ο παππούς μου (V)

Την άνοιξη του 1917 τα πράγματα δυσκολεύουν για τους Βουλγάρους, καθώς έχουν βαριές απώλειες, και αποφασίζουν να στείλουν τους Έλληνες ομήρους στο μέτωπο. Ντύνεται, λοιπόν, στο χακί -το βουλγάρικο, εννοείται- ο παππούς μου και βρίσκεται στην πρώτη γραμμή να πολεμάει για λογαριασμό της Βουλγαρίας. Στην αρχή απλώς έσκαβε οχυρωματικά έργα, μόλις όμως οι Βούλγαροι βρέθηκαν σε δεινή θέση -όπως είπαμε, ειδικά προς το τέλος του Α΄παγκοσμίου πολέμου, οι απώλειές τους ήταν βαρύτατες- του φορούν κανονική στολή και του δίνουν όπλο.


Α΄παγκόσμιος πόλεμος: Βρετανοί στρατιώτες σε χαράκωμα
(η φωτογραφία είναι από το http://www.english.illinois.edu/maps/ww1/photoessay.htm)
Σύμφωνα με τη Βικιπαίδεια οι απώλειες των Ελλήνων κατά τον Α΄ παγκόσμιο πόλεμο ήταν 5.000 στρατιώτες και 132.000 πολίτες, ενώ οι απώλειες των Βουλγάρων ήταν 87.500 στρατιώτες και 275.000 πολίτες. 

Το φθινόπωρο του ’18 ο παππούς μου βρίσκεται στη μάχη της Δοϊράνης (5-18/9/1918), μια από τις πιο φονικές αλλά και πιο καθοριστικές μάχες του Α΄ παγκοσμίου πολέμου: Βούλγαροι και Γερμανοί εναντίον Άγγλων, Γάλλων και Ελλήνων.
Δε γνωρίζω σε πόσο δύσκολη θέση βρέθηκε ή αν αισθάνθηκε πως κινδύνευε η ζωή του, πάντως εκεί, σ’ ένα χαράκωμα κοντά στη λίμνη Δοϊράνη, το φθινόπωρο του 1918, εν μέσω κανονιοβολισμών και πυροβολισμών, ο παππούς μου παίρνει την πιο παράτολμη απόφαση της ζωής του: να λιποτακτήσει… Δεν την ονομάζω πιο γενναία, γιατί, κατά τη γνώμη μου, η πιο γενναία του απόφαση πάρθηκε αργότερα, κατά τη γερμανική κατοχή, -θα μιλήσουμε όμως γι’ αυτή την απόφαση στην επόμενη ανάρτηση.
Η ευκαιρία για απόδραση τού δόθηκε όταν, κάποια μέρα, βρέθηκε σ’ ένα παρατηρητήριο, στην κορυφή μιας πλαγιάς. Στην απέναντι κορυφή βρίσκονταν οι Άγγλοι και ενδιάμεσα τους χώριζε μια χαράδρα. Οπότε, λέει στο Βούλγαρο συνάδελφό του¹, που είχε σκοπιά: «κοιμήσου εσύ, θα φυλάξω εγώ στη θέση σου». Άλλο που δεν ήθελε ο Βούλγαρος, πέφτει στο κρεβάτι κι αρχίζει το ροχαλητό. Αμέσως ο παππούς μου βγάζει τα στρατιωτικά του ρούχα, μένει με τη φανέλα του και τη σκελέα -αν ξυπνούσε ο Βούλγαρος, είχε σκεφτεί να του πει πως ξεντύθηκε για να ξεψειριαστεί-, παίρνει μαζί του και μια χειροβομβίδα -σε περίπτωση που τον έπιαναν, είχε αποφασίσει να αυτοκτονήσει, να γιατί υποθέτω πως είχε φτάσει στα όριά του-, και αρχίζει να κατρακυλάει τη χαράδρα. Στην αρχή οι Βούλγαροι δεν τον αντιλήφθηκαν, γιατί τα παρατηρητήρια κοιτούσαν απέναντι. Μόλις όμως άρχισε να ανεβαίνει την πλαγιά, ξεκίνησαν να βαράν τα πυροβόλα και τα κανόνια. Κάνοντας συνεχώς ζικ ζακ καταφέρνει τελικά να φτάσει στην κορυφή και βουτάει στο πρώτο χαράκωμα που βλέπει μπροστά του. Εκεί ξάπλωναν αμέριμνοι δύο Άγγλοι στρατιώτες. Μόλις τον είδαν τρόμαξαν και άρπαξαν τα όπλα τους, όμως ο παππούς μου με σηκωμένα τα χέρια αρχίζει να φωνάζει «Γκρέκο, Γκρέκο!» κι αφήνει κάτω τη χειροβομβίδα.
Σε λίγο έρχεται ένας Άγγλος αξιωματικός των πληροφοριών που μιλούσε σπαστά ελληνικά, τον έβγαλε πάνω στο ύψωμα κι άρχισε ο παππούς μου να του δείχνει ενώ αυτός σημείωνε στο χάρτη. «Εδώ έχει πολυβολείο, εκεί κανόνια, παραπέρα είναι το αρχηγείο τους». Κάποια στιγμή όμως οι Βούλγαροι τους βάζουν στο σημάδι. Οι κανονιές έρχονται όλο και πιο κοντά. Ο παππούς μου του κάνει νόημα να φύγουν, ο μέχρι τότε ψύχραιμος Εγγλέζος του λέει «never mind», αλλά συγχρόνως -έλεγε αργότερα γελώντας ο παππούς μου-, άρχισε να διπλώνει το χάρτη και με αργό ρυθμό τον διατάζει να αποσυρθούν επιτέλους στο χαράκωμα.

¹Ο παππούς μου πάντα αναρωτιόταν ποια να ήταν η τιμωρία του Βούλγαρου συναδέλφου του και βέβαια ευχόταν να μην είχε οδηγηθεί στο εκτελεστικό απόσπασμα.


Στο στρατιωτικό νεκροταφείο της Δοϊράνης βρίσκονται οι τάφοι 102 Ελλήνων αξιωματικών και οπλιτών που σκοτώθηκαν κατά τη διάρκεια της μάχης της Δοϊράνης (Σεπτέμβριος 1918).

Από τη Δοϊράνη ο παππούς μου μεταφέρθηκε -ως αιχμάλωτος των Άγγλων- στο Recreation Camp, κάτι σαν κέντρο αναψυχής των Άγγλων στρατιωτών, που λειτουργούσε στην Καλαμαριά, στις εγκαταστάσεις που δημιουργήθηκε αργότερα το στρατόπεδο Σκόδρα. Μέχρι το τέλος του πολέμου κάθισε εκεί, υπηρετώντας ως τραπεζοκόμος και χόρτασε να βλέπει Σαρλό κι άλλες ταινίες αφού κάθε βράδυ λειτουργούσε στο στρατόπεδο κινηματογράφος. Αυτό όμως που του έκανε περισσότερη εντύπωση ήταν το ότι οι Εγγλέζοι, κάθε πρωί, απ’ τα κουτάκια μαρμελάδα που τους μοίραζε, έτρωγαν μια δυο κουταλιές και την υπόλοιπη την άφηναν.
Με το που τελειώνει ο πόλεμος, ο παππούς μου, σε μια βόλτα του στη Θεσσαλονίκη, συναντάει στην Εγνατία έναν Ζαλουφιώτη, ο οποίος του λέει τα ευχάριστα νέα: «Θανάση, η γυναίκα σου με την κόρη σου βρίσκονται στο Θολό (ένα χωριό του Ν. Σερρών, στο οποίο κατέφυγαν αρκετοί Ζαλουφιώτες)». Έτσι πηγαίνει στο Θολό και αρχίζει εκεί μια καινούρια ζωή.
Μέσα σε λίγα χρόνια γίνεται καπνομεσίτης, ιδιοκτήτης παντοπωλείου και καφενείου και καθώς ήταν ο πιο μορφωμένος (ως απόφοιτος εξατάξιου δημοτικού) εκλέγεται πρόεδρος του χωριού!
Το 1924 γεννιέται ο πατέρας μου αλλά λίγο αργότερα πεθαίνει η γυναίκα του παππού μου από καρκίνο.  Το 1926 ή το 27 ξαναπαντρεύεται τη γυναίκα που γνώρισα ως γιαγιά Λίτσα, η οποία γέννησε κι αυτή ένα αγόρι, το οποίο δυστυχώς πέθανε από πνευμονία. Έχοντας χάσει λοιπόν γυναίκα και ένα παιδί ο παππούς μου αποφασίζει, το 1929, να μετακομίσουν οικογενειακώς στις Σέρρες.

Έχω υποσχεθεί στον πατέρα μου να μη μιλήσω για την πραγματική αιτία που οδήγησε τον παππού μου στην απόφαση για μετακόμιση στις Σέρρες, θα παραβώ όμως τον όρκο μου, γιατί νομίζω πως χωρίς την εξιστόρηση αυτού του περιστατικού η βιογραφία του παππού μου θα ήταν ατελής.
Λοιπόν, η κόρη του παππού μου, η αγαπημένη μου θεία, για την οποία ελάχιστα έχουμε μιλήσει ως τώρα, αγάπησε ένα φτωχό νέο. Όταν ο νέος πήγε να τη ζητήσει σε γάμο, ο παππούς μου -αρβανίτικο κεφάλι- αρνήθηκε να του τη δώσει, γιατί ο νέος ήταν φτωχός. Δε γνωρίζω τι άλλο μεσολάβησε, πάντως λίγες μέρες αργότερα η θεία μου κλέφτηκε με το νεαρό, με σκοπό να τον παντρευτεί.
Μόλις ο παππούς μου διαπίστωσε τι είχε συμβεί, άρπαξε το τουφέκι του και ξεκίνησε να τους κυνηγήσει, ευτυχώς έπεσε στα πόδια του η γιαγιά Λίτσα λέγοντάς του: «Θανάση, σκέψου το παιδί σου!», δηλαδή τον πατέρα μου. Ο παππούς μου άφησε το τουφέκι, ποτέ του όμως δε συγχώρησε τη θεία μου για την ενέργειά της. Ούτε δέχτηκε να τη δει ποτέ, παρά μόνο μία φορά, λίγο πριν πεθάνει. Και μάλιστα θεώρησε την προσβολή τόσο μεγάλη -δεν μπορούσε ούτε να κυκλοφορήσει στο χωριό, γιατί είχε την αίσθηση πως όλοι τον κορόιδευαν- που αποφάσισε να φύγει για τις Σέρρες. Αυτή ήταν η αιτία για την ξαφνική μετακόμιση της οικογένειας.
Ναι, τώρα μπορώ να το πω, ο παππούς μου δεν ήταν από τους ανθρώπους που κυνηγάνε την περιπέτεια, μάλλον ήταν από τους ανθρώπους που τους κυνηγάει η περιπέτεια και δεν τους αφήνει να ησυχάσουν…

ΔΙΟΡΘΩΣΗ: Έκανα ένα λάθος. Ο παππούς μου συγχώρεσε τελικά τη θεία μου -μετά από μεσολάβηση της γιαγιάς Λίτσας- πολύ νωρίτερα από ό,τι νόμιζα: στα 1953, και έζησαν αγαπημένοι μέχρι το θάνατό του, στα 1964.

8 Σχόλια to “ο παππούς μου (V)”

  1. ΒΑΣΙΛΗΣ Says:

    Θωμά η ιστορία σου είναι πολύ ωραία. Μόλις σήμερα την ανακάλυψα και την διάβασα από την αρχή.Θα ήθελα να μάθω περισσότερα για τους Αρβανίτες, αν γνωρίζεις και εσυ βέβαια, γιατί ο παππούς μου (πατέρας του πατέρα μου), ήταν Αρβανίτης και είχε γεννηθεί στο Μέγα Ζαλούφι το 1913 (όπως ανέγραφε η ταυτότητά του). Με την ανταλλαγή των πλυθησμών εγκαταστάθηκαν στο χωριό Άγιος Χριστόφορος Σερρών (παλιά ονομασία Χοροβίστα ή Χορβίστα), μόλις 4-5 χιλιόμετρα από το χωριό Θολός που αναφέρεις στην ιστορία σου. Το επίθετό του ήταν ΝΑΣΤΡΑΔΙΝΗΣ και ίσως ΝΑΣΤΡΑΝΤΙΝΙΔΗΣ Βασίλειος (εκείνη την εποχή, κατά την εγγραφή των ονομάτων των κατοίκων στα δημοτολόγια των Δήμων και των Κοινοτήτων, γινόταν «πιθανόν» λάθη). Οι γονείς μου μένουν ακόμα στον Άγιο Χριστόφορο και εγώ στη Θεσσαλονίκη. Ο παππούς μου πέθανε το 1982. Ίσως να είχε γνωριστεί με τον παπού σου ,ή να γνώριζε την οικογένειά του. Το <> κεφάλι είναι κληρονομικό;;;;;;;;;;

  2. Θωμάς Says:

    Βασίλη μου, χαίρομαι πάρα πολύ που σε καλωσορίζω στο ιστολόγιό μου. Και χαίρομαι ακόμη περισσότερο που είσαι συμπατριώτης μου.
    Στην ιστοσελίδα http://www.cheimonio.gr/CF7D3F64.el.aspx θα βρεις πολλές φωτογραφίες από την ιστορία του χωριού μας αλλά και φωτογραφίες Ζαλουφιωτών από τα χρόνια της προσφυγιάς ενώ στο http://www.cheimonio.gr/B020B5EC.el.aspx μπορείς να διαβάσεις όλη την ιστορία του χωριού.
    Ζαλουφιώτες μπορείς να βρεις και στο facebook στο http://www.facebook.com/group.php?gid=76508005388&v=wall&viewas=0
    Θα ρωτήσω τον πατέρα μου αν θυμάται το επίθετό σας, το δικό μας επίθετο είναι Μενεξές ή Μενεξέογλου στα χρόνια της τουρκοκρατίας.
    Ο παππούς σου ήταν αρκετά νεότερος από τον παππού μου, πιστεύω όμως πως οι οικογένειες μας θα γνωρίζονταν.
    Τέλος η γνώμη μου είναι πως δεν έχω κληρονομήσει το αρβανίτικο κεφάλι… αν και η γυναίκα μου διαφωνεί με αυτή την άποψη… Μάλλον κάτι ξέρει παραπάνω!
    ΥΓ. Θα σου είμαι υπόχρεος αν έχεις να προσθέσεις κάτι περισσότερο για το Ζαλούφι, ή αν θυμούνται κάτι οι γονείς σου, που νομίζεις πως θα ταίριαζε να το προσθέσω στην ιστορία του παππού μου.

  3. Τελευταίος Says:

    Θωμά, άργησα να περάσω από το ιστολόγιό σου, λόγω αυξημένων υποχρεώσεων και ζητώ την κατανόησή σου😉

    Συνεχίζεις να εξιστορείς τις «περιπέτειες» του παππού σου εξόχως αριστοτεχνικά! Γιατί δεν το κάνεις μυθιστόρημα; Νομίζω θα άξιζε τον κόπο, μιας και η έμπνευση με τα στοιχεία υπάρχουν και ο λόγος είναι θεσπέσιος;

    Την καλημέρα μου.

  4. Θωμάς Says:

    Η αλήθεια είναι πως το είχα σκεφτεί κάποτε, αλλά εκτός από το ταλέντο, που χρειάζεται τεράστιο για να γίνει ένα πετυχημένο ιστορικό μυθιστόρημα, χρειάζεται ακόμα μακροχρόνια μελέτη σε βιβλία ιστορίας, επί τόπου έρευνα των χώρων που δρουν οι πρωταγωνιστές και βέβαια απαιτείται απομόνωση για δύο περίπου χρόνια και σταμάτημα κάθε άλλου είδους δραστηριότητας.
    Προς το παρόν, φίλε Κώστα, δεν μπορώ να αναλάβω ένα τόσο δύσκολο έργο. Ίσως όταν συνταξιοδοτηθώ και παντρέψω την κόρη μου να το σκεφτώ. Ευχαριστώ πάντως για τα καλά σου λόγια. Μου αρκούν για να συνεχίσω.

  5. Nena Says:

    Θωμά οι γονείς σου μένουν στον Άγιο Χριστόφορο που είναι απέναντι από τον Γάζωρο;

  6. Nena Says:

    Στο πρώτο link στο σχόλιο σου είναι η ιστορία του συγκεκριμένου χωριού?

    • Θωμάς Says:

      Στο λινκ υπάρχει η ιστορία του Μεγάλου Ζαλουφίου, ενός χωριού έξω από την Αδριανούπολη, που το κατοικούσαν Αρβανίτες.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: