πρόσφυγες

Οι πρόσφυγες έφεραν μαζί τους απ’ τις πατρίδες τους μια διαφορετική αντίληψη ως προς τη διασκέδαση. Σε γενικές γραμμές ήταν πιο κοσμοπολίτες και πιο κοινωνικοί άνθρωποι.
Η περιγραφή της Κοκκινιάς λίγο μετά την εγκατάσταση εκεί των προσφύγων είναι ενδεικτική της αλλαγής κλίματος που προέκυψε:
«Μας έκανε μεγάλη εντύπωση. Δεν έμοιαζε ούτε στην Αθήνα ούτε στον Πειραιά. Λες και ήταν πανηγύρι. Πολύς κόσμος κυκλοφορούσε χαρούμενος. Ταβέρνες, καφενεία γεμάτα κόσμο. Ορχήστρες ανατολίτικες. Κορίτσια τραγουδούσαν στη σειρά καθισμένες με τους οργανοπαίκτες. Τα πεζοδρόμια μέχρι και το δρόμο γεμάτα τραπεζάκια. Τα ούζα, τα σις κεμπάπ, τα τζατζίκια, οι παστουρμάδες και τα σαγανάκια μοσκοβολούσαν».

Οι πρόσφυγες όταν πήγαιναν να διασκεδάσουν έπαιρναν μαζί τους όλα τα μέλη της οικογένειάς τους. Δεν πήγαιναν μόνο οι άντρες όπως συνήθως συνέβαινε εκείνη την εποχή στην Ελλάδα.
Σιγά σιγά άρχισαν να ανοίγουν δικά τους μαγαζιά και να παίζουν τη δική τους μουσική. Αυτά τα μαγαζιά τα επισκέπτονταν και ντόπιοι που τύχαινε να ζουν στον ίδιο συνοικισμό.
Η επιτυχία της μουσικής των προσφύγων δεν ήταν τυχαία. Οι πρόσφυγες μουσικοί προέρχονταν από ένα αστικό περιβάλλον, ήξεραν να ανταποκρίνονται στη ευρεία ζήτηση των ακροατών τους καθώς η μουσική τους γκάμα διέθετε μια μεγάλη ποικιλία ήχων και ρυθμών.

Διηγείται η Σμυρνιά Αγγέλα Παπάζογλου: «…στη Σμύρνη παίζαμε από ρεμπέτικα μέχρι όλα τα ευρωπαϊκά, όλες τσι οπερέττες. Δημοτικά, κλέφτικα, κρητικά, καλαματιανά, φυσούνια, θρακιώτικα, γιαννιώτικα, κοντσέρτα με καβαλλαρίες, με βαλς, με χορούς του Μπραμς, με σερενάτες… Όλα τα παίζαμε. Κι από όπερες κάτι μέρη… Κι εβραϊκό κι αρμένικο κι αράπικο. Ήμαστε κοσμοπολίτες εμείς… Αγαπούσαμε όλον τον κόσμο και μας αγαπούσανε… Δεν είχε συμφέροντα κανείς στο τραγούδι. Τραγουδούσες, χόρευες, ήσουνα λεύτερος, να κάνεις ό,τι θέλει η καρδιά σου κι η σειρά σου»

ΠΗΓΕΣ

ΜΑΡΙΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΟΥ
ΚΟΙΝΩΝΙΟΛΟΓΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΡΕΜΠΕΤΙΚΟΥ
Εκδόσεις ΜΠΑΡΜΠΟΥΝΑΚΗΣ

ΝΕΑΡΧΟΣ ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ
ΡΕΜΠΕΤΙΚΟ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ
Εκδόσεις ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΠΟΧΗ

ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗΣ
ΠΡΟΣΦΥΓΙΚΗ ΑΠΕΙΛΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΗΘΙΚΗ ΤΑΞΗ

ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΟΚΚΙΝΙΑ ΤΟΥ 1923 ΣΤΗ ΝΙΚΑΙΑ ΤΟΥ 2011


Απόστολος Χατζηχρήστος: Ο Καϊξής (1948)
Τραγουδάει μαζί του και ο Μάρκος Βαμβακάρης

Ο Απόστολος Χατζηχρήστος γεννήθηκε το 1904 σε ένα προάστειο της Σμύρνης. Μετά τη Μικρασιατική καταστροφή η οικογένειά του διέφυγε στην Ελλάδα. Ο ίδιος όμως συνελήφθη από τον τουρκικό στρατό και έμεινε κρατούμενος για αρκετά χρόνια. Κατάφερε να δραπετεύσει με τη βοήθεια ενός θείου του την ημέρα του Σταυρού (14 Σεπτεμβρίου). Σε ανάμνηση αυτής της απόδρασης ο Χατζηχρήστος κάθε χρόνο του Σταυρού δεν έτρωγε ούτε έπινε τίποτα.


Κώστας Σκαρβέλης: Τι σου λέει η μάνα σου για μένα (1935)
Τραγουδάει ο Κώστας Ρούκουνας
Ο Κώστας Σκαρβέλης γεννήθηκε το 1880 στην Κωνσταντινούπολη και από μικρός ασχολήθηκε με τη μουσική. Μετά την ενηλικίωσή του και για να αποφύγει τη στράτευσή του στον τουρκικό στρατό φυγαδεύτηκε και εγκαταστάθηκε με άλλους συγγενείς του στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου. Αργότερα, μεταξύ 1915 και 1920, εγκαταστάθηκε στην Αθήνα.


Γιάννης Παπαιωάννου: Πριν το χάραμα (1948)
Τραγούδι: Οδυσσέας Μοσχονάς, Στελλάκης Περπινιάδης

Ο Γιάννης Παπαϊωάννου θυμάται την Μικρασιατική καταστροφή:

Tότες με την καταστροφή της Mικράς Aσίας το 1922 με τη μάνα μου και τη γιαγιά μου ―τη μάνα της μάνας μου― φύγαμε για την Eλλάδα. Kι αυτή τη φρίκη τη θυμάμαι σαν όνειρο. Eίναι εικόνες που ποτέ δεν μου έφυγαν από το μυαλό! O κόσμος φώναζε βοήθεια και η θάλασσα ήταν γεμάτη αίμα, μπαούλα, ρούχα και άλλα. Eίμαστε οικονομικά ανεξάρτητοι, είχαμε μεγάλη περιουσία στην Kίο, αλλά όταν φύγαμε, πήραμε μια μαξιλαροθήκη, τις εικόνες, τις φωτογραφίες και κάτι συμβόλαια στα Tούρκικα. Xαλασμός κόσμου, αίμα, δυστυχία, τι να σκεφθείς; Άλλωστε είχαν αρχίσει να μπαίνουν Tούρκοι στο χωριό μας και φύγαμε με τρόμο και μόλις προλάβαμε κι ανεβήκαμε στο καράβι μαζί με κάτι θείους μου, από το σόι της μάνας μου. Όλοι λέγανε ότι θα τα κανόνιζε το κράτος και θα ξαναγυρίζαμε. Όλοι το πιστεύανε!
Άρχισαν τα μαρτύρια. Όσοι έζησαν αυτά τα πράματα τα ξέρουνε. Mόνον οι Mικρασιάτες. Στους άλλους φαίνονται παραμύθια. Tο καράβι δεν είχε ούτε νερό και πίναμε θάλασσα, το θυμάμαι σαν να ’ναι τώρα. Aυτό που είχε δηλαδή σώθηκε, έπιναν τόσα στόματα. Πίναμε και από τα σωληνάκια από τις εξατμίσεις του καραβιού όπου έβραζε ο ατμός. Kαι το αφήναμε να κρυώσει για να το πιούμε.
Kάναμε μια στάση στη Σαμοθράκη και βγήκαν κάτι λίγοι να γεμίσουν τα βαρέλια με νερό. Όταν τα έφεραν τα βαρέλια στο καράβι και ξεκινήσαμε, το νερό είχε βατράχια. Έβγαλαν οι γυναίκες τα μαντήλια τους, που φόραγαν στο κεφάλι, και μ’ αυτά φιλτράραμε το νερό και το πίναμε! Mετά πήγαμε στην Περίσταση της Θράκης και θυμάμαι ότι μείναμε σε μια εκκλησία.
Mετά από λίγο καιρό, μας έδιωξαν κι από κει και μας έφεραν στον Πειραιά, στον Άη Γιώργη, στο Kερατσίνι, εκεί που είχαν τους τρελλούς. Mας έβαλαν σε κάτι αποθήκες που ήτανε γεμάτες σκουλήκια. Άλλα μαρτύρια. Ποτέ δεν ξεχνιούνται. Mας έκαναν καραντίνα και μας έβαλαν τα ρούχα στον κλίβανο. Oι ντόπιοι μάς έκλεβαν τα ρούχα, ό,τι είχαμε, ακόμα και τα παπούτσια! Ποιος μπορεί να ξεχάσει; Πείνα, δυστυχία, περιφρόνια… Πώς να σου φύγουνε αυτά από το μυαλό;

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ «ΝΤΟΜΠΡΑ ΚΑΙ ΣΤΑΡΑΤΑ»
Εκδόσεις ΚΑΚΤΟΣ
από το ΣΠΟΥΔΑΣΤΗΡΙΟ ΝΕΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ

 

Ένα Σχόλιο to “πρόσφυγες”

  1. sbcmarkos Says:

    Έτσι ακριβώς.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: