πλουτισμός του ήταν εξασφαλισμένος.

Για να αποκτήσει κάποιος ένα τιμητικό αξίωμα, έπρεπε πρώτα να δώσει την έγκρισή του ο ίδιος ο αυτοκράτορας και βέβαια υπήρχαν κατηγορίες πολιτών που δεν είχαν δικαίωμα να αποκτήσουν τιμητικό αξίωμα: οι απελεύθεροι, οι εγκληματίες, οι μίμοι, οι αιρετικοί, και τέλος οι έμποροι και οι βιοτέχνες οι οποίοι θεωρούνταν ότι ασκούν ταπεινό επάγγελμα εξαίτιας του κέρδους που επεδίωκαν. Με λίγα λόγια, ως τον 11ο αιώνα, η βυζαντινή αριστοκρατία προερχόταν από τους πλούσιους ιδιοκτήτες ακινήτων.

Από τον 11ο αιώνα, κατά τη βασιλεία του Κωνσταντίνου Θ΄ του Μονομάχου, νέα αξιώματα εμφανίστηκαν, τα οποία άρχισαν να μοιράζονται αφειδώς ακόμα και σε εμπόρους και βιοτέχνες. Με τη μεγάλη διάδοσή τους όμως τα αξιώματα έχασαν την αξία τους μέχρι την οριστική τους κατάργηση, το 1081, από τον Αλέξιο Κομνηνό.

ΠΗΓΗ:

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΘΝΟΥΣ

2 Σχόλια to “τιμητικά αξιώματα”

  1. Όλγα Says:

    Κάτι μεταξύ κρατικών ομολόγων και συνταξιοδοτικού προγράμματος… 😀

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: