Έλλη Λαμπέτη

EllieLambeti
Έλλη Λαμπέτη (1926-1983)

“Η Έλλη έκανε πάντα κάτι αναπάντεχο”, λέει ο Κουν. Από ένα τέτοιο αναπάντεχο θα γεννηθεί το 1946 μια στιγμή που θα περάσει στην ιερή Μυθολογία του θεάτρου μας.
Ήταν μια σκηνή στον “Γυάλινο κόσμο” όπου η Λάουρα σβήνει το κερί, δίπλα στον κοιμισμένο αδελφό της: “Μια ποιητική στιγμή!” Πώς να κάνεις όμως ποίηση, όταν πρέπει να φουσκώσεις τα μάγουλά σου για να φυσήξεις; Η Έλλη αποφάσισε να λύσει τον γρίφο, χωρίς να πει τίποτε στον Κουν. Κάθε βράδυ που γύριζε στην οδό Ασκληπιού, κλεινόταν μόνη της στην κουζίνα, άναβε ένα σπαρματσέτο και προσπαθούσε να το σβήσει ποιητικά:
“Τελικά βρήκα τον τρόπο. Έπρεπε το στόμα μου να είναι ακριβώς απέναντι στο σπαρματσέτο – η ανάσα μου να σημαδεύει τη φλόγα. Μου πήρε ένα μήνα, αλλά τα κατάφερα! Έμαθα να σβήνω το κερί με μιαν ανάσα”.
Όλα αυτά για μια σκηνή που κρατούσε όλα κι όλα δέκα δευτερόλεπτα! Άξιζε όμως τον κόπο. Ένα βράδυ μπαίνει στο θέατρο ο Άγγελος Σικελιανός – περίπου τυχαία. Θα ξανάρθει άλλες δέκα φορές:
“Έρχομαι για να καταλάβω πώς σβήνει τα κεριά το κορίτσι αυτό” λέει ο Σικελιανός. “Είναι το πιο ποιητικό πράμα που είδα ποτέ μου”.

ΦΡΕΝΤΥ ΓΕΡΜΑΝΟΣ “ΕΛΛΗ ΛΑΜΠΕΤΗ”
Εκδόσεις ΚΑΚΤΟΣ

Η Έλλη Λαμπέτη λέει το εκφραστικότερο “Σ’ αγαπώ” στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου

page131_1

μαρτυρίες για την Έλλη Λαμπέτη:

Την Έλλη τη γνώρισα στη σχολή της Μαρίκας Κοτοπούλη. Τον καιρό της Κατοχής. Τα μαθήματα γίνονταν στο σπίτι της κυρίας Μαρίκας και στο θέατρο Ρεξ. Η Κοτοπούλη είχε πει σ’ όλους τους μαθητές, όποιος θέλει, πέρα από τις τακτές ημέρες και ώρες των μαθημάτων, να πηγαίνει στο σπίτι της και να κάνει πρόβες στα θεατρικά κείμενα που μας είχε μοιράσει. Σ’ αυτές τις επισκέψεις οι πιο τακτικές ήμασταν η Έλλη κι εγώ. Κι όχι απλώς τακτικές, πηγαίναμε κάθε μέρα. Και το χαιρότανε η Μαρίκα. Μας είχε δώσει Ηλέκτρα και Εκάβη. Κι έκανα εγώ Εκάβη κι η Έλλη Πολυξένη. Αλλά τι Πολυξένη ήταν αυτή! Η Έλλη ήταν συγκλονιστική. Η Μαρίκα συγκλονίζονταν από την Έλλη και την ερμηνεία της. Τέλειωνε η Έλλη και γινόταν ένα μικρό διαλειμματάκι, μια παυσούλα μικρή κι ακουγόταν η Μαρίκα: «μπράβο σου, παιδί μου!… μπράβο πουλάκι μου, καρδούλα μου!»
ΟΛΥΜΠΙΑ ΠΑΠΑΔΟΥΚΑ

από την εκπομπή του Φ. Γερμανού
ΟΙ ΕΚΠΟΜΠΕΣ ΠΟΥ ΑΓΑΠΗΣΑ (α΄ μέρος)

Η Μαρίκα Κοτοπούλη είχε πάθος μαζί μου κι ήθελε να με υιοθετήσει. Και μόνο που μου το ‘λεγε ντρεπόμουνα να δω τη μαμά μου. Η Μαρίκα η Κοτοπούλη, μια τέτοια μεγάλη και διακεκριμένη καλλιτέχνις. Η ιδέα πως κάποιος σκέφτεται ότι θα μπορούσα να αλλάξω τη μαμά μου ήταν για μένα… ένιωθα ένοχη.. δεν την άλλαζα, όχι με τη Μαρίκα Κοτοπούλη, ούτε με την Παναγία.
ΕΛΛΗ ΛΑΜΠΕΤΗ

Στο πρώτο έργο που συμμετείχε η Έλλη Λαμπέτη ήταν το «Η Χάνελε πάει στον Παράδεισο», στα 1942 στο θέατρο Ρεξ. Το έργο είχε μία σκηνή που ήθελε την Έλλη να αναδύεται μέσα απ’ το φέρετρό της. Το πιο απλό βέβαια θα ήταν να πιαστεί με τα δυο της χέρια από τις δυο άκρες της κάσας και να σηκωθεί. Αυτό θα έκανε ένας οποιοσδήποτε άλλος ηθοποιός. Στην Έλλη όμως είχε εντυπωθεί εκείνη η λεπτομέρεια, εκείνη η φράση του συγγραφέα «αναδύεται». Έπρεπε να αναδυθεί. Έτσι για πολλές μέρες, ίσως για πολλές εβδομάδες, ολομόναχη στο σπίτι της, χωρίς να το ξέρει κανείς, έκανε ατελείωτες πρόβες, γυμνάζοντας τους κοιλιακούς της μυς, για να μπορεί να σηκώνεται μέσα από το ξύλινο κουτί, χωρίς ν’ ακουμπάει πουθενά. Και το πέτυχε. Στην πρεμιέρα όλοι -γιατί κανείς δεν το ήξερε, ούτε ο σκηνοθέτης, ούτε η Μαρίκα Κοτοπούλη που ήταν η αγαπημένη της δασκάλα- είδαν εκείνο λυγερό και ντελικάτο πλάσμα να βγαίνει μέσα από το φέρετρο σαν ξωτικό, σαν πάχνη, σαν σύννεφο… αναδυόταν.
ΦΡΕΝΤΥ ΓΕΡΜΑΝΟΣ

Θυμάμαι όταν ακόμα ήμουνα στη σχολή είχα διαβάσει κάτι που είχε πει η Λαμπέτη, που μου είχε κάνει τρομερή εντύπωση, ότι «όταν έχω ένα καινούριο ρόλο φοβάμαι όταν περπατάω στο δρόμο μήπως με χτυπήσει κανένα αυτοκίνητο και δεν προλάβω να τον δείξω στο κοινό».

Από το «Λεωφορείον ο Πόθος», θυμάμαι μια εικόνα που, φαντάζομαι, κανείς που έχει δει την παράσταση δε θα την ξεχάσει μέχρι να πεθάνει. Είναι η στιγμή που ανοίγει το παράθυρο και θέλει να φωνάξει «βοήθεια». Είναι ένας άνθρωπος μόνος, κι όμως ξέρει ότι αν φωνάξει «βοήθεια» δε θ’ ανοίξει κανένα απ’ τα γειτονικά παράθυρα και γι’ αυτό φωνάζει «φωτιά». Γιατί ξέρει ότι έτσι θα ενδιαφερθούν οι γείτονες μήπως και αρπάξει το δικό τους σπίτι. Και αυτό το «φωτιά, φωτιά» ήταν κάτι το σπαρακτικό, ήταν κάτι που έδινε όλη την αγωνία, το άγχος του ανθρώπου του μόνου, του ανθρώπου που… καίγεται. Δεν υπήρξε μία παράσταση που να μην είμαι στην κουίντα για να δω αυτό το «φωτιά». Μέχρι που έκανα χάσμα να βγω στην επόμενη και από τότε με απαγόρευσε να κάθομαι στις κουίντες…
ΝΙΚΗ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΗ

Μας είχαν καλέσει στην Φοξ, είχαμε πάει μαζί στο Χόλιγουντ, για να της προτείνουν να συμπρωταγωνιστήσει με τον Γκρέγκορι Πεκ στην ταινία, «Οι 7 μέρες του Μάη» (τελικά στην ταινία αυτή έπαιξαν οι Μπαρτ Λάνκαστερ και Κερκ Ντάγκλας), και ήταν όλοι οι διευθυντές εκεί πέρα και της έλεγαν, σας παρακαλούμε, σας θέλουμε, θέλετε πολυετές συμβόλαιο; Θέλετε για μία ταινία; Γύριζε συνέχεια και μου έλεγε, «δεν είμαστε καλά τώρα», μα, της έλεγα είναι σοβαρό το πράγμα, η ταινία θα αρχίσει σε τρεις μήνες. «Και εγώ με το θέατρο στην Ελλάδα τι θα κάνω;»
ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΑΚΟΓΙΑΝΝΗΣ

από την εκπομπή του Φ. Γερμανού
ΟΙ ΕΚΠΟΜΠΕΣ ΠΟΥ ΑΓΑΠΗΣΑ (β΄ μέρος)

«Η Κοτοπούλη και τα γράμματα του Δραγούμη»

Η Έλλη Λαμπέτη θυμάται τις πρόβες από τον πρώτο της ρόλο:

Κι ήρθε κάποτε η ώρα να δοκιμαστούμε σ’ ένα αληθινό έργο. Παίζαμε τους Φοιτητές του Ξενόπουλου. Μου είχαν δώσει και μένα, με πολλή περιφρόνηση, ένα ρόλο. Κι απ’ την πρώτη μου φράση: «Πώς του φαίνεται του κυρίου το δωμάτιο;» κατάλαβα γύρω μου μια ανατριχίλα. Απ’ τη σιωπή που άκουσα, κατάλαβα… Κι αμέσως βρέθηκα σαν ψάρι στο νερό. Λέει ο Μπαστιάς στη Μαρίκα μετά: «Αυτή είναι μεγάλο ταλέντο». Κι έρχεται εκείνη και με βάζει να το πω πάλι. Κι ύστερα πάλι και πάλι, μ’ έβαζε να το λέω σ’ όλους: «Πώς του φαίνεται του κυρίου το δωμάτιο;». Ένιωθα λίγο σαν τον Καραγκιόζη που τον περιφέρεις για να κάνεις θέαμα.
Αργότερα μ’ έβαζε να επαναλαμβάνω το ρόλο της Πολυξένης από την Εκάβη, όταν της αναγγέλλουν ότι θα πεθάνει. Εκείνον τον καταπληκτικό μονόλογο: «Ω, κακό πώπαθες, βαριόμοιρη μάνα, τα βάσανα ζωσμένη…». Βλέπεις, δεν λέει «τι έπαθα», λέει στη μάνα της «τι έπαθες»! Αυτόν τον ρόλο μας είχε δώσει να τον μάθουμε όλα τα κορίτσια. Κι όταν ήρθε η σειρά μου να το πω με τα πρώτα λόγια «ω κακό πώπαθες», αρχίζουν να τρέχουν από δω κάτι ζεστά στα μάγουλά μου – δάκρυα!… Δεν έκλαιγα, δεν ήταν όπως όταν κλαίμε, που το κλάμα βγαίνει απ’ το στήθος, απλούστατα έτρεχαν τα δάκρυα… «Θα πιω και πάλι, ωστόσο…» και είπα το κομμάτι κι όλοι κλαίγανε.
Την είχα δει από πριν, την ώρα που έπαιζα. Η Μαρίκα καθόταν σε μιαν άκρη της αίθουσας και απολάμβανε. Κι όταν τελείωσα, την άκουγα που είπε σαν να μονολογούσε: «Τι είσαι εσύ!»… Κι έπεσαν όλοι επάνω μου και γω έτρεμα απ’ τη συγκίνηση κι εκείνη καμάρωνε.
Με παίρνει λοιπόν παράμερα και μου λέει: «Αύριο στις 11 το πρωί θα είσαι στο σπίτι μου – θα σου διαβάσω τα γράμματα του Δραγούμη». Θα το ‘χεις ακούσει πως η Μαρίκα κι ο Δραγούμης ήταν ερωτευμένοι. Και της ήρθε να το πει αυτό σ’ ένα κοριτσάκι! Ξαφνιάστηκα· όμως από ένστικτο κατάλαβα πως ήταν το μεγαλύτερο κοπλιμέντο που μπορούσε να μου κάνει: να μου εκμυστηρευτεί τα μύχια της.
Τελοσπάντων, δεν μου διάβασε ποτέ εκείνα τα γράμματα· ώσπου να πάω στο σπίτι της το είχε ξεχάσει. Τελικά τα βρήκα εγώ αργότερα και τα διάβασα. Πραγματικά ο Δραγούμης την αγαπούσε πάρα πολύ· ήταν μια σοφή γυναίκα, αν και χαμένη κι αυτή – θέλω να πω δεν είχε αξιοποιήσει απόλυτα το ταλέντο της.

από το βιβλίο της ΦΡΙΝΤΑΣ ΜΠΙΟΥΜΠΙ «ΕΛΛΗ ΛΑΜΠΕΤΗ: Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ – ΜΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΑΦΗΓΗΣΗ»
Εκδόσεις ΕΞΑΝΤΑΣ


Η Μαρίκα Κοτοπούλη απονέμει στην Έλλη Λαμπέτη το Έπαθλο Κοτοπούλη
(17 Δεκεμβρίου 1951)
από το βιβλίο της Φ. Μπιούμπι «Έλλη Λαμπέτη: Η τελευταία παράσταση – Μια προσωπική αφήγηση»
Εκδόσεις ΕΞΑΝΤΑΣ

η αρρώστια της

Θα μπορούσε να ‘ναι μια τσακισμένη γυναίκα, έτσι όπως γυρίζει στις 25 Σεπτεμβρίου του 1980 με καμένα τα σπλάγχνα από τις ακτίνες λέιζερ και με παράλυτη τη μια φωνητική της χορδή. Και βέβαια, μ’ ένα γυμνό κρανίο, που θα ‘ναι αναγκασμένη να το κουκουλώνει απ’ εδώ και μπρος μ’ ένα μάλλινο σκούφο -ώσπου να βγουν πάλι τα μαλλιά της.
Τι ειρωνεία αλήθεια: “Για δυο πράματα καμάρωνα πάντα στη ζωή μου” θα πει κάποια στιγμή στην Ελλάδα. “Το στήθος μου και τα μαλλιά μου. Τα ‘χασα μέσα σε δέκα χρόνια και τα δυο”.
Τα ‘χασε όλα εκτός από τη δύναμή της – αυτό το αόρατο ατσάλι που κρύβει μέσα της και την κρατάει όρθια στις δύσκολες ώρες. Ακόμα και με πυρπολημένα σωθικά, κάνει πάλι θεατρικά σχέδια για τον χειμώνα.

ΦΡΕΝΤΥ ΓΕΡΜΑΝΟΣ “ΕΛΛΗ ΛΑΜΠΕΤΗ” Εκδόσεις ΚΑΚΤΟΣ

Έπαιζε άρρωστη…
Έπαιζε άρρωστη, χωρίς να μιλάει…
Στο τέλος, ναι, όλα αυτά… και… επειδή μιλάμε για την τελευταία περίοδο -είχε χάσει τα μαλλιά της στο τέλος- και όλοι περίμεναν ή όλοι φαντάζονταν ότι θα είχε συντριβεί με αυτό το πράγμα. Η Έλλη κοιτάχτηκε στον καθρέφτη, είδε το κρανίο της, μου λέει: “ήμουν σαν κούρος και είπα μέσα μου: μάνα μου, τι ωραίο κρανίο μου χάρισες…” Αυτά δεν είναι ενδεικτικά μιας γυναίκας διαφορετικής απ’ τις άλλες;

ΦΡΕΝΤΥ ΓΕΡΜΑΝΟΣ
από μια συζήτηση με την Εύη Κυριακοπούλου
στην εκπομπή της ΕΡΤ “ΑΝΤ’ ΑΥΤΟΥ” (1998)

Τελευταίος της ρόλος αυτός της κωφάλαλης Σάρας.

Δεν φτάνει, βέβαια, αυτό. Πρέπει να μυηθεί και στη γλώσσα των κωφαλάλων: “Θέλω να την μάθω τέλεια” λέει σε μια ειδική δασκάλα που ανακαλύπτει στη Βασιλίσσης Σοφίας. “Θέλω οι κωφάλαλοι που θα με βλέπουν απ’ την πλατεία να ξεχνάνε πως είμαι θεατρίνα και να νομίζουν πως είμαι κι εγώ κωφάλαλη!.
Το πάθος της λεπτομέρειας που την βασανίζει απ’ τα δεκάξι της χρόνια, όταν αναδυόταν από το φέρετρο της Χάννελε, την κυνηγάει και τώρα στην τελευταία παράσταση της ζωής της:
“Θα χρειαστούμε τουλάχιστον ένα χρόνο”.
“Σας δίνω ένα μήνα!” απαντάει τελεσιγραφικά η Λαμπέτη.

Η πρεμιέρα της “Σάρας” είναι ένας ρωμαϊκός θρίαμβος. Οι θεατές χειροκροτούν όρθιοι, για κάμποση ώρα, αυτή την νικήτρια ενός άγριου Κολοσσαίου που υποκλίνεται τώρα μπροστά τους πιο λαμπερή και πιο όμορφη από κάθε άλλη φορά. Moritura te salutat.

Το έργο ανεβαίνει τον Μάρτη του 1981 και θα συνεχιστεί και τον επόμενο χειμώνα. Να μαντεύει άραγε η Αθήνα ότι είναι η τελευταία φορά που βλέπει τη Χάννελε πριν πάει στον Παράδεισο; Πάντως τίποτε στην όψη της δεν το δείχνει: “Είσαι η πιο ερωτική κωφάλαλη που πέρασε ποτέ απ’ το ελληνικό θέατρο – από κάθε, ίσως θέατρο” της λέει ο Μάνος Χατζιδάκις.

ΦΡΕΝΤΥ ΓΕΡΜΑΝΟΣ “ΕΛΛΗ ΛΑΜΠΕΤΗ” Εκδόσεις ΚΑΚΤΟΣ

Ο Λυκούργος Καλλέργης γράφει για την Έλλη Λαμπέτη:

Ήταν μια ύπαρξη απλή, αιθέρια, σαγηνευτική, με μια βαθύτατη όμως πνευματική και καλλιτεχνική καλλιέργεια, ειδικότερα σε ό,τι αφορούσε το θέατρο και την υποκριτική τέχνη.

Αργούσε συχνά στην πρόβα. Όταν έφτανε, καθόταν ανέμελα σε μια καρέκλα, χωρίς να τραβήξει καλά την κοντή φούστα της. Άφηνε -άθελά της, φαντάζομαι- να φαίνονται τα όμορφα πόδια της. Αυτό, βέβαια, δημιουργούσε κάποια προβλήματα στα μάτια των ανδρών του θιάσου. Αλλά αυτό το εξηγεί η ίδια στο βιβλίο της. Ήταν, όπως λέει, και χορεύτρια, και οι χορεύτριες, πάντα συνηθίζουν ν’ αφήνουν τα πόδια τους γυμνά. Πάντως όλοι οι άντρες του θιάσου ήταν βαριά ερωτευμένοι μαζί της. Όλοι κάτω, ψαθί.

Με λίγα λόγια η Έλλη ήταν -εκτός απ’ όλα τ’ άλλα- και το ωραιότερο, το σαγηνευτικότερο θηλυκό που υπήρχε σ’ όλο το θέατρο.
Κι όμως, όσο απλή, φευγαλέα και ακαθόριστη ήταν στη ζωή, πάνω στη σκηνή έπαιρνε μια εντελώς άλλη διάσταση. Γινόταν ένα πλάσμα αγγελικό, ανάλαφρο, γοητευτικό και με μια ακτινοβολία που σε καθήλωνε. Μετουσιωνόταν στον κάθε ρόλο που ερμήνευε και μάγευε το κοινό με την παρουσία της.

ΛΥΚΟΥΡΓΟΣ ΚΑΛΛΕΡΓΗΣ “ΣΤΟ ΔΙΑΒΑ ΤΟΥ ΠΟΛΥΤΑΡΑΧΟΥ 20ού ΑΙΩΝΑ” Εκδόσεις ΛΙΒΑΝΗ

 

«Οι Βερσαλίες με τα Βίλια»

Η Έλλη Λαμπέτη μιλάει για τον έρωτά της με τον Δημήτρη Χορν:

Με τον Τάκη ζήσαμε ωραία εφτά χρόνια. Ωραία, βέβαια, είναι ένας λόγος. Έρωτας με δόντια – τρωγόμαστε κι αγαπιόμαστε συγχρόνως. Ήταν τότε όταν σμίξαμε, που ο Βόκοβιτς είχε πει το περίφημο: «Για να δούμε πώς θα ταιριάξουν οι Βερσαλίες με τα Βίλλια». Δηλαδή ο Χορν με την υψηλή του καταγωγή κι εγώ η χωριατοπούλα… Και νομίζω ότι δεν είχε κι άδικο, γιατί η κοινωνική διαφορά μας, η διαφορά αγωγής, επιπέδου, συνηθειών, ήταν μια από τις βαθύτερες αιτίες που τελικά χωρίσαμε.

από το βιβλίο της ΦΡΙΝΤΑΣ ΜΠΙΟΥΜΠΙ «ΕΛΛΗ ΛΑΜΠΕΤΗ: Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ – ΜΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΑΦΗΓΗΣΗ»
Εκδόσεις ΕΞΑΝΤΑΣ

 


Έλλη Λαμπέτη – Τάκης Χορν (Βροχοποιός, 1956)
από το βιβλίο της Φ. Μπιούμπι «Έλλη Λαμπέτη: Η τελευταία παράσταση – Μια προσωπική αφήγηση»
Εκδόσεις ΕΞΑΝΤΑΣ

«Ένα τραγικό γεγονός»

Όταν ήμουν εικοσιέξι χρονών έπαθα πάρεση. Πλήρη. Ήταν τη μέρα που εκτέλεσαν τον Μπάτση και τον Μπελογιάννη. Όταν το ‘μαθα, πάγωσα. Δεν ήταν λύπη, ήταν κάτι παραπάνω. Σοκ! Καταλάβαινα πως δε θ’ άντεχα, κάτι θα μου συνέβαινε. Κι ωστόσο δεν μπορούσα να διανοηθώ πόσο σχετική είναι η ύλη – το σώμα – με τον συναισθηματικό κόσμο. Σκέφτηκα αμέσως: Μετά απ’ αυτήν την τραγωδία, μετά από τόση θλίψη, δεν είναι δυνατόν να εξακολουθήσω να είμαι ίδια, κάπου θα βγω αλλαγμένη. Αλλά δεν πίστευα πως θ’ αντιδρούσε έτσι ο οργανισμός μου.
Κι όμως ως το βράδυ είχα παραλύσει. Το μισό μου πρόσωπο ήταν τελείως παράλυτο. Μου κράτησε έξι εβδομάδες. Ήμουν πολύ νέα, έκανα ηλεκτροσοκ – δεν είναι πολύ δύσκολο να περάσει η πάρεση όταν είσαι νέος, όπως επίσης είναι σπάνιο να την πάθεις σε μικρή ηλικία. Αλλά εκείνες τις έξι εβδομάδες δεν μιλούσα καθόλου. Έτρεχαν τα σάλια μου. Το στόμα μου είχε πάει εκεί… Να, κοίτα, ως τώρα δεν έχει έρθει εντελώς στη θέση του.
Ήταν ένα τραγικό γεγονός εκείνη η εκτέλεση!… Τον Μπάτση τον γνώριζα προσωπικά, ήταν φίλος του Μάριου. Το προηγούμενο Πάσχα είχαμε πάει μαζί στον Πόρο, είχε κοντά του και την κόρη του, την Ελενίτσα. Έτσι συνδεθήκαμε. Δεν ήταν βέβαια κανένας πολύ δικός μου άνθρωπος, αλλά αυτό το θέμα της εκτέλεσης δεν μπορούσα να το συλλάβω. Δεν μπορούσα να συλλάβω το «εν ψυχρώ». Σε πιάνω, σε στήνω, σε σκοτώνω… Ήταν πέρα από τις δυνατότητές μου. Είχα ζήσει ήδη τις μέρες των ανώμαλων καταστάσεων, αλλά αυτό! Άγριο πράγμα. Και οργανωμένο από το κράτος, ε;

από το βιβλίο της ΦΡΙΝΤΑΣ ΜΠΙΟΥΜΠΙ «ΕΛΛΗ ΛΑΜΠΕΤΗ: Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ – ΜΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΑΦΗΓΗΣΗ»
Εκδόσεις ΕΞΑΝΤΑΣ


Έλλη Λαμπέτη («Αντιγόνη» του Ανούιγ, Θέατρο Τέχνης 1947)
από το βιβλίο της Φ. Μπιούμπι «Έλλη Λαμπέτη: Η τελευταία παράσταση – Μια προσωπική αφήγηση»
Εκδόσεις ΕΞΑΝΤΑΣ

σκληρή με τον εαυτό της

Η σχέση της με το θέατρο ήταν ιερή, και το λέω αυτό γιατί… ενώ ήταν πάρα πολύ ανθρώπινη, αγαπούσε πολύ τον άνθρωπο, κάποτε σε μία σκηνή στην Κληρονόμο, ενώ ανεβαίνει -είναι η τελευταία σκηνή του έργου- ανεβαίνει τις σκάλες κρατώντας ένα κηροπήγιο και ο άταχτος εραστής χτυπάει την πόρτα και εκείνη δεν ανοίγει γιατί θέλει να κρατηθεί στην περηφάνια της, εκείνη τη στιγμή, στη σκηνή εκείνη, μία ταξιθέτρια άνοιγε απότομα την κουρτίνα και μία λεπίδα από φως έπεφτε απότομα επάνω στο ημίφως της σκηνής και της κατέστρεφε τη σκηνή. Και μου έλεγε η Έλλη ότι ήταν σα μια λεπίδα να με έκοβε στα δύο…
Λαιμητόμος…
Ναι, ναι, μια λαιμητόμος, και ζήτησε τελείως αντισυναδελφικά να απολυθεί η ταξιθέτρια.
Σκληρό…
Σκληρό, πολύ σκληρό… Αυτά όμως εν ονόματι του θεάτρου, εν ονόματι του ρόλου της, εν ονόματι αυτού που υπηρετούσε, της θρησκείας της. Απελύθη η ταξιθέτρια. Μετά από 15 μέρες ζήτησε η ίδια η Έλλη να την πάρουν πίσω, ζήτησε από τον Μουσούρη που ήταν ο εργοδότης να πληρωθούν τα μεροκάματά της και πήγε και σπίτι της και της έκανε ένα δώρο…
Δεν μπορώ εδώ να μην κάνω μία ερώτηση, γιατί υπήρχε η φήμη ότι ήταν σκληρή.
Ναι, ήταν. Αλλά ήταν με τον εαυτό της πιο πολύ απ’ όλους.

ΦΡΕΝΤΥ ΓΕΡΜΑΝΟΣ
από μια συζήτηση με την Εύη Κυριακοπούλου
στην εκπομπή της ΕΡΤ “ΑΝΤ’ ΑΥΤΟΥ” (1998)

αφού δεν μπόρεσε το έργο να το κρατήσει η παράσταση…

Δεν μπορώ εδώ να μην κάνω μία ερώτηση, γιατί υπήρχε η φήμη ότι ήταν σκληρή.
Ναι, ήταν. Αλλά ήταν με τον εαυτό της πιο πολύ απ’ όλους. Όταν ανέβασε τη “Μικρή μας Πόλη” που ήταν ένα πολύ ωραίο έργο, παίχτηκε τελευταία, του Θόρντον Γουάιλντερ, ήταν μεγάλη αποτυχία, εδώ είναι το μυστήριο, δηλαδή σε δέκα μέρες μέσα έπρεπε το έργο να κατέβει και της λένε: πρέπει να το κατεβάσουμε, και είπε εντάξει, θα ανεβάσουμε “Το ανοιξιάτικο τραγούδι” του Τζων Βαν Ντρούτεν… και κάποια στιγμή, λίγο πριν κατέβει το έργο, έρχεται ο Ψαθάς, να δει το έργο, ο Ψαθάς τότε ήταν η ηλεκτρονική δύναμη του Τύπου, δηλαδή όταν το έγραφε ο Ψαθάς ήταν σα να λέμε σήμερα…
Σα να λέμε σήμερα για ποιον;
…Το ‘πε η τηλεόραση…
Μάλιστα.
Κάτι τέτοιο… Και ο Ψαθάς, αυτός ο πολύ τραχύς εισαγγελέας του ελληνικού Τύπου, δάκρυσε σε μία μάλιστα σκηνή που λέει: “αυτά που ζήσαμε τι κρίμα που δεν καταλαβαίναμε τότε τι αξία είχαν”, μία πραγματικά πολύ δυνατή σκηνή… και γράφει ένα χρονογράφημα – ύμνο την άλλη μέρα. Και αμέσως οι εισπράξεις ανεβαίνουν κάθετα. Και γίνεται ΤΟ πρώτο θέατρο. Και κρατάει αυτό για μέρες. Και βεβαίως όλοι περιμένουν ότι η Έλλη θα αλλάξει γραμμή και θα κρατήσει το έργο… και συνεχίζει τις πρόβες κι όταν την ρωτάνε: μα γιατί, αφού το έργο πάει τόσο καλά; λέει: αφού δεν μπόρεσε το έργο να το κρατήσει η παράσταση και το κράτησε ο Ψαθάς τότε πρέπει το έργο να κατέβει…

ΦΡΕΝΤΥ ΓΕΡΜΑΝΟΣ
από μια συζήτηση με την Εύη Κυριακοπούλου
στην εκπομπή της ΕΡΤ “ΑΝΤ’ ΑΥΤΟΥ” (1998)

Ούτε έναν!

Για τη σκληρότητα όμως, την είχε… ακόμα και σε πρόσωπα πολύ διάσημα και επώνυμα… στον Καραμανλή φερ’ ειπείν… κάποτε όταν της τον είχε συστήσει περιχαρής ο Χορν, γύρω στο ’57 – ’58, και της είπε ο Καραμανλής ότι, ξέρετε, εγώ… επί των ημερών μου, είναι μόνο 800 πολιτικοί κρατούμενοι στις φυλακές, του λέει η Λαμπέτη: “Δεν ντρέπεστε που το λέτε; 800 πολιτικοί κρατούμενοι! Ούτε έναν δεν έπρεπε να έχετε!” Και ο Χορν, βεβαίως, χλώμιασε.

ΦΡΕΝΤΥ ΓΕΡΜΑΝΟΣ
από μια συζήτηση με την Εύη Κυριακοπούλου
στην εκπομπή της ΕΡΤ “ΑΝΤ’ ΑΥΤΟΥ” (1998)

 

Και τελειώνουμε με ένα σπάνιο ντοκουμέντο από μια παράσταση του έργου «Δεσποινίς Μαργαρίτα» που ανέβασε η Έλλη Λαμπέτη στα 1975. Στο διάστημα 2΄ και 40΄΄ μέχρι 6΄ και 08΄΄ μπορείτε να πάρετε μια ιδέα από το θεατρικό ταλέντο της Έλλης Λαμπέτη. Ενδιαφέρον όμως έχει και η συνέχεια όπου η Λαμπέτη συνομιλεί για την παράσταση με φίλους και θαυμαστές της.

από το http://www.youtube.com/watch?v=kscwGTwY1rw


Αρέσει σε %d bloggers: