ούτε ο Θεός

Η Αγγελική Παπάζογλου γεννήθηκε στη Σμύρνη το 1899. Ο πατέρας της, που είχε την επωνυμία Χιωτάκι, ήταν διάσημος σαντουρίστας στη Σμύρνη.
Η Αγγελική τραγουδούσε σε διάφορα κέντρα της Σμύρνης από την ηλικία των 17 χρονών.
Για την ορχήστρα «Πολιτάκια» της Σμύρνης θυμάται η Αγγέλα Παπάζογλου:
« Εκεί στα Πολιτάκια, στο κέντρο, παίζανε μαζί δύο ορχήστρες. Μια από από κει και μια από δω. Η από δω ήτανε για τα δημοτικά και τα σμυρναίικα. Τα Πολιτάκια ήτανε για ευρωπαϊκά. Επαυε η μία από τη μια, άρχιζε η άλλη απ’ την άλλη…Οπως οι ψαλτάδες στην εκκλησιά…»


Βαγγέλης Παπάζογλου: Ντερβίσαινα (1934)
Τραγουδάει η Αγγελική Παπάζογλου

Μετά τη Μικρασιατική καταστροφή η Αγγελική Παπάζογλου ήρθε με τη μητέρα της στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκαν σε μια παράγκα στον Πειραιά. Αμέσως σκέφτηκαν να υψώσουν την ελληνική σημαία, την οποία έφτιαξαν πρόχειρα από κάτι παλιόρουχα που είχαν. Για τον ιστό της σημαίας διηγείται η Αγγελική Παπάζογλου: «Πήγαμε με τη μαμά μου και ηπήραμε κοντάρι από το νεκροσεντουκάδικο… Το κοντάρι ήτανε κουρσούμι βαρύ. Εγώ απ’ τη μια κι η μαμά μου απ’ την άλλη, ξαπλωτό το πηγαίναμε».
Κι όταν ετοίμασαν τη σημαία… «το υψώσαμε μαζί με τη μαμά μου και καμαρώναμε. Καμαρώναμε γιατί εγώ ήμουνα ορφανό κι η μαμά μου έραβε παντελόνια. Τραγουδούσα κιόλας, κι ήτανε και τα πράματα φτηνά… Έγινε όμορφη η σημαία… Την έπιασα. Δεν ξέρω τι έγινε ξαφνικά… Νόμισα πως κρατώ ηλεκτρισμό… Μ’ έπιασε άλλο πράγμα… ένα ρίγος σαν σεληνιασμός… Νόμιζα πως βρέθηκα στο σπίτι μας στη Σμύρνη και μ’ έπιασε ένα παραπονεμένο δάκρυο… μα τι δάκρυο… απ’ την ψυχή μου… Θαρρείς πως ήτανε ίδια η ώρα που μου σιάξανε την κούνια στο κανόνι του Αβέρωφ και ανέβηκα απάνω και τραγούδησα: Ω λυγερόν και κοφτερόν σπαθί μου. Θαρρείς πως ήτανε ίδια η ώρα που λευτερωθήκαμε και γέμισε η Σμύρνη σημαίες».


Δημήτρης Λορέντζος: Χασαπάκι
Τραγουδάει ακαπέλα η Αγγελική Παπάζογλου

Μετά την εγκατάστασή της στον Πειραιά, η Αγγελική άρχισε να τραγουδάει σε μουσικά κέντρα. Για τους χαμένους Σμυρνιούς συναδέλφους της έλεγε:
«Για σκέψου από τρεις πιάτσες καφενεία οργανοπαίχτες που είχε η Σμύρνη κι ήτανε σα μυρμηγκοφωλιές, σαν τα μελίσσια όλη μέρα, πόσοι γλυτώσανε νομίζεις από τη σφαγή και την καταστροφή; Οποιον και να θυμηθώ, χαμένος είναι, σφαγμένος είναι, όμηρος πέθανε, αιχμάλωτος ‘πόμεινε και δεν τον ξανάδε πια κανείς. Μονάχα από τσι παιχνιδιατόροι γλύτωσε ο ένας στους πενήντα!…Ολοι αυτοί ύστερα μαζευτήκανε στην Κοκκινιά. Ολα τ’ άλλα τα ‘χαμε χάσει, το τραγούδι είχε γλυτώσει μέσα μας. Δεν έπρεπε να το αφήσουμε να πάει χαμένο, να χαθεί κι αυτό…».

Στα 1927 η Αγγελική παντρεύτηκε τον Βαγγέλη Παπάζογλου.
Λίγο μετά τον γάμο τους η Αγγελική τυφλώθηκε από κάποια πάθηση που είχε στα μάτια. Ο Βαγγέλης, που τραγουδούσε στη Θεσσαλονίκη εκείνο το διάστημα, της έστειλε ένα γράμμα που της έλεγε: «Και μη στενοχωριέσαι για τα μάτια σου. Τι να κάνουμε, έτσι ήταν το τυχερό μας. Και ξεύρεις ότι εγώ έχω δύο μάτια. Και τα έχω και για τους δυο μας. Και μην παραπονιέσαι».
Μετά την τύφλωσή της η Αγγελική αποσύρθηκε από το τραγούδι.
Τα χρόνια ήταν δύσκολα. Ο Βαγγέλης με την Αγγελική ζούσαν σε ένα φτωχόσπιτο. Ένα βράδυ που έβρεχε η στέγη άρχισε να μπάζει νερά από τα κεραμίδια. Η Αγγελική ήταν μόνη της και δεν μπόρεσε να σταματήσει τα νερά. Όταν γύρισε ο Βαγγέλης άνοιξε το φως να δει από πού στάζει και είδε ότι μόνο πάνω από το κρεβάτι δεν έσταζε νερά. Έτσι πήρε την Αγγελική και ξάπλωσαν στο κρεβάτι. Όμως σε λίγο άρχισε να στάζει και εκεί. Τι να κάνει ο Βαγγέλης, άνοιξε μια ομπρέλα, έβαλε την Αγγελική στην αγκαλιά του και μαζί περίμεναν να ξημερώσει. Ίσως αυτό το περιστατικό είχε στο νου του ο Βαγγέλης Παπάζογλου όταν έγραψε αργότερα το «Βάλε με στην αγκαλιά σου».


Βαγγέλης Παπάζογλου: Βάλε με στην αγκαλιά σου (1935)
Τραγουδάει η Μαρίκα Καναροπούλου

Μετά το 1937 και τη λογοκρισία του Μεταξά ο Βαγγέλης Παπάζογλου σταμάτησε τις φωνογραφήσεις. Όταν μπήκαν οι Γερμανοί στην Αθήνα σταμάτησε και τις εμφανίσεις του στα πάλκα. Είπε χαρακτηριστικά: «Τα πουλιά δεν κελαηδούν όταν νυχτώσει. Τώρα ήρθε η ώρα να δείξει ο καθένας μας τι μετράει και τι μπορεί να κάνει». Κι από τότε σταμάτησε να τραγουδάει. Δεν ξανάπαιξε μπροστά σε κοινό. Μάλιστα άλλαξε το επάγγελμά του και έγινε παλιατζής.

Ο Βαγγέλης Παπάζογλου αρρώστησε και πέθανε από φυματίωση στα 1943. Η τυφλή Αγγελική, που είχε πουλήσει όλα τα έπιπλα του σπιτιού της για να ανταπεξέλθει στα έξοδα της αρρώστιας του, πήγε σε μια γειτόνισσά της για να δανειστεί δυο καρέκλες ώστε να τοποθετήσουν επάνω το φέρετρο. Τον θάψανε χωρίς παπά.
«Χωρίς παπά τον θάψαμε. Ο παπάς έλειπε στη μαύρη αγορά. Έκανε εμπόριο για να ζήσει. Δε θάβονταν κανείς με παπά τότε. Τον θάψαμε σε μια λεύκα από κάτω. Πριν, τον φίλησα στο στόμα για τελευταία φορά τον Ευάγγελό μου. Και του είπα: Καλά έκανες που παινευόσουν που ήμουν γυναίκα σου. Την παλικαριά σου όμως δεν την ήξερες. Ούτε ο Θεός δεν παντρεύτηκε αόμματη γυναίκα.
Η Αγγελική Παπάζογλου πέθανε το 1983 στην Κοκκινιά. Οι διηγήσεις της διασώθηκαν από τον γιο της, Γιώργο Παπάζογλου και κυκλοφόρησαν σε βιβλίο με τίτλο «Τα χαΐρια μας εδώ»

ΠΗΓΕΣ

ΠΑΝΟΣ ΣΑΒΒΟΠΟΥΛΟΣ: ΡΕΜΠΕΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ (ΕΤ3)

ΟΙ ΣΗΜΑΙΕΣ ΤΗΣ ΑΓΓΕΛΑΣ ΠΑΠΑΖΟΓΛΟΥ

ΓΕΝΝΗΜΑ ΜΙΑΣ ΠΟΛΗΣ ΜΟΥΣΙΚΟΜΑΝΑΣ

 ΤΣΙΓΚΩ ΛΕΛΕΤΑ: ΤΑ ΧΑΪΡΙΑ ΜΑΣ ΕΔΩ

ΕΝΩΣΙΣ ΣΜΥΡΝΑΙΩΝ: ΤΑ ΧΑΪΡΙΑ ΜΑΣ ΕΔΩ


Βαγγέλης Παπάζογλου: Να μη λες το μυστικό σου (1938)
Τραγουδάει ο Κώστας Ρούκουνας

Ένα Σχόλιο to “ούτε ο Θεός”

  1. sbcmarkos Says:

    νοσταλγικά ενθυμήματα

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: