Archive for Μαΐου 2014

Κάντο Χενεράλ

19/05/2014

Ήμουν προσκεκλημένος από τον Αλιέντε για μεσημεριανό γεύμα. Μου λέει ότι «εκείνο που προσπαθώ τώρα είναι να πείσω κυρίως τον στρατό ότι είμαστε κι εμείς πατριώτες. Αγαπούμε κι εμείς τη Χιλή. Κι έχω αρχίσει να επηρεάζω σιγά σιγά ορισμένους στρατηγούς. Αλλά ο πιο έμπιστος στρατηγός είναι ο στρατηγός Πινοσέτ…».

ΜΙΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ


Vienen Los Pajaros από το Κάντο Χενεράλ
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Ποίηση: Πάμπλο Νερούντα
Ερμηνεία: Μαρία Φαραντούρη
από το http://www.youtube.com/watch?v=Fc-yh_ZzJok

Ο Νερούντα μου λέει «δε θα μπορέσω να έρθω στη συναυλία σας γιατί με πήρε ο Αλιέντε και μου είπε ότι έχει κάποιες φασαρίες –το 73 αυτό- και με θέλει να είμαι κοντά του.

Από το Σαντιάγκο παίρνω ένα τηλεγράφημα από τον Νερούντα που έλεγε: «Θα ήθελε ο κ. Θεοδωράκης να είμαι κι εγώ στις συναυλίες του και να απαγγέλλω τα ποιήματα;» Κι εγώ ενθουσιασμένος του λέω βεβαίως, να είστε εκεί.

Όταν πήγαμε στην Αργεντινή, το 73, το κοινό περίμενε, κάναμε αρκετές συναυλίες σε ένα στάδιο 12.000 θέσεων, ο κόσμος ήταν πολιτικοποιημένος, φωνάζανε, κάναν, δείχναν, θέλανε τον Νερούντα. Του τηλεφωνώ μετά, λέω ο κόσμος σάς ήθελε να είστε εκεί μαζί μας. Μου λέει, με συγχωρείτε αλλά τα αρθριτικά μου δεν μου επιτρέπουν να είμαι αλλά θα ‘ρθείτε την άλλη εβδομάδα στη Χιλή και θα είμαι στο Σαντιάγκο για να απαγγείλω.

Την επομένη με παίρνει ο κ. Τράγιες ο οποίος ήτανε προσωπικός γραμματέας του Αλιέντε. Λέει «μην έρθετε στη Χιλή γιατί έχουμε κάτι προβληματάκια… Πού θα πάτε μετά;» Του λέω «θα πάμε Βενεζουέλα και μετά Μεξικό». Λέει «πηγαίνετε Βενεζουέλα και μετά γυρίστε πίσω». Πάμε στη Βενεζουέλα… Πραξικόπημα (στη Χιλή). Και στο θέατρο που θα πηγαίναμε και θα απάγγελνε ο Νερούντα κόψανε¹ τα χέρια του Χάρα –έπαιζε κιθάρα- και τον εκτέλεσαν. Ο Νερούντα έπεσε σε απελπισία και όταν φτάσαμε στο Μεξικό μάθαμε τον θάνατό του.

ΜΙΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ
από τη συνέντευξη τύπου για τη συναυλία στο Ηρώδειο του Κάντο Χενεράλ (17/7/2012)

¹Ο Βίκτορ Χάρα ήταν Χιλιανός τραγουδιστής, τον οποίον εκτέλεσαν οι βασανιστές του Πινοσέτ, αφού πρώτα του έσπασαν τα χέρια.

 

το πανηγύρι της Αση-Γωνιάς

18/05/2014

1950:

Από τα 1943, όταν άρχισα να συνθέτω για ορχήστρα, δεν είχα αξιωθεί ν’ ακούσω έστω και μια σελίδα απ’ τη μουσική μου. Όλα ήσαν επάνω στο ψυχρό χαρτί και μέσα στη φαντασία μου, που κόχλαζε. Μ’ έπιανε τρόμος κάθε φορά που έβαζα στον εαυτό μου το ερώτημα: «Κι αν αυτά που πλάθεις νοερά δεν έχουν καμιά σχέση μ’ αυτό που τελικά θ’ ακουστεί; Με το αποτέλεσμα;»
Και να που η ώρα της αλήθειας φτάνει. Μόλις ο Φιλοκτήτης Οικονομίδης μου ανάγγειλε ότι αποφάσισε να διευθύνει το έργο μου με την Κρατική, λύθηκαν τα γόνατά μου. Μ’ έπιαναν ανορεξίες, ζαλάδες, Με περιέλουαν κρύοι ιδρώτες. «Τι έχεις; Είσαι άρρρωστος;» με ρωτούσε ανήσυχη η Μυρτώ.  Τι να της απαντήσω; Ότι φοβάμαι μήπως αποκαλυφθεί ότι οι νότες -οι δεκάδες, εκατοντάδες, χιλιάδες νότες- που χάραζα στα πεντάγραμμα όλα αυτά τα χρόνια, ήταν ένα παιχνίδι, ένα τίποτα; Τις νύχτες ξενυχτούσα στο θάλαμο του στρατώνα, γράφοντας με μοβ μελάνι τις «πάρτες» των μουσικών. Δεν υπήρχαν τότε φωτοτυπικά μηχανήματα. Και, όπως είναι γνωστό, το κάθε μέλος της ορχήστρας παίζει από το δικό του, προσωπικό μουσικό κείμενο, από τη δική του «πάρτα», που πρέπει να την αντιγράψεις απ’ την παρτιτούρα. Μιλάμε για εβδομήντα και πλέον «πάρτες», με μέσον όρο τριάντα σελίδες.

 ΤΟ ΠΑΝΗΓΥΡΙ ΤΗΣ ΑΣΗ-ΓΩΝΙΑΣ
Συμφωνικό Σκέρτσο βασισμένο σε λαϊκά κρητικά μοτίβα
από το http://www.youtube.com/watch?v=VxB3sC4Yg5I

Τέλος, έφτασε η μέρα της πρώτης πρόβας στη μεγάλη αίθουσα, στο Αρχαιολογικό Μουσείο.
Όπως συνήθως συμβαίνει με τις πρώτες εκτελέσεις συμφωνικών έργων, η πρώτη πρόβα είναι καταστροφική. Οι μουσικοί δυσκολεύονται να διαβάσουν τις χειρόγραφες «πάρτες», υπάρχουν λάθη αντιγραφής, ο μαέστρος, όσο κι αν έχει μελετήσει το έργο, στην ουσία το ανακαλύπτει κι αυτός εκείνη τη στιγμή. Με λίγα λόγια, η πρώτη πρόβα της «ΑΣΗ-ΓΩΝΙΑΣ» υπήρξε καταστροφική. Και όπως δεν είχε παιχτεί ποτέ πριν συμφωνικό έργο μου, τόσο εγώ όσο και οι μουσικοί πιστέψαμε πως δεν ξέρω να γράφω μουσική…
Ο μόνος, φαίνεται, που κατάλαβε τι συμβαίνει, ήταν ο Οικονομίδης, που, βλέποντάς με συννεφιασμένο, μου λέει στο τέλος, που μείναμε μόνοι:
-Πάμε στο γραφείο να μελετήσουμε καλά το έργο. Αυτό που άκουσες δεν είναι το έργο σου!
Έχω φυλάξει την παρτιτούρα με τις σημειώσεις του Δασκάλου μου με μπλε και κόκκινο μολύβι. Μείναμε ως αργά το απόγευμα. Έτσι -ω του θαύματος- την άλλη μέρα όλα αλλάζουν. Οι μελωδίες, οι ρυθμοί, οι αρμονίες δένουν μεταξύ τους σχηματίζοντας έναν άγνωστο, έναν καινούριο ηχητικό κόσμο… Αναπνέω… Νιώθω ότι νίκησα… ποιον άλλον; …τον ίδιο τον εαυτό μου, αναγκάζοντάς τον με τη μελέτη και την άσκηση να αποτυπώνει σωστά τους ήχους πάνω στο χαρτί, χωρίς τη μεσολάβηση μουσικού οργάνου…
Τώρα η μελωδία του Κορ Ανγκλέ λικνίζεται σαν κύκνος πάνω στα πολύχρωμα νερά… Και ξανά τα τύμπανα, τα έγχορδα, τα πνευστά, τα χάλκινα. Ο χείμαρρος σχηματίζεται. Τα ηχητικά νερά γίνονται καταρράκτες… Οι μουσικοί με κρυφοκοιτάζουν. Οι φίλοι μου χαμογελούν… Τέλος! Τα ιερά τέρατα, οι μουσικοί, χειροκροτούν. Μερικοί σηκώνονται όρθιοι. Και ο Δάσκαλος για πρώτη φορά με αγκαλιάζει και με φιλά. Ηρέμησα, καθώς σκεφτόμουν πως μάλλον ξέρω να γράφω μουσική. Πως η φαντασία μου σωστά βάζει τις νότες πάνω στο χαρτί, έστω κι αν μου λείπει το πιάνο, με το οποίο μπορείς να ελέγχεις τους ηχητικούς συνδυασμούς.

Στη συναυλία στον Ορφέα, το μόνο που θυμάμαι είναι η δανεική γραβάτα και το άβολο πολιτικό παντελόνι, χωρίς ζώνη, που με ανάγκαζε να χαιρετώ κρατώντας το με δύναμη, μήπως μου πέσει. Χαιρέτησα πολλές φορές, κι απ’ όλα περισσότερο μου άρεσαν τα πρόσωπα των μουσικών, που είχαν φωτιστεί, και η χαρά του Οικονομίδη, τόσο ασυνήθιστη σ’ αυτόν τον συγκρατημένο αριστοκράτη που δεν επέτρεπε ποτέ στον εαυτό του να εκδηλώνεται.

ΜΙΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ
ΟΙ ΔΡΟΜΟΙ ΤΟΥ ΑΡΧΑΓΓΕΛΟΥ
Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ

«μαχαιριά» και συμφιλίωση

17/05/2014

Ο Θόδωρος Πάγκαλος διηγείται μια ιστορία από τα χρόνια της χούντας:

Πήγα στο Λονδίνο όπου ήταν ο μακαρίτης ο Λαμπρίας που έβγαζε ένα έντυπο, το έλεγε Ελεύθερη Ελλάδα νομίζω…

Τρώγαμε λοιπόν και μου λέει, ξέρεις έχω ένα άρθρο του φίλου σου του Μίκη που προτείνει κυβέρνηση εθνικής ενότητας στο εξωτερικό με επικεφαλής τον Καραμανλή.

Μου λέει πώς σου φαίνεται αυτό; Του λέω εγώ κατ’ αρχήν δεν έχω καμιά διάθεση να μετάσχω σ’ ένα τέτοιο σχήμα αλλά έχω την εντύπωση ότι ο Καραμανλής δε μας θέλει. Και μου λέει, μου τα γράφεις αυτά; Να στα γράψω.

Πήγα λοιπόν στο ξενοδοχείο όπου έμενα, έγραψα ένα άρθρο, το ‘δωσα στον Λαμπρία και την άλλη μέρα που κυκλοφόρησε η εφημερίδα είχε από τη μια μεριά το άρθρο του Μίκη και απ’ την άλλη το άρθρο το δικό μου, γύριζες δηλαδή το φύλλο κι έβλεπες το άλλο άρθρο. Ο Μίκης αυτό δε μου το συγχώρεσε για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα και, θυμάμαι τότε, στο Παρίσι, μου έδειχνε το φύλλο και μου έλεγε, κοίταξε, μαχαιριά στην πλάτη! Εδώ είμαι εγώ κι από πίσω μου είσαι εσύ!

Ο Μίκης, εκείνη τη στιγμή, είχε την άποψη, ότι αν εγώ δεν τον «πρόδιδα», θα μπορούσε να συγκροτήσει πράγματι κυβέρνηση εθνικής ενότητας, θα μας δεχόταν ο Καραμανλής, θα έπαιρνε την ηγεσία ο Καραμανλής, θα ρίχναμε τη χούντα κι ότι επομένως θα αποφεύγαμε το Πολυτεχνείο, την ανατροπή του Μακαρίου, το Κυπριακό…

Έκανε πολύ καιρό να μου μιλήσει, τέλος πάντων, κάποτε κάποιος φίλος κοινός μου είπε ότι ο Μίκης θέλει πάρα πολύ να συναντηθούμε και είναι πολύ στεναχωρημένος…

Πήρα λοιπόν κάτι λουλούδια και πήγα στο σπίτι του. Ήτανε βράδυ, καθίσαμε, κουβεντιάζαμε… Μου λέει, πάμε να φάμε; Και πήγαμε. Αλλά ήτανε κρύα η κατάσταση… Κάπου δεν μπορούσαμε να έχουμε την οικειότητα που είχαμε παλιά.

Και συνέβη κάτι πολύ αστείο. Ήρθαν δίπλα μας και κάθισαν τέσσερις δασκάλες από μια επαρχιακή πόλη της Γαλλίας -περνούσαν το Σαββατοκύριακό τους στο Παρίσι- και αφού φάγαμε, άρχισαν να παρακολουθούν αυτά που λέγαμε και να γελάνε, να προσπαθούν να μιμηθούν λέξεις που λέγαμε στα ελληνικά. Τέλος πάντων, σε κάποια στιγμή τους λέω εγώ, αναρωτιέστε τι γλώσσα μιλάμε; Είναι ελληνικά. Ααα, λέει η μία, Ζορμπά λε γκρεκ, Μικίς Θεοδωρακίς. Λέω, σας αρέσει; Ναι! Οπότε πετάγεται ο Μίκης και λέει, σας αρέσει πράγματι; Ε, λοιπόν ήρθε η ώρα να σας γνωρίσω τον Θεοδωράκη. Έχετε την τύχη και τον έχετε απέναντί σας. Νάτος, και δείχνει εμένα! Και εγώ, λέει, είμαι ο δικηγόρος του… Άρχισαν λοιπόν οι Γαλλίδες να μου ζητάν εμένα αυτόγραφο… τέλος πάντων, έγινε μια πολύ ωραία πλάκα και γυρίσαμε στο σπίτι συμφιλιωμένοι.

ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΠΑΓΚΑΛΟΣ
από την εκπομπή ΣΤΑ ΑΚΡΑ της Βίκυς Φλέσσα


ΤΟΥ ΜΙΚΡΟΥ ΒΟΡΙΑ
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Ποίηση: Οδυσσέας Ελύτης (από τις ΜΙΚΡΕΣ ΚΥΚΛΑΔΕΣ)
Ερμηνεία: Ντόρα Γιαννακοπούλου
κιθάρα παίζει ο Νότης Μαυρουδής
από το http://www.youtube.com/watch?v=rwBcuK7aS-k

το ξεφτίλισμα του θανάτου

16/05/2014

Τώρα, Δεκέμβρης του 47, κυνηγημένοι, άστεγοι, άφραγκοι, γευματίζουμε στο μαγέρικο στην οδό Αθηνάς. Πολύς κόσμος εργατικός, παρέες παρέες, γύρω από τα τραπέζια. Όλοι πάνω από σαράντα. Τι, η νεότητα πολεμάει χωρισμένη από δω και από κει. Τα νεκροταφεία γεμίζουν νεανικά κορμιά. Όσοι προφτάσουν να φτάσουν ως εκεί, γιατί οι περισσότεροι σαπίζουν μέσα σε γράνες, πάνω στα δοξασμένα μας βουνά. Άλλοι πάλι στις εξορίες, στις φυλακές, μελλοθάνατοι. Πόσοι περνούν σήμερα τις τελευταίες τους ώρες. Κάθε πρωί τα εκτελεστικά αποσπάσματα σκοτώνουν τους δικασμένους από τους στρατοδίκες. Οι εφημερίδες καθημερινά αναγγέλλουν: «Την πρωίαν σήμερον εξετελέσθησαν οι κάτωθι κομουνισταί και κομουνίστριαι…» Δέκα στο Γουδί. Είκοσι στη Θεσσαλονίκη. Πέντε στην Τρίπολη. Τρεις στα Χανιά. Δεκαπέντε στα Γιάννενα. Μαρτυρολόγιο δίχως τέλος. Πόσοι άλλοι βρίσκονται στις ασφάλειες. Στην ανάκριση, στο κρέμασμα, πενικιλίνη, νύχια, γεννητικά όργανα. Δίκη, καταδίκη, εκτέλεση. Εμείς, όμως, σαν να μην τρέχει τίποτα. Κάπου διαφωνούμε, ως προς κάποιον ποιητή ή φιλόσοφο ή πολιτικό. Τσιμπάμε τηγανητό μπακαλιάρο, πίνουμε τη ρετσίνα και πάλι ξανά ο καθένας τα επιχειρήματά του. Λες και αύριο θα διδάξει σε καμιά σχολή ή θα κάνει διάλεξη. Τέτοιο ξεφτέλισμα του θανάτου δεν έχει γίνει ποτέ. Σίγουρα θα μας παραμονεύει στη γωνία Ευριπίδου και Αθηνάς, κάτω από το υπόστεγο. Θα ‘χει καβουράκι, μουστακάκι και δαχτυλιδάκι στο μικρό του το δάχτυλο, με το μεγάλο περιποιημένο νύχι. Άλλο και τούτο σημάδι ασφαλίτικης κοκεταρίας.
Φύγαμε νωρίς να μην ερημώσουν οι δρόμοι και δίνουμε στόχο. Βγαίνοντας, ο ένας πήγε για την Ανατολή κι ο άλλος για τη Δύση. Ο καθένας και η μοίρα του, που λέει ο ποιητής. Ήμουν ειδικός να σκαρφαλώνω στα τραμ και να πηδώ στις στροφές, αλλάζοντας συγκοινωνίες, έτσι στο τσάμπα.

ΜΙΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ
«ΟΙ ΔΡΟΜΟΙ ΤΟΥ ΑΡΧΑΓΓΕΛΟΥ»
Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ


ΒΡΕΧΕΙ ΣΤΗ ΦΤΩΧΟΓΕΙΤΟΝΙΑ
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Ποίηση: Τάσος Λειβαδίτης
Ερμηνεία: Γρηγόρης Μπιθικώτσης
Από την ταινία του Αλέκου Αλεξανδράκη «ΣΥΝΟΙΚΙΑ ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ»

μια επεισοδιακή συναυλία

15/05/2014

Μέσα στον προεκλογικό πυρετό των κοινοβουλευτικών εκλογών του 1961 αποφασίζει να κάνει μια περιοδεία συναυλιών σ’ ολόκληρη την Ελλάδα. Είναι η αντίδρασή του στην απαγόρευση των τραγουδιών του από το ραδιόφωνο. Στο μποϊκοτάζ απαντά με συνειδητή πρόκληση. Στην καταπίεση της Δεξιάς απαντά με μια μουσική που θεωρείται «αριστερή». Το 1960 δίνει δύο συναυλίες –μία στην Ελευσίνα, την ιερή πόλη, και μια δεύτερη στο Ηράκλειο, την πρωτεύουσα της Κρήτης, του «νησιού» του- με μια λαϊκή ορχήστρα που ίδρυσε ο ίδιος και με ερμηνευτή τον Γρηγόρη Μπιθικώτση.

Το 1961 δοκιμάζει την τύχη του στη Βόρεια Ελλάδα, στις απαγορευμένες ζώνες όπου άντεξε η Αντίσταση μέχρι το τέλος του Εμφυλίου και οι οποίες βρίσκονται ακόμα υπό στρατιωτικό έλεγχο. Ο Θεοδωράκης παίρνει ένα τεράστιο ρίσκο.
Τα «κομμουνιστικά τραγούδια» είναι απαγορευμένα στη Μακεδονία κι έτσι δεν του επιτρέπεται να παίξει τον Επιτάφιο. Απαγορεύουν σε όσους υπηρετούν στον ελληνικό στρατό να παρακολουθήσουν τις συναυλίες, τελευταία στιγμή τού αρνούνται τις αίθουσες που του είχαν αρχικά παραχωρήσει και ματαιώνουν ξαφνικά ημερομηνίες που είχαν προγραμματιστεί από καιρό. Η Νάουσα μοιάζει να βρίσκεται σε κατάσταση πολιορκίας. Σπάνε τα όργανα των μουσικών, αλλά εκείνοι βρίσκουν καινούρια. Όταν ο Θεοδωράκης βγαίνει στη σκηνή σβήνουν τα φώτα. Οι αστυνομικοί έχουν κόψει το ρεύμα. Στη συνέχεια τον πετροβολούν από τις γειτονικές ταράτσες και τα μπαλκόνια.
Ακολουθώντας τις συμβουλές των φίλων του, ο Θεοδωράκης διακόπτει την περιοδεία και επιστρέφει στην Αθήνα, όπου καταχειροκροτείται από το πλήθος που έρχεται να τον υποδεχτεί. Όλοι έμαθαν τι συνέβη στη Βόρεια Ελλάδα και γιορτάζουν τη στάση του ως θρίαμβο της δημοκρατίας αλλά και ως μεγάλη νίκη κατά της αστυνομικής μηχανής, μιας και προκειμένου να πλήξουν τη μουσική του, χρειάστηκε να ενεργοποιηθεί ολόκληρο το αστυνομικό Σώμα.

από το βιβλίο του Guy Wagner
«ΜΙΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ, Μια ζωή για την Ελλάδα»
Εκδόσεις ΤΥΠΩΘΗΤΩ


ΟΜΟΡΦΗ ΠΟΛΗ
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Ποίηση: Γιάννης Θεοδωράκης
Ερμηνεία: Κώστας Χατζής (1962)
από το http://www.youtube.com/watch?v=IsdBKYUEicw

η μουσική με «ενοχλούσε»

14/05/2014

Ήμουν ήδη 17 χρονών. Το 42. Πηγαίναμε κάθε βράδυ στον κινηματογράφο, ό,τι και να ήταν γιατί ήταν η μόνη μας διασκέδαση. Βλέπω την ταινία. Είναι μία σκηνή, γίνεται σ’ ένα παλάτι μέσα, είναι μια μεγάλη σάλα, και δεξιά κι αριστερά ξεκινούν δύο σκάλες μαρμάρινες σε κυκλική κίνηση, πηγαίνουν επάνω, κι απ’ αυτές τις σκάλες τις μαρμάρινες κατεβαίνουν άνδρες και γυναίκες, οι οποίοι ξαφνικά αρχίζουν να τραγουδάνε τον Ύμνο της Χαράς του Μπετόβεν, και φυσικά πίσω απ’ τις φωνές ήταν ορχήστρα.
Όλο το σύνολο είχε επάνω μου την επίδραση κεραυνού. Έχω την εντύπωση ότι ναι, μεν, η έμπνευση είναι θεϊκή, είναι ωραίο, αλλά πίσω απ’ αυτό, κλείνεται κάποια τεχνική. Εγώ δεν θέλω να πω ότι μπορώ να συναγωνιστώ τον Μπετόβεν ως προς την ουσία του, αλλά την τεχνική του;

Αφού ο πατέρας μου είδε και απόειδε, πήγε και ρώτησε. Του είπαν ότι πρέπει να διαβάσω θεωρία της Μουσικής, Αρμονία της Μουσικής, Αντίστιξη, Φούγκα και αγόρασε ό,τι βιβλία βρήκε και μου τα έφερε. Αυτά ήταν για μένα ένα πάρα πολύ σημαντικό βήμα γιατί κατάλαβα ότι μπαίνω σε μια άλλη εποχή πλέον, όπου δε με φτάνει το τραγούδι, και ό,τι πρέπει οπωσδήποτε να πάρω παρτιτούρες των μεγάλων, να τις διαβάσω, να τις αναλύσω, για να μπορέσω αυτό που έχω μέσα μου, το καινούριο, να το εκφράσω, διότι με «ενοχλούσε» η μουσική, παπ, παπ, παπ, κάθε μέρα με «χτυπούσε» η μουσική. Ξαφνικά άκουγα μουσική. Και στην αρχή μου ήταν εύκολο να την καταγράψω γιατί άκουγα μια μελωδία και την έγραφα. Έπρεπε πάση θυσία να σπουδάσω ώστε όταν άκουγα πλέον όχι μια μελωδία αλλά ένα γκρουπ μουσικό να μπορώ να το καταγράφω. Μπορεί να κατέγραφα το 10% ή το 20% γιατί δεν μπορείς να θυμηθείς όλα αυτά τα πράγματα, γιατί εγώ πραγματικά άκουγα θεσπέσια πράγματα, ειλικρινά, άκουγα ολόκληρες συμφωνίες, άκουγα κοντσέρτα, άκουγα αυτά τα οποία μετά όταν «συνερχόμουν» έγραφα ένα μέρος, έτσι βγήκε όλη η μουσική μου.

ΜΙΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ
από την εκπομπή του ΣΚΑΪ «ΕΛΛΗΝΕΣ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΣ«


Μ. Θεοδωράκης: Οι χαρταετοί
από το https://www.youtube.com/watch?v=xYo7v9DYZ7c

Οι Χαρταετοί γράφτηκαν για τις ανάγκες του θεατρικού έργου του Ιάκωβου Καμπανέλλη «Η Γειτονιά Των Αγγέλων» που ανέβηκε το 1963 στο θέατρο Κοτοπούλη-Ρεξ.

η φλέβα της μουσικής και το πατριωτικό πάθος

12/05/2014

Υπάρχουν πράγματα τα οποία πιστεύετε ότι έχετε πάρει από τον πατέρα σας;
«Το πρώτο που πήρα από αυτόν είναι το πατριωτικό πάθος, το οποίο μου το μετέδωσε, διότι ήταν από μια οικογένεια αγωνιστών της Κρήτης με μεγάλη παράδοση. Ο προπάππος μου, ο πεθερός του παππού μου, ήταν ο Χάλης, ο στρατηγός της Κρήτης. Ο αδελφός του είχε γράψει το «Πότε θα κάνει ξαστεριά». Ενας άλλος πάλι συγγενής του πατέρα μου, ο Θοδωρομανώλης, ήταν ο μεγαλύτερος λυράρης της Κρήτης. Θεωρείται ο συνθέτης των ριζίτικων. Από εκεί μάλλον πήρα και τη φλέβα της μουσικής. Κάθε πρωί λοιπόν ο πατέρας μου, μου διηγιόταν και μια ιστορία από τις επαναστάσεις της Κρήτης».
Το πρωί; Τι ώρα το πρωί; Συνήθως αυτές είναι διηγήσεις που ταιριάζουν με το σούρουπο…
«Οχι, εγώ όταν ήμουν μικρός έτρεχα μόλις ξύπναγα το πρωί από κρεβάτι μου και έπεφτα πάνω στους γονείς μου. Εκανα βουτιά ανάμεσά τους. Και αυτοί κάθε πρωί με περίμεναν. Ακριβώς απέναντι από το κρεβάτι τους υπήρχε ένα μεγάλο χαλί στον τοίχο, το οποίο απεικόνιζε ένα βασιλόπουλο να φεύγει και να αποχαιρετάει την Αρετούσα. Κάθε φορά ξεκινούσε τις διηγήσεις του από αυτή τη σκηνή του αποχαιρετισμού και μου έλεγε όλες αυτές τις ιστορίες της Κρήτης. Το μυαλό μου λοιπόν ήταν γεμάτο πατριωτικές ιστορίες. Ο πατέρας μου σε ηλικία 16 ετών αποφάσισε με ορισμένους συμμαθητές του ¬ μεταξύ των οποίων και ο Δημήτρης Λαμπράκης, ο πατέρας του Χρήστου του Λαμπράκη, ο οποίος ήταν συμμαθητής του πατέρα μου από την Α’ Δημοτικού ώσπου τελείωσαν το Γυμνάσιο ¬ να μπουν κρυφά στο αμπάρι ενός πλοίου μαζί με άλλους κρήτες σπουδαστές και να πάνε στην Αθήνα, όπου κατεργάστηκαν και δημιούργησαν τον Λόχο Κρητών Σπουδαστών. Επήγανε στο Μπιζάνι επάνω, όπου ο πατέρας μου τραυματίστηκε πολύ βαριά και αυτό το διηγιόταν σαν το μεγαλύτερο κατόρθωμά του. Και για να μην έχω καμία αμφιβολία, με πήγαινε συχνά στο Μπιζάνι… Ιδιαιτέρως όταν ήταν γενικός διευθυντής στην Ηπειρο επί Βενιζέλου. Τον Βενιζέλο τον είχαμε φιλοξενήσει και στο σπίτι μας στα Γιάννενα».
Το θυμάστε ή σας το έχουν διηγηθεί;
«Το θυμάμαι. Οπως θυμάμαι ότι τον κατούρησα κιόλας. Με πήρε στην αγκαλιά του και τον κατούρησα. Δεν θέλησαν οι δικοί μου να με βάλουν μαζί με τον κύριο Πρόεδρο και εγώ θύμωσα. Οπότε είπε ο Βενιζέλος στον πατέρα μου: «Ασ’ το παιδί, Γιωργάκη, να το πάρω στην αγκαλιά μου». Και εγώ μόλις με πήρε αγκαλιά τον κατούρησα. Τον τιμώρησα». (γέλια)

ΜΙΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ
από συνέντευξή του στον Θ. ΛΑΛΑ
εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ, 7/3/1999