η πόρτα είναι ξεκλείδωτη

Η Θεοφανώ ήταν αυτοκράτειρα του Βυζαντίου, σύζυγος δύο αυτοκρατόρων, του Ρωμανού Β΄ και μετά τον θάνατό του, του Νικηφόρου Φωκά. Αργότερα βοήθησε τον εραστή της Ιωάννη Τσιμισκή να δολοφονήσει τον Φωκά. Όμως με την επικράτηση του Τσιμισκή η ενοχή της ήταν τόσο φανερή που ο Πατριάρχης ξεκαθάρισε στον Τσιμισκή ότι δεν θα τον έχριζε αυτοκράτορα αν δεν απομάκρυνε την Θεοφανώ. Έτσι η Θεοφανώ εξορίστηκε. Μετά τον θάνατο του Τσιμισκή, οι γιοι της, Βασίλειος Β΄ και Κωνσταντίνος Η΄, την επανέφεραν στο παλάτι, όπου και έζησε μέχρι τον θάνατό της χωρίς όμως να ασχοληθεί ξανά με την πολιτική. 

Ο Καραγάτσης, στο βιβλίο του «Σέργιος και Βάκχος» περιγράφει με τον δικό του -μοναδικό όπως πάντα- τρόπο τους λόγους που έκαναν τη Θεοφανώ να συμμετάσχει στη συνωμοσία του Τσιμισκή:

Χαιρόταν η Θεοφανώ τον κρυφό έρωτά της. Μα ούτε στιγμή τον συνδύασε με πολιτικούς υπολογισμούς. Όντας μυαλωμένη, ήξερε ότι για τον θρόνο των παιδιών της μεγαλύτερη εγγύηση από τον Φωκά δεν υπήρχε. Όταν, εντελώς απροσδόκητα, η κατάσταση αλλάζει ολοκληρωτικά. Ο Φωκάς, αηδιασμένος από την αντίδραση όλου του κόσμου, διαδηλώνει την πρόθεσή του να παραιτηθεί και να καλογερέψει. Μόλις το μαθαίνει η Θεοφανώ, προστρέχει να τον μεταπείσει. 
– Πού μας παρατάς, εμένα και τα παιδιά μου, Νικηφόρε; Σ’ εξορκίζω, μην το κάνεις αυτό! Περίμενε τρία τέσσερα χρόνια, να ενηλικιωθεί ο μεγάλος μου γιος, ο Βασίλειος. Κι απέ, άμε στην ευκή του Θεού!
Ο Φωκάς την ακούει συλλογισμένος. Της απαντάει με μισόλογα. Δεν μπορεί να πάρει, λέει, οριστική απόφαση. Άσε να ιδούμε…
Όλα αυτά δεν καθησυχάζουν τη Θεοφανώ. Βλέπει παντού κιντύνους για τα παιδιά της. Εκνευρίζεται στο έπακρο, χάνει την αυτοκυριαρχία της, την ξεκάθαρη κρίση της. Αυτό περίμενε ο ραδιούργος ευνούχος (Βασίλειος). Ορμηνεύει κατάλληλα τον Τσιμισκή και τον στέλνει να βρει την αγαπητικιά του.
-Μας πρόδωσαν! της λέει με ύφος μελοδραματικό. 
ΘΕΟΦΑΝΩ: (ταραγμένη): Ποιοι; Σε ποιον;
ΤΣΙΜΙΣΚΗΣ: Δεν ξέρω ποιοι. Ξέρω όμως πως ο άντρας σου τα ξέρει όλα. Γίνηκε έξω φρενών από ζήλεια. Απειλεί εμένα να τυφλώσει, εσένα να σε κλείσει σε μοναστήρι. Όσο για τα παιδιά σου, ο Θεός και η ψυχή του…

Τα παιδιά της… Η Θεοφανώ αποτρελαίνεται. Γονατίζει μπροστά στον αγαπητικό της. Τον ικετεύει να βρεθεί τρόπος να γλυτώσουν τα παιδιά της. 
Τρόπος; Και βέβαια υπάρχει τρόπος. Ένας μόνος τρόπος…
-Ποιος τρόπος; ρωτάει η Θεοφανώ, με την αγαλλίαση της ελπίδας.
Ο Τσιμισκής της εξηγεί τον τρόπο…
Όλα τα πάντα γίνηκαν στο Παλάτι του Βουκολέοντα, το χτισμένο στο ακρογιάλι…

Το απόγεμα εκείνης της μέρας, πέντε γυναίκες μπαμπουλωμένες -έκανε κρύο φοβερό- ήρθαν στο Παλάτι και πήγαν κατ’ ευθείαν στα διαμερίσματα της Θεοφανώς. Εκεί, όταν σιγουρεύτηκαν, ξεσκέπασαν τα μούτρα τους, τα στολισμένα με γένια και μουστάκια. Ήσαν φίλοι του Τσιμισκή, συνωμότες. Αργά, λίγο πριν το μεσονύχτι, μια βαρκούλα ήρθε κι άραξε κάτω απ’ το παράθυρο του κοιτώνα της βασίλισσας. Μια ανεμόσκαλα ξετυλίχτηκε απ’ το παράθυρο ως τη βάρκα. Ο Τσιμισκής την ανέβηκε γοργά.
-Άιντε, λέει της Θεοφανώς. Μην αργοπορείς. 
Εκείνη, δίχως να πει λόγο, βγήκε απ’ τον γυναικίτη και πήγε στον κοιτώνα του άντρα της. Ο Νικηφόρος την υποδέχτηκε μάλλον ψυχρά, όχι όμως εχθρικά. Καμωνόταν πως τάχα δεν ήξερε; Ή μήπως ο Τσιμισκής της είπε ψέματα πως ήξερε; Η υποψία πέρασε σαν αστραπή απ’ το μυαλό της. «Θα ήταν φοβερό, στοχάστηκε, να με σπρώξει σε τέτοια φοβερή πράξη με ψέματα!» Συγκρατήθηκε και μίλησε στον άντρα της φιλικά, κατά πώς την είχε ορμηνέψει ο Τσιμισκής. Προσποιήθηκε πως πεθυμούσε να περάσει τη νύχτα μαζί του. Περίμενε με αγωνία την αντίδρασή του. Εκείνος την κοίταξε με μάτι θολό. Ο δαίμονας της σάρκας ξύπνησε μέσα του.
-Καλά, της αποκρίθηκε. Μείνε…
-Πρέπει να καληνυχτήσω εκείνες τις Βουλγάρες που φιλοξενώ. Σε λίγη ώρα θα γυρίσω. Μην κλειδώσεις την πόρτα.
-Καλά, σε περιμένω.
Βγαίνοντας απ’ την κάμαρα έτρεμε σύγκορμη. Η υποψία πως ο Τσιμισκής την εξαπάτησε, γινόταν πιο έντονη. «Πώς μπορεί, αν ξέρει πως είμαι αγαπητικιά του Τσιμισκή, να με δεχτεί στο κρεβάτι του;» Κοντοστάθηκε· σκέφτηκε να γυρίσει στην κάμαρα του άντρα της, να τα μολογήσει όλα. Όλα; Κι αν υποθέσουμε πως ο Νικηφόρος αγνοούσε την αλήθεια; Όχι! Εκεί που έφτασαν τα πράματα, άλλη λύση δεν υπήρχε. Έσκυψε το κεφάλι και πήγε στον γυναικίτη.
-Λοιπόν; τη ρωτάει ο Τσιμισκής.
-Η πόρτα είναι ξεκλείδωτη…
-Πάμε! προστάζει εκείνος τους φίλους του.

Μ. ΚΑΡΑΓΑΤΣΗΣ «ΣΕΡΓΙΟΣ ΚΑΙ ΒΑΚΧΟΣ»
Βιβλιοθήκη ΤΟ ΒΗΜΑ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: