φωτεινός και αξεπέραστος

Ο Τσιτσάνης βρήκε ένα τραγούδι χασικλίδικο, μόρτικο, περιφρονημένο το βρήκε στο στόμα των φυλακισμένων και των κακούργων, στα τσογλάνια της αγοράς και τού λιμανιού – και το καθάρισε από κάθε πρόστυχο και χαμηλό, πέταξε την αργκό και τούς ιδιωματισμούς, έκοψε τα πολλά στριφογυρίσματα και τα τούρκικα μοτίβα, πλούτισε τα θέματα του με κοινωνικά στοιχεία και το ‘κανε ν’ αγκαλιάσει τα μεράκια και τα ντέρτια της ελληνικής ψυχής. Τραγούδησε τούς καημούς της φτωχογειτονιάς, τού σπιτιού, της φάμπρικας, της εργατιάς, τού πονεμένου έρωτα, της ταβέρνας, με στίχους και μοτίβα, πού τούς έδωσε μια λεπτή ευγένεια και μια μελαγχολική διάθεση. Σήμερα το τραγούδι τού Τσιτσάνη συγκινεί εξ ίσου πόλεις και χωριά, εργάτες και μορφωμένους, μικρούς και μεγάλους. Ύστερα, βέβαια, ήρθαν κι άλλοι και βάδισαν στα δρόμο εκείνου, με λιγότερη ή περισσότερη επιτυχία. Ο Τσιτσάνης όμως θα μείνει ο φωτεινός κι αξεπέραστος δημιουργός της Συννεφιασμένης Κυριακής, πού με την τέχνη του έκανε το ρεμπέτικο πιο ελληνικό και πιο ανθρώπινο.
ΝΤΙΝΟΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ
ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΑΙΣΘΗΤΙΚΗ ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΟΥ ΡΕΜΠΕΤΙΚΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΙΟΥ
1961

http://www.tsitsanis.gr


Βασίλης Τσιτσάνης: Να γιατί περνώ (1937)
Τραγουδάει η Σοφία Καρίβαλη

Από το 1937 έως τον Οκτώβριο του 1940, ο Τσιτσάνης φωνογράφησε 102 τραγούδια και πέντε οργανικά. Άλλοι ερευνητές ανεβάζουν τον αριθμό των προπολεμικών του κομματιών στα 115. Και να σκεφτεί κανείς ότι εκείνη την εποχή (1938-1940) ο Τσιτσάνης υπηρετούσε τη στρατιωτική του θητεία.
Μόνο από τον αριθμό των τραγουδιών φαίνεται το μέγεθος της ιδιοφυϊας του Τσιτσάνη. Και βέβαια δεν είναι μόνο ο αριθμός. Ο Τσιτσάνης δημιούργησε έναν καινούριο ήχο ενώ άλλαξε τη δομή του στίχου, τόσο ως προς το περιεχόμενο όσο και ως προς το μέτρο. Επίσης καθιέρωσε το ρεφρέν. Γι’ αυτό θεωρείται πως μέσα στην τριετία 1937-1940 ο 25χρονος Βασίλης Τσιτσάνης δημιούργησε το οικοδόμημα στο οποίο κινείται μέχρι σήμερα η λαϊκή μουσική.
Μετά τον πόλεμο ο Τσιτσάνης συνέχισε την εμπνευσμένη του δημιουργία ηχογραφώντας άλλα 300 τραγούδια την περίοδο 1946-1960, χρονιά κατά την οποία σταματάει η δισκογραφία των 78 στροφών. Από το 1960 και μέχρι τον θάνατό του θα ηχογραφήσει ακόμα 300 τραγούδια στις 45 και 33 στροφές. Αν σε αυτά υπολογίσουμε και το πλήθος των επανεκτελέσεων και διασκευών τότε ο Τσιτσάνης καθίσταται ο πρώτος με διαφορά στην παραγωγή τραγουδιών Έλληνας συνθέτης.

ΠΗΓΕΣ
ΣΩΤΟΣ ΑΛΕΞΙΟΥ
ΒΑΣΙΛΗΣ ΤΣΙΤΣΑΝΗΣ: Η ΠΑΙΔΙΚΗ ΗΛΙΚΙΑ ΕΝΟΣ ΞΕΧΩΡΙΣΤΟΥ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΥ
Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΟΥΝΑΔΗΣ
ΟΙ ΕΠΙΚΡΙΤΕΣ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΗ ΤΣΙΤΣΑΝΗ


Βασίλης Τσιτσάνης: Σε φίνο ακρογιάλι (1939)
Τραγουδάει ο Στράτος Παγιουμτζής
Το τραγούδι αυτό ο Τσιτσάνης το συνέθεσε όταν ήταν μαθητής Γυμνασίου και το τραγουδούσε με την τάξη του στην εκδρομή. Ο καθηγητής της Γεωγραφίας -που τον είχε ήδη αφήσει μετεξεταστέο- μόλις άκουσε το τραγούδι επέπληξε έντονα τον Τσιτσάνη γιατί η Παραγουάη δεν έχει θάλασσα. «Πέρασα ένα καλοκαίρι κάτω από τη μουριά με το μπουζούκι και τη γεωγραφία», έλεγε αργότερα ο Τσιτσάνης.


Βασίλης Τσιτσάνης: Μ’ έναν πικρό αναστεναγμό (1940)
Η συγκεκριμένη ηχογράφηση έγινε στις 27 Οκτωβρίου 1940
Τραγουδάει ο Στελλάκης Περπινιάδης

 

Το μπουζούκι, λοιπόν, κατά τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα ήταν σύμβολο φυλακής και παρανομίας, και μόνο η παρουσία του επέφερε κοινωνικό στιγματισμό και καταδίωξη. Αντίθετα το βιολί, επειδή ήταν όργανο της ευρωπαϊκής ορχήστρας, αλλά ακόμα και της κλασικής μουσικής, ήταν σύμβολο των ανώτερων οικονομικών και κοινωνικών τάξεων και γενικά της λεγόμενης «καλής κοινωνίας».
Το περιφρονημένο μπουζούκι, εκτός από σύμβολο παρανομίας, μαγκιάς, ρεμπετιάς, ήταν επίσης σύμβολο της φτωχολογιάς.
Οι κλίμακες του μπουζουκιού αντιπροσώπευαν τα κάτω σκαλοπάτια. Εκείνες του βιολιού τα πάνω σκαλιά της κοινωνικής κλίμακας. Γι’ αυτό και ο πατέρας του Βασίλη Τσιτσάνη του είχε απαγορεύσει ρητώς να πιάνει στα χέρια του το μπουζούκι, επειδή «όποιος έχει στα χέρια του αυτό το όργανο τον περιφρονούν».
Ωστόσο, όταν ήρθε το πλήρωμα του χρόνου, ο μικρός Βασίλης παραμέρισε το βιολί και κράτησε το μπουζούκι. Βέβαια δεν το παραγκώνισε εντελώς, δεν το πέταξε. Απλώς το έβαλε σε δεύτερη μοίρα. Αυτός ο παραμερισμός του βιολιού και η επικράτηση του νικηφόρου μπουζουκιού φαίνεται καθαρά στην πρώτη εκτέλεση της περίφημης Γερακίνας (1948, με την Ιωάννα Γεωργακοπούλου), όπου ο Τσιτσάνης περιορίζει τον εαυτό του με μετριοφροσύνη, στο ρόλο του διασκευαστή. Στην αρχή (στις πρώτες εισαγωγές) το βιολί επικρατεί, ενώ το μπουζούκι ακούγεται σαν φτωχός συγγενής και γενικά κρατάει το δεύτερο ρόλο. Όμως στην τελευταία εισαγωγή πριν την τελευταία στροφή, τα πράγματα αντιστρέφονται. Το μπουζούκι κυριαρχεί και εκτοπίζει το βιολί, που δεν ακούγεται πια.

ΝΕΑΡΧΟΣ ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ
«ΤΟ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ ΤΣΙΤΣΑΝΗΣ»
Εκδόσεις ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΠΟΧΗ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: