ιστορίες τραγουδιών (II)

Το 1938 ο Τσιτσάνης υπηρετούσε στρατιώτης στο Τάγμα Τηλεγραφητών στη Θεσσαλονίκη. Επειδή τα πρώτα τραγούδια που είχε ηχογραφήσει είχαν γνωρίσει μεγάλη επιτυχία, οι εταιρείες Οντεόν και Κολούμπια του ζητούσαν συνέχεια καινούρια τραγούδια. Έτσι ο Τσιτσάνης κατέβαινε στην Αθήνα με το τρένο, παίρνοντας 48ωρες άδειες και ηχογραφούσε τα Σαββατοκύριακα.
Διηγείται ο ίδιος: «Τις άδειες αυτές τις παραβίαζα και τις άλλαζα τον αδόξαστο γιατί δε μου έφτανε ο χρόνος για να κάνω τη δουλειά μου στην Αθήνα: να κάνω πρόβες, να μάθω το τραγούδι στον τραγουδιστή, να πάω στο στούντιο να το γραμμοφωνήσω και όλα αυτά έπρεπε να γίνουν σε μια δυο μέρες. Πού να προλάβω; Παραβίαζα τις άδειες και όταν γύριζα στο τάγμα, με περίμεναν τα κρατητήρια, δηλαδή το πειθαρχείο.»
Εκεί, στην ησυχία του πειθαρχείου, στο Ντεπώ της Θεσσαλονίκης, ο Τσιτσάνης δημιούργησε μερικά από τα ωραιότερα τραγούδια του όπως η Αρχόντισσα, η Καλαμπακιώτισσα, η Αραπιά και άλλα.
Ειδικά για την Αρχόντισσα διηγείται ο Τσιτσάνης: «Όταν βγήκε η Αρχόντισσα έγινε σεισμός. Την τραγουδούσαν όλες οι κοινωνικές τάξεις, όλη η Ελλάδα. Από το Κολωνάκι μέχρι το τελευταίο άκρο του τόπου μας. Την πέρασαν στις λατέρνες και τις ρομβίες και την έπαιζαν μέρα και νύχτα στις γειτονιές. Πού είχαν ξανακούσει Αρχόντισσα;»

ΠΗΓΕΣ

ΚΩΣΤΑΣ ΧΑΤΖΗΔΟΥΛΗΣ
«Β. ΤΣΙΤΣΑΝΗΣ, Η ΖΩΗ ΜΟΥ, ΤΟ ΕΡΓΟ ΜΟΥ»
Εκδόσεις ΝΕΦΕΛΗ

ΣΩΤΟΣ ΑΛΕΞΙΟΥ
«Β. ΤΣΙΤΣΑΝΗΣ, Η ΠΑΙΔΙΚΗ ΗΛΙΚΙΑ ΕΝΟΣ ΞΕΧΩΡΙΣΤΟΥ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΥ»
Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ


Βασίλης Τσιτσάνης: Αρχόντισσα (1938)
Τραγουδάει ο Στράτος Παγιουμτζής

Το Σμυρνέικο Μινόρε υπήρξε ο διασημότερος μανές των Ελλήνων της Σμύρνης. Δημιουργός και πρώτος διδάξας υπήρξε ο Γιάννης Αλεξίου ή Γιοβανίκας.
Η Αγγελική Παπάζογλου διηγείται για το Μινόρε:
Άσε που εδώ δε μας ζητούσανε μινόρε…
Βλέπεις εμείς στη Σμύρνη λέγαμε τον καημό μας μ’ αυτό… Εδώ ήμαστε λεύτεροι… δεν είχε αξία… Εδώ δεν αρχίζαμε με μινόρε… δεν τελειώναμε με μινόρε… δε μας το παραγγέλνανε συνέχεια όπως στη Σμύρνη που τόχανε καμάρι να το παραγγείλουνε, να το ακούσουνε και να το ξανακούσουνε, όπως στην εκκλησιά που ανάβει ο καθένας το δικό του το κερί στην Παναγιά… με το μινόρε τραγουδούσαμε τον πόνο μας πούμαστε σκλαβωμένοι στην τουρκιά… με το μινόρε δεν το ξεχνούσαμε… θέλαμε όλο να το θυμόμαστε… ν’ ανάβουμε μέσα μας καντήλι… ελπίδα… ζεστασιά…
Στη Σμύρνη λέγαμε τον καημό μας με το τραγούδι, αλλά και τον μεγάλο τον καημό δεν τον ξέραμε… Ξέρεις ποιος είναι ο μεγάλος ο καημός;
Ο μεγάλος ο καημός είναι να σε φλοΐζουνε, να σε τσιτσιρίζουνε, να σε σφάζουνε, να σε καταστρέφουνε, κι όταν ξαναγεννηθείς και σε ρωτήσουνε: «Τι θες να γίνεις;» Εσύ ν’ απαντήσεις: «Πάλι Ρωμιά… πάλι Σμυρνιά… πάλι Αγγελική Παπάζογλου… κι όταν ξαναπεθάνω, ξαναβάλτε μου πικροδάφνη στο στόμα…

από το http://chingoleleta.blogspot.gr


Σμυρνέικο Μινόρε (ΗΠΑ, 1919)
Η πιο γνωστή παραλλαγή του Σμυρνέικου Μινόρε.
Τραγουδάει μοναδικά η Μαρίκα Παπαγκίκα!
Αν μ’ αγαπά κι είν’ όνειρο, ποτέ ας μην ξυπνήσω.

 

1959: Ο Μάρκος Βαμβακάρης, ξεχασμένος από το ευρύ κοινό, γυρνάει στα ταβερνάκια του Πειραιά παίζοντας τα τραγούδια του ενώ στη συνέχεια βγάζει «πιατάκι» ελπίζοντας στη γενναιοδωρία των θαμώνων. Ένα βράδυ μια παρέα νεαρών δεν του επιτρέπουν να τραγουδήσει και βάζουν ένα τραγούδι στο τζουκ μποξ. Ο Μάρκος αποχωρεί πικραμένος και με αφορμή το περιστατικό συνθέτει το τραγούδι «Απελπίστηκα». Λίγο αργότερα η Κολούμπια κυκλοφορεί αυτό το τραγούδι, μαζί με άλλα παλιά και καινούρια, μετά από προτροπή του Τσιτσάνη. Δημοφιλείς καλλιτέχνες της εποχής όπως ο Μπιθικώτσης, η Καίτη Γκρέι και η Άντζελα Γκρέκα τραγουδούν τα τραγούδια του Βαμβακάρη, ο οποίος ξαναγίνεται γνωστός και αρχίζει έτσι μια «δεύτερη καριέρα» στο ελληνικό τραγούδι.


Μ. Βαμβακάρης: Απελπίστηκα (1960)
Τραγουδάει ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης

Ο Μάρκος Βαμβακάρης θυμάται τα δύσκολα γι’ αυτόν χρόνια της δεκαετίας του 50.

Όμως το έχω παράπονο που ύστερα από τόσα και τόσα, κατάντησα να μην ημπορώ να δουλέψω στην Αθήνα. Δεν με έπαιρνε κανένας τους από αυτούς που εδίδαξα και που τους είχα μαζί μου. Οποιανού έλεγα πάρε με, μου έλεγε γιατί δεν σε παίρνει ο αδελφός σου; Τέλος πάντων υπόφερα πάρα πολλά. Ξεφτέλισες, εφίλησα κατουρημένες ποδιές από αυτούς που άλλη φορά εγώ τους είχα κοντά μου, και τώρα όλοι αυτοί είναι σήμερα εκατομμυριούχοι. Δεν με πειράζει. Ας είχα μυαλά και γω να είχα σήμερα όσα ήθελα.
Σχεδόν από το πενήντα σταματήσανε και οι δίσκοι και άρχισα πάλι το εξήντα.
Κι από τότες το λοιπόν αμέσως με φώναξε η Κολούμπια. Μάρκο, φέρε μας τραγούδια. Και πήγα καμιά δεκαριά τραγούδια τα οποία τα είπε ο Μπιθικώτσης. Ξαναπήγα άλλα δέκα, πάλι ξανά τα είπε αυτός. Ύστερα αρχίνησα και έβγαζα κι εγώ.
ΜΑΡΚΟΣ ΒΑΜΒΑΚΑΡΗΣ
«ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ»
Εκδόσεις ΠΑΠΑΖΗΣΗ


Μάρκος Βαμβακάρης: Το συμφέρον (1954)
Μαζί με τον Μάρκο τραγουδάει η Μαίρη Τζάνετ.
Πολύ ωραίο τραγούδι! Και πολύ διαφορετικό από τα τραγούδια που έφτιαχνε ο Μάρκος τη δεκαετία του 30.

Ένα Σχόλιο to “ιστορίες τραγουδιών (II)”

  1. sbcmarkos Says:

    !!!!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: