Βυζαντινοί

Στους 11 αιώνες που πέρασαν από τον πρώτο ως τον τελευταίο Κωνσταντίνο, ο εξωτερικός τρόπος της ζωής άλλαξε πολλές φορές. Ως το τέλος όμως ο πολίτης της αυτοκρατορίας έμεινε συνειδητά ο πιο πολιτισμένος εκπρόσωπος του ανθρώπινου γένους, συνειδητά Ρωμαίος, συνειδητά ορθόδοξος, συνειδητά κληρονόμος της ελληνικής εκλεπτύνσεως. Ο ξυρισμένος όμως ευγενής του 4ου αιώνα που ήταν τυλιγμένος στις πλατιές πτυχώσεις της τηβέννου του και μιλούσε τα ηχηρά λατινικά του δε θα αναγνώριζε ποτέ τον απόγονό του του 15ου αιώνα με τα γένια, το σαρίκι και το σκληρό μανδύα από ύφασμα χρυσοΰφαντο, που μιλούσε μια ελληνική γλώσσα που τα φωνήεντά της είχαν χάσει την ποικιλία τους.
Ακόμα και η φυλετική βάση της αυτοκρατορίας συνεχώς άλλαζε. Στην αρχή η αυτοκρατορία ήταν κοσμοπολίτικη, αυτό που οι Έλληνες ονόμαζαν οικουμενική, και περιλάμβανε όλο τον πολιτισμένο κόσμο. Η εθνικότητα της ήταν μια έννοια άγνωστη. Όταν η παλιά ρωμαϊκή αυτοκρατορία άρχισε να αποσυντίθεται, η νέα αυτοκρατορία δεν βασίστηκε στο εθνικό αίσθημα αλλά, μετά τον 5ο αιώνα, στην ορθοδοξία, και από τον 7ο στην ελληνική γλώσσα. 

Σε όλη τη βυζαντινή ιστορία ένα πλήθος τυχοδιώκτες έφταναν από αναρίθμητες χώρες για να κάμουν την τύχη τους κοντά στον αυτοκράτορα. Στα σύνορα με τους Σαρακηνούς υπήρχε ένα συνεχές πήγαινε έλα. Οι Βυζαντινοί προσχωρούσαν στο Ισλάμ ή οι Σαρακηνοί στον χριστιανισμό, αναλόγως αν ο αυτοκράτορας ή ο χαλίφης πρόσφερε τις καλύτερες ευκαιρίες. Ο πατέρας του επικού Διγενή Ακρίτα ήταν Σαρακηνός εκχριστιανισμένος. Ο αυτοκράτορας Νικηφόρος Α΄ είχε αίμα αραβικό. Οι μετανάστες από τον Βορρά και από τη Δύση, στου τελευταίους κυρίως αιώνες της αυτοκρατορίας, είχαν την τάση, αφού έκαναν την τύχη τους, να ξαναγυρίζουν στην πατρίδα τους -οι Βάραγγοι στην ομίχλη της Σκανδιναβίας ή της Αγγλίας, οι Φράγκοι στη Φλάνδρα ή στην Καταλωνία. Μπορούσαν όμως και να μείνουν. Μπορούσαν και να παντρευτούν, και τα παιδιά που γεννιόνταν από αυτούς τους μικτούς γάμους μπορούσαν, στην επόμενη γενιά, να κυβερνήσουν την αυτοκρατορία. Οι Βυζαντινοί είχαν εξαιρετικά λίγες φυλετικές προκαταλήψεις – το αίμα τους ήταν πάρα πολύ ανακατεμένο. Δέχονταν οποιονδήποτε για συμπολίτη τους φτάνει να ήταν ορθόδοξος και να μιλούσε ελληνικά. Την βαθιά περιφρόνηση για τους ξένους την αισθάνονταν μόνο γιατί οι ξένοι ήταν αιρετικοί και άξεστοι, αμάθητοι στις λεπτότητες του πολιτισμού της αυτοκρατορίας. Κάθε αλλοδαπός που προσηλυτιζόταν και γινόταν υπήκοος του κράτους μπορούσε να παντρευτεί οποιαδήποτε βυζαντινή, όποια κι αν ήταν η καταγωγή του ή η καταγωγή της. 

Η επαφή με τη Δύση, που συνεχώς γινόταν μεγαλύτερη, και το αργό μαρτύριο της αυτοκρατορίας στα χέρια των ιταλικών δημοκρατιών, έκαμε τους ξένους πιο μισητούς στην Κωνσταντινούπολη. Περισσότερο όμως αναθεματίζανε τον ξένο πολιτισμό παρά το ξένο αίμα. Τα σλαβικά έθνη, που είχαν δεχτεί τον πολιτισμό τους από το Βυζάντιο, ποτέ δε συνάντησαν τέτοια φυλετική αντιπάθεια, παρά μονάχα σε καιρό πολέμου. Ακόμα και οι Τούρκοι, που είχαν αντιγράψει από το Βυζάντιο τα στολίδια τους, φαίνονταν στους Βυζαντινούς προτιμότεροι από τους ομόθρησκους Φράγκους. 

Οι Βυζαντινοί ζούσαν σε έναν κόσμο σκληρό και αβέβαιο. Έξω από τα σύνορα ενεδρεύανε συνεχώς οι βάρβαροι και πάρα πολύ συχνά ξεχύνονταν οι ορδές τους και διασχίζοντας τις επαρχίες ή τη θάλασσα, έφταναν μπροστά στις πύλες και της ίδιας της πρωτεύουσας. Οι φωτιές των καταυλισμών των Ούνων, των Περσών, των Βουλγάρων, είχαν όλες λάμψει μπροστά στην Πόλη, τα πλοία των Σαρακηνών και των Ρώσων είχαν σκεπάσει τη θάλασσα κάτω από τα τείχη της. Πριν από τους Βενετούς πειρατές και από τους Τούρκους πολλοί μεγάλοι στρατοί και στόλοι λίγο είχε λείψει να πετύχουν. Στις αρχές του 8ου αιώνα όλοι οι κάτοικοι είχαν διαταγή να έχουνε στα σπίτια τους προμήθειες για τρία χρόνια, τόσοι πολλοί ήταν οι κίνδυνοι που καραδοκούσαν ολόγυρά τους.
Οι Βυζαντινοί, κυκλωμένοι από τον φόβο και την αβεβαιότητα, δεν ήταν δυνατόν να μην είναι φιλύποπτοι, να μην έχουν νεύρα που φούντωναν με το παραμικρό και οδηγούσαν στη μανία ή στον πανικό. Ήταν αναπόφευκτο να ζητάνε παρηγοριά σε πράγματα υπερκόσμια, στην ένωση με τον Θεό και στην ελπίδα για τη μέλλουσα ζωή. Ήξεραν ότι η επίγεια ζωή ήταν θλιβερή. Το απλό γέλιο και ευτυχία των αρχαίων είχαν χαθεί. Το βυζαντινό πνεύμα ήτανε δηκτικό, την εξυπνάδα τους την έδειχναν μονάχα με τον σαρκασμό και με την κοροϊδία. Και αληθινά, και η ίδια η ζωή σαν κοροϊδία έμοιαζε. Σε έναν κόσμο σκοτεινό και ταραγμένο η μεγάλη αυτή αυτοκρατορία, η τελευταία κοιτίδα του πολιτισμού, συνεχώς κλονιζόταν μπροστά στους βαρβάρους και δεν συνερχότανε παρά μονάχα για να αντιμετωπίσει νέες επιθέσεις. Αιώνες ολόκληρους η μεγάλη Πόλη έμεινε άθικτη, σύμβολο στα μάτια των ξένων, αιώνιας δύναμης και αιώνιου πλούτου. Οι Βυζαντινοί όμως ήξεραν ότι κάποια μέρα το τέλος θα ερχόταν, ότι κάποια από όλες αυτές τις επιθέσεις κάποτε θα πετύχαινε. Οι προφητείες που ήταν γραμμένες σε όλη την Κωνσταντινούπολη, σε κίονες και σε σοφά βιβλία, όλες την ίδια ιστορία έλεγαν, για τις ημέρες που δε θα υπήρχαν πια αυτοκράτορες, για τις τελευταίες ημέρες της Πόλης, για τις τελευταίες ημέρες του πολιτισμού.

ΣΤΙΒΕΝ ΡΑΝΣΙΜΑΝ
αποσπάσματα από το βιβλίο «ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ»
Εκδόσεις ΓΑΛΑΞΙΑΣ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: