στη Ζάτουνα

Ο Μίκης Θεοδωράκης μιλάει για την εξορία του στη Ζάτουνα της ορεινής Αρκαδίας κατά τη διάρκεια της χούντας.

Και βγαίνω εγώ ο τρελός πρώτος και κάνω την πρώτη οργάνωση, πιάνομαι, μπαίνω στην ασφάλεια, πάω πάνω στη Ζάτουνα με την οικογένειά μου… πού είδατε εσείς μια οικογένεια φυλακισμένη 18 μήνες; Νομίζετε ότι κάναμε «vacance» στο εξοχικό εκεί πάνω; Όταν ξέραμε, ήμαστε βέβαιοι ότι από στιγμή σε στιγμή θα με σκοτώσουν;

Ερχότανε στις 3 τη νύχτα και μου λέγανε «ντύσου». Χίλια διακόσια μέτρα ύψος, ένα μέτρο χιόνι, μοναξιά, πού πάμε; «Πού πάτε με το τζιπ στις τρεις η ώρα τη νύχτα;» να ουρλιάζει η γυναίκα μου, να ουρλιάζουν τα παιδιά μου, και πηγαίναμε στα λαγκάδια και γυρίζαμε πάλι πίσω το πρωί… Πόσες φορές είδα έτσι τη γυναίκα μου… Όταν παίρναν τη γυναίκα μου, θέλαν να της κάνουν έρευνα σωματική οι χωροφύλακες, και ούρλιαζε η κόρη μου, εμένα με είχαν μέσα δεμένο… και φώναζα κι εγώ…

Μία χωριάτισσα, η Βενετσανοπούλου, η οποία ήταν η ωραιότερη του χωριού, θέλαν να την παντρέψουνε με ένα γέρο. Αυτή ερωτευμένη με ένα νέο, τρελαίνεται, πάει στα βουνά επάνω και εγκαταλείπεται για χρόνια στα βουνά, ζούσε με τα όρνεα επάνω. Είχε κάτι αρνάκια και ζούσε. Και κατέβηκε στη Ζάτουνα εκείνο τον καιρό που ήμουνα κι εγώ. Ήτανε μια εβδομήντα χρονών, ψηλή, ωραία γυναίκα, και με χαιρετούσε κιόλας, ήξερε ποιος είμαι, επειδή απαγορευόταν να μου λένε καλημέρα οι χωριάτες μου έλεγε «Καλημέρα σας, κύριε Θεοδωράκη». Τη βλέπω λοιπόν να έρχεται μπροστά στους χωροφύλακες και να κρατάει ένα δέμα. Της λέει ο Στεργίου «Τι πας να κάνεις, κυρά μου;», «Άσε με, ρε» του λέει. Κι ανεβαίνει τα σκαλιά επάνω και μπροστά σε όλους μου λέει «γιε μου, λεβέντη μου, σου φέρνω τα προικιά μου!» Αυτός ήταν ο ελληνικός λαός! Δεν ήταν αυτά που ακούμε σήμερα ή βλέπουμε και διαβάζουμε στις εφημερίδες. Η Βενετσανοπούλου ήταν ο λαός.
ΜΙΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ
από την εκπομπή της Βίκυς Φλέσσα «ΣΤΑ ΑΚΡΑ» β΄μέρος

Μ. Θεοδωράκης «Ο γιος μου είναι εννιά χρονών»
Τραγουδάνε ο Πέτρος Πανδής και ο Μίκης Θεοδωράκης.
Από τον κύκλο τραγουδιών ΑΡΚΑΔΙΑ που γράφτηκε στη Ζάτουνα την περίοδο που ο Θεοδωράκης ήταν εξόριστος.

Μετά από έξι μήνες, πιο πολύ έτσι για δοκιμή, δεν το πίστευα αυτό, ειρήσθω εν παρόδω, δεν μου επέτρεπαν ελληνικά βιβλία, κι έτσι είχα μια βιβλιοθήκη τεράστια με γαλλικά βιβλία…
Έγραφα συνέχεια, διάβαζα, έγραφα… ήμασταν σαν κλεισμένοι στο σπίτι… η γυναίκα μου δε βγήκε ποτέ… πολύ σπάνια…
Εγώ έβγαινα το πρωί για να πάω να δώσω παρών στην αστυνομία…
Είχα πάντοτε δύο χωροφύλακες, το σπίτι μας είχε τέσσερις φρουρούς, δύο μπροστά, δύο πίσω, το φώτιζαν με εκτυφλωτικό φως… Τριάντα φρουρούς είχα! Μόνο για εμένα! Τα παιδιά μου πήγαιναν στο σχολείο αλλά δεν είχαν δικαίωμα όταν ερχόταν το λεωφορείο να πάνε στο λεωφορείο, ούτε να βγουν απ’ το χωριό.
Λοιπόν, λέω θα κάνω μια αίτηση στη Δημητσάνα, να πουν στο υπουργείο ότι θέλω το πιάνο μου… για πλάκα… κι ω του θαύματος, μετά από 15 μέρες μου λένε, πάρτε το πιάνο σας. Στέλνουν λοιπόν στο Βραχάτι ένα αυτοκίνητο, το φορτώνει, το βλέπουν κι οι χωροφύλακες, το πιάνο, ένα έπιπλο βαρύ, οι χωριάτες μαζί με τους χωροφύλακες το πάνε στο σπίτι. Το βάζω λοιπόν το πιάνο, χαίρομαι εγώ στην αρχή… αλλά δεν παίζω πιάνο. Μου λέει η Μυρτώ, γιατί δεν παίζεις πιάνο, γιατί δε συνθέτεις δικά σου τραγούδια; Της λέω, Μυρτώ, άκου να δεις, εμείς είμαστε εξόριστοι εδώ πέρα πάνω, δεν είμαστε καλά, αλλά είμαστε μαζί. Ξέρεις ότι υπάρχει νόμος, διαταγή του στρατηγού Αγγελή, ότι όποιος τραγουδάει τραγούδια μου, όποιος παίζει μουσική μου, περνάει στρατοδικείο κι ότι εγώ είμαι καταδικασμένος σε πέντε χρόνια φυλακή γιατί τραγουδούσα ένα τραγούδι μου; Τι θέλεις τώρα; Να παίξω εγώ Θεοδωράκη και να μου πουν ότι παίζεις Θεοδωράκη και να με πάνε στρατοδικείο;

Μια μέρα λοιπόν ανοίγω το πιάνο και παίζω «εκεί ψηλά, εκεί ψηλά στον Υμηττό». Βγαίνω στο μπαλκόνι, κάτω οι φρουροί μου λένε «επιτέλους, κύριε Μίκη μας έπαιξες λίγο Χατζιδάκι». Άρχισα λοιπόν να γράφω τραγούδια και μετά από κάθε τραγούδι έβγαινα στο μπαλκόνι και έλεγα στους φρουρούς «Χατζιδάκις». Μετά από λίγο καιρό με κατάλαβαν, «κ. Μίκη, μας δουλεύεις, δικά σου τραγούδια είναι αυτά. Είναι ωραία, ξαναπαίξτα μας».

ΜΙΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ
από την εκπομπή της Βίκυς Φλέσσα «ΣΤΑ ΑΚΡΑ» β΄ μέρος


Μιλώ
Μουσική: Μ. Θεοδωράκης, Ποίηση: Μ. Αναγνωστάκης
Ερμηνεία: Α. Καλογιάννης
από τον κύκλο τραγουδιών ΑΡΚΑΔΙΑ VIII

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: